Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΑΘΗΝΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας 2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 1354/2011)

Περίληψη: Απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ψευδείς παραστάσεις από τον αναιρεσείοντα στον εγκαλούντα ότι αν δεν επεδίωκε ο τελευταίος δικαστικά την είσπραξη οφειλομένων που είχει ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, θα του έδινε δύο επιταγές, οι οποίες όμως, ήταν ακάλυπτες. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν διαλαμβάνει η απόφαση σε τι συνίσταται η περιουσιακή διάθεση, στην οποία προέβη ο εγκαλών, ποια ήταν η πράξη ή παράλειψη στην οποία οδηγήθηκε. Περαιτέρω δεν προσδιορίζεται στην απόφαση εαν ο πλανηθείς εγκαλών από την απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγήθηκε στην ανανέωση της παλαιάς ενοχής, από την οποία είχε αγώγιμη αξίωση, που επέφερε την απόσβεσή της και τη δημιουργία νέας, από τις επιταγές ενοχής. Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 7976/2010 απόφαση του Τριμ. Εφ. Αθηνών για τους ως άνω λόγους και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.

[...] Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, σαν παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Γεγονότα δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, ήτοι, πράξεις, συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες, καταστάσεις ή οιαδήποτε άλλα αντικείμενα, που υποπίπτουν αμέσως ή μη στις αισθήσεις (έχουν, δηλαδή, εξωτερική υπόσταση) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχε, ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Aρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 7976/2010 απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς, από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Ο πολιτικώς ενάγων Ι. Κ. είχε κατά του πρώτου κατηγορουμένου Α. Κ. απαιτήσεις ύψους 64.800 ευρώ από την έκδοση ακαλύπτων επιταγών, για τις οποίες είχε εκδώσει διαταγές πληρωμής. Ο πρώτος κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς σ` αυτόν ότι αν δεν επεδίωκε δικαστικά την είσπραξη του ανωτέρω ποσού, θα του έδινε άμεσα δύο επιταγές των 15.000 ευρώ εκάστη (00000019-1 και 00000018-3, με ημερομηνίες εκδόσεως 30.5.2003 και 30.6.2003 αντίστοιχα της Τράπεζας ...) εκδόσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, Β. Π., ο οποίος είναι αξιόπιστος οικονομικά και κάτοχος τεράστιας περιουσίας, οι δε επιταγές αποτελούσαν μέρος τιμήματος ακινήτου, αγορά, που ήδη είχε πραγματοποιήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος από τον πρώτο. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, που έγιναν τον Μάιο του 2003 στην Αθήνα, ήταν να πεισθεί ο πολιτικώς ενάγων και να παραλάβει τις ανωτέρω επιταγές, που ήταν ακάλυπτες, με αποτέλεσμα να υποστεί ο πολιτικώς ενάγων ζημία ύψους 30.000 ευρώ ... ".

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο απάτης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναγνωρίζοντας σ` αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση ένοχο εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1500 €). Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο: α) εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς και ασαφείς παραδοχές και β) δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, κατά τις κρίσιμες παραδοχές του σκεπτικού, ο κατηγορούμενος παρέδωσε τις αναφερόμενες ακάλυπτες επιταγές ποσού 15.000 ευρώ εκάστη, διαβεβαιώνοντας τον πολιτικώς ενάγοντα ότι είναι γνήσιες, ότι ο εκδότης αυτών είναι εύρωστος οικονομικά και ότι ο ίδιος είχε με αυτόν συναλλαγές (αγορά ακινήτου, μέρος του τιμήματος της οποίας κάλυπταν οι επιταγές) και έτσι έπεισε τον εγκαλούντα να δεχθεί να λάβει τις μεταχρονολογημένες αυτές επιταγές έναντι του ανωτέρω χρέους του. Ομως, δεν διαλαμβάνει η απόφαση σε τι συνίσταται η περιουσιακή διάθεση στην οποία προέβη ο εγκαλών προς τον κατηγορούμενο και στην οποία αποσκοπούσε ο τελευταίος, όταν του παρέδωσε τις επιταγές, ποια ήταν δηλαδή η πράξη ή παράλειψη, στην οποία οδηγήθηκε ο εγκαλών, συνεπεία της πλάνης του, με την οποία συνδέεται αιτιωδώς η ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, χωρίς να διαλάβει ότι η προαναφερθείσα απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδήγησε σε πράξη ή παράλειψη του εγκαλούντος, η οποία είχε ως συνέπεια την περιουσιακή βλάβη αυτού. Το γενόμενο δεκτό από το Εφετείο, ότι η περιουσιακή παροχή ήταν η λήψη από τον εγκαλούντα των επιταγών, δεν αποτελεί πράξη, που ενέχει, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα περιουσιακή διάθεση, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παθόντος, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εφόσον, δεχόμενη, ότι οι επιταγές δόθηκαν στον εγκαλούντα έναντι προγενέστερης οφειλής, δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η πράξη ή η παράλειψη, στην οποία προέβη ο εγκαλών, η οποία ενείχε περιουσιακή διάθεση και επέφερε ζημία σ` αυτόν, σε ποια θετική ενέργεια αυτός προέβη ή από ποια ενέργεια αποτράπηκε αυτός συνεπεία της παραπλανητικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, η οποία επέφερε ή τουλάχιστον μπορούσε να επιφέρει στον εγκαλούντα περιουσιακή βλάβη. Περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εάν, με την πλάνη που προκλήθηκε από την εγκληματική διαγωγή του κατηγορουμένου στον εγκαλούντα ότι υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, στον οποίο εσύροντο προς πληρωμή, οδηγήθηκε ο τελευταίος στην κατάρτιση συμφωνίας με τον κατηγορούμενο, η οποία είχε ως περιεχόμενο την ανανέωση της αρχικής ενοχής, δηλαδή την κατάργηση της παλαιάς ενοχής, από την οποία ο εγκαλών είχε αγώγιμη αξίωση και τη δημιουργία νέας, της ενοχής από τις επιταγές, από την οποία μόνον θα μπορούσε να ικανοποιηθεί αυτός. Ηταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορισθεί στην απόφαση ότι ο εγκαλών, παραπλανηθείς από την απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οδηγήθηκε στην ανανέωση της παλαιάς ενοχής, που επέφερε την απόσβεση της (άρθρο 436 ΑΚ), ότι, κατά τη συμφωνία, υπήρξε σκοπός ανανεώσεως και ότι αποσβέσθηκε η αρχική ενοχή. Δεν αναφέρεται επίσης στην απόφαση, ότι οι επιταγές δόθηκαν in solutum της αρχικής ενοχής και όχι pro solvendo, δηλαδή προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εγκαλούσας, με τη δημιουργία και νέας ενοχής, αυτής από τις επιταγές, διατηρούμενης παράλληλα και της παλαιάς ενοχής, ούτε συνάγεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως ότι η ενοχή από τις επιταγές συμφωνήθηκε με σκοπό ανανεώσεως, καταργήσεως δηλαδή της παλαιάς ενοχής, οπότε και θα συγκροτούνταν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, οπότε η περιουσιακή ζημία θα είχε ως περιεχόμενο, στην περίπτωση αυτή (ανανεώσεως) την απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δημιουργία νέας, από την οποία δεν θα μπορούσε, λόγω της ελλείψεως αντικρίσματος των επιταγών, να ικανοποιηθεί ο εγκαλών. Τέλος, δεν εκτίθεται στην απόφαση, εάν θεωρηθεί, ότι η περιουσιακή διάθεση έγινε με παράλειψη νόμιμης ενέργειας, ποια ενέργεια παρέλειψε ο εγκαλών, δηλαδή από ποια νόμιμη ενέργεια αποτράπηκε και δεν άσκησε ο παραπλανηθείς από τις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να επέλθει ζημία στην περιουσία του. Συνεπώς, ο υπό το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προβαλλόμενος αλλά και αυτεπαγγέλτως, κατ` εφαρμογή του άρθρου 511 του ίδιου Κώδικα, εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο αυτεπαγγέλτως επίσης εξεταζόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, διότι η εγκαλούμενη πράξη, ο οποία είναι πλημμέλημα φέρεται ότι τελέσθηκε κατά τον Μάϊο του 2003, από τότε δε παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ: Αναιρεί την 7976/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου του ότι στην Αθήνα, το χρονικό διάστημα μηνός Μαΐου 2003, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Η προξενηθείσα δε ζημία από την παραπάνω ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, ενώ ήδη όφειλε στον εγκαλούντα Κ. Ι. το ποσό των 64.800 ευρώ, από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών για το οποίο ο τελευταίος είχε εκδώσει διαταγές πληρωμής, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον μηνυτή ότι αν δεν επεδίωκε δικαστικά την είσπραξη του ως άνω οφειλομένου ποσού, θα του έδινε άμεσα δύο επιταγές και δη την υπ` αρ. 00000019-1, με ημερομηνία έκδοσης 30/5/2003 της Τράπεζας .... και την υπ` αρ. 00000019-3, με ημερομηνία έκδοσης 30/6/2003 της Τράπεζας ..... , εκδόσεως του Π. Β., ποσού 15.000 ευρώ εκάστη, των οποίων η είσπραξη ήταν βέβαιη, καθότι ο εκδότης των επιταγών ήταν κάτοχος τεράστιας περιουσίας, ήταν απόλυτα συνεπής και αξιόπιστος στις συναλλαγές του και διότι οι επιταγές αυτές αποτελούσαν μέρος τιμήματος αγοράς ακινήτου, που είχε ήδη πραγματοποιήσει ο Π. Β. από τον Κ. Α. και συνεπώς η εξόφληση τους ήταν βεβαία. Τα ως άνω έπραξε ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω επιταγές ήταν ακάλυπτες και ότι ο εκδότης αυτών Π. Β. δεν ήταν κάτοχος τεράστιας περιουσίας, ούτε είχε πραγματοποιήσει καμία συναλλαγή με τον Κ. Α.. Ενεργώντας δε, ως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος κατέπεισε τον μηνυτή να δεχθεί να πάρει τις ως άνω επιταγές έναντι αποπληρωμής ποσού 30.000 ευρώ από το συνολικά οφειλόμενο από τον κατηγορούμενο ποσό των 64.800 ευρώ, με αποτέλεσμα να αποκομίσει ο κατηγορούμενος παράνομο όφελος, κατά το ποσό των 30.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ως παθόντα, ο οποίος αν γνώριζε ότι οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ήσαν ψευδείς δεν θα δεχόταν να λάβει τις πιο πάνω επιταγές για εξόφληση μέρους των οφειλών του κατηγορουμένου. Η προξενηθείσα δε ζημία του μηνυτή από την ως άνω ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη στο ποσό των 30.000 ευρώ.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

2315514897

Αθήνα

Σολωμού 58 και 28ης Οκτωβρίου (6ος Όροφος), 10678

2103810723

2315514897