Θεσσαλονίκη: 2310525720

Αθήνα: 2314023506

info@karagiannislawfirm.gr  

2310525720 | 2314023506 |
info@karagiannislawfirm.gr

Λύση του γάμου με διαζύγιο. Συναινετικό διαζύγιο, διατροφή, γονική μέριμνα, επιμέλεια και επικοινωνία με τα παιδιά. Ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης των σχέσεων των συζύγων (Εφετείο Δωδεκανήσου, αριθμός απόφασης 191/2003).

Περίληψη: Γονική μέριμνα. Μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης διατροφής. Συναινετικό διαζύγιο. Ιδιωτικό συμφωνητικό. Συμβατική διατροφή. Η γονική μέριμνα ως ευρύτερη περιλαμβάνει και την επιμέλεια και συνεπώς επιδικάζεται λιγότερο και όχι περισσότερο του αιτηθέντος. Η έγγραφη συμφωνία ρυθμίζουσα την επιμέλεια κι’ επικοινωνία που προσκομίζεται επί συναινετικού διαζυγίου δεν επηρεάζει τη λύση του γάμου, με την απόφαση που λύει το γάμο επιβεβαιώνεται η ύπαρξή της κι’ έκτοτε επιφέρει τ’ αποτελέσματά της ισχύουσα μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κυρίας αγωγής ανάληψης της γονικής μέριμνας, εφόσον ο γονέας επιθυμεί διαφορετική ρύθμιση της συμφωνηθείσας επιμέλειας ή επικοινωνίας χωρίς να δεσμεύεται από αντίθετη συμφωνία. Το Δικαστήριο για την ανάθεση της γονικής μέριμνας θέτει ως κατευθυντήρια γραμμή το συμφέρον του τέκνου, αφού λάβει υπόψη του προσωπικά στοιχεία (ηλικία, φύλλο κ.α), το περιβάλλον των γονέων και τη δυνατότητα αυτοπρόσωπης άσκησης, την καταλληλότητα του επιθυμητού για το τέκνο περιβάλλοντος για την ορθή ψυχοσωματική ανάπτυξη και περαιτέρω την τυχόν ύπαρξη ιδιαίτερου ψυχικού δεσμού με τον γονέα χωρίς ν’ αποκλείεται η ανάθεση και στον υπαίτιο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης υπό την προϋπόθεση έλλειψης επίδρασης της συμπεριφορά του στα τέκνα. Η διατροφή μπορεί να καθοριστεί συμβατικά, χωρίς να μετατρέπεται σε διατροφή από σύμβαση, εφόσον και το δικαστήριο θα επιδίκαζε την ίδια διατροφή άλλως θεωρείται ότι υπάρχει παραίτηση από τη διατροφή για το μέλλον και ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει δικαστικά τον προσδιορισμό της. Εφόσον μεταβλήθηκαν οι συνθήκες καθορισμού από το Δικαστήριο του ύψους διατροφής από πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν λάβει χώρα και δεν μπορούσαν παραδεκτά να ληφθούν υπόψη δύναται αφού εκτεθούν για το ορισμένο της αγωγής, να μεταρρυθμιστεί η παράγουσα δεδικασμένο απόφαση. Επί συμβατικού καθορισμού της διατροφής, για τη μείωση λόγω μεταβολής των συνθηκών από τον υπόχρεο τίθεται ως νομικό υπόβαθρο η διάταξη περί καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής ενώ για την αύξηση από το δικαιούχο στην πραγματικότητα τίθεται ακυρότητα της συμφωνίας, επειδή η διατροφή υπολειπόμενη από την προσήκουσα, θεωρείται ως παραίτηση από τη διατροφή για το μέλλον ενώ για το ορισμένο της αγωγής πλέον των αναγκών και συνθηκών περιλαμβανομένων των δυνάμεων του υπόχρεου δεν απαιτείται η μνεία των προσδιοριστικών αυτών γεγονότων που υπήρχαν κατά τη συμφωνία και η μεταβολή τους.

[...] Νόμιμα φέρεται και πάλι προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής μετ' αναβολή δικάσιμο, με την με αριθ. εκθ. κατ. 60/2002 κλήση της εφεσίβλητης, που γράφτηκε νόμιμα στο σχετικό πινάκιο, η ένδικη έφεση κατά της 111/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του αρ. 681 Β' σε συνδ. με τα αρ. 666, 667, 670, 671 §§ 1 - 3, 672 - 676 Κ.Πολ.Δ. και αφορά, εκτός των άλλων, την ρύθμιση της γονικής μέριμνας ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ύστερ' από την έκδοση της 308/2001 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης (κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12.10.2001) λόγω μη τήρησης της κατ' αρ. 681 Γ' Κ.Πολ.Δ. (όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με τα αρ. 38 ν. 2447/1996 και 19 § 3 ν. 2521/1997) υποχρεωτικής προδικασίας απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία επιχειρήθηκε από το Δικαστήριο, και απέτυχε, πριν από την συζήτηση της υπόθεσης (βλ. ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου), ενώ εξάλλου προσκομίζεται και η κατ' αρ. 681 Γ' εδ. α' Κ.Πολ.Δ. και 1934 εδ. β' ν. 2521/1997 έκθεση της κοινωνικής λειτουργού της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Ρόδου Ειρ. Σκ. - Β.. Η ένδικη έφεση κατά της 111/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (αρ. 511, 513 § 1 Κ.Πολ.Δ.), με την οποία, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (αρ. 681 Β' σε συνδ. με αρ. 666 § 1, 667, 670, 671 §§ 1 - 3, 672 - 676 Κ.Πολ.Δ.) και κατ' αντιμολία των διαδίκων, έγιναν δεκτές αγωγές της εφεσίβλητης για την ανάθεση σε αυτήν αποκλειστικά της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων και τον καθορισμό διατροφής γι' αυτά, ασκήθηκε νομότυπα (με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση - αρ. 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα (αφού αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 14.12.2000 βλ. με αρ. 852Δ/2000 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Μιχ. Κ. και η έφεσή του ασκήθηκε την 10.1.2001, αρ. 518 § 1 Κ.Πολ.Δ.) από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εναγόμενο κατά της αντιδίκου του (αρ. 516 § 1, 517 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, νόμιμα φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην συνέχεια ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της (αρ. 533 § 1 Κ.Πολ.Δ.). (Α) Με την με αρ. εκθ. κατ. 233/1999 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ενεργούσα και παρισταμένη ως έχουσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου γιου των διαδίκων Σ. Κ., και ισχυριζόμενη ότι (1) από τον γάμο τους με τον εναγόμενο απέκτησε δύο γιους, τον Κ. γεννηθέντα την 3.2.1986 και τον Σ. γεννηθέντα την 9.12.1990, (2) ο γάμος αυτός λύθηκε συναινετικά με την 319/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (3) στα πλαίσια και για τις ανάγκες της σχετικής διαδικασίας υπέγραψαν το από 3.11.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, επικυρωθέν με την ως άνω απόφαση διαζυγίου, με το οποίο η άσκηση της γονικής μέριμνας του γιου της Κ. ανατέθηκε στον εναγόμενο, ενώ στην ενάγουσα του γιου τους Σ., για την διατροφή του οποίου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, με την ίδια συμφωνία, να καταβάλλει σ' αυτήν από τον Δεκέμβριο του 1994 το ποσό των 25.000 δρχ. μηνιαίως (4) παρά το γεγονός ότι ανέλαβεν εκ των πραγμάτων την γονική μέριμνα και του γιου τους Κ., ο εναγόμενος, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών και κερδίζει από την εργασία του αυτή, για την οποία απασχολεί προσωπικό και διαθέτει δικά του εργαλεία, κατά μέσο όρο 1.000.000 δρχ. κάθε μήνα ενώ ο ως άνω γιος των διαδίκων στερείται δικής του περιουσίας και είναι μαθητής του γυμνασίου, κατέβαλε την συμφωνηθείσα διατροφή για τελευταία φορά τον Ιούνιο του 1995, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτήν με την ρηθείσα ιδιότητά της την συμφωνηθείσα και μη καταβληθείσα διατροφή για τον γιο τους Σ. για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι την άσκηση της αγωγής αυτής, δηλ. μέχρι τον Αύγουστο του 1999, και συνολικά το ποσό των 950.000 δρχ., με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μήνα από την πάροδο της προθεσμίας καταβολής, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. (Β) Στην συνέχεια με την με αριθ. εκθ. κατ. 279/1999 αγωγή της ενώπιον του αυτού δικαστηρίου η αυτή ενάγουσα ισχυριζόμενη ομοίως ότι (1) από τον γάμο τους με τον εναγόμενο απέκτησαν τα δύο ως άνω άρρενα τέκνα (2) ο γάμος αυτός λύθηκε συναινετικά με την 319/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (3) στα πλαίσια και για τις ανάγκες της σχετικής διαδικασίας οι διάδικοι υπέγραψαν το από 30.11.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, επικυρωθέν με την ως άνω απόφαση περί διαζυγίου, σύμφωνα με το οποίο στον εναγόμενο ανατέθηκεν η γονική μέριμνα του Κ. και στην ενάγουσα του Σ., για την διατροφή του οποίου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα κάθε μήνα ποσό 25.000 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα η ενάγουσα ασκεί την γονική μέριμνα και του άλλου γιου τους Κ., καθώς και ότι (4) οι όροι του ως άνω συμφωνητικού μεταβλήθηκαν, κατά πάσα δε περίπτωση οι εν τω μεταξύ διαμορφωθείσες συνθήκες και το συμφέρον των τέκνων επιβάλλουν ν' ανατεθεί σ' αυτήν η άσκηση της επ' αυτών γονικής μέριμνας. (5) τα τέκνα των διαδίκων στερούνται περιουσιακών στοιχείων και η συνεισφορά της ενάγουσας στερουμένης οποιασδήποτε περιουσίας, συνίσταται στην παροχή κάθε είδους φροντίδος, αλλά και στην αντιμετώπιση με το εισόδημά της ποσού 220.000 δρχ. μηνιαία από την εποχιακή απασχόλησή της ως καμαριέρας όλων των δαπανών διατροφής τους, για τις οποίες όμως αυτό δεν επαρκεί (6) ο εναγόμενος είναι εργολάβος οικοδομών και κερδίζει από την εργασία του αυτή, για την οποία απασχολεί προσωπικό και διαθέτει δικά του εργαλεία, κατά μέσο όρο 1.000.000 δρχ. το μήνα, ζήτησε (α) ν' ανατεθεί σ' αυτήν αποκλειστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας των τέκνων των διαδίκων και (β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει σ' αυτήν με την ως άνω ιδιότητά της, ως διατροφή των τέκνων τους το ποσό των 150.000 δρχ. για κάθε ένα απ' αυτά στην αρχή κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου από την επίδοση της αγωγής μήνα, και επί δύο έτη.

Για τις αγωγές αυτές που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία αυτές έγιναν δεκτές και δη (1) ανατέθηκε στην ενάγουσα η επιμέλεια του προσώπου του προσώπου των τέκνων των διαδίκων (2) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.000 δρχ. κάθε μήνα από 1.7.1995 - 31.8.1999 (πρόκειται προφανώς για το ζητηθέν εφάπαξ, και ορθώς, με την Α' αγωγή συνολικό ποσό των 950.000 δρχ. για καθυστερούμενη διατροφή του γιου τους Σ. για 38 μήνες) και (3) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα, με την ως άνω ιδιότητά της, στην αρχή κάθε μήνα και επί δύο έτη από την επίδοση της Β' αγωγής για την διατροφή των τέκνων των διαδίκων το ποσό των 100.000 δρχ. για κάθε ένα απ' αυτά. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους και ζητεί την κατά παραδοχή της εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη στην συνέχεια των αγωγών. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ουδέν απαράδεκτο της έφεσης δημιουργείται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εφεσίβλητη, από το γεγονός ότι η έφεση στρέφεται κατ' αυτής ατομικά, ενώ αυτή παρίσταται ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, διότι: (α) Ως προς την συνεκδικασθείσα αγωγή για την ανάθεση σ' αυτήν της γονικής μέριμνας των τέκνων των διαδίκων, γενομένη εν μέρει δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση, πληττόμενη και κατά τούτο με την έφεση, για την ανάθεση δηλ. σ' αυτήν της (μέρος της γονικής μέριμνας αποτελούσης) επιμέλειας, διάδικοι δεν είναι τα τέκνα των διαδίκων, αφού δεν είναι αυτά τα υποκείμενα του επιδίκου δικαιώματος, αλλ' ατομικά εκείνοι οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το δικαίωμα αποκλειστικής άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας κτλ δηλ. οι γονείς των ανηλίκων (αρ. 1510, 1511, 1520 Α.Κ. - Εφ.Αθ. 852/1995, Ελλ.Δ/νη 37. 1613, Εφ.Πειρ. 203/1994, Ελλ.Δ/νη 35. 1690). (Β) Ως προς την ετέρα συνεκδικασθείσα αγωγή περί διατροφής, γενομένη εν μέρει δεκτή με την εκκαλούμενη, από το όλο περιεχόμενο της έφεσης είναι αναμφισβήτητο, ότι, καθόσον μέρος της η εκκαλούμενη πλήττεται για την μερική παραδοχή της αγωγής αυτής, η έφεση στρέφεται κατά της εφεσίβλητης με την τεθείσα ιδιότητά της. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των αρ. 1510 § 1, 1511 § 1, 1513 § 1 εδ. α', 1514 και 1518 § 1 Α.Κ., η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τόσο την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου (η οποία με την σειρά της περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, επίβλεψη, μόρφωση, εκπαίδευση και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του) όσο και την διοίκηση της περιουσίας του τέκνου και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του, και επομένως η γονική μέριμνα είναι ευρύτερη της επιμέλειας (ΑΠ 215/1998, Ελλ.Δ/νη 39. 1277, ΑΠ 320/1986, ΝοΒ 35. 27). Κατά συνέπεια, όταν με την αγωγή ζητείται στον ενάγοντα γονέα η ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και αντ' αυτής το δικαστήριο αναθέτει σ' αυτόν αποκλειστικά την γονική μέριμνα, τότε προδήλως επιδικάζει κάτι περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε με την αγωγή, δημιουργείται δηλ. ο κατ' αρ. 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο, όταν το Δικαστήριο αντί της ζητηθείσης γονικής μέριμνας αναθέτει στον ενάγοντα την επιμέλεια (πρβλ. ΑΠ 215/1998 ό.π.), αφού, όπως προαναφέρθηκε, η επιμέλεια είναι κάτι λιγότερο από την γονική μέριμνα και περιέχεται σ' αυτήν, τελούσα σε σχέση έννοιας είδους προς έννοια γένους.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση 1ος λόγος της ένδικης έφεσης και κατά το σχετικό σκέλος αυτού, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα με την συνεκδικασθείσα αγωγή της ζήτησε μόνο την ανάθεση σ' αυτήν της γονικής μέριμνας και όχι της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων. Με τις διατάξεις του αρ. 1441 Α.Κ. ορίζεται, ότι για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο πρέπει να συντρέχουν οι αναφερόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις και ειδικότερα, αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα να προσκομίζεται έγγραφη συμφωνία των συζύγων ρυθμίζουσα την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία μ' αυτά, η οποία (συμφωνία) επικυρώνεται από το δικαστήριο με την απόφαση που λύνει τον γάμο και ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με το αρ. 1513 Α.Κ., δηλ. κατ' αντιδικία των συζύγων γονέων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών: (1) Η παραπάνω συμφωνία αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση και επικυρώνεται από το δικαστήριο με την έννοια ότι η συναινετική λύση του γάμου δεν εξαρτάται από την νομιμότητα και εγκυρότητα των όρων της και ότι το δικαστήριο απλά και μόνο κατά το στάδιο αυτό βεβαιώνει την ύπαρξή της (ΑΠ 347/1992, ΝοΒ 41. 872), και η ισχύς της εξαρτάται από την δικαστική απόφαση του συναινετικού διαζυγίου, την απόφαση δηλ. που λύνει τον γάμο μετά το πέρας ολόκληρης της διαδικασίας, αφού ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων για το χρονικό διάστημα μετά την λύση του γάμου. (2) Η δικαστική της επικύρωση αποτελεί όρο του ενεργού αυτής και συνεπώς μέχρι την έκδοση της απόφασης δεν παράγει αποτελέσματα. (3) Η ρύθμιση αυτή είναι προσωρινή και ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία για την διαφορετική ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων κατ' αρθ. 1513 Α.Κ., την οποία μπορεί να ζητήσει κάθε ένας από τους συζύγους. Η έννοια των ανωτέρω είναι ότι οι διαζευγμένοι γονείς των ανηλίκων τέκνων και μετά το διαζύγιο είναι ενδεχόμενο να εφαρμόζουν την συμφωνημένη ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων τους και της επικοινωνίας τους μ' αυτά, που επικυρώθηκε από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, στην περίπτωση δε αυτή δεν είναι ανάγκη να καταφύγουν στο δικαστήριο, για να εκδοθεί σχετική με το θέμα αυτό απόφαση κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, εάν όμως επιθυμούν διαφορετική ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων ή της επικοινωνίας μ' αυτά μετά το διαζύγιο οφείλουν αλλά και δικαιούνται να καταφύγουν στο δικαστήριο, προκειμένου να ρυθμισθεί το σχετικό θέμα δικαστικά με την διαδικασία που προβλέπει το αρ. 681 Β' Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με το άρθρο 1513 Α.Κ. (για τα παραπάνω βλ. σε συνδυασμό, Σκορίνη σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, Α.Κ. αρ. 1441, αριθ. 46, 50, 53, 59, Αν. Ραζής, Ακυρότητες και ελαττώματα βουλήσεως στο συναινετικό διαζύγιο, ΝοΒ 36. 531 επ., 533, ο αυτός, Προβλήματα από το νέο οικογενειακό δίκαιο, ΝοΒ 31. 1287 επ., 1294, σχόλιο Ευαγ. Κρουσταλάκη στην Ελλ.Δ/νη 26. 72, ΑΠ 347/1992, ΝοΒ 41. 872, Εφ.Θεσ. 330/2000, Αρμ. 55. 1494/5, Εφ.Αθ. 3628/1991, ΝοΒ 39. 932, Εφ.Αθ. 7974/1990, ΝοΒ 49. 412, Εφ.Αθ. 255/1993, Ελλ.Δ/νη 35. 439, Εφ.Αθ. 8053/1990, Ελλ.Δ/νη 33. 174), ως εκ τούτου δε είναι αυτονόητο, ότι τυχόν όρος της συμφωνίας αυτής που απαγορεύει την προσφυγή τους στο αρμόδιο δικαστήριο για διαφορετική ρύθμιση του θέματος της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας είναι ανίσχυρος και δεν τους δεσμεύει.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρ. 1510 - 1514 Α.Κ., το δικαστήριο, όταν αποφασίζει στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, όπως το διαζύγιο και η διακοπή της συμβίωσης των συζύγων, για την ανάθεση σ' έναν απ' αυτούς της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων τους ή της αποτελούσης μέρος αυτού του δικαιώματος (και καθήκοντος) επιμέλειας του προσώπου τους (η οποία περιλαμβάνει κάθε θέμα που σχετίζεται με την ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής προσωπικότητας του τέκνου, όπως η στέγη, ένδυση, τροφή, υγεία, μόρφωση, επαγγελματική εκπαίδευση, ηθική διαπαιδαγώγηση), πρέπει να έχει ως κατευθυντήρια γραμμή και υπέρτατο κριτήριο το συμφέρον του τέκνου. Για να διαπιστωθεί η συνδρομή του συμφέροντος αυτού λαμβάνονται υπόψη όλα τα πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία, όπως είναι η ηλικία, το φύλο, τυχόν ειδικές ανάγκες του τέκνου, οι προσωπικές ιδιότητες και ιδίως η ηθική κατάσταση, μόρφωση και το περιβάλλον των γονέων και οι, από την άποψη του χρόνου, δυνατότητά τους για την αυτοπρόσωπη άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας. Αντίθετα, δεν αποτελεί ουσιώδες και αποφασιστικό στοιχείο εκτίμησης του συμφέροντος του τέκνου, για την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του σ' έναν από τους γονείς, η οικονομική ή επαγγελματική κατάστασή του, ούτε ειδικότερα το γεγονός ότι αυτός ασκεί ή επιδιώκει και προσδοκά ν' ασκήσει στο μέλλον ορισμένο επάγγελμα. Η απόφαση του δικαστηρίου που αναθέτει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου στον γονέα που κρίνεται ως ο πιο κατάλληλος για την καλύτερη διαπαιδαγώγηση του τέκνου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των συζύγων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής του, της γλώσσας, της θρησκείας, της εθνικής και κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Την βαρύτητα για την επιλογή πρέπει να έχουν τα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο, το πρόσφορο περιβάλλον για μία σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου, γιατί η διαβίωση του παιδιού σε άνετες ή ανεκτές υλικές συνθήκες αλλά σε περιβάλλον ανεπιθύμητο προς αυτό μπορεί να έχει καταστροφική επίδραση στην ανάπτυξή του. Αν το περιβάλλον και των δύο γονέων είναι κατάλληλο για την ψυχοσωματική και διανοητική ανάπτυξη του ανηλίκου το δικαστήριο πρέπει να επιλέξει τον γονέα, με τον οποίο ο ανήλικος έχει μεγαλύτερο ψυχικό δεσμό. Αν, επομένως, το δικαστήριο διαπιστώσει ότι το ανήλικο είναι ψυχολογικά προσκολλημένο προς τον ένα από τους γονείς του, ανεξάρτητα με το πως επιτεύχθηκεν αυτός ο ψυχολογικός δεσμός, εφόσον ο γονέας αυτός είναι αντικειμενικά σε θέση να του προσφέρει παρόμοια προστασία όπως και ο άλλος, το δικαστήριο πρέπει να σεβασθεί την επιθυμία του ανηλίκου (Εφ.Αθ. 7352/2002, Ελλ.Δ/νη 44. 205).

Ειδικότερα, το δικαστήριο προκειμένου να ρυθμίσει τα ως άνω θέματα πρέπει υποχρεωτικά να επικοινωνήσει με το τέκνο, δια του οριζομένου στα πρακτικά του δικαστή που θα επικοινωνήσει μ' αυτό, όταν πρόκειται για πολυμελές δικαστήρια (αρ. 681 §§ 3,4 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει - βλ. και Χ. Κοσμίδη, Η εκδίκαση των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου μετά τις πρόσφορες δικονομικές μεταρρυθμίσεις, Αρμ. 52. 1037 επ., 1045) και να λάβει υπόψη του (συνεκτιμήσει) την γνώμη του (όχι με την έννοια ότι η απόφαση πρέπει κατ' ανάγκην να εκδοθεί σύμφωνα μ' αυτήν Χ. Κοσμίδης ό.π.) ανάλογα με την ωριμότητά του, με την έννοια της αναγκαίας ικανότητας ν' αντιληφθεί το συμφέρον του, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου (για την ύπαρξη ή ανυπαρξία τέτοιας ωριμότητας) σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (χωρίς ν' απαιτείται ειδική αιτιολόγηση της απόφασης, μη υποκειμένης ως προς την κρίση αυτή, εφόσον αποτελεί το πόρισμα της εκτίμησης των αποδείξεων, σε αναιρετικό έλεγχο - για τα παραπάνω βλ. ΑΠ 1111/2002, Ελλ.Δ/νη 43. 1622, ΑΠ 1019/1994, Ελλ.Δ/νη 36. 1063/4, ΑΠ 527/1989, Ελλ.Δ/νη 31. 1271, ΑΠ 1968/1988, ΝοΒ 37. 1044, Εφ.Αθ. 281/1992, 4463/1993, 4815/1993, Ελλ.Δ/νη 35. 499, 440). Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι η ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας σ' έναν από τους γονείς δεν μπορεί ν' αποκλεισθεί εξαρχής από μόνο τον λόγο ότι αυτός είναι υπαίτιος της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης ή του διαζυγίου, γιατί είναι δυνατόν μετά την στάθμιση των ανωτέρω παραγόντων, που λαμβάνονται υπόψη ως κατευθυντήριος γραμμή, να επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου η ανάθεση της επιμέλειας του στον γονέα που είναι παραίτιος του διαζυγίου, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου γονέα έχει επίδραση και στα τέκνα (Εφ.Αθ. 4815 και 4663/1993 ό.π.). Περαιτέρω, οι διατάξεις περί διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων (αρ. 1485 επ. Α.Κ.) αποτελούν μεν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, δεν αποκλείεται όμως για τον λόγο αυτό, η συμβατική ρύθμιση της διατροφής με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων δηλ. μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των ανηλίκων και του υποχρέου, με τον περιορισμό ότι η σύμβαση αυτή δεν περιέχει παραίτηση καθ' οιονδήποτε τρόπο από την διατροφή για το μέλλον (αρ. 1499 Α.Κ.), γιατί τότε είναι απόλυτα άκυρη και δη καταρχήν για το μέρος εκείνο που ενέχει παραίτηση, εκτός αν αυτή δεν θα επιχειρείται για το άκυρο αυτό μέρος, η ρύθμιση όμως, με σύμβαση της οφειλομένης από το νόμο διατροφής δεν την μεταβάλλει σε διατροφή από σύμβαση (ΑΠ 620/1999, Ελλ.Δ/νη 41. 73, Εφ.Θεσ. 1101/2002, Αρμ. 57. 39, Εφ.Θεσ. 330/2000, Αρμ. 55. 1404/5, Εφ.Θεσ. 1665/1990, Αρμ. 45. 560, Εφ.Αθ. 2603/1989, Ελλ.Δ/νη 33. 178, Εφ.Αθ. 6684/1990, Ελλ.Δ/νη 33. 188, Εφ.Αθ. 10372/1986, Ελλ.Δ/νη 28. 1312).

Η πιο πάνω συμφωνία είναι με την προεκτεθείσα προϋπόθεση της μη παραίτησης για το μέλλον, έγκυρη, εφόσον, όμως, το μέτρο και το ύψος της διατροφής, όπως καθορίσθηκαν με την συμφωνία, δεν διαφέρουν σημαντικά από την διατροφή που θα επεδίκαζε το δικαστήριο σύμφωνα με τις οικείες για την διατροφή διατάξεις, αν έκρινε την υπόθεση στον ίδιο χρόνο (ΑΠ 620/1999, Εφ.Θεσ. 1101/2002 ό.π.), διαφορετικά η σχετική συμφωνία για την οποία καταδεικνύεται ότι δεν καλύπτει το σύνολο της ανάλογης διατροφής του δικαιούχου (αρ. 1493 Α.Κ.), θεωρείται ότι εμπεριέχει σιωπηρή μερική παραίτηση από την διατροφή για το μέλλον, κατά συνέπεια είναι άκυρη και ο δικαιούχος της διατροφής, χωρίς να δεσμεύεται από μία τέτοια συμφωνία, διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει απ' αυτό τον καθορισμό της προσήκουσας διατροφής (Εφ.Θεσ. 1101/2001, Εφ.Θεσ. 330/2000 ό.π.). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 1394 Α.Κ. και 334 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί η μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης που προσδιορίζει διατροφή οφειλομένη από το νόμο, εάν μεταβληθούν οι όροι της διατροφής, εάν δηλ. επηκολούθησαν νέα γεγονότα που συνιστούν ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών στις οποίες βασίσθηκε η απόφαση για τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής και που, εξαιτίας του χρόνου συντέλεσής τους, δεν μπορούσαν να προταθούν παραδεκτά και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 2/1994, Ελλ.Δ/νη 35.352). Η μεταρρύθμιση μπορεί να ζητηθεί, εφόσον η διατροφή καθορίσθηκε με δικαστική απόφαση. Και ναι μεν υποστηρίζεται ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται αναλογικά και σε περίπτωση που το ποσό της διατροφής ορίσθηκε με συμφωνία των ενδιαφερομένων, εφόσον η συμφωνία δεν μεταβάλλει, όπως προαναφέρθηκε, τον χαρακτήρα της διατροφής ως οφειλομένης από το νόμο, πλην όμως, εάν την μεταβολή επικαλείται ο υπόχρεος σε διατροφή προκειμένου να ζητήσει μείωση του ποσού της διατροφής που συμφωνήθηκε, νομικό υπόβαθρο του αιτήματος αναπροσαρμογής (μείωσης) της διατροφής λόγω της μεταβολής των συνθηκών αποτελεί η διάταξη του αρ. 288 Α.Κ. και δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στις παραπάνω διατάξεις, ενώ αν ο δικαιούχος της διατροφής ζητεί από το δικαστήριο αύξηση του ποσού της διατροφής που συμφωνήθηκε με την σύμβαση που επικαλείται, ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό είναι κατώτερο από την οφειλομένη κατά το νόμο σ' αυτόν διατροφή την ανταποκρινόμενη στις παρατιθέμενες απ' αυτόν ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, επικαλείται εκ των πραγμάτων ακυρότητα της συμφωνίας για καταβολή μικρότερου ποσού που θεωρείται για το λόγο αυτό σαν να μην είχε γίνει και συνεπώς δεν είναι νοητή η μεταρρύθμισή της.

Δεδομένου δε ότι η ακυρότητα ανακύπτει από μόνη την μη ανταπόκριση της συμφωνημένης για το μέλλον διατροφής προς την οφειλομένη με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις ανάγκες της ζωής του, παρέπεται, ότι για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, δεν απαιτείται, πέραν των αναγκών και των συνθηκών αυτών, στοιχείο των οποίων συνιστούν και οι δυνάμεις του υποχρέου, να εκτίθενται σ' αυτήν και τα προσδιοριστικά αυτών γεγονότα που είχαν ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτιση της συμφωνίας και η μεταβολή που επήλθε σ' αυτά. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, όταν ζητείται η μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο, έστω και αν είναι ουσιαστικά εσφαλμένη, εάν δηλαδή έλαβε υπόψη και εξετίμησε εσφαλμένα τα θεμελιωτικά της αξίωσης διατροφής και του προσδιορισμού του ύψους της γεγονότα, οπότε δεν αρκεί η επίκληση της μη ανταπόκρισης του ποσού της διατροφής που επιδικάσθηκε προς την οφειλόμενη κατά νόμο ανάλογη διατροφή, αλλά είναι αναγκαίο να παρατίθενται και τα γεγονότα που δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο για τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής και δικαιολογούν την ανατροπή του δεδικασμένου της απόφασης (ad hoc Εφ.Θεσ. 330/2000 ό.π.). Στην προκειμένη περίπτωση με το σχετικό σκέλος του 2ου λόγου της έφεσης ο εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ως άνω Β' αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί ως αόριστη, διότι ενώ σ' αυτήν αναφέρεται ότι με συμφωνία των γονέων του ανηλίκου τέκνου τους Σ., με την οποία είχε ρυθμισθεί και η επιμέλεια του προσώπου του, ανατεθείσα στην ενάγουσα μητέρα του, ρύθμιση που επικυρώθηκε με την απόφαση του συναινετικού διαζυγίου, ορίσθηκε η οφειλόμενη από τον εναγόμενο - εκκαλούντα διατροφή για το τέκνο αυτό στο ποσό των 25.000 δραχμών μηνιαίως, δεν εκτίθεται περαιτέρω ότι επήλθε ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών, με βάση τις οποίες συμφωνήθηκε το ύψος της διατροφής αυτής, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση του ζητουμένου μεγαλύτερου ποσού (150.000 δρχ.) διατροφής. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην αγωγή εκτίθενται επαρκώς οι ανάγκες του ανηλίκου αυτού τέκνου και οι συνθήκες της ζωής του, από τις οποίες αυτές ανακύπτουν, με βάση τις οποίες η κατά την αγωγή οφειλομένη διατροφή στο τέκνο, ενόψει και των επίσης παρατιθεμένων οικονομικών δυνάμεων του υποχρέου πατέρα του, ανέρχεται στο ζητούμενο ποσό. Η παράθεση αυτή εξυπονοεί κατ' ανάγκη και εκ των πραγμάτων ακυρότητα της συμφωνίας που είχε καθορίσει μικρότερη από την ανάλογη διατροφή ποσό για την μεταγενέστερη από αυτήν ένδικη περίοδο και συνεπώς είναι επαρκής και δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο και το νόμιμο της αγωγής, να παρατίθενται και οι συνθήκες, στις οποίες είχε στηριχθεί η σύναψη της συμφωνίας αυτής και η μεταβολή που επήλθε στις συνθήκες αυτές.

Άλλωστε η συμφωνία αυτή καταρτίσθηκε μεταξύ των γονέων του δικαιούχου ανηλίκου και όχι μεταξύ του υποχρέου εκκαλούντος - εναγομένου πατέρα του και της μητέρας του τέκνου ως εκπροσώπου του, εφόσον η σύναψή της έγινε πριν από την επικύρωση της συμφωνίας για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου από το δικαστήριο και συνεπώς, εφόσον αναφέρεται στο ύψος της οφειλομένης διατροφής και μάλιστα για μελλοντική περίοδο και όχι απλώς στον τρόπο και τα χρονικά διαστήματα προκαταβολής της, δεν δεσμεύει το ανήλικο αυτό τέκνο, ώστε ν' αποκλείει την εκ μέρους του άσκηση αγωγής κατά του υποχρέου πατέρα του με αίτημα την επιδίκαση της ανάλογης κατά νόμο διατροφής ανώτερης από το ποσό που είχε συμφωνηθεί από τους γονείς του. (Γ) Στην κρινόμενη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων (και αδελφών των) διαδίκων, ένα για κάθε πλευρά, οι οποίοι εξετάσθηκαν ένορκα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτές περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του, όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι την με επιμέλεια του εκκαλούντος - εναγομένου ληφθείσα, ύστερ' από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης (αρ. 671 § 1 Κ.Πολ.Δ. - βλ. από 9.10.2001 γνωστοποίηση και με 6895Β/2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Μιχ. Καρακόπουλου) από 11.10.2001 ένορκη βεβαίωση του Σ. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αρ. Ηρακλείδου - Περίδου, για την οποία συντάχθηκε η 21318/2001 πράξη της, και τις ομολογίες των διαδίκων, στα σημεία που ειδικά αναφέρονται στην συνέχεια, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα εξής: (1) Οι διάδικοι τέλεσαν στην Ρόδο την 20.2.1983 νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και εγκαταστάθηκαν έκτοτε στα Μ. Ρόδου, από όπου κατάγεται ο εναγόμενος. Από τον γάμο αυτό απέκτησαν δύο άρρενα τέκνα, τον Κ., γεννηθέντα την 3.2.1986 και τον Σ. που γεννήθηκε την 9.12.1990. Λόγω της μεταγενέστερης προσχώρησης του εναγομένου στην αίρεση των μαρτύρων του Ιεχωβά (Χιλιαστών) ο γάμος των διαδίκων κλονίσθηκε σοβαρά, γι' αυτό και αποφάσισαν να προχωρήσουν στην λύση του με συναινετικό διαζύγιο, πραγματικά δε ύστερ' από κοινή αίτησή τους ο γάμος τους λύθηκε με την 319/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, καταστάσα, όπως δεν αμφισβητείται, αμετάκλητη. (2) Στα πλαίσια και για τις ανάγκες της σχετικής διαδικασίας για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι συνήψαν την από 30.11.1994 σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό) επικυρωθείσα με την ως άνω περί διαζυγίου απόφαση, με την οποία (α) Η γονική μέριμνα και η επιμέλεια του μεγαλύτερου γιου των διαδίκων Κ. ανατέθηκε στον εναγόμενο πατέρα του, ενώ του Σ. στην ενάγουσα μητέρα (προδήλως και στις δύο περιπτώσεις νοείται η επιμέλεια). (β) ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα ως διατροφή του γιου τους Σ., του οποίου η επιμέλεια ανατέθηκε σ' αυτήν, το ποσό των 25.000 δρχ. κάθε μήνα, καθώς και άλλα ποσά σε εύλογα διαστήματα για τις ανάγκες ένδυσής του. (γ) ρυθμίσθηκε το δικαίωμα κάθε διαδίκου για την επικοινωνία με το τέκνο, του οποίου δεν είχε αυτός, αλλά ο άλλος γονέας την επιμέλεια.

Επίσης με την ίδια συμφωνία ορίσθηκε ότι οι διάδικοι γονείς δεν θ' ασκήσουν αίτηση στο δικαστήριο για την διαφορετική ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας, όπως, όπως προαναφέρθηκε, ο περιορισμός αυτός δεν είναι ισχυρός και δεν δεσμεύει τους διαδίκους και είναι απορριπτέος ο 1ος λόγος της έφεσης κατά το περί του αντιθέτου σχετικό σκέλος αυτού. (3) Παρά την ως άνω ρύθμιση της επιμέλειας δεν αμφισβητείται ότι μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, και ο μεγαλύτερος γιος των διαδίκων Κ., η επιμέλεια του οποίου είχε καταρχήν ανατεθεί στον εναγόμενο με το ως άνω συμφωνητικό, έφυγε από την οικία του εναγομένου και εγκαταστάθηκε στην οικία της ενάγουσας, όπου διαμένει μόνιμα έκτοτε μ' αυτήν και τον μικρότερο αδελφό του Σ.. (4) Όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε, το συμφέρον των τέκνων των διαδίκων επιβάλλει ν' ανατεθεί η επιμέλεια αμφοτέρων αυτών στην ενάγουσα μητέρα τους, η οποία και την έχει στην πραγματικότητα και για τον Κ. από την αρχή σχεδόν της χωριστής διαβίωσής τους. Ειδικότερα, αποδεικνύεται από την λεπτομερή και εξαιρετικά εμπεριστατωμένη έκθεση έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Ε. Σ. - Β., ότι το περιβάλλον και ο τρόπος ζωής που έχει διαμορφώσει και παρέχει η ενάγουσα στα παιδιά της εξασφαλίζει σ' αυτά κατά τον καλύτερο τρόπο την σωστή και ισορροπημένη ψυχοσωματική και διανοητική τους ανάπτυξη με ελαχιστοποίηση αν όχι και πλήρη ακόμη μηδενισμό των γνωστών προβλημάτων που κατά κανόνα κλονίζουν και, πολλές φορές, σημαδεύουν ανεξίτηλα και για ολόκληρη τη ζωή τους, τα τέκνα διαζευγμένων γονέων και μάλιστα, όταν η λύση του γάμου επέρχεται στην τόσο κρίσιμη για την διαμόρφωση και συγκρότηση του χαρακτήρα τους και την εξέλιξή τους γενικά προεφηβική ηλικία, όπως στην κρινόμενη περίπτωση. Συγκεκριμένα: (α) Η ενάγουσα και τα τέκνα των διαδίκων διαμένουν σε οροφοδιαμέρισμα επιφανείας 80m2 στον 1ο όροφο νεόδμητης διπλοκατοικίας στις παρυφές των Μ., στο οποίο (διαμέρισμα) επικρατεί με την προσωπική επιμέλεια και φροντίδα «εκπληκτικού βαθμού καθαριότητα και τάξη» όπως επισημειώνεται στην ως άνω έκθεση. (β) Μαζί τους διαμένει και ο δεύτερος σύζυγος της ενάγουσας, ηλικίας 47 ετών, υδραυλικός και μόνιμος δημοτικός υπάλληλος, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων και διατηρεί πολύ φιλικές σχέσεις με τα τέκνα των διαδίκων και δεν αναμειγνύεται ποτέ σε θέματα που αφορούν την ενάγουσα και τα τέκνα της. (γ) Μέσα σ' αυτό το ήρεμο, ευχάριστο και από κάθε πλευρά τακτοποιημένο οικογενειακό περιβάλλον τα παιδιά έχουν αναπτύξει ένα πολύ κοινωνικό χαρακτήρα, ζουν ήρεμη οικογενειακή ζωή και παρουσιάζουν πολύ καλές επιδόσεις στο σχολείο τους. Σημειώνεται ότι ο μεγαλύτερος γιος Κ. είναι ήδη μαθητής της Γ' τάξης τεχνικού λυκείου και ετοιμάζεται για τις εξετάσεις για σπουδές οικολογίας και αξιοποίησης φυσικών πόρων, ενώ ο μικρότερος Σ. μαθητής της 1ης τάξης του γυμνασίου προσανατολίζεται προς τις οικονομικές σπουδές. Τα παραπάνω συμπεράσματα της κοινωνικής λειτουργού ενισχύονται και από την ιδιαίτερη συνομιλία που είχε ο ορισθείς εισηγητής δικαστής με κάθε ένα από τα παιδιά αυτά, από την οποία διαπιστώθηκε ότι αυτά έχουν ήρεμο και ισορροπημένο χαρακτήρα, είναι ευφυή, κοινωνικά και με καλούς τρόπους, διατηρούν άριστες σχέσεις με τον σύζυγο της μητέρας τους και γενικά είναι πολύ ευχαριστημένα με το περιβάλλον και τον τρόπο διαβίωσής τους, και τρέφουν πολύ καλά συναισθήματα για τον φυσικό πατέρα τους, αν και πιστεύουν ότι ο τελευταίος δεν ενδιαφέρεται επαρκώς γι' αυτά.

Οι απόψεις, εκτιμήσεις και επιθυμίες τους πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη, καθόσον παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού ωριμότητα, η οποία τους επιτρέπει ν' αντιληφθούν το συμφέρον τους. Είναι πάλι σημαντικό να σημειωθεί, ότι και ο ίδιος ο εναγόμενος δήλωσε στην κοινωνική λειτουργό κατά τις συναντήσεις τους ότι τα παιδιά παραμένοντας με την μητέρα τους έχουν όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθούν ομαλά από κάθε άποψη. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω οποιαδήποτε διαφορετική ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων και ειδικότερα η εμμονή στην αρχική συμφωνία τους για την άσκηση της επιμέλειας για τον Κ. από τον εναγόμενο πατέρα τους και η συνακόλουθη αλλαγή του περιβάλλοντός του και ο χωρισμός των δύο πολύ αγαπημένων αδελφών, στην κρίσιμη αυτή περίοδο της ζωής τους και ειδικότερα του Κ., όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον τους αλλά και θα είχε δυσμενή, αν όχι και ολέθρια, επίδραση στην περαιτέρω εξέλιξη και διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί και κατά τα λοιπά ο 1ος λόγος της ένδικης έφεσης. (5) Όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω συμφωνητικό ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα ως μηνιαία διατροφή του γιου τους Σ. το ποσό των 25.000 δρχ. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της Α' αγωγής, δηλ. από τον Ιούλιο του 1995 έως τον Αύγουστο του 1999 ο εναγόμενος κατέβαλε μόνο το συνολικό ποσό των 52.000 δρχ. για τα δίδακτρα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας των μηνών Ιανουαρίου έως και Απριλίου του 1999 (βλ. σχετικές αποδείξεις της Παρ. Κ.), ουδεμίας άλλης καταβολής αποδεικνυομένης, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές γραπτές αποδείξεις, καθόσον δεν θεωρείται από το Δικαστήριο επαρκής απόδειξη η κατάθεση του μάρτυρα και αδελφού του εναγομένου. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο 4ος λόγος της έφεσης και εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης κατά τούτο, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά μερική παραδοχή της Α' αγωγής, να καταβάλλει στην ενάγουσα για την αιτία αυτή το ποσό των 924.000 δρχ. δηλ. 2.711,66 ευρώ. (6) Περαιτέρω, τα τέκνα των διαδίκων παρακολουθούν μαθήματα αγγλικής γλώσσας σε ιδιωτικό φροντιστήριο με μηνιαία δίδακτρα για κάθε ένα από αυτά ανερχόμενο σε 15.000 δρχ. περίπου, ενώ ο Κ. και ιδιαίτερα μαθήματα για την προετοιμασία του για τις πανελλήνιες εξετάσεις, για τα οποία πάντως δεν προέκυψε η μηνιαία δαπάνη. Δεν διαθέτουν περιουσία, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα, αφού λόγω της ηλικίας τους και της ιδιότητάς τους ως μαθητές δεν εργάζονται και δεν μπορούν να εργασθούν, ενώ διαμένοντας με την μητέρα τους σε οικία που ανεγέρθηκε από την γιαγιά τους δεν επιβαρύνονται με την καταβολή μισθώματος ή άλλες δαπάνες, παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, τέλη παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών κτλ. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργάζεται ως οικοδόμος, με τον αδελφό του, αναλαμβάνοντας πάντως μικρής έκτασης οικοδομικές εργασίες, καθόσον δεν διαθέτει δικό του συνεργείο, ούτε μηχανήματα, αλλά μόνο ένα παλαιό αυτοκίνητο Datsun 1600, αγροτικού τύπου, για την μεταφορά της ξυλείας. Κατά την κατάθεση του μάρτυρα και αδελφού του η αμοιβή του ανέρχεται σε 14.000 δρχ. ημερησίως, ενώ με τις εισφορές προς το Ι.Κ.Α επιβαρύνεται ο ιδιοκτήτης της εκάστοτε ανεγειρομένης οικοδομής, άρα τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 350.000 δρχ. Εξάλλου, διαμένει σε ιδιόκτητη οικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, ούτε έχει υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι με βάση τις ανάγκες των τέκνων των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, η ανάλογη διατροφή τους, η οποία περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την εν γένει συντήρηση (τροφή, ένδυση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψή κτλ.) ανατροφή, διασκέδαση κτλ και εκπαίδευσή τους και γενικά τις συνήθεις δαπάνες νέων της ηλικίας τους, ανέρχεται, με βάση και τις οικονομικές δαπάνες του υποχρέου πατέρα τους στο ποσό των 80.000 δρχ. δηλ. 234,78 ευρώ το μήνα για τον Κ. και 70.000 δρχ. δηλ. 205,43 ευρώ τον μήνα για τον Σ. (όπως και ο εναγόμενος ουσιαστικά συνομολογεί με την έφεσή του) και όχι των 100.000 δρχ. για κάθε ένα απ' αυτά, όπως εσφαλμένα κατά το σημείο τούτο κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση) το οποίο υποχρεούται να καταβάλλει σε χρήμα αυτός, ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις κατ' αυτήν υποβληθείσες προτάσεις του, δεν προέβαλε ένσταση συνεισφοράς στην διατροφή αυτή και της ενάγουσας μητέρας των ανηλίκων, την οποία προτείνει τώρα, πλην όμως απαραδέκτως, με τον 3ο λόγο της έφεσής του (αρ. 525, 527 Κ.Πολ.Δ.) ο οποίος, άρα, πρέπει ν' απορριφθεί κατά τούτο, γίνει, όμως, δεκτός κατά τα λοιπά.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της ένδικης έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή κατά το προδιαληφθέν μέρος της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθόσον μέρος της έγιναν δεκτές οι αγωγές κατά τα περί διατροφής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων αιτήματά τους, καθώς και κατά την διάταξή τους για την δικαστική δαπάνη, να κρατηθούν οι υποθέσεις, να συνεκδικασθούν από το Δικαστήριο τούτο οι αγωγές (αρ. 535 § 1 Κ.Πολ.Δ.) που είναι νόμιμες ερειδόμενες στις προδιαληφθείσες διατάξεις, να γίνουν αυτές εν μέρει δεκτές και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της (α) ως οφειλομένη διατροφή για τον γιο του Στυλιανό για το παρελθόν, δηλ. για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι τον Αύγουστο του 1999 το ποσό των 2.711,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της Α' αγωγής, (β) στην αρχή κάθε μήνα ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων από την άσκηση της Β' αγωγής και επί μία διετία εφεξής το ποσό των 239,78 ευρώ για τον Κ. και 205,43 ευρώ για τον Σ., με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, αλλά και λόγω της ιδιότητάς τους ως συγγενών και της εύλογης αμφιβολίας του εκκαλούντος-ενάγοντος ως προς την έκβαση της δίκης αυτής (αρ. 178 § 1, 179 Κ.Πολ.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς: Δικάζοντας κατ' αντιμολία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά την ένδικη έφεση. Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο. Δέχεται κατά τα λοιπά την έφεση και κατ' ουσίαν. Εξαφανίζει την 111/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία διαφορών που αφορούν επιμέλεια και διατροφή τέκνων), μόνο καθ' όσον μέρος της δέχθηκε εν μέρει την με αρ. 233/1999 αγωγή καθώς και την με αριθ. εκθ. κατ. 279/1999 κατά το περί επιδίκασης διατροφής αίτημά της, καθώς και κατά την διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Κρατά τις υποθέσεις και δικάζει τις αγωγές κατά το μέρος τούτο. Δέχεται αυτές εν μέρει. Υποχρεώνει τον εναγόμενο: (α) Να καταβάλει στην ενάγουσα ως έχουσα την επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων Σ. Κ. και για λογαριασμό αυτού το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ένδεκα ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (2.711,66 ΕΥΡΩ) ως υπόλοιπο οφειλόμενης γι' αυτόν διατροφής από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι και τον Αύγουστο του 1999 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της με αριθ. εκθ. κατ. 233/1999 αγωγής. (β) Να καταβάλλει στην ενάγουσα ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Κ. και Σ. στην αρχή κάθε μήνα από την επίδοση της με αριθ. εκθ. κατ. 279/1999 και επί μία διετία απ' αυτήν το ποσό (αα) των διακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (234,78 ΕΥΡΩ) για τον Κ. και (ββ) των διακοσίων πέντε ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (205,43 ΕΥΡΩ) για τον Σ., με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής καταβολής από την επίδοση της αγωγής αυτής. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη:

Πολυτεχνείου 21, 54626

Τηλ: 2310525720

Fax: 2315514897

Email: thess@karagiannislawfirm.gr


Αθήνα:

Νικηταρά 2-4 & Εμμανουήλ Μπενάκη, 10678

Τηλ: 2314023506

Fax: 2315514897

Email: athens@karagiannislawfirm.gr

Όροι Χρήσης

Κοινωνική Δικτύωση

Ακολουθήστε μας στα αγαπημένα σας social media για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα μας άρθρα αλλά και για να επικοινωνείτε μαζί μας.

Λύση του γάμου με διαζύγιο. Συναινετικό διαζύγιο, διατροφή, γονική μέριμνα, επιμέλεια και επικοινωνία με τα παιδιά. Ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης των σχέσεων των συζύγων (Εφετείο Δωδεκανήσου, αριθμός απόφασης 191/2003).

Περίληψη: Γονική μέριμνα. Μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης διατροφής. Συναινετικό διαζύγιο. Ιδιωτικό συμφωνητικό. Συμβατική διατροφή. Η γονική μέριμνα ως ευρύτερη περιλαμβάνει και την επιμέλεια και συνεπώς επιδικάζεται λιγότερο και όχι περισσότερο του αιτηθέντος. Η έγγραφη συμφωνία ρυθμίζουσα την επιμέλεια κι’ επικοινωνία που προσκομίζεται επί συναινετικού διαζυγίου δεν επηρεάζει τη λύση του γάμου, με την απόφαση που λύει το γάμο επιβεβαιώνεται η ύπαρξή της κι’ έκτοτε επιφέρει τ’ αποτελέσματά της ισχύουσα μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κυρίας αγωγής ανάληψης της γονικής μέριμνας, εφόσον ο γονέας επιθυμεί διαφορετική ρύθμιση της συμφωνηθείσας επιμέλειας ή επικοινωνίας χωρίς να δεσμεύεται από αντίθετη συμφωνία. Το Δικαστήριο για την ανάθεση της γονικής μέριμνας θέτει ως κατευθυντήρια γραμμή το συμφέρον του τέκνου, αφού λάβει υπόψη του προσωπικά στοιχεία (ηλικία, φύλλο κ.α), το περιβάλλον των γονέων και τη δυνατότητα αυτοπρόσωπης άσκησης, την καταλληλότητα του επιθυμητού για το τέκνο περιβάλλοντος για την ορθή ψυχοσωματική ανάπτυξη και περαιτέρω την τυχόν ύπαρξη ιδιαίτερου ψυχικού δεσμού με τον γονέα χωρίς ν’ αποκλείεται η ανάθεση και στον υπαίτιο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης υπό την προϋπόθεση έλλειψης επίδρασης της συμπεριφορά του στα τέκνα. Η διατροφή μπορεί να καθοριστεί συμβατικά, χωρίς να μετατρέπεται σε διατροφή από σύμβαση, εφόσον και το δικαστήριο θα επιδίκαζε την ίδια διατροφή άλλως θεωρείται ότι υπάρχει παραίτηση από τη διατροφή για το μέλλον και ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει δικαστικά τον προσδιορισμό της. Εφόσον μεταβλήθηκαν οι συνθήκες καθορισμού από το Δικαστήριο του ύψους διατροφής από πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν λάβει χώρα και δεν μπορούσαν παραδεκτά να ληφθούν υπόψη δύναται αφού εκτεθούν για το ορισμένο της αγωγής, να μεταρρυθμιστεί η παράγουσα δεδικασμένο απόφαση. Επί συμβατικού καθορισμού της διατροφής, για τη μείωση λόγω μεταβολής των συνθηκών από τον υπόχρεο τίθεται ως νομικό υπόβαθρο η διάταξη περί καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής ενώ για την αύξηση από το δικαιούχο στην πραγματικότητα τίθεται ακυρότητα της συμφωνίας, επειδή η διατροφή υπολειπόμενη από την προσήκουσα, θεωρείται ως παραίτηση από τη διατροφή για το μέλλον ενώ για το ορισμένο της αγωγής πλέον των αναγκών και συνθηκών περιλαμβανομένων των δυνάμεων του υπόχρεου δεν απαιτείται η μνεία των προσδιοριστικών αυτών γεγονότων που υπήρχαν κατά τη συμφωνία και η μεταβολή τους.

[...] Νόμιμα φέρεται και πάλι προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής μετ' αναβολή δικάσιμο, με την με αριθ. εκθ. κατ. 60/2002 κλήση της εφεσίβλητης, που γράφτηκε νόμιμα στο σχετικό πινάκιο, η ένδικη έφεση κατά της 111/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του αρ. 681 Β' σε συνδ. με τα αρ. 666, 667, 670, 671 §§ 1 - 3, 672 - 676 Κ.Πολ.Δ. και αφορά, εκτός των άλλων, την ρύθμιση της γονικής μέριμνας ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ύστερ' από την έκδοση της 308/2001 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης (κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12.10.2001) λόγω μη τήρησης της κατ' αρ. 681 Γ' Κ.Πολ.Δ. (όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με τα αρ. 38 ν. 2447/1996 και 19 § 3 ν. 2521/1997) υποχρεωτικής προδικασίας απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία επιχειρήθηκε από το Δικαστήριο, και απέτυχε, πριν από την συζήτηση της υπόθεσης (βλ. ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου), ενώ εξάλλου προσκομίζεται και η κατ' αρ. 681 Γ' εδ. α' Κ.Πολ.Δ. και 1934 εδ. β' ν. 2521/1997 έκθεση της κοινωνικής λειτουργού της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Ρόδου Ειρ. Σκ. - Β.. Η ένδικη έφεση κατά της 111/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (αρ. 511, 513 § 1 Κ.Πολ.Δ.), με την οποία, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (αρ. 681 Β' σε συνδ. με αρ. 666 § 1, 667, 670, 671 §§ 1 - 3, 672 - 676 Κ.Πολ.Δ.) και κατ' αντιμολία των διαδίκων, έγιναν δεκτές αγωγές της εφεσίβλητης για την ανάθεση σε αυτήν αποκλειστικά της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων και τον καθορισμό διατροφής γι' αυτά, ασκήθηκε νομότυπα (με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση - αρ. 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα (αφού αντίγραφο της εκκαλουμένης επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 14.12.2000 βλ. με αρ. 852Δ/2000 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Μιχ. Κ. και η έφεσή του ασκήθηκε την 10.1.2001, αρ. 518 § 1 Κ.Πολ.Δ.) από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εναγόμενο κατά της αντιδίκου του (αρ. 516 § 1, 517 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, νόμιμα φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην συνέχεια ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της (αρ. 533 § 1 Κ.Πολ.Δ.). (Α) Με την με αρ. εκθ. κατ. 233/1999 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ενεργούσα και παρισταμένη ως έχουσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου γιου των διαδίκων Σ. Κ., και ισχυριζόμενη ότι (1) από τον γάμο τους με τον εναγόμενο απέκτησε δύο γιους, τον Κ. γεννηθέντα την 3.2.1986 και τον Σ. γεννηθέντα την 9.12.1990, (2) ο γάμος αυτός λύθηκε συναινετικά με την 319/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (3) στα πλαίσια και για τις ανάγκες της σχετικής διαδικασίας υπέγραψαν το από 3.11.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, επικυρωθέν με την ως άνω απόφαση διαζυγίου, με το οποίο η άσκηση της γονικής μέριμνας του γιου της Κ. ανατέθηκε στον εναγόμενο, ενώ στην ενάγουσα του γιου τους Σ., για την διατροφή του οποίου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, με την ίδια συμφωνία, να καταβάλλει σ' αυτήν από τον Δεκέμβριο του 1994 το ποσό των 25.000 δρχ. μηνιαίως (4) παρά το γεγονός ότι ανέλαβεν εκ των πραγμάτων την γονική μέριμνα και του γιου τους Κ., ο εναγόμενος, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών και κερδίζει από την εργασία του αυτή, για την οποία απασχολεί προσωπικό και διαθέτει δικά του εργαλεία, κατά μέσο όρο 1.000.000 δρχ. κάθε μήνα ενώ ο ως άνω γιος των διαδίκων στερείται δικής του περιουσίας και είναι μαθητής του γυμνασίου, κατέβαλε την συμφωνηθείσα διατροφή για τελευταία φορά τον Ιούνιο του 1995, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτήν με την ρηθείσα ιδιότητά της την συμφωνηθείσα και μη καταβληθείσα διατροφή για τον γιο τους Σ. για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι την άσκηση της αγωγής αυτής, δηλ. μέχρι τον Αύγουστο του 1999, και συνολικά το ποσό των 950.000 δρχ., με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου μήνα από την πάροδο της προθεσμίας καταβολής, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. (Β) Στην συνέχεια με την με αριθ. εκθ. κατ. 279/1999 αγωγή της ενώπιον του αυτού δικαστηρίου η αυτή ενάγουσα ισχυριζόμενη ομοίως ότι (1) από τον γάμο τους με τον εναγόμενο απέκτησαν τα δύο ως άνω άρρενα τέκνα (2) ο γάμος αυτός λύθηκε συναινετικά με την 319/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (3) στα πλαίσια και για τις ανάγκες της σχετικής διαδικασίας οι διάδικοι υπέγραψαν το από 30.11.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, επικυρωθέν με την ως άνω απόφαση περί διαζυγίου, σύμφωνα με το οποίο στον εναγόμενο ανατέθηκεν η γονική μέριμνα του Κ. και στην ενάγουσα του Σ., για την διατροφή του οποίου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα κάθε μήνα ποσό 25.000 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα η ενάγουσα ασκεί την γονική μέριμνα και του άλλου γιου τους Κ., καθώς και ότι (4) οι όροι του ως άνω συμφωνητικού μεταβλήθηκαν, κατά πάσα δε περίπτωση οι εν τω μεταξύ διαμορφωθείσες συνθήκες και το συμφέρον των τέκνων επιβάλλουν ν' ανατεθεί σ' αυτήν η άσκηση της επ' αυτών γονικής μέριμνας. (5) τα τέκνα των διαδίκων στερούνται περιουσιακών στοιχείων και η συνεισφορά της ενάγουσας στερουμένης οποιασδήποτε περιουσίας, συνίσταται στην παροχή κάθε είδους φροντίδος, αλλά και στην αντιμετώπιση με το εισόδημά της ποσού 220.000 δρχ. μηνιαία από την εποχιακή απασχόλησή της ως καμαριέρας όλων των δαπανών διατροφής τους, για τις οποίες όμως αυτό δεν επαρκεί (6) ο εναγόμενος είναι εργολάβος οικοδομών και κερδίζει από την εργασία του αυτή, για την οποία απασχολεί προσωπικό και διαθέτει δικά του εργαλεία, κατά μέσο όρο 1.000.000 δρχ. το μήνα, ζήτησε (α) ν' ανατεθεί σ' αυτήν αποκλειστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας των τέκνων των διαδίκων και (β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει σ' αυτήν με την ως άνω ιδιότητά της, ως διατροφή των τέκνων τους το ποσό των 150.000 δρχ. για κάθε ένα απ' αυτά στην αρχή κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επομένου από την επίδοση της αγωγής μήνα, και επί δύο έτη.

Για τις αγωγές αυτές που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία αυτές έγιναν δεκτές και δη (1) ανατέθηκε στην ενάγουσα η επιμέλεια του προσώπου του προσώπου των τέκνων των διαδίκων (2) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.000 δρχ. κάθε μήνα από 1.7.1995 - 31.8.1999 (πρόκειται προφανώς για το ζητηθέν εφάπαξ, και ορθώς, με την Α' αγωγή συνολικό ποσό των 950.000 δρχ. για καθυστερούμενη διατροφή του γιου τους Σ. για 38 μήνες) και (3) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα, με την ως άνω ιδιότητά της, στην αρχή κάθε μήνα και επί δύο έτη από την επίδοση της Β' αγωγής για την διατροφή των τέκνων των διαδίκων το ποσό των 100.000 δρχ. για κάθε ένα απ' αυτά. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους και ζητεί την κατά παραδοχή της εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη στην συνέχεια των αγωγών. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ουδέν απαράδεκτο της έφεσης δημιουργείται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εφεσίβλητη, από το γεγονός ότι η έφεση στρέφεται κατ' αυτής ατομικά, ενώ αυτή παρίσταται ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, διότι: (α) Ως προς την συνεκδικασθείσα αγωγή για την ανάθεση σ' αυτήν της γονικής μέριμνας των τέκνων των διαδίκων, γενομένη εν μέρει δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση, πληττόμενη και κατά τούτο με την έφεση, για την ανάθεση δηλ. σ' αυτήν της (μέρος της γονικής μέριμνας αποτελούσης) επιμέλειας, διάδικοι δεν είναι τα τέκνα των διαδίκων, αφού δεν είναι αυτά τα υποκείμενα του επιδίκου δικαιώματος, αλλ' ατομικά εκείνοι οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το δικαίωμα αποκλειστικής άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας κτλ δηλ. οι γονείς των ανηλίκων (αρ. 1510, 1511, 1520 Α.Κ. - Εφ.Αθ. 852/1995, Ελλ.Δ/νη 37. 1613, Εφ.Πειρ. 203/1994, Ελλ.Δ/νη 35. 1690). (Β) Ως προς την ετέρα συνεκδικασθείσα αγωγή περί διατροφής, γενομένη εν μέρει δεκτή με την εκκαλούμενη, από το όλο περιεχόμενο της έφεσης είναι αναμφισβήτητο, ότι, καθόσον μέρος της η εκκαλούμενη πλήττεται για την μερική παραδοχή της αγωγής αυτής, η έφεση στρέφεται κατά της εφεσίβλητης με την τεθείσα ιδιότητά της. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των αρ. 1510 § 1, 1511 § 1, 1513 § 1 εδ. α', 1514 και 1518 § 1 Α.Κ., η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τόσο την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου (η οποία με την σειρά της περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, επίβλεψη, μόρφωση, εκπαίδευση και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του) όσο και την διοίκηση της περιουσίας του τέκνου και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του, και επομένως η γονική μέριμνα είναι ευρύτερη της επιμέλειας (ΑΠ 215/1998, Ελλ.Δ/νη 39. 1277, ΑΠ 320/1986, ΝοΒ 35. 27). Κατά συνέπεια, όταν με την αγωγή ζητείται στον ενάγοντα γονέα η ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και αντ' αυτής το δικαστήριο αναθέτει σ' αυτόν αποκλειστικά την γονική μέριμνα, τότε προδήλως επιδικάζει κάτι περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε με την αγωγή, δημιουργείται δηλ. ο κατ' αρ. 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο, όταν το Δικαστήριο αντί της ζητηθείσης γονικής μέριμνας αναθέτει στον ενάγοντα την επιμέλεια (πρβλ. ΑΠ 215/1998 ό.π.), αφού, όπως προαναφέρθηκε, η επιμέλεια είναι κάτι λιγότερο από την γονική μέριμνα και περιέχεται σ' αυτήν, τελούσα σε σχέση έννοιας είδους προς έννοια γένους.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση 1ος λόγος της ένδικης έφεσης και κατά το σχετικό σκέλος αυτού, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα με την συνεκδικασθείσα αγωγή της ζήτησε μόνο την ανάθεση σ' αυτήν της γονικής μέριμνας και όχι της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων. Με τις διατάξεις του αρ. 1441 Α.Κ. ορίζεται, ότι για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο πρέπει να συντρέχουν οι αναφερόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις και ειδικότερα, αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα να προσκομίζεται έγγραφη συμφωνία των συζύγων ρυθμίζουσα την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία μ' αυτά, η οποία (συμφωνία) επικυρώνεται από το δικαστήριο με την απόφαση που λύνει τον γάμο και ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με το αρ. 1513 Α.Κ., δηλ. κατ' αντιδικία των συζύγων γονέων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών: (1) Η παραπάνω συμφωνία αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση και επικυρώνεται από το δικαστήριο με την έννοια ότι η συναινετική λύση του γάμου δεν εξαρτάται από την νομιμότητα και εγκυρότητα των όρων της και ότι το δικαστήριο απλά και μόνο κατά το στάδιο αυτό βεβαιώνει την ύπαρξή της (ΑΠ 347/1992, ΝοΒ 41. 872), και η ισχύς της εξαρτάται από την δικαστική απόφαση του συναινετικού διαζυγίου, την απόφαση δηλ. που λύνει τον γάμο μετά το πέρας ολόκληρης της διαδικασίας, αφού ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων για το χρονικό διάστημα μετά την λύση του γάμου. (2) Η δικαστική της επικύρωση αποτελεί όρο του ενεργού αυτής και συνεπώς μέχρι την έκδοση της απόφασης δεν παράγει αποτελέσματα. (3) Η ρύθμιση αυτή είναι προσωρινή και ισχύει μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία για την διαφορετική ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων κατ' αρθ. 1513 Α.Κ., την οποία μπορεί να ζητήσει κάθε ένας από τους συζύγους. Η έννοια των ανωτέρω είναι ότι οι διαζευγμένοι γονείς των ανηλίκων τέκνων και μετά το διαζύγιο είναι ενδεχόμενο να εφαρμόζουν την συμφωνημένη ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων τους και της επικοινωνίας τους μ' αυτά, που επικυρώθηκε από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, στην περίπτωση δε αυτή δεν είναι ανάγκη να καταφύγουν στο δικαστήριο, για να εκδοθεί σχετική με το θέμα αυτό απόφαση κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, εάν όμως επιθυμούν διαφορετική ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων ή της επικοινωνίας μ' αυτά μετά το διαζύγιο οφείλουν αλλά και δικαιούνται να καταφύγουν στο δικαστήριο, προκειμένου να ρυθμισθεί το σχετικό θέμα δικαστικά με την διαδικασία που προβλέπει το αρ. 681 Β' Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με το άρθρο 1513 Α.Κ. (για τα παραπάνω βλ. σε συνδυασμό, Σκορίνη σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, Α.Κ. αρ. 1441, αριθ. 46, 50, 53, 59, Αν. Ραζής, Ακυρότητες και ελαττώματα βουλήσεως στο συναινετικό διαζύγιο, ΝοΒ 36. 531 επ., 533, ο αυτός, Προβλήματα από το νέο οικογενειακό δίκαιο, ΝοΒ 31. 1287 επ., 1294, σχόλιο Ευαγ. Κρουσταλάκη στην Ελλ.Δ/νη 26. 72, ΑΠ 347/1992, ΝοΒ 41. 872, Εφ.Θεσ. 330/2000, Αρμ. 55. 1494/5, Εφ.Αθ. 3628/1991, ΝοΒ 39. 932, Εφ.Αθ. 7974/1990, ΝοΒ 49. 412, Εφ.Αθ. 255/1993, Ελλ.Δ/νη 35. 439, Εφ.Αθ. 8053/1990, Ελλ.Δ/νη 33. 174), ως εκ τούτου δε είναι αυτονόητο, ότι τυχόν όρος της συμφωνίας αυτής που απαγορεύει την προσφυγή τους στο αρμόδιο δικαστήριο για διαφορετική ρύθμιση του θέματος της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας είναι ανίσχυρος και δεν τους δεσμεύει.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρ. 1510 - 1514 Α.Κ., το δικαστήριο, όταν αποφασίζει στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, όπως το διαζύγιο και η διακοπή της συμβίωσης των συζύγων, για την ανάθεση σ' έναν απ' αυτούς της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων τους ή της αποτελούσης μέρος αυτού του δικαιώματος (και καθήκοντος) επιμέλειας του προσώπου τους (η οποία περιλαμβάνει κάθε θέμα που σχετίζεται με την ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής προσωπικότητας του τέκνου, όπως η στέγη, ένδυση, τροφή, υγεία, μόρφωση, επαγγελματική εκπαίδευση, ηθική διαπαιδαγώγηση), πρέπει να έχει ως κατευθυντήρια γραμμή και υπέρτατο κριτήριο το συμφέρον του τέκνου. Για να διαπιστωθεί η συνδρομή του συμφέροντος αυτού λαμβάνονται υπόψη όλα τα πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία, όπως είναι η ηλικία, το φύλο, τυχόν ειδικές ανάγκες του τέκνου, οι προσωπικές ιδιότητες και ιδίως η ηθική κατάσταση, μόρφωση και το περιβάλλον των γονέων και οι, από την άποψη του χρόνου, δυνατότητά τους για την αυτοπρόσωπη άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας. Αντίθετα, δεν αποτελεί ουσιώδες και αποφασιστικό στοιχείο εκτίμησης του συμφέροντος του τέκνου, για την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του σ' έναν από τους γονείς, η οικονομική ή επαγγελματική κατάστασή του, ούτε ειδικότερα το γεγονός ότι αυτός ασκεί ή επιδιώκει και προσδοκά ν' ασκήσει στο μέλλον ορισμένο επάγγελμα. Η απόφαση του δικαστηρίου που αναθέτει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου στον γονέα που κρίνεται ως ο πιο κατάλληλος για την καλύτερη διαπαιδαγώγηση του τέκνου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των συζύγων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής του, της γλώσσας, της θρησκείας, της εθνικής και κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Την βαρύτητα για την επιλογή πρέπει να έχουν τα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο, το πρόσφορο περιβάλλον για μία σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου, γιατί η διαβίωση του παιδιού σε άνετες ή ανεκτές υλικές συνθήκες αλλά σε περιβάλλον ανεπιθύμητο προς αυτό μπορεί να έχει καταστροφική επίδραση στην ανάπτυξή του. Αν το περιβάλλον και των δύο γονέων είναι κατάλληλο για την ψυχοσωματική και διανοητική ανάπτυξη του ανηλίκου το δικαστήριο πρέπει να επιλέξει τον γονέα, με τον οποίο ο ανήλικος έχει μεγαλύτερο ψυχικό δεσμό. Αν, επομένως, το δικαστήριο διαπιστώσει ότι το ανήλικο είναι ψυχολογικά προσκολλημένο προς τον ένα από τους γονείς του, ανεξάρτητα με το πως επιτεύχθηκεν αυτός ο ψυχολογικός δεσμός, εφόσον ο γονέας αυτός είναι αντικειμενικά σε θέση να του προσφέρει παρόμοια προστασία όπως και ο άλλος, το δικαστήριο πρέπει να σεβασθεί την επιθυμία του ανηλίκου (Εφ.Αθ. 7352/2002, Ελλ.Δ/νη 44. 205).

Ειδικότερα, το δικαστήριο προκειμένου να ρυθμίσει τα ως άνω θέματα πρέπει υποχρεωτικά να επικοινωνήσει με το τέκνο, δια του οριζομένου στα πρακτικά του δικαστή που θα επικοινωνήσει μ' αυτό, όταν πρόκειται για πολυμελές δικαστήρια (αρ. 681 §§ 3,4 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει - βλ. και Χ. Κοσμίδη, Η εκδίκαση των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου μετά τις πρόσφορες δικονομικές μεταρρυθμίσεις, Αρμ. 52. 1037 επ., 1045) και να λάβει υπόψη του (συνεκτιμήσει) την γνώμη του (όχι με την έννοια ότι η απόφαση πρέπει κατ' ανάγκην να εκδοθεί σύμφωνα μ' αυτήν Χ. Κοσμίδης ό.π.) ανάλογα με την ωριμότητά του, με την έννοια της αναγκαίας ικανότητας ν' αντιληφθεί το συμφέρον του, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου (για την ύπαρξη ή ανυπαρξία τέτοιας ωριμότητας) σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (χωρίς ν' απαιτείται ειδική αιτιολόγηση της απόφασης, μη υποκειμένης ως προς την κρίση αυτή, εφόσον αποτελεί το πόρισμα της εκτίμησης των αποδείξεων, σε αναιρετικό έλεγχο - για τα παραπάνω βλ. ΑΠ 1111/2002, Ελλ.Δ/νη 43. 1622, ΑΠ 1019/1994, Ελλ.Δ/νη 36. 1063/4, ΑΠ 527/1989, Ελλ.Δ/νη 31. 1271, ΑΠ 1968/1988, ΝοΒ 37. 1044, Εφ.Αθ. 281/1992, 4463/1993, 4815/1993, Ελλ.Δ/νη 35. 499, 440). Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι η ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας σ' έναν από τους γονείς δεν μπορεί ν' αποκλεισθεί εξαρχής από μόνο τον λόγο ότι αυτός είναι υπαίτιος της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης ή του διαζυγίου, γιατί είναι δυνατόν μετά την στάθμιση των ανωτέρω παραγόντων, που λαμβάνονται υπόψη ως κατευθυντήριος γραμμή, να επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου η ανάθεση της επιμέλειας του στον γονέα που είναι παραίτιος του διαζυγίου, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου γονέα έχει επίδραση και στα τέκνα (Εφ.Αθ. 4815 και 4663/1993 ό.π.). Περαιτέρω, οι διατάξεις περί διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων (αρ. 1485 επ. Α.Κ.) αποτελούν μεν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, δεν αποκλείεται όμως για τον λόγο αυτό, η συμβατική ρύθμιση της διατροφής με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων δηλ. μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των ανηλίκων και του υποχρέου, με τον περιορισμό ότι η σύμβαση αυτή δεν περιέχει παραίτηση καθ' οιονδήποτε τρόπο από την διατροφή για το μέλλον (αρ. 1499 Α.Κ.), γιατί τότε είναι απόλυτα άκυρη και δη καταρχήν για το μέρος εκείνο που ενέχει παραίτηση, εκτός αν αυτή δεν θα επιχειρείται για το άκυρο αυτό μέρος, η ρύθμιση όμως, με σύμβαση της οφειλομένης από το νόμο διατροφής δεν την μεταβάλλει σε διατροφή από σύμβαση (ΑΠ 620/1999, Ελλ.Δ/νη 41. 73, Εφ.Θεσ. 1101/2002, Αρμ. 57. 39, Εφ.Θεσ. 330/2000, Αρμ. 55. 1404/5, Εφ.Θεσ. 1665/1990, Αρμ. 45. 560, Εφ.Αθ. 2603/1989, Ελλ.Δ/νη 33. 178, Εφ.Αθ. 6684/1990, Ελλ.Δ/νη 33. 188, Εφ.Αθ. 10372/1986, Ελλ.Δ/νη 28. 1312).

Η πιο πάνω συμφωνία είναι με την προεκτεθείσα προϋπόθεση της μη παραίτησης για το μέλλον, έγκυρη, εφόσον, όμως, το μέτρο και το ύψος της διατροφής, όπως καθορίσθηκαν με την συμφωνία, δεν διαφέρουν σημαντικά από την διατροφή που θα επεδίκαζε το δικαστήριο σύμφωνα με τις οικείες για την διατροφή διατάξεις, αν έκρινε την υπόθεση στον ίδιο χρόνο (ΑΠ 620/1999, Εφ.Θεσ. 1101/2002 ό.π.), διαφορετικά η σχετική συμφωνία για την οποία καταδεικνύεται ότι δεν καλύπτει το σύνολο της ανάλογης διατροφής του δικαιούχου (αρ. 1493 Α.Κ.), θεωρείται ότι εμπεριέχει σιωπηρή μερική παραίτηση από την διατροφή για το μέλλον, κατά συνέπεια είναι άκυρη και ο δικαιούχος της διατροφής, χωρίς να δεσμεύεται από μία τέτοια συμφωνία, διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει απ' αυτό τον καθορισμό της προσήκουσας διατροφής (Εφ.Θεσ. 1101/2001, Εφ.Θεσ. 330/2000 ό.π.). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 1394 Α.Κ. και 334 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει η δυνατότητα να ζητηθεί η μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης που προσδιορίζει διατροφή οφειλομένη από το νόμο, εάν μεταβληθούν οι όροι της διατροφής, εάν δηλ. επηκολούθησαν νέα γεγονότα που συνιστούν ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών στις οποίες βασίσθηκε η απόφαση για τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής και που, εξαιτίας του χρόνου συντέλεσής τους, δεν μπορούσαν να προταθούν παραδεκτά και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 2/1994, Ελλ.Δ/νη 35.352). Η μεταρρύθμιση μπορεί να ζητηθεί, εφόσον η διατροφή καθορίσθηκε με δικαστική απόφαση. Και ναι μεν υποστηρίζεται ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται αναλογικά και σε περίπτωση που το ποσό της διατροφής ορίσθηκε με συμφωνία των ενδιαφερομένων, εφόσον η συμφωνία δεν μεταβάλλει, όπως προαναφέρθηκε, τον χαρακτήρα της διατροφής ως οφειλομένης από το νόμο, πλην όμως, εάν την μεταβολή επικαλείται ο υπόχρεος σε διατροφή προκειμένου να ζητήσει μείωση του ποσού της διατροφής που συμφωνήθηκε, νομικό υπόβαθρο του αιτήματος αναπροσαρμογής (μείωσης) της διατροφής λόγω της μεταβολής των συνθηκών αποτελεί η διάταξη του αρ. 288 Α.Κ. και δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στις παραπάνω διατάξεις, ενώ αν ο δικαιούχος της διατροφής ζητεί από το δικαστήριο αύξηση του ποσού της διατροφής που συμφωνήθηκε με την σύμβαση που επικαλείται, ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό είναι κατώτερο από την οφειλομένη κατά το νόμο σ' αυτόν διατροφή την ανταποκρινόμενη στις παρατιθέμενες απ' αυτόν ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, επικαλείται εκ των πραγμάτων ακυρότητα της συμφωνίας για καταβολή μικρότερου ποσού που θεωρείται για το λόγο αυτό σαν να μην είχε γίνει και συνεπώς δεν είναι νοητή η μεταρρύθμισή της.

Δεδομένου δε ότι η ακυρότητα ανακύπτει από μόνη την μη ανταπόκριση της συμφωνημένης για το μέλλον διατροφής προς την οφειλομένη με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις ανάγκες της ζωής του, παρέπεται, ότι για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, δεν απαιτείται, πέραν των αναγκών και των συνθηκών αυτών, στοιχείο των οποίων συνιστούν και οι δυνάμεις του υποχρέου, να εκτίθενται σ' αυτήν και τα προσδιοριστικά αυτών γεγονότα που είχαν ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτιση της συμφωνίας και η μεταβολή που επήλθε σ' αυτά. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, όταν ζητείται η μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο, έστω και αν είναι ουσιαστικά εσφαλμένη, εάν δηλαδή έλαβε υπόψη και εξετίμησε εσφαλμένα τα θεμελιωτικά της αξίωσης διατροφής και του προσδιορισμού του ύψους της γεγονότα, οπότε δεν αρκεί η επίκληση της μη ανταπόκρισης του ποσού της διατροφής που επιδικάσθηκε προς την οφειλόμενη κατά νόμο ανάλογη διατροφή, αλλά είναι αναγκαίο να παρατίθενται και τα γεγονότα που δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο για τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής και δικαιολογούν την ανατροπή του δεδικασμένου της απόφασης (ad hoc Εφ.Θεσ. 330/2000 ό.π.). Στην προκειμένη περίπτωση με το σχετικό σκέλος του 2ου λόγου της έφεσης ο εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ως άνω Β' αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί ως αόριστη, διότι ενώ σ' αυτήν αναφέρεται ότι με συμφωνία των γονέων του ανηλίκου τέκνου τους Σ., με την οποία είχε ρυθμισθεί και η επιμέλεια του προσώπου του, ανατεθείσα στην ενάγουσα μητέρα του, ρύθμιση που επικυρώθηκε με την απόφαση του συναινετικού διαζυγίου, ορίσθηκε η οφειλόμενη από τον εναγόμενο - εκκαλούντα διατροφή για το τέκνο αυτό στο ποσό των 25.000 δραχμών μηνιαίως, δεν εκτίθεται περαιτέρω ότι επήλθε ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών, με βάση τις οποίες συμφωνήθηκε το ύψος της διατροφής αυτής, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση του ζητουμένου μεγαλύτερου ποσού (150.000 δρχ.) διατροφής. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην αγωγή εκτίθενται επαρκώς οι ανάγκες του ανηλίκου αυτού τέκνου και οι συνθήκες της ζωής του, από τις οποίες αυτές ανακύπτουν, με βάση τις οποίες η κατά την αγωγή οφειλομένη διατροφή στο τέκνο, ενόψει και των επίσης παρατιθεμένων οικονομικών δυνάμεων του υποχρέου πατέρα του, ανέρχεται στο ζητούμενο ποσό. Η παράθεση αυτή εξυπονοεί κατ' ανάγκη και εκ των πραγμάτων ακυρότητα της συμφωνίας που είχε καθορίσει μικρότερη από την ανάλογη διατροφή ποσό για την μεταγενέστερη από αυτήν ένδικη περίοδο και συνεπώς είναι επαρκής και δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο και το νόμιμο της αγωγής, να παρατίθενται και οι συνθήκες, στις οποίες είχε στηριχθεί η σύναψη της συμφωνίας αυτής και η μεταβολή που επήλθε στις συνθήκες αυτές.

Άλλωστε η συμφωνία αυτή καταρτίσθηκε μεταξύ των γονέων του δικαιούχου ανηλίκου και όχι μεταξύ του υποχρέου εκκαλούντος - εναγομένου πατέρα του και της μητέρας του τέκνου ως εκπροσώπου του, εφόσον η σύναψή της έγινε πριν από την επικύρωση της συμφωνίας για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου από το δικαστήριο και συνεπώς, εφόσον αναφέρεται στο ύψος της οφειλομένης διατροφής και μάλιστα για μελλοντική περίοδο και όχι απλώς στον τρόπο και τα χρονικά διαστήματα προκαταβολής της, δεν δεσμεύει το ανήλικο αυτό τέκνο, ώστε ν' αποκλείει την εκ μέρους του άσκηση αγωγής κατά του υποχρέου πατέρα του με αίτημα την επιδίκαση της ανάλογης κατά νόμο διατροφής ανώτερης από το ποσό που είχε συμφωνηθεί από τους γονείς του. (Γ) Στην κρινόμενη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων (και αδελφών των) διαδίκων, ένα για κάθε πλευρά, οι οποίοι εξετάσθηκαν ένορκα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτές περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του, όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι την με επιμέλεια του εκκαλούντος - εναγομένου ληφθείσα, ύστερ' από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης (αρ. 671 § 1 Κ.Πολ.Δ. - βλ. από 9.10.2001 γνωστοποίηση και με 6895Β/2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Μιχ. Καρακόπουλου) από 11.10.2001 ένορκη βεβαίωση του Σ. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αρ. Ηρακλείδου - Περίδου, για την οποία συντάχθηκε η 21318/2001 πράξη της, και τις ομολογίες των διαδίκων, στα σημεία που ειδικά αναφέρονται στην συνέχεια, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα εξής: (1) Οι διάδικοι τέλεσαν στην Ρόδο την 20.2.1983 νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας και εγκαταστάθηκαν έκτοτε στα Μ. Ρόδου, από όπου κατάγεται ο εναγόμενος. Από τον γάμο αυτό απέκτησαν δύο άρρενα τέκνα, τον Κ., γεννηθέντα την 3.2.1986 και τον Σ. που γεννήθηκε την 9.12.1990. Λόγω της μεταγενέστερης προσχώρησης του εναγομένου στην αίρεση των μαρτύρων του Ιεχωβά (Χιλιαστών) ο γάμος των διαδίκων κλονίσθηκε σοβαρά, γι' αυτό και αποφάσισαν να προχωρήσουν στην λύση του με συναινετικό διαζύγιο, πραγματικά δε ύστερ' από κοινή αίτησή τους ο γάμος τους λύθηκε με την 319/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, καταστάσα, όπως δεν αμφισβητείται, αμετάκλητη. (2) Στα πλαίσια και για τις ανάγκες της σχετικής διαδικασίας για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι συνήψαν την από 30.11.1994 σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό) επικυρωθείσα με την ως άνω περί διαζυγίου απόφαση, με την οποία (α) Η γονική μέριμνα και η επιμέλεια του μεγαλύτερου γιου των διαδίκων Κ. ανατέθηκε στον εναγόμενο πατέρα του, ενώ του Σ. στην ενάγουσα μητέρα (προδήλως και στις δύο περιπτώσεις νοείται η επιμέλεια). (β) ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα ως διατροφή του γιου τους Σ., του οποίου η επιμέλεια ανατέθηκε σ' αυτήν, το ποσό των 25.000 δρχ. κάθε μήνα, καθώς και άλλα ποσά σε εύλογα διαστήματα για τις ανάγκες ένδυσής του. (γ) ρυθμίσθηκε το δικαίωμα κάθε διαδίκου για την επικοινωνία με το τέκνο, του οποίου δεν είχε αυτός, αλλά ο άλλος γονέας την επιμέλεια.

Επίσης με την ίδια συμφωνία ορίσθηκε ότι οι διάδικοι γονείς δεν θ' ασκήσουν αίτηση στο δικαστήριο για την διαφορετική ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας, όπως, όπως προαναφέρθηκε, ο περιορισμός αυτός δεν είναι ισχυρός και δεν δεσμεύει τους διαδίκους και είναι απορριπτέος ο 1ος λόγος της έφεσης κατά το περί του αντιθέτου σχετικό σκέλος αυτού. (3) Παρά την ως άνω ρύθμιση της επιμέλειας δεν αμφισβητείται ότι μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, και ο μεγαλύτερος γιος των διαδίκων Κ., η επιμέλεια του οποίου είχε καταρχήν ανατεθεί στον εναγόμενο με το ως άνω συμφωνητικό, έφυγε από την οικία του εναγομένου και εγκαταστάθηκε στην οικία της ενάγουσας, όπου διαμένει μόνιμα έκτοτε μ' αυτήν και τον μικρότερο αδελφό του Σ.. (4) Όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε, το συμφέρον των τέκνων των διαδίκων επιβάλλει ν' ανατεθεί η επιμέλεια αμφοτέρων αυτών στην ενάγουσα μητέρα τους, η οποία και την έχει στην πραγματικότητα και για τον Κ. από την αρχή σχεδόν της χωριστής διαβίωσής τους. Ειδικότερα, αποδεικνύεται από την λεπτομερή και εξαιρετικά εμπεριστατωμένη έκθεση έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Ε. Σ. - Β., ότι το περιβάλλον και ο τρόπος ζωής που έχει διαμορφώσει και παρέχει η ενάγουσα στα παιδιά της εξασφαλίζει σ' αυτά κατά τον καλύτερο τρόπο την σωστή και ισορροπημένη ψυχοσωματική και διανοητική τους ανάπτυξη με ελαχιστοποίηση αν όχι και πλήρη ακόμη μηδενισμό των γνωστών προβλημάτων που κατά κανόνα κλονίζουν και, πολλές φορές, σημαδεύουν ανεξίτηλα και για ολόκληρη τη ζωή τους, τα τέκνα διαζευγμένων γονέων και μάλιστα, όταν η λύση του γάμου επέρχεται στην τόσο κρίσιμη για την διαμόρφωση και συγκρότηση του χαρακτήρα τους και την εξέλιξή τους γενικά προεφηβική ηλικία, όπως στην κρινόμενη περίπτωση. Συγκεκριμένα: (α) Η ενάγουσα και τα τέκνα των διαδίκων διαμένουν σε οροφοδιαμέρισμα επιφανείας 80m2 στον 1ο όροφο νεόδμητης διπλοκατοικίας στις παρυφές των Μ., στο οποίο (διαμέρισμα) επικρατεί με την προσωπική επιμέλεια και φροντίδα «εκπληκτικού βαθμού καθαριότητα και τάξη» όπως επισημειώνεται στην ως άνω έκθεση. (β) Μαζί τους διαμένει και ο δεύτερος σύζυγος της ενάγουσας, ηλικίας 47 ετών, υδραυλικός και μόνιμος δημοτικός υπάλληλος, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων και διατηρεί πολύ φιλικές σχέσεις με τα τέκνα των διαδίκων και δεν αναμειγνύεται ποτέ σε θέματα που αφορούν την ενάγουσα και τα τέκνα της. (γ) Μέσα σ' αυτό το ήρεμο, ευχάριστο και από κάθε πλευρά τακτοποιημένο οικογενειακό περιβάλλον τα παιδιά έχουν αναπτύξει ένα πολύ κοινωνικό χαρακτήρα, ζουν ήρεμη οικογενειακή ζωή και παρουσιάζουν πολύ καλές επιδόσεις στο σχολείο τους. Σημειώνεται ότι ο μεγαλύτερος γιος Κ. είναι ήδη μαθητής της Γ' τάξης τεχνικού λυκείου και ετοιμάζεται για τις εξετάσεις για σπουδές οικολογίας και αξιοποίησης φυσικών πόρων, ενώ ο μικρότερος Σ. μαθητής της 1ης τάξης του γυμνασίου προσανατολίζεται προς τις οικονομικές σπουδές. Τα παραπάνω συμπεράσματα της κοινωνικής λειτουργού ενισχύονται και από την ιδιαίτερη συνομιλία που είχε ο ορισθείς εισηγητής δικαστής με κάθε ένα από τα παιδιά αυτά, από την οποία διαπιστώθηκε ότι αυτά έχουν ήρεμο και ισορροπημένο χαρακτήρα, είναι ευφυή, κοινωνικά και με καλούς τρόπους, διατηρούν άριστες σχέσεις με τον σύζυγο της μητέρας τους και γενικά είναι πολύ ευχαριστημένα με το περιβάλλον και τον τρόπο διαβίωσής τους, και τρέφουν πολύ καλά συναισθήματα για τον φυσικό πατέρα τους, αν και πιστεύουν ότι ο τελευταίος δεν ενδιαφέρεται επαρκώς γι' αυτά.

Οι απόψεις, εκτιμήσεις και επιθυμίες τους πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη, καθόσον παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού ωριμότητα, η οποία τους επιτρέπει ν' αντιληφθούν το συμφέρον τους. Είναι πάλι σημαντικό να σημειωθεί, ότι και ο ίδιος ο εναγόμενος δήλωσε στην κοινωνική λειτουργό κατά τις συναντήσεις τους ότι τα παιδιά παραμένοντας με την μητέρα τους έχουν όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθούν ομαλά από κάθε άποψη. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω οποιαδήποτε διαφορετική ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων και ειδικότερα η εμμονή στην αρχική συμφωνία τους για την άσκηση της επιμέλειας για τον Κ. από τον εναγόμενο πατέρα τους και η συνακόλουθη αλλαγή του περιβάλλοντός του και ο χωρισμός των δύο πολύ αγαπημένων αδελφών, στην κρίσιμη αυτή περίοδο της ζωής τους και ειδικότερα του Κ., όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον τους αλλά και θα είχε δυσμενή, αν όχι και ολέθρια, επίδραση στην περαιτέρω εξέλιξη και διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί και κατά τα λοιπά ο 1ος λόγος της ένδικης έφεσης. (5) Όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω συμφωνητικό ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα ως μηνιαία διατροφή του γιου τους Σ. το ποσό των 25.000 δρχ. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της Α' αγωγής, δηλ. από τον Ιούλιο του 1995 έως τον Αύγουστο του 1999 ο εναγόμενος κατέβαλε μόνο το συνολικό ποσό των 52.000 δρχ. για τα δίδακτρα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας των μηνών Ιανουαρίου έως και Απριλίου του 1999 (βλ. σχετικές αποδείξεις της Παρ. Κ.), ουδεμίας άλλης καταβολής αποδεικνυομένης, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές γραπτές αποδείξεις, καθόσον δεν θεωρείται από το Δικαστήριο επαρκής απόδειξη η κατάθεση του μάρτυρα και αδελφού του εναγομένου. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο 4ος λόγος της έφεσης και εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης κατά τούτο, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά μερική παραδοχή της Α' αγωγής, να καταβάλλει στην ενάγουσα για την αιτία αυτή το ποσό των 924.000 δρχ. δηλ. 2.711,66 ευρώ. (6) Περαιτέρω, τα τέκνα των διαδίκων παρακολουθούν μαθήματα αγγλικής γλώσσας σε ιδιωτικό φροντιστήριο με μηνιαία δίδακτρα για κάθε ένα από αυτά ανερχόμενο σε 15.000 δρχ. περίπου, ενώ ο Κ. και ιδιαίτερα μαθήματα για την προετοιμασία του για τις πανελλήνιες εξετάσεις, για τα οποία πάντως δεν προέκυψε η μηνιαία δαπάνη. Δεν διαθέτουν περιουσία, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα, αφού λόγω της ηλικίας τους και της ιδιότητάς τους ως μαθητές δεν εργάζονται και δεν μπορούν να εργασθούν, ενώ διαμένοντας με την μητέρα τους σε οικία που ανεγέρθηκε από την γιαγιά τους δεν επιβαρύνονται με την καταβολή μισθώματος ή άλλες δαπάνες, παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, τέλη παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών κτλ. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργάζεται ως οικοδόμος, με τον αδελφό του, αναλαμβάνοντας πάντως μικρής έκτασης οικοδομικές εργασίες, καθόσον δεν διαθέτει δικό του συνεργείο, ούτε μηχανήματα, αλλά μόνο ένα παλαιό αυτοκίνητο Datsun 1600, αγροτικού τύπου, για την μεταφορά της ξυλείας. Κατά την κατάθεση του μάρτυρα και αδελφού του η αμοιβή του ανέρχεται σε 14.000 δρχ. ημερησίως, ενώ με τις εισφορές προς το Ι.Κ.Α επιβαρύνεται ο ιδιοκτήτης της εκάστοτε ανεγειρομένης οικοδομής, άρα τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 350.000 δρχ. Εξάλλου, διαμένει σε ιδιόκτητη οικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, ούτε έχει υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι με βάση τις ανάγκες των τέκνων των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους, η ανάλογη διατροφή τους, η οποία περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την εν γένει συντήρηση (τροφή, ένδυση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψή κτλ.) ανατροφή, διασκέδαση κτλ και εκπαίδευσή τους και γενικά τις συνήθεις δαπάνες νέων της ηλικίας τους, ανέρχεται, με βάση και τις οικονομικές δαπάνες του υποχρέου πατέρα τους στο ποσό των 80.000 δρχ. δηλ. 234,78 ευρώ το μήνα για τον Κ. και 70.000 δρχ. δηλ. 205,43 ευρώ τον μήνα για τον Σ. (όπως και ο εναγόμενος ουσιαστικά συνομολογεί με την έφεσή του) και όχι των 100.000 δρχ. για κάθε ένα απ' αυτά, όπως εσφαλμένα κατά το σημείο τούτο κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση) το οποίο υποχρεούται να καταβάλλει σε χρήμα αυτός, ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις κατ' αυτήν υποβληθείσες προτάσεις του, δεν προέβαλε ένσταση συνεισφοράς στην διατροφή αυτή και της ενάγουσας μητέρας των ανηλίκων, την οποία προτείνει τώρα, πλην όμως απαραδέκτως, με τον 3ο λόγο της έφεσής του (αρ. 525, 527 Κ.Πολ.Δ.) ο οποίος, άρα, πρέπει ν' απορριφθεί κατά τούτο, γίνει, όμως, δεκτός κατά τα λοιπά.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της ένδικης έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή κατά το προδιαληφθέν μέρος της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθόσον μέρος της έγιναν δεκτές οι αγωγές κατά τα περί διατροφής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων αιτήματά τους, καθώς και κατά την διάταξή τους για την δικαστική δαπάνη, να κρατηθούν οι υποθέσεις, να συνεκδικασθούν από το Δικαστήριο τούτο οι αγωγές (αρ. 535 § 1 Κ.Πολ.Δ.) που είναι νόμιμες ερειδόμενες στις προδιαληφθείσες διατάξεις, να γίνουν αυτές εν μέρει δεκτές και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της (α) ως οφειλομένη διατροφή για τον γιο του Στυλιανό για το παρελθόν, δηλ. για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι τον Αύγουστο του 1999 το ποσό των 2.711,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της Α' αγωγής, (β) στην αρχή κάθε μήνα ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων από την άσκηση της Β' αγωγής και επί μία διετία εφεξής το ποσό των 239,78 ευρώ για τον Κ. και 205,43 ευρώ για τον Σ., με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, αλλά και λόγω της ιδιότητάς τους ως συγγενών και της εύλογης αμφιβολίας του εκκαλούντος-ενάγοντος ως προς την έκβαση της δίκης αυτής (αρ. 178 § 1, 179 Κ.Πολ.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς: Δικάζοντας κατ' αντιμολία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά την ένδικη έφεση. Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο. Δέχεται κατά τα λοιπά την έφεση και κατ' ουσίαν. Εξαφανίζει την 111/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία διαφορών που αφορούν επιμέλεια και διατροφή τέκνων), μόνο καθ' όσον μέρος της δέχθηκε εν μέρει την με αρ. 233/1999 αγωγή καθώς και την με αριθ. εκθ. κατ. 279/1999 κατά το περί επιδίκασης διατροφής αίτημά της, καθώς και κατά την διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Κρατά τις υποθέσεις και δικάζει τις αγωγές κατά το μέρος τούτο. Δέχεται αυτές εν μέρει. Υποχρεώνει τον εναγόμενο: (α) Να καταβάλει στην ενάγουσα ως έχουσα την επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων Σ. Κ. και για λογαριασμό αυτού το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ένδεκα ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (2.711,66 ΕΥΡΩ) ως υπόλοιπο οφειλόμενης γι' αυτόν διατροφής από τον Ιούλιο του 1995 μέχρι και τον Αύγουστο του 1999 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της με αριθ. εκθ. κατ. 233/1999 αγωγής. (β) Να καταβάλλει στην ενάγουσα ως έχουσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Κ. και Σ. στην αρχή κάθε μήνα από την επίδοση της με αριθ. εκθ. κατ. 279/1999 και επί μία διετία απ' αυτήν το ποσό (αα) των διακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (234,78 ΕΥΡΩ) για τον Κ. και (ββ) των διακοσίων πέντε ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (205,43 ΕΥΡΩ) για τον Σ., με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής καταβολής από την επίδοση της αγωγής αυτής. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα