Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΑΘΗΝΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας 2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Νομικά - Ποινικό Δίκαιο

Αναστολή ποινικής δίωξης – Προδικαστικά ζητήματα – Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος (ΣυμβΑΠ 706/2013)

Διατάξεις: άρθρα 59 [παρ. 1-2], 321, 322 [παρ. 3], 510 [παρ. 1 στοιχ. Θ΄] ΚΠΔ

Περίληψη: Η εξουσία αναστολής της ποινικής δίωξης κατ’ άρθρο 59 ΚΠΔ υφίσταται όχι μόνο για το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, αλλά και για το δικαστικό συμβούλιο και όταν ακόμα αυτό επιλαμβάνεται της δικαιοδοτικής έρευνας της υπόθεσης κατόπιν προσφυγής του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της δικονομικής ρύθμισης του άρθρου 322 παρ. 3 ΚΠΔ. Η εξουσία αυτή του συμβουλίου παρέχεται σε κάθε περίπτωση που αναφύεται προδικαστικό ζήτημα σε μια ποινική δίκη και όχι μόνο επί των εγκλημάτων της παρ. 2 του άρθρου 59 ΚΠΔ, επί των οποίων την προαναφερόμενη δυνατότητα έχει και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών. Και ναι μεν στη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 3 οι παρεχόμενες στο δικαστικό συμβούλιο δικαιοδοτικές εξουσίες αναγράφονται περιοριστικώς, πλην όμως δεν απαγορεύεται το δικαστικό συμβούλιο να αναστείλει την ποινική δίωξη σε περίπτωση προσφυγής, αφού τούτο έχει τη δυνατότητα να πράξει το μείζον, δηλ. να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από κάθε κατηγορία εκτιμώντας το συνολικό αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί από την προανάκριση. Περαιτέρω, οι ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο υπό του νόμου. Οι λόγοι ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος αναφέρονται περιοριστικώς και η δικαιοδοσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στο δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί της εκδίκασης της κατηγορίας.

[...] Νόμιμα εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο η με αριθμό 41/2012 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση του υπ’ αριθμό 211/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών με το οποίο αφού έγιναν δεκτές οι προσφυγές των κατηγορουμένων 1) Χ.Α., 2) Χ.Π., 3) Ι.Π., 4) Κ.Σ., 5) Κ.Σ. και 6) Λ.Κ., κατά του υπ’ αριθμό …/2012 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών με το οποίο παραπέμπονταν για να δικασθούν ως υπαίτιοι, η μεν πρώτη για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση, οι δε λοιποί για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος τελεσθείσας κατ’ εξακολούθηση, ακύρωσε το ως άνω κλητήριο θέσπισμα και μετά ταύτα ανέστειλε την ποινική δίωξη των προσφευγόντων έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δίκη της μηνύτριας Α.Θ.Α. για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν 1608/1950 για την οποία διενεργείται κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Ζακύνθου. Η αναίρεση ζητείται για εσφαλμένη ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 322 και 59 ΚΠΔ και θετική υπέρβαση εξουσίας. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα, άρα είναι παραδεκτή, νόμιμη (άρθρα 505 παρ. 2, 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄, 479 εδ. β΄ και 483 παρ. 3 ΚΠΔ), και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της ερήμην των προσφευγόντων. Κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ «1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται, ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. 2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για το γεγονός, για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β΄) αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέως Εφετών».

Περαιτέρω στο άρθρο 322 παρ. 3 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: «Ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου σύμφωνα με τη διάταξη της περ. 6 του άρθρου 111, έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1. Η προσφυγή υποβάλλεται στα όργανα που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο ή στο γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών. Το Συμβούλιο Εφετών έχει υποχρέωση να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που υποβλήθηκε η έκθεση προσφυγής μαζί με τη σχετική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή συμπλήρωση της προανάκρισης που προηγήθηκε ή την ενέργεια κύριας ανάκρισης μετά την ολοκλήρωση των οποίων το ίδιο Συμβούλιο, αφού επανεισαχθεί σ’ αυτό η υπόθεση από τον Εισαγγελέα Εφετών, ή απορρίπτει την προσφυγή ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Το Συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 κ.ε. στον κατηγορούμενο· αν από την επίδοση του βουλεύματος έως τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά μεσολαβεί τουλάχιστον το μισό της προθεσμίας που ορίστηκε για την κλήτευση, ο κατηγορούμενος έχει υποχρέωση να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο αυτή για να δικασθεί χωρίς άλλη κλήτευση». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του ιδίου Κώδικος, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος.

Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα εξής: α) εάν το αντικείμενο μιας ποινικής δίκης, που είναι εκκρεμής, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για άλλη, εκκρεμεί επίσης, δίκη, δηλ. η λύση του ζητήματος αυτού είναι απαραίτητη για την έκδοση αποφάσεως για τη δεύτερη δίκη, τότε, εάν η ένωση των δύο δικών δεν είναι σκόπιμη ή δυνατή, αναστέλλεται η δεύτερη δίκη (ή αναβάλλεται όροι εννοιολογικώς ταυτόσημοι), μέχρι ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στην πρώτη δίκη, δηλ. εκείνης της οποίας αντικείμενο είναι το προδικαστικό ζήτημα της άλλης, άλλως ανακύπτει απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται ο υπό των διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ ή 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, β) την εξουσία αναστολής (ή αναβολής) έχει όχι μόνο το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, αλλά και το δικαστικό συμβούλιο και όταν ακόμα αυτό επιλαμβάνεται της δικαιοδοτικής ερεύνης της υποθέσεως κατόπιν προσφυγής του κατηγορουμένου στα πλαίσια της δικονομικής ρυθμίσεως του άρθρου 322 παρ. 3 του ΚΠΔ. Η εξουσία αυτή του συμβουλίου παρέχεται σε κάθε περίπτωση που αναφύεται προδικαστικό ζήτημα σε μια ποινική δίκη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και όχι μόνο επί των εγκλημάτων της παρ. 2 του άρθρου 59 ΚΠΔ, επί των οποίων την προαναφερόμενη δυνατότητα έχει και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών. Η παράλειψη του τελευταίου να εφαρμόσει τη ρηθείσα δικονομική διάταξη (άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ), δεν μπορεί να αποστερήσει τον παραπεμπόμενο διά κλητηρίου θεσπίσματος στο ακροατήριο κατηγορούμενο του δικαιώματός του να ζητήσει την αναστολή της όλης ποινικής διαδικασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 59 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, προβάλλοντας διά της προσφυγής του την απόλυτη ακυρότητα εκ της μη αναστολής της δίκης. Και ναι μεν στην προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 322 παρ. 3 οι παρεχόμενες στο δικαστικό συμβούλιο δικαιοδοτικές εξουσίες αναγράφονται περιοριστικώς, πλην όμως δεν απαγορεύεται το δικαστικό συμβούλιο να αναστείλει την ποινική δίωξη κατ’ άρθρον 59 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, σε περίπτωση προσφυγής, αφού τούτο έχει τη δυνατότητα να πράξει το μείζον, δηλ. να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από κάθε κατηγορία εκτιμώντας το συνολικό αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί από την προανάκριση. Άλλωστε κατά το αντικειμενικό τελολογικό νόημα της άνω διατάξεως, πέραν από τη στενή γραμματική ερμηνεία, περιλαμβάνεται και η άνω εξουσία του Συμβουλίου Εφετών, δηλ. η έκδοση βουλεύματος του ανωτέρω περιεχομένου το οποίο σημειωτέον είναι παρεμπίπτον και όχι οριστικό δυνάμενο να ανακληθεί. Επομένως θα ήτο άτοπον να μπορεί το Συμβούλιο Εφετών σε περίπτωση προσφυγής να εκδόσει βούλευμα οριστικό περί της ουσιαστικής υποθέσεως της κατηγορίας με δύναμη δεδικασμένου και όχι αναστολή της ποινικής διώξεως η οποία θα προπαρασκευάσει την τελειωτική του κρίση. Τέλος, ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος αφού δεν ορίζεται τούτο υπό του νόμου. Οι λόγοι ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠΔ αναφέρονται περιοριστικά και η δικαιοδοσία αυτή ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί της εκδίκασης της κατηγορίας. Εξάλλου η προσφυγή του άρθρου 322 παρ. 3 ΚΠΔ δεν έχει στόχο την προβολή της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά την αποφυγή της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για πράξη για την οποία προφανώς δεν πρέπει να δικαστεί είτε για νομικούς είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών με το υπ’ αριθμό …/2012 κλητήριο θέσπισμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/μάτων Πατρών τους κατηγορουμένους 1. Χ.Α. δικηγόρο, 2. Χ.Π., 3 Ι.Π., 4. Κ.Σ., 5 Κ.Σ. και 6 Λ.Κ., για να δικαστούν ως υπαίτιοι, η μεν πρώτη ως πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας (άρθρο 111 παρ. 6 ΚΠΔ) για το πλημμέλημα της ψευδής ανώμοτης κατάθεσης κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 98 και 225 παρ. 1 ΠΚ), οι δε υπόλοιποι, λόγω συνάφειας, για το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 98 και 224 παρ. 2 ΠΚ).

Κατά του ανωτέρω κλητηρίου θεσπίσματος άσκησαν άπαντες οι παραπεμπόμενοι τις αντίστοιχες υπ’ αριθμ. 1/2012, 2/2012, 3/2012, 4/2012, 5/2012 και 6/2012 προσφυγές τους. Επί των προσφυγών αυτών το Συμβούλιο Εφετών Πατρών εξέδωσε το υπ’ αριθμ. 211/2012 προσβαλλόμενο βούλευμά του με το οποίο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις προσφυγές και στη συνέχεια αφού ακύρωσε το κλητήριο θέσπισμα, ανέστειλε κατά το άρθρο 59 παρ. 2 του ΚΠΔ αφενός μεν την κατά της Χ.Α. ποινική διαδικασία για τα πλημμελήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, κατ’ εξακολούθηση αφ’ ετέρου δε κατά των υπολοίπων προσφευγόντων για το πλημμέλημα ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στην υπόθεση επί της οποίας διενεργείται κυρία ανάκριση από τον Ανακριτή Ζακύνθου σε βάρος της Α.-Θ.Α., για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950 και έπαυσε εν μέρει λόγω παραγραφής την ασκηθείσα σε βάρος των προσφευγόντων Κ.Σ., Κ.Σ. και Λ.Κ. ποινική δίωξη για επιμέρους πράξεις ψευδορκιών μαρτύρων που τους αποδίδονταν. Με αυτές τις παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του με το ν’ αναστείλει κατ’ άρθρο 59 παρ. 1, 2 ΚΠΔ την ποινική δίωξη κατά των ως άνω προσφευγόντων μετά από προσφυγή αυτών, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ [ενν. Η΄] ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Όμως με το να ακυρώσει το ως άνω Συμβούλιο το κλητήριο θέσπισμα υπερέβη την εξουσία του θετικά, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα ως άνω δεκτά δεν συνέτρεχε λόγος ακυρότητος ούτε είχε τέτοια δικαιοδοσία. Επομένως πρέπει να απαλειφθεί η διάταξη από το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος περί ακυρώσεως του με αριθμό …/2012 κλητηρίου θεσπίσματος. [...]

Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Αθώωση κατηγορούμενου για μη καταβολή ΦΠΑ ελλείψει δόλου - Αντικειμενική αδυναμία καταβολής λόγω ανείσπρακτων τιμολογίων (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 14813/2013)

[...] ΣΚΕΠΤΙΚΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 β' του Ν. 2523/1997 «1. Οποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτομενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται: β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Στην ως άνω διάταξη περιγράφεται με σαφήνεια, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο. Από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου.

Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύετε και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 267/2013 και ΑΠ 1231/2011 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντα κατηγορουμένου, καθώς και τις εξηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας ................ με έδρα στη ........ , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1- 1-2011 έως 30-4- 2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ. Περαιτέρω προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος επιθυμώντας να καταβάλει το παραπάνω ποσό, που από αντικειμενική αδυναμία δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, καθόσον η επιχείρηση τυπογραφείου που διατηρεί με 17 άτομα προσωπικό δέχθηκε πλήγμα από την οικονομική κρίση το 2011, αφού της οφείλονται ανείσπρακτα τιμολόγια του έτους αυτού, ύψους 700.000€, τα οποία εξέδωσε σε αγοραστές-πελάτες της, με συνέπεια αφενός μεν να μην εισπράξει το αντιστοιχούν σε αυτά ποσό του ΦΠΑ και αφετέρου να πρέπει να το καταβάλει στο Δημόσιο, υπέβαλε στις 28-8-2013 αίτημα για ρύθμιση της οφειλής της αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ Ιωνίας θεσσαλονίκης, το οποίο έγινε δεκτό και ο κατηγορούμενος ήδη έχει καταβάλει τρεις από τις 47 συνολικά δόσεις, ύψους 5.102,67 € η μία, αρχής γενομένης από 3-9-2013. Με βάση τα παραπάνω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο αλλά και με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας αλλά αντίθετα είχε την πρόθεση να τον καταβάλει και από αντικειμενική αδυναμία δεν τον κατέβαλε το 2011, γι' αυτό άλλωστε προέβη σε ρύθμιση της οφειλής του μόλις άρχισε να ανακάμπτει εν μέρει και επειδή το αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ απαιτεί άμεσο δόλο πρώτου βαθμού, που δεν συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της πράξης της παράβασης ου άρθρου 18 παρ. 1 β του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντα τον κατηγορούμενο ............. και της ....... , κάτοικο Πυλαίας Θεσσαλονίκης (.......... αρ. ..). ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο ελλείψει δόλου, του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας ...... με ΑΦΜ ................. και έδρα στη .. , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2011 έως 30-4-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ.

Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Αθώος κατηγορούμενος (ιδιοκτήτης εστιατορίου-μπαρ) για το αδίκημα της μη έκδοσης των προβλεπόμενων φορολογικών στοιχείων (αποδείξεις λιανικής πώλησης) - Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 54372/2013

Διατάξεις: άρθρο 19 [παρ. 5] Ν 2523/1997

Περίληψη: Μη έκδοση φορολογικών στοιχείων, Αθώωση κατηγορουμένου Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος (ιδιοκτήτης εστιατορίου-μπαρ) για το αδίκημα της μη έκδοσης των προβλεπόμενων φορολογικών στοιχείων (αποδείξεις λιανικής πώλησης). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κρίνει αφενός ότι είναι δυνατόν, αν και είχαν εκδοθεί όλες οι ζητούμενες αποδείξεις, αυτές να μην ανευρέθησαν, αφετέρου αποδέχεται τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί άμεσης έκδοσης των αποδείξεων ταυτόχρονα με τη λήψη της παραγγελίας μέσω συσκευής.

[...] Από την αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την αγόρευση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι στις 15.9.2012, ο κατηγορούμενος λειτουργούσε, με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…» κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος «Εστιατόριο-Μπαρ» στην Αθήνα και επί της οδού … Μετά από έλεγχο της Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας, ο ανωτέρω αρχικά φερόταν να μην έχει εκδώσει αποδείξεις λιανικής πώλησης, συνολικής αξίας 318,80 ευρώ που αφορούσαν σε ποτά και τρόφιμα που είχαν καταναλωθεί από καθήμενους πελάτες του ανωτέρω καταστήματος, όπως αναλυτικά εκτίθενται στη σελίδα 3 της έκθεσης φορολογικού ελέγχου του υπαστυνόμου Γ.Α. και της υπαστυνόμου Ε.Λ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις, καίτοι είχαν εκδοθεί οι αντίστοιχες αποδείξεις λιανικής πώλησης, αυτές είτε είχαν πέσει από τα αντίστοιχα τραπέζια, είτε είχαν πεταχτεί στα σκουπίδια. Μετά από ενδελεχή έρευνα τόσο του κατηγορουμένου όσο και του συνεταίρου του μετά τη διενέργεια και ολοκλήρωση του ως άνω ελέγχου, βρέθηκαν αποδείξεις ποσού 34,90 ευρώ για το τραπέζι «έξω 1», ενώ αρχικά ουδέν παραστατικό είχε βρεθεί, ποσού 6,00 ευρώ για το τραπέζι «έξω 7», ποσού 21,00 ευρώ για το τραπέζι «πάσο 1», ποσού 13,20 ευρώ για το τραπέζι «πάσο 4», ποσού 16,00 ευρώ για το τραπέζι «βαρέλι 1», ποσού 5,80 ευρώ για το τραπέζι «βαρέλι 3», ποσού 19,40 ευρώ για το τραπέζι «κολώνα 2». Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ταυτόχρονα με την αποστολή της παραγγελίας μέσω συσκευής εκδίδεται και η αντίστοιχη απόδειξη λιανικής πώλησης, ενώ σύμφωνα με προσκομιζομένη από τον ίδιο έκθεση δεν έχει γίνει καμία παρέμβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στο λογισμικό και στο σχετικό πρόγραμμα για την παρακολούθηση και καταχώριση παραγγελιών και επιπλέον σύμφωνα με την ίδια έκθεση εκτέλεση για κάθε παραγγελία εκδίδεται άμεσα απόδειξη από την ταμειακή μηχανή. Δεδομένων των ανωτέρω, ότι δηλαδή είναι δυνατόν, αν και είχαν εκδοθεί όλες οι ζητούμενες αποδείξεις, αυτές να μην ανευρέθησαν και ότι δεν αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση κάτι αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος περί άμεσης έκδοσης αποδείξεων ταυτόχρονα με τη λήψη της παραγγελίας, θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος.

Για τους λόγους αυτούς: Δικάζει παρόντος διά πληρεξουσίου τον κατηγορούμενο Κ.Ν. Κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο του ότι: Στην Αθήνα, στις 15.9.2012: Διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα, αν και υπόχρεος, απέφυγε να εκδώσει τα προβλεπόμενα από το ΠΔ 186/1992 (ΚΒΣ) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης «…», με ΑΦΜ …, ιδιοκτήτριας του επί της οδού …, καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος «…», με το διακριτικό τίτλο «…», κατελήφθη σε τουλάχιστον 13 περιπτώσεις, που αφορούσαν κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και τροφίμων, από καθήμενους πελάτες του ανωτέρω καταστήματος, να μην έχει εκδώσει τα προβλεπόμενα από το ΠΔ 186/1992 (ΚΒΣ) στοιχεία και δη αποδείξεις λιανικής πώλησης, συνολικής αξίας (318,80) ευρώ, ως ήταν υπόχρεος. Απαλλάσσει τον μηνυτή της πληρωμής των δικαστικών εξόδων και τελών της προκειμένης δίκης. Γίνεται μνεία ότι μετά την εξέταση του μάρτυρα και πριν από την έκδοση κάθε απόφασης, δίδονταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους τους παρόντες της δίκης, τελευταία δε πάντοτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου.

Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Αθώωση κατηγορουμένου για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης - Δεκτές αιτήσεις αναστολής στα διοικητικά δικαστήρια κατά των σχετικών πράξεων της φορολογικής αρχής (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, αριθμός απόφασης 469/2013)

[...] ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β', γ', Κ.Ποιν. Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005, σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κα/τνος ........... θεωρείται ....... και η συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών ... και προσκόμισε την από 4/2/13 έγγραφη δήλωση του κατηγορουμένου στην οποία αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας του και βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής του από την Λιμενοφύλακα ........... και με την οποία της παρέχει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει κατά την εκδίκαση της προκειμένης σε βάρος του κατηγορίας. Επειδή η εκπροσώπηση αυτή του ..... κατ/νου .... από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο είναι νομότυπη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις πρέπει γίνει δεκτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την εκπροσώπηση του αιτούντα κατ/νου ......... απο πληρεξούσιο δικηγόρο. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του O ΠΛΗΜ/ΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφάσεως, Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, απήγγειλε με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία και πρόσθεσε ότι, για την υποστήριξη της κατηγορίας, έχει κλητεύσει τον αναγραφόμενο κάτω από το κατηγορητήριο μάρτυρα κατηγορίας, το όνομα του οποίου εκφώνησε ο Πλημμελειοδίκης και ο οποίος βρέθηκε να είναι παρών. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος του κατ/νου προέβαλε τους παρακάτω αυτοτελούς ισχυρισμούς και έχουν ως εξής: [...] Η αρξαμένη εις βάρος μου ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη και, ως εκ τούτου, πρέπει και ζητώ να παύσει οριστικά και τούτο διότι:

1. ΠΕΡΙ ΣΥΓΓΝΩΣΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΑΝΗΣ. Οι άνω οφειλές προέκυψαν μετά την έκδοση από την Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού α) του υπ' αρ. 4/21.12.2005 για το οικονομικό έτος 1999, διαχειριστικής χρήσης 1/1/1998-31/12/1998, β) του υπ'αρ.4/21.12.2005 για το οικονομικό έτος 2000, διαχειριστικής χρήσης 1/1/1999-31/12/1999 και γ) του υπ' αρ.1/21.12.2005 για το οικονομικό έτος 2001, διαχειριστικής χρήσης 1/1/2000- 31/12/2000 φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος επί των οποίων κατατέθηκαν στην Δ.ΟΎ. Κορυδαλλού την 10η Φεβρουαρίου 2006 προσφυγές, με αίτημα την ακύρωση των προσβαλλόμενων και ανωτέρω αναφερόμενων φύλλων ελέγχου φόρου εισοδήματος. Ειδικότερα και όπως αναφέρεται στο κείμενο των ανωτέρω εμπροθέσμως κατατεθέντων προσφυγών (α) για το οικονομικό έτος 1999 επιβλήθηκε φόρος εισοδήματος 4.778.236 δραχμών μετά πρόσθετου φόρου 12.120.007 δραχμών ήτοι σύνολο 16.908.243 (49.620, 67 ευρώ) (β) για το οικονομικό έτος 2000 επιβλήθηκε φόρος εισοδήματος 5.510.082 δραχμών μετά πρόσθετου φόρου 11.801.586 δραχμών ήτοι σύνολο 17.311.668 (50.804,60 ευρώ) (γ) για το οικονομικό έτος 2001 επιβλήθηκε φόρος εισοδήματος 3.485.189 δραχμών μετά πρόσθετου φόρου 6.288.801 δραχμών ήτοι σύνολο 9.774.373 (28.684,88 ευρώ). Με την εμπρόθεσμη άσκηση των προσφυγών βεβαιώθηκε το 10% των ως άνω φόρων, ήτοι (α) για το οικονομικό έτος 1999 ποσό 5.020,59 ευρώ (συμπεριλαμβανομένης και της επιστροφής φόρου), (β) για το οικονομικό έτος 2000 ποσό 5.161,16 ευρώ (συμπεριλαμβανομένης και της επιστροφής -φόρου), και (γ) για το οικονομικό έτος 2001 ποσό 2.944, 13 ευρώ (συμπεριλαμβανομένης και της επιστροφής φόρου). Αμέσως μετά την κατάθεση των προσφυγών, προέβην στην κατάθεση αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης διοικητικής πράξης και με τις υπ' αριθμ. 2285, 2286 και 2287/08.06.2006 αποφάσεις του 9ου Τμήματος του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγιναν δεκτές εν όλω οι αντίστοιχες αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης (με Γ.Α.Κ. 10919, 10920 ΚΑΙ 10924/2006). Οι ως άνω αποφάσεις εκδόθηκαν την 8η Ιουνίου 2006, ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας που η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 205 του ΚΔΔμιας «Αν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάσσεται η ολική ή μερική Αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αντίστοιχη προσφυγή πράξης.» Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ προκύπτει ότι για να μην καταλογισθεί η πράξη, λόγω συγγνωστής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμα του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξης στον κατηγορούμενο είναι αυτοτελής και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεταί από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Ο κατηγορούμενος τυγχάνει λιμενεργάτης - φορτοεκφορτωτής, (χαμάλης), και εργάζεται στο λιμάνι της Ελευσίνας. Η μοναδική πηγή εισοδήματος του είναι ο μισθός του, από την παραπάνω χειρονακτική -εργασία του, όπως εμφαίνεται στα εκκαθαριστικά του σημειώματα των τελευταίων οικονομικών ετών. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν υπόχρεος προς πληρωμή του αναφερόμενου χρέους, λόγω αναστολής της εισπράξεως του, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αποφάσεις αναστολής εκτέλεσης των διοικητικών πράξεων, προ του ληξιπροθέσμου της οφειλής, και έτσι δικαιολογείται το συγγνωστό της πλάνης του: αίροντας τον καταλογισμό του και ειδικότερα αποκλείοντας το δόλο του. Με βάση τα ανωτέρω γίνεται πλέον φανερό ότι ο κατηγορούμενο δεν τέλεσε το αδίκημα νια το οποίο κατηνορείται και πρέπει να κριθεί ατιμώρητος λόγω συνδρoμής στο πρόσωπο του συγγνωστής voμικής πλάνης κατ' άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ. 2.

ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ. Σύμφωνα με τις βεβαιώσεις αποδοχών του Συνδέσμου Φορτοεκφορτωτών Λιμένα Ελευσίνας, αφαιρουμένων των αντίστοιχων πληρωτέων φόρων και των δαπανών συντήρησης του κατηγορουμένου και της οικογενείας του, προκύπτει ότι: λόγω της γενικότερης σημερινής οικονομικής κρίσης και της ευρύτερης δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας οι μηνιαίες αποδοχές του μειώθηκαν δραματικά και αγγίζουν κατά μέσο όρο το ποσό των 496,85 € μηνιαίως, ποσό πολύ χαμηλότερο από το αντίστοιχο του περασμένου έτους σύμφωνα με την με ημερομηνία 17.01.2013 βεβαίωση του Συνδέσμου Φορτοεκφορτωτών Ελευσίνας. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, καθόσον οδηγήθηκε στην τέλεση της πράξης από όχι ταπεινά αίτια, αλλά λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει ακόμη, ήτοι από μεγάλη ένδεια όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα, που προσκόμισα ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, καθώς η υποχρέωση του κατηγορουμένου για καταβολή του επίδικου χρέους είναι ατομική και αυτοτελής σε βάρος της προσωπικής του περιουσίας. Για τους παραπάνω λόγους ΖΗΤΩ Να παύσει οριστικά n εκ βάρος μου αρξαμένη ποινική δίωξη και να απαλλαγώ από την κατηγορία ή άλλως τη μείωση της ποινής. Αθήνα, 05 Φεβρουαρίου 2013

[...] Από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης που του αποδίδονται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, όσον αφορά στις επίδικες οφειλές προς το Δημόσιο, ο κατηγορούμενος είχε ασκήσει προσφυγές και αιτήσεις αναστολής των οικείων διοικητικών πράξεων, δυνάμει δε των υπ' αριθμ. 2285, 2286 και 2287/2006 αποφάσεων του ΤΡιμ.Δπρ.Αθ είχαν γίνει δεκτές οι αιτήσεις αναστολής, με αποτέλεσμα να μην ευθύνεται για την μη καταβολή των αναφερόμενων σε αυτές χρεών. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι μετά την απόρριψη των προσφυγών από τα οικεία διοικητικά δικαστήρια ανέκυψε εκ νέου υποχρέωση του κατηγορουμένου περί μεταβολή, των εν λόγω χρέων προς το Δημόσιο. Ωστόσο, ενόψει του εν λόγω η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρεται ότι είχε τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2006 έως 1/3/2011, ήτοι σε χρόνο που ίσχυε η αναστολή εκτέλεσης των επίδικων αρχών. (βλ. σχετ. κατάθεση μάρτυρα περί του ότι οι προσφυγές απορρίφθηκαν το έτος 2012), πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της πράξης που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Δικάζει παριστάμενο δια πληρεξουσίου του κατ/νο ........................ .

ΚΗΡΥΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο του ότι .................................... στov Κορυδαλλό, κατά το χρονικό διάστημα απο 01.08.2006 έως 01.03.2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου, τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που τo κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού σε βάρος του ατομικό χρέη προς το Δημόσιο, όπως αναλυτικώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού, ηθελημένα δεν κατέβαλε συνολικό ποσό είκοσι τρεις χιλιάδες διακόσια πέντε ευρώ και πενήντα ένα λεπτά (23.205,51€) μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ήτοι δεν κατέβαλε ποτέ τα εξής ποσά:

[...] AΠΑΛΛΑΣΕΙ τον μηνυτή .......... ........ , από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και τελών της προκειμένης δίκης. Γίνεται μνεία ότι μετά από εξέταση κάθε μάρτυρα και πριv από την έκδοση κάθε απόφασης, δίδονταν ο λόγος κατά σειρά, σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία, δε πάντοτε στην πληρεξούσια δικηγόρο του κατ/νου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του. Πειραιάς 5/2/2013 Ο Πλημμελειοδίκης Η Γραμματέας

Παραστάθηκε η δικηγόρος Χρυσούλα Χριστίνα Φραγκάκη, δικηγόρος Αθηνών

Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Εγκύκλιος Εισαγγελέα Αρείου Πάγου: Παραγραφή ποινών (άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 4198/2013) - Αρχειοθέτηση και των χρηματικών ποινών

Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2013.

Αριθ. Πρωτ.: 5206, Αριθμ. Εγκυκλίου : 10/13

Προς : τους κ.κ. Εισαγγελείς Εφετών και Πρωτοδικών της Χώρας

Με αφορμή ερώτημα που μας ετέθη από τη Διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, σχετικά με την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 4198/11-10-2013, το οποίο, αποτελεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, σας γνωρίζουμε τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 4198/11-10-2013 «α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεστεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές....β. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου .....». Εξάλλου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 8 παρ. 4 του ίδιου, ως άνω, νόμου «α. Ποινές στερητικές τις ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών....β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου........». Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι με τη νομοθετική αυτή παρέμβαση σκοπείται η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από υποθέσεις που κρίθηκαν αυθεντικά ως ήσσονος σημασίας, με κριτήριο το ύψος είτε της απειλούμενης είτε της επιβληθείσης ποινής, με την προϋπόθεση ότι η σχετική καταδικαστική απόφαση δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν έχει εκτιθεί η ποινή με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι την δημοσίευση του νόμου αυτού. Ειδικά για τις χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί αθροιστικά με στερητικές της ελευθερίας ποινές, οι οποίες εμπίπτουν στις κατά τα άνω προβλέψεις του νόμου, η αρχειοθέτηση των αποφάσεων μόνο για τις τελευταίες και η εξακολούθηση της διαδικασίας για τις χρηματικές ποινές, όχι μόνο δεν είναι σύμφωνη με το σκοπό του νομοθέτη, αλλά αντίκειται στη συστηματική και λογική σύλληψη της περί ης πρόκειται ρύθμισης. Και τούτο διότι, εκτός του ότι δεν αναχαιτίζεται σώρευση υποθέσεων στα ακροατήρια των ποινικών δικαστηρίων, είναι εύκολα αντιληπτή η ενδεχόμενη υποκείμενη αντίφαση, δηλαδή για την ίδια αξιόποινη πράξη, εκ του λόγου ότι η υπόθεση έχει εισαχθεί, λόγω ασκήσεως εφέσεως, στο ακροατήριο μόνο ως προς τη χρηματική ποινή, ο κατηγορούμενος να αθωωθεί και ταυτόχρονα η ίδια υπόθεση για την οποία έχει επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τους έξι μήνες, να έχει αρχειοθετηθεί. Περαιτέρω, στην περίπτωση που έχει επιβληθεί αμιγώς χρηματική ποινή, η σχετική απόφαση, πάντα με την προϋπόθεση ότι δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, τίθεται στο αρχείο, καθόσον, κατά τους ορισμούς του υπόψη νόμου, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη όλων των πράξεων (εκτός από τις εξαιρέσεις του νόμου) κατά των οποίων απειλείται χρηματική ποινή, η κατά τα άνω δε εξάλειψη του αξιοποίνου επέρχεται σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο και πριν το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης. Τυχόν δε διάκριση και συνακόλουθα διαφορετική αντιμετώπιση των περιπτώσεων «απειλούμενης» και «επιβληθείσης» χρηματικής ποινής, αντιβαίνει όχι μόνο στο γράμμα και στο σκοπό του νόμου, αλλά έρχεται σε αντίθεση και με την αξιουμενη ευθυδικία, ως ειδικότερης έκφανσης της γενικής αρχής της Δίκαιης Δίκης, που πρέπει να διατρέχει την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όσα διαλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. 3/5-7-2005 και 7/27-10-2005 εγκυκλίους μας.

Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ [...]

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

2315514897

Αθήνα

Σολωμού 58 και 28ης Οκτωβρίου (6ος Όροφος), 10678

2103810723

2315514897