Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  • Διασφαλίζουμε τα Συμφέροντα σας!
  • Γνώση & Εμπειρία
  • Συνέπεια & Αποτελεσματικότητα
  • Εχεμύθεια & Εμπιστοσύνη
  • Ειλικρίνεια & Υπευθυνότητα
  • Αξιοπιστία & Επαγγελματισμός
Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Πρόσκρουση ταχύπλοου με άλλο πλωτό με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών - Αποκατάσταση περιουσιακών και μη ζημιών (Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, αριθμός απόφασης 31/2013)

Περίληψη: Ναυτικό ατύχημα, σύγκρουση πλωτών ναυπηγημάτων. Στην περίπτωση σύγκρουσης πλωτών ναυπηγημάτων ελληνικής ιθαγένειας με ιταλική υπηκοότητα του κυρίου ενός εξ αυτών, εφαρμόζονται η ΣυμΒρ/1910 και το δίκαιο του τόπου τελέσεως του ποινικού αδικήματος. Ενσταση περιορισμού ευθύνης. Η ένσταση δεν εφαρμόζεται επί πλωτών ναυπηγημάτων. ΝΑΤ. Ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει από τους υπαίτιους αποκατάσταση των ζημιών, έστω αν λάβει αποζημίωση από το ΝΑΤ (κανόνας της «σωρευτικής απόληψης» της αποζημίωσης) Ασφάλιση. Ο πλοίαρχος, ο οποίος δεν είναι κύριος του ταχύπλοου που προκάλεσε ζημιές, δεν θεωρείται ασφαλισμένος και υπέχει ατομική ευθύνη. Πρόσκρουση ταχύπλοου με άλλο πλωτό με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών. Αποκατάσταση περιουσιακών και μη ζημιών. Αδεια χειριστού ταχυπλόου. Εάν η άδεια δεν είναι αναγνωρισμένη στην Ελλάδα, ο κυβερνήτης εξαιρείται της καλύψεως από ασφαλιστική σύμβαση.

[...] Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν α) η από 05.01.2007, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51/11.01.2007 αγωγή, η οποία νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22.10.2010 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1253/22.10.2010 κλήση, β) η από 03.12.2007, με αριθμό- κατάθεσης δικογράφου 1443/05.12.2007 ανακοίνωση δίκης.- προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, που επαναφέρεται νομίμως προς συζήτηση, με την από 28.04.2010, και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 469/30.04.2010 κλήση, και γ) η από 07.1.0.20.10, με αριθμό κατάθεση κι δικογράφου 1146/08.10.2010 πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, καθώς υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επιπλέον επέρχεται και μείωση των εξόδων, και, επιπρόσθετα, με την υπό στοιχείο α` αγωγή και την υπό στοιχείο β` ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή ανοίγονται αντίστοιχα κύρια δίκη και παρεμπίπτουσα αυτής δίκη (άρθρα 246 και 285 εδ. α` ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των άρθρων 2, 3 και 4 §§ 1 και 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1910 «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συγκρούσεως πλοίων», η οποία έχει κυρωθεί με το ν. ΓΩΠΣΤ/1911 και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 § 1 Σ, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού (ελληνικού) Δικαίου με αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, προκύπτει ότι, επί συγκρούσεως πλοίων, η ευθύνη και η προς αποζημίωση υποχρέωση κανονίζεται ανάλογα με το βαθμό υπαιτιότητας του κάθε πλοίου. Ειδικότερα, εάν η σύγκρουση πλοίων συνέβη από τυχαίο γεγονός ή από ανώτερη βία, ή αν υπάρχουν αμφιβολίες για τα αίτιά της, τότε οι ζημίες βαρύνουν αυτούς που τις υπέστησαν. Αν υπάρχει κοινή υπαιτιότητα, κάθε πλοίο ευθύνεται προς αποζημίωση ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητας που το βαρύνει. Οταν η σύγκρουση συνέβη από υπαιτιότητα του ενός πλοίου, τότε το πλοίο αυτό - είναι υποχρεωμένο να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που προκλήθηκαν σε βάρος του άλλου πλοίου ή του φορτίου ή των προσώπων που βρίσκονταν σε αυτό. Υπαίτιο για τη σύγκρουση είναι το πλοίο, όταν υφίσταται πταίσμα είτε του ιδίου του πλοιοκτήτη ή των προστηθέντων από αυτόν για τη χρήση του πλοίου προσώπων (επί παραδείγματι, πλοιάρχου, λοιπών μελών του πληρώματος κλπ.) περί την τήρηση των κανόνων, κανονισμών και συναλλακτικών ηθών που αφορούν στην κατάσταση του πλοίου, τον εξοπλισμό του, το χειρισμό του ή την κίνησή του. Φορέας δε της κατά τα ανωτέρω ευθύνης «του πλοίου» είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο, δηλαδή καταρχήν ο πλοιοκτήτης. Επισημαίνεται ότι οι ως άνω διατάξεις της προκείμενης Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1910 περιέχουν ρυθμίσεις ομοίου περιεχομένου με αυτές που καθιερώνουν τα άρθρα 235 και 236 ΚΙΝΔ. Η εν λόγω Σύμβαση δεν ρυθμίζει εξάλλου τα της ευθύνης προς τους ζημιωθέντες των υπαιτίων για τη σύγκρουση προσώπων (π.χ. μελών του πληρώματος), ενώ το άρθρο 239 ΚΙΝΔ ορίζει σχετικώς ότι η κατά τα προηγούμενα άρθρα ευθύνη των πλοίων είναι ανεξάρτητη της ευθύνης των υπαιτίων προσώπων προς τους ζημιωθέντες και τους πλοιοκτήτες. Κατά συνέπεια, τα υπαίτια πρόσωπα ευθύνονται ατομικά κατά τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις του Αστικού Κώδικα [βλ. συναφώς ΕφΠειρ 59/2011 ΕΕμπΔ 2011.445, ΕφΠειρ 1003/2003 ΕπισκΕΔ 2004.128, ΕφΠειρ 335/2003 ΕΝαυτΔ 2003.187, ΕφΠειρ 807/1992 ΕΝαυτΔ 1993.16, ΠολΠρωτΠειρ 526/1995 ΕΝαυτΔ 1995.494, Λ. Γεωργακόπουλο, Ναυτικό Δίκαιο, Αθήνα 2006, σελ. 355 επ., Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος τρίτος (άρθρα 190-297), Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σελ.274-282 και 317-319].

Η έννοια δε του πλοίου στην ως άνω Σύμβαση των Βρυξελλών είναι ευρεία και περιλαμβάνει τόσο τα «πλοία» όσο και τα «πλωτά ναυπηγήματα» του άρθρου 1 εδ.α` και β` ΚΙΝΔ. Επιπλέον, η Σύμβαση των Βρυξελλών εφαρμόζεται, κατά τα άρθρα 1 και 12 αυτής, ανεξαρτήτως των υδάτων στα οποία επήλθε η σύγκρουση, όταν όλα τα εμπλεκόμενα σε αυτήν πλοία έχουν εθνικότητα Συμβαλλομένου Κράτους. Αν, όμως, όλοι οι «ενδιαφερόμενοι», ως ενδιαφερομένων νοουμένων των διαδίκων που νομιμοποιούνται στη διεξαγωγή της οικείας δίκης, έχουν την ιθαγένεια της Πολιτείας του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, τότε εφαρμόζεται, αντί της Συμβάσεως, το εσωτερικό δίκαιο της Πολιτείας αυτής (Ι. Κοροτζής, ό. π., σελ. 315-316 και 324-326). Περαιτέρω, στην έννοια των νοσηλίων, για τα οποία, κατά το άρθρο 929 εδ.α` ΑΚ, δικαιούται αποζημίωσης ο αμέσως προσβληθείς εξ αδικοπραξίας. περιλαμβάνεται και η δαπάνη στην οποία υποβάλλεται, αυτός, ο αμέσως δηλαδή παθών, για τα εν γένει έξοδα του συνοδού του σε περίπτωση μετακινήσεως του σε άλλη πόλη, εφόσον η παρουσία του συνοδού κρίνεται - αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δε έξοδα- αποτελούν, ενδεικτικώς αυτά που γίνονται για την έκδοση εισιτηρίων μετάβασης προς την πόλη και επιστροφής από αυτήν με το κατάλληλο κατά περίπτωση συγκοινωνιακό μέσο, η δαπάνη διαμονής σε ξενοδοχείο, η δαπάνη εστιατορίου, καθώς και η δαπάνη μετακινήσεων εντός της άλλης αυτής πόλης (ΕφΠατρ 310/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5965/1999 Ελλνη 2001.175, ΠολΠρωτΑθ 189/2010 ΕπισκΕΔ 2010.583). Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων με την ανωτέρω υπό στοιχείο α` κυρία αγωγή του εκθέτει ότι στις 18.10.2004 και περί ώρα 11.15` πρωινή, εντός του όρμου Πεδίου Σύμης επισυνέβη ναυτικό ατύχημα, όταν το ταχύπλοο σκάφος «Α. Μ.», του οποίου πλοίαρχος (κυβερνήτης) κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή ήταν ο πρώτος εναγόμενος επέπεσε επί της λέμβου «Χ.», επί της οποίας επέβαινε ο ίδιος, που ήταν κύριος, νομέας και κάτοχός της, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην αγωγή. Οτι το ατύχημα αυτό οφείλεται αποκλειστικώς σε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, την οποία ο τελευταίος επέδειξε κατά την πλοήγηση του ως άνω σκάφους, και είχε ως συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του ιδίου (ενάγοντος) και την επέλευση .. υλικών ζημιών στη λέμβο του, όπως αναλυτικά ώ ειδικότερα περιγράφεται στην κρινομένη. Οτι νόμιμη κυρία και νομέας του ταχυπλόου «Α. Μ.» κατά το χρόνο .. του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει η δεύτερη των .. εναγομένων, η οποία εκμεταλλευόταν αυτό και είχε προστήσει στην πλοήγησή του κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία τον πρώτο εναγόμενο, σύζυγό της, και ότι αμφότερα τα εμπλεκόμενα στη σύγκρουση πλοιάρια αποτελούν πλωτά ναυπηγήματα υπό την έννοια του άρθρου 1 ΚΙΝΔ και είναι εγγεγραμμένα σε ελληνικό νηολόγιο. Με αυτήν την ιστορική αιτία, ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι προς τούτο εις ολόκληρον, α) ποσό 1.000 € ως δαπάνη πρόσληψης και απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας για να τον περιποιείται επί 16ώρου βάσεως για το διάστημα που νοσηλεύθηκε, εξαιτίας του ως άνω ατυχήματος, στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, β) ποσό 600 €, που αντιστοιχεί στην αξία υπηρεσιών που θα του παρείχε προσλαμβανόμενη επί τούτο νοσοκόμα με 8ωρη βάρδια για το ίδιο προαναφερθέν διάστημα νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, τις οποίες όμως του προσέφερε, σε υποκατάσταση της νοσοκόμας, καθ` υπέρβαση του ηθικού της καθήκοντος προς αυτόν και με υπερένταση των δυνάμεών της η σύζυγός του, γ) ποσό 2.000 € για δαπάνη λήψης βελτιωμένης διατροφής, που κατέστη αναγκαία εξαιτίας της προσγενόμενης βλάβης του σώματος και, της υγείας του, δ) ποσό 65 € για έξοδα ιατρικών εξετάσεων, και δη διενέργειας αξονικής τομογραφίας θώρακος, ε) ποσό 8257 €. για έξοδα διαμονής. Στη Pόδo της συζύγου του, η οποία τον συνόδευσε: στην ως άνω πόλη και παρέμεινε σε αυτήν καθ` όλη τη διάρκεια της νοσηλείας - του στο προρρηθέν νοσοκομείο, στ) ποσό 320 € για έξοδα μετακίνησης της συζύγου του στη Ρόδο κατά την αυτή περίοδο νοσηλείας, ζ) ποσό 200 € για έξοδα διαμονής του ιδίου και της συζύγου του, ως συνοδού του στη Ρόδο, για να υποβληθεί σε απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις παρακολούθησης της υγείας του μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, η) ποσό 1.400 € ως δαπάνη επισκευής της λέμβου, θ) ποσό 565 € για έξοδα εργασιών επισκευής της εσωλέμβιας μηχανής της λέμβου, και ι) ποσό 180.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από το ατύχημα (την οποία μάλιστα ως εκ περισσού επιμερίζει σε ποσό 150.000 € μέχρι τη 13η Απριλίου 2005 και σε ποσό 30.000 € για την επέκεινα χρονική περίοδο), παραιτούμενος νομοτύπως, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 223 εδ. β` ΚΠολΔ), από το αίτημα επιδίκασης σε αυτόν ποσού εκατόν Ευρώ (100 €) ΕΚ του τελευταίου κονδυλίου, προκειμένου να αξιώσει αυτό ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο. Ητοι, ζητά την καταβολή συνολικού ποσού εκατόν ογδόντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα πέντε Ευρώ (186.875€), με το νόμιμο τόκο για το μεν ποσό των 156.610 € [ήτοι τα κονδύλια (α)-(γ), (ε), (στ), (η-) και (θ) και ποσό 150.000 € εκ του κονδυλίoυ (ι)] - την καταβολή του οποίου είχε ζητήσει για την ίδια αιτία με τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 101/13.04.2005. αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνει ότι παραιτείται ρητώς με την υπό κρίση αγωγή του από (την επομένη) της επιδόσεως στους εναγομένους της αγωγής του εκείνης, για δε το υπόλοιπο ποσό των 30.265 € [δηλαδή τα κονδύλια (δ), (ζ) και ποσό 30.000 € εκ του κονδυλίου (ι)] από (την επομένη) της επιδόσεως στους τελευταίους της κρινομένης. Αιτείται, επιπλέον, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του πρώτου εναγομένου για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν τα δικαστικά του έξοδα. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 2 § 1 και 59 § 1 Κανονισμού 44/2001 της Ε.Ε. και 3, 7-10,14 § 2,18 περ. 1, 22, 35, 37 § 1 και 74 περ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από τη θέση σε ισχύ των μεταρρυθμίσεων του ΚΠολΔ που έλαβαν χώρα με τους ν. 3994/2011 και 4055/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 ΠΚ).

Ειδικότερα, η αγωγή αυτή- παραδεκτώς έχει ασκηθεί και εισάγεται πρoς συζήτηση και κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εναγομένης, απορριπτόμενης της συναφούς περί του αντιθέτου ενστάσεως της τελευταίας περί έλλειψης παθητικής της νομιμοποίησης, καθώς η διάδικος αυτή είναι φορέας, με βάση όσα επικαλείται στην αγωγή του ο ενάγων και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη που εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης, ως πλοιοκτήτρια του «υπαιτίου» πλωτού σκάφους, της εν προκειμένω προς δικαστική διάγνωση καταχθείσας υποχρέωσης αποζημίωσης αυτού για τη ζημία που υπέστη από το ιστορούμενο ατύχημα. Το αίτημά της, ωστόσο, περί καταβολής ποσού ύψους 1.400 € ως αποζημίωσης για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών που υπέστη η λέμβος από την παράνομη και αμελή ενέργεια του πρώτου εναγομένου κατά το χειρισμό του ταχυπλόου σκάφους το οποίο επέπεσε πάνω της είναι απορριπτέο ως αόριστο, καθώς σε αυτήν αναφέρεται μόνο το ως άνω ποσό ως αντιστοιχούν στη συνολική δαπάνη επισκευής. χωρίς να εξειδικεύονται τα επιμέρους ποσά που απαιτήθηκαν για αγορά ανταλλακτικών και αυτά που απαιτήθηκαν, αντίστοιχα, για τις εργασίες αποκατάστασης της ζημίας ούτε να αναφέρονται οι συγκεκριμένες μερικότερες εργασίες που απαιτείτο να διενεργηθούν και το ποσό που καταβλήθηκε για εκάστη (βλ. ΑΠ 569/2000 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1460/2009 Αρμ. 2011.213, ΕφΠειρ 577/2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον ότι το αίτημα να καταβληθεί αποζημίωση για τη δαπάνη επισκευής της βλάβης της μηχανής της λέμβου κρίνεται ως αρκούντως ορισμένο, δοθέντος ότι το συναφώς αιτηθέν ποσό εκτιμάται ότι αφορά αποκλειστικώς και μόνο σε εργασίες επισκευής, ενώ εξάλλου εξειδικεύονται στο δικόγραφο της κρινομένης τα επιμέρους κονδύλια που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση κάθε μεμονωμένου τμήματος αυτής. Κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και ορισμένη, η προκείμενη αγωγή είναι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη που βρίσκεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, και νόμω βάσιμη, ερειδομένη επί των διατάξεων των άρθρων 1, 3 και 5 της κυρωθείσης με το ν. ΓΩΠΣΤ/1911 Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1910 «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συγκρούσεως πλοίων», η οποία τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 12 της εν λόγω Συμβάσεως, έστω και αν αμφότερα τα συγκρουσθέντα πλοιάρια είναι ελληνικής εθνικότητας, ενόψει της ιταλικής ιθαγενείας της δεύτερης εναγομένης, σε συνδυασμό με τις κάτωθι διατάξεις του - εφαρμοστέου κατά τα λοιπά, βάσει του άρθρου 26 ΑΚ, ως δικαίου του, τόπου της συγκρούσεως - ελληνικού δικαίου, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 236 § 1 και 239 ΚΙΝΔ, που έχουν, όπως προαναφέρθηκε, ίδιο κανονιστικό περιεχόμενο με τις προαναφερθείσες διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών και εφαρμόζονται, με βάση- το άρθρο 1 ΚΙΝΔ, και επί πλωτών ναυπηγημάτων, και 297, 298, 299, 330, 914, 922, 932 εδ. α` και β` ΑΚ. Νόμιμη είναι και τα παρεπόμενα αιτήματα περί επιδικάσεως των νομίμων τόκων για μεν ποσό 6.610 € που αναλογεί στα κονδύλια (α), (γ), (ε), (στ), (η), (θ) της αγωγής από (την επομένη) της επιδόσεως στους. εναγόμενους της με αριθμό - κατάθεσης- δικογράφου 101/13.04.2005 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, από την οποία ο ενάγων έχει παραιτηθεί, και για ποσό 265 € [που αντιστοιχεί στα κονδύλια (δ) και (ζ) της αγωγής] από (την επομένη) της επιδόσεως σε αυτούς της υπό κρίση αγωγής, περί κήρυξης της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστής, περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως έξι (6) μηνών εις βάρος του πρώτου εναγομένου και περί επιβολής στους εναγομένους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 340, 345 εδ. α` και 346 ΑΚ (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 ν. 4055/2012), 176 εδ. α`, 907, 908 § 1 και 1047 § 1 ΚΠολΔ, λαμβανομένου ιδίως υπόψη, καθότι αφορά στο ως άνω περί τόκων αίτημα, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής καταλύει αναδρομικά μόνο τη διαδικαστική πράξη της καταψηφιστικής αγωγής, χωρίς να ανατρέπει τα αποτελέσματα της προηγηθείσας όχλησης που έλαβε χώρα με την επίδοση στον εναγόμενο του δικογράφου της (βλ. μόνο Μακρίδου, σε: Κεραμεύ/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ: Τ.-Ι, Αθήνα- Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή 2000, άρθρα 295 παρ. 5). Το παρεπόμενο, όμως αίτημα να επιδικασθούν νόμιμοι τόκοι για το ποσό των 150.000 €, που αντιστοιχεί σε μέρος της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, από (την επομένη) της επιδόσεως στους εναγομένους της προαναφερθείσας, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 101/13.04.2005 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, είναι νόμω αβάσιμο, καθόσον, σύμφωνα με όσα παραθέτει ο ενάγων στην αγωγή του, η όχληση στους εναγομένους να του καταβάλουν το ποσό που αντιστοιχεί στην ενιαία αξίωσή του προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, όπως το ύψος αυτής προσδιορίζεται (ενιαίως και συνολικώς) με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, προγενέστερων ή μη της ασκήσεως της ως άνω με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 101/13.04.2005 αγωγής του, τα οποία επικαλείται αυτός στην κρινομένη αγωγή, έλαβε χώρα το πρώτον με την επίδοση σε αυτούς της υπό κρίση αγωγής του.

Αντίθετα, και κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, νόμιμο είναι το (εν μέρει κυρίως, εν μέρει επικουρικώς, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου) προβαλλόμενο αίτημα να καταβληθούν νόμιμοι τόκοι επί του συνολικού ποσού των 180.000 €, που ζητείται ως χρηματική ικανοποίηση για την προκληθείσα ηθική βλάβη, από (την επομένη) της επιδόσεως στους εναγομένους της κρινομένης αγωγής, όπως ορίζουν και οι προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 340, 345 εδ. α` και 346 ΑΚ (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή- του με το άρθρο 2 ν. 4055/2012). Κατά το μέρος που - κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, η κρινόμενη αγωγή πρέπει, λοιπόν, να ερευνηθεί -περαιτέρω- και - ως προς- την ουσιαστική της βασιμότητα. Με την ανωτέρω υπό στοιχείο γ` περιγραφόμενη πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ των εναγομένων στην ως άνω με στοιχείο α` κύρια αγωγή η προσθέτως παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι η δεύτερη εναγομένη στην εν λόγω αγωγή είχε ασφαλίσει, ως λήπτρια της ασφάλισης, στην ιδία, με ισχυρή κατά το χρόνο του επιδίκου ναυτικού ατυχήματος σύμβαση ασφαλίσεως, την αστική της ευθύνη για ζημίες που θα προκαλούνταν σε τρίτους από τη λειτουργία του στην αγωγή αυτή αναφερθέντος ταχυπλόου σκάφους, και, με επίκληση έννομου συμφέροντος για τον ως άνω λόγο προς άσκηση της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης, αιτείται να απορριφθεί η αγωγή, παραιτούμενη παράλληλα από το δικόγραφο της από 05.11.2008 πρόσθετης παρέμβασής της, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο τούτο με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1436/10.11.2008. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση αρμοδίως και παραδεκτώς έχει ασκηθεί και φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, είναι νόμιμη (άρθρα 68, 80 και 81 ΚΠολΔ), και πρέπει, κατά συνέπεια, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς τη βασιμότητά της από ουσιαστικής απόψεως. Με τις προτάσεις που εμπρόθεσμα και νομότυπα κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενοι και η υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσα αρνούνται την κρινόμενη ... υπό .. στοιχείο α` κυρία αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι αποκλειστικός υπαίτιος του προκειμένου ατυχήματος είναι ο ενάγων της αγωγής αυτής και επικουρικώς ότι αυτό οφείλεται κατά ποσοστό 95% σε συντρέχον πταίσμα του, καθώς ο τελευταίος, όπως ειδικότερα εκτίθεται σε αυτές, α) δεν μερίμνησε, όπως όφειλε και μπορούσε, να αποφύγει το ατύχημα είτε απομακρύνοντας τη λέμβο του από την πορεία του ταχυπλόου σκάφους των εναγομένων είτε εγκαταλείποντας αυτήν (λέμβο) και, κολυμπώντας, απομακρυνόμενος από την πορεία του ταχυπλόου, β) αλίευε, παρά το νόμο, στην περιοχή Λιμένος Σύμης, και, σε κάθε περίπτωση, σε στενό δίαυλο και γ) δεν είχε αναρτήσει επί της λέμβου του τα οριζόμενα από τους οικείους νομικούς κανόνες σχήματα, με αποτέλεσμα να αυξήσει από τις ως άνω πράξεις και παραλείψεις του τον κίνδυνο πρόκλησης του τελικά επελθόντος ναυτικού ατυχήματος. Οι ανωτέρω με στοιχεία α-γ` ισχυρισμοί, που προβάλλονται επικουρικώς, όπως έχει προεκτεθεί, αποτελούν έκαστος αυτοτελή ένσταση περί ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του. Ολες δε οι ενστάσεις αυτές είναι νόμιμες, αφού βασίζονται στις διατάξεις των άρθρων 4 §§ 1 και 2 της προρρηθείσης Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1910, στις ομοίου κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 236 §§ 2 και 3 ΚΙΝΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, και πρέπει, κατά συνέπεια, εκάστη να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν. Η δεύτερη εναγομένη δηλώνει, επιπροσθέτως και επικουρικώς, ότι η ευθύνη της για ζημίες που προκλήθηκαν από το επίδικο ατύχημα περιορίζεται στο ύψος των 5.000 €, που αναλογεί στην αξία του εμπλακέντος σε αυτό ταχυπλόου σκάφους, του οποίου η ιδία είναι κυρία. Η προκείμενη ένσταση, όμως, περιορισμού της ευθύνης είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι με το άρθρο 1 εδ. α` και β` ΚΙΝΔ δεν προβλέπεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Πέμπτου Τίτλου του ΚΙΝΔ, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αυτές των άρθρων 85 επ., που ρυθμίζουν τα του περιορισμού της ευθύνης του πλοιοκτήτη ή του κυρίου του πλοίου, επί πλωτών ναυπηγημάτων (άρθρο 1 εδ. α` και β` ΚΙΝΔ), ενώ εξάλλου ούτε οι διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου του 1976 «για τον περιορισμό της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις», που κυρώθηκε με το ν. 1923/1991 και αποτελεί συνεπώς αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού Δικαίου με αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, εφαρμόζονται επί πλωτών πλοηγημάτων υπό την έννοια του άρθρου 1 ΚΙΝΔ, αφού η έννοια του «θαλασσοπλοούντος πλοίου», επί του οποίου εφαρμόζονται οι διατάξεις της ως άνω Σύμβασης (βλ. άρθρο 1 § 2 αυτής), καθορίζεται με βάση τον ορισμό που δίδει για το «πλοίο» η διάταξη του άρθρου 1 εδ.α` ΚΙΝΔ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω συμπληρωματικώς προς τις διατάξεις της Σύμβασης [βλ. αντί πολλών Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος δεύτερος (άρθρα 84- 189), Αθήνα-Κομοτηνή, 2005, σελ. 21].

Πρέπει, επομένως, η ένσταση αυτή να απορριφθεί. Οι εναγόμενοι της ως άνω υπό στοιχείο. α` εκτεθείσας (κυρίας) αγωγής εκθέτουν, με την προηγουμένως υπό στοιχείο β αναφερθείσα προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή τους (η οποία περιγράφεται στο δικόγραφό της ως «ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως», πλην όμως εν προκειμένω δεν αποτελεί ανακοίνωση δίκης, καθώς ναι μεν η ανακοίνωση δίκης διαφέρει από την προσεπίκληση, αλλά η τελευταία περιέχει ούτως ή άλλως τα στοιχεία της ανακοίνωσης δίκης και τότε ισχύει ως τέτοια, όταν δεν έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως προσεπίκληση, βλ. μόνο Νίκα, σε: Κεραμεύ/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τ. Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Κομοτηνή 2000, άρθρο 91 αρ. 1 και 3), όπως το περιεχόμενο του δικογράφου της εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, ότι ο ανωτέρω ενάγων άσκησε εναντίον τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ανωτέρω με στοιχείο α` αναφερόμενη κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν κατά λέξη, με την οποία αυτός ζητά να υποχρεωθούν να του καταβάλουν το συνολικό ποσό που εκτίθεται στην κυρία εκείνη αγωγή με αιτία την ευθύνη τους για την πρόκληση του στην ίδια εκείνη αγωγή ιστορούμενου θαλασσίου ατυχήματος. Οτι, περαιτέρω, αμφότεροι ήταν ασφαλισμένοι, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το εν λόγω ατύχημα, σε ό,τι αφορά στην ευθύνη καθενός τους για ζημίες προξενηθείσες σε τρίτους -από το- φερόμενο ως ζημιογόνο σκάφος, στην-καθ` ης η προσεπίκληση- παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία -δυνάμει ισχύοντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, -προσεπικαλούν την καθ` ης-η προσεπίκληση παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ώστε να παρέμβει στην υπό στοιχείο α` κυρία δίκη και να υποστηρίξει τα αιτήματά τους σε αυτήν, και ζητούν επικουρικώς, σε περίπτωση δηλαδή που γίνει δεκτή η εις βάρος τους κυρία αγωγή, να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό καταβάλουν οι ίδιοι στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής δυνάμει της απόφασης που θα εκδοθεί επ` αυτής (κυρίας αγωγής), να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και, τέλος, να επιβληθούν τα δικαστικά τους έξοδα στην καθ` ης η προσεπίκληση - παρεμπιπτόντως εναγομένη. Με το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση προσεπίκληση και η σωρευθείσα στο δικόγραφό της παρεμπίπτουσα αγωγή παραδεκτά εισάγονται για να συζητηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τις εκδικάσει κατά την ίδια εν προκειμένω τακτική διαδικασία (άρθρα 8, 9 § 1 περ. α`, 11 § 1 και 60 § 1 Κανονισμού 44/2001 της Ε.Ε. και 3, 7-10, 14 § 2, 18 περ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν από τη θέση σε ισχύ των μεταρρυθμίσεων του ΚΠολΔ που έλαβαν χώρα με τους ν. 3994/2011 και 4055/2012, 31 § 1, 69 § 1 περ. ε`, 88, 89 και 283 ΚΠολΔ). Αμφότερες δε, η προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή, είναι νόμιμες, στηριζόμενες- λαμβανομένου υπόψη ότι εφαρμοστέο δίκαιο στην επίδικη σύμβαση ασφαλίσεως είναι το ελληνικό δίκαιο, καθώς αυτό είναι, δυνάμει, του άρθρου 15 γενικών όρων αστικής ευθύνης που έχουν ενσωματωθεί στην εν λόγω σύμβαση και αποτελούν περιεχόμενό της, το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα συμβαλλόμενα μέρη (άρθρο 25 εδ. α` ΑΚ) - στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 5 της προρρηθείσης Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1910, 236 § 1, 239, 257-259 και 262 ΚΙΝΔ, 914, 922, 340, 345 εδ. α`, 346 και 361 ΑΚ, 1 επ. και 25 ν. 2496/1997, και 176 εδ.α` ΚΠολΔ, και πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω αν είναι και βάσιμες κατ` ουσίαν. Η καθ` ης η προσεπίκληση παρεμπιπτόντως εναγομένη έχει ασκήσει την ανωτέρω ήδη αναφερθείσα, υπό στοιχείο γ΄ πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων στην υπό στοιχείο α` κυρία αγωγή. Επιπρόσθετα, με τις εμπροθέσμως και νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της στο Δικαστήριο τούτο, αρνείται την παρεμπίπτουσα αγωγή, ισχυριζόμενη ότι οι ζημίες που φέρονται ότι προκλήθηκαν στον ενάγοντα της με στοιχείο α` κυρίας αγωγής από το ταχύπλοο σκάφος που ανήκει στην κυριότητα της δεύτερης παρεμπιπτόντως ενάγουσας δεν καλύπτονται από τη σύμβαση ασφαλίσεως, την οποία επικαλούνται οι παρεπιμπτόντως ενάγοντες για να ζητήσουν από αυτήν (παρεμπιπτόντως εναγομένη) όσα ζητούν με την προκείμενη παρεμπίπτουσα αγωγή τους. Επικουρικώς δε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι ως άνω ζημίες, δυνάμει ρητού όρου της προαναφερθείσας ασφαλιστικής συμβάσεως, εξαιρούνται της καλύψεως που παρέχεται με βάση αυτήν, καθώς ο πλοίαρχος-χειριστής του ταχυπλόου που ευθύνεται για την επέλευσή τους δεν έχει νόμιμη και ισχυρή άδεια πλοήγησης του σκάφους. Ο επικουρικά προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός της παρεμπιπτόντως εναγομένης συνιστά ένσταση, η οποία είναι νόμιμη, βασιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 25 εδ. α` ν. 2496/1997, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Από την εκτίμηση του περιεχομένου της καταθέσεως του νομίμως εξετασθέντος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρα του ενάγοντος της ανωτέρω υπό στοιχείο α` αναφερθείσας κυρίας αγωγής, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ιδίως δε από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε εις βάρος του πρώτου εναγομένου της ανωτέρω με στοιχείο α` αναφερομένης αγωγής και συμπεριλαμβανομένων των μετ` επικλήσεως προσκομισθεισών φωτογραφιών (άρθρο 444 περ. 3 ΚΠολΔ), από τις με αριθμό 3072/24.10.2007 και 3073/24.10.2007 ένορκες βεβαιώσεις των (…) ενώπιον της συμβολαιογράφου Σύμης. Ε. Μ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται, ο ενάγων, της ανωτέρω υπό στοιχείο α` αγωγής, με πρωτοβουλία, του οποίου συντάχθηκε εκάστη μετά από νόμιμη, κλήτευση των αντιδίκων του που έλαβε χώρα πριν από τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες (άρθρο 270 § 2 εδ. γ` ΚΠολΔ - βλ. τη με αριθμό 11074/17.10.2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρόδου ...), όπως επίσης και από τη με αριθμό 2679/05.12.2006 ένορκη βεβαίωση (…), ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Σύμης (…), την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο ίδιος ως άνω διάδικος και η οποία λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς, όπως προκύπτει από την ημερομηνία σύνταξής της (πριν από την άσκηση της ανωτέρω υπό στοιχείο α` αναφερομένης κυρίας αγωγής), αυτή καταρτίστηκε για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη, παλαιότερη δίκη, και δη στη δίκη που είχε διανοιγεί με την άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου της με αριθμό 101/13.04.2005 αγωγής και έχει ήδη καταργηθεί, και όχι επί τούτοις, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη παρούσα δίκη (βλ. ΑΠ 743/2011 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 635/2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακεδ 70/2008 Αρμ.2009.366), και από τις περιεχόμενες στις προτάσεις τους ομολογίες των διαδίκων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων της ανωτέρω υπό στοιχείο α`, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51/11.01.2007 (κυρίας) αγωγής Γ. Κ. επέβαινε, στις 18.10.2004 και περί ώρα 11.15` π.μ., στην ερασιτεχνικού τύπου λέμβο, «Χ.», της οποίας ο ίδιος ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος, μήκους 4 μέτρων, μεγίστου πλάτους 1,40 μέτρων και ύψους εξάλων 0,80 μέτρων, που είναι εγγεγραμμένη στο Λεμβολόγιο Σύμης με αριθμό εγγραφής 804 (ημερομηνία αρχικής εγγραφής: 28.05.1984) και που έφερε μία εσωλέμβια μηχανή εργοστασίου κατασκευής ΗΑΝΖ ιπποδύναμης 6,5 περίπου Η Ρ, επιστρέφοντας από ψάρεμα, στο οποίο επιδιδόταν τακτικά.

Τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο ενάγων βρισκόταν με τη λέμβο του εντός του όρμου του Πεδίου Σύμης, και, έχοντας σβήσει προ είκοσι πέντε (25) περίπου μέτρων τη μηχανή της, μάζευε τα δίχτυα του, με σκοπό να βγει στην ακτή, από την οποία απείχε απόσταση 80-100 περίπου μέτρων. Σημειωτέον ότι την ημέρα εκείνη οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και επικρατούσε ηλιοφάνεια. Την ίδια ως άνω χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής (και πρώτος των εναγόντων στην ανωτέρω υπό στοιχείο γ` αναφερθείσα, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1443/05.12.2007 παρεμπίπτουσα αγωγή) ξεκίνησε από την ακτή του προαναφερθέντος όρμου Πεδίου Σύμης, κατευθύνοντας το ταχύπλοο σκάφος «Α. Μ.», μήκους 5,35 μέτρων, μεγίστου πλάτους 2,04 μέτρων και ύψους εξάλων 0,80 μέτρων που είναι εγγεγραμμένη στα οικεία βιβλία-του Λιμένος Σύμης με αριθμό εγγραφής- 03 και έτoς αρχικής εγγραφής 2002. Τoυ ταχύπλοου αυτού σκάφους κυρία και νομέας ήταν η δεύτερη εναγομένη της υπό στοιχείο α` αναφερομένης κυρίας αγωγής (και δεύτερη ενάγουσα της ανωτέρω υπό στοιχείο γ` με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1443/05.12.2007 παρεμπίπτουσας αγωγής), στην οποία ανήκε κατά την προκείμενη ημερομηνία η εξουσία εκμετάλλευσής του. Η διάδικος δε αυτή είχε προστήσει στην πλοήγηση του εν λόγω σκάφους κατά την συγκεκριμένη ημέρα τον πρώτο εναγόμενο της κυρίας αγωγής (και πρώτο ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής), που τύγχανε σύζυγός της. Το προκείμενο δε ταχύπλοο σκάφος φερόταν στην οικεία άδεια εκτέλεσης πλόων του Λιμενικού Σταθμού Σύμης να είναι εξοπλισμένο με εξωλέμβια μηχανή τύπου ΥΑΜΑΗΑ μεγίστης συνεχούς ιπποδύναμης 40 ΗΡ. Πλην όμως, στις 18.10.2004 εκινείτο με μηχανή του ιδίου τύπου (ΥΑΜΑΗΑ), μικρότερης όμως ιπποδύναμης, και δη 25 ΗΡ, με την οποία προφανώς η ιδιοκτήτριά του είχε σε κάποιο προγενέστερο χρονικό σημείο αντικαταστήσει την αρχική, μεγαλύτερης ιπποδύναμης μηχανή (βλ. την από 18.10.2004 ένορκη μαρτυρική κατάθεση στην οικεία ποινική προδικασία του λιμενικού υπαλλήλου Ι. Β.). Λόγω δε της μικρότερης ισχύος της εγκατασταθείσας στο εν λόγω σκάφος μηχανής από αυτήν της μηχανής με την οποία αυτό προβλεπόταν να είχε εξοπλισθεί, κατά την εκκίνηση της μηχανοκίνητης πορείας του η πρύμνη του βυθίζεται στα ύδατα, ανασηκωνομένης - αντίστoιχα της πλώρης του, με αποτέλεσμα το σκάφος να απαιτείται να διανύσει μια κάποια απόσταση μέχρι να «πλανάρει», δηλαδή να κινείται ευθυγράμμως, παράλληλα προς την επιφάνεια των υδάτων. Εξαιτίας, εξάλλου, του βυθίσματος της πρύμνης του στα πρώτα μέτρα της μηχανοκίνητης πορείας του, το σκάφος αυτό δεν μπορεί να αναπτύξει εξαρχής μεγάλη ταχύτητα. Ξεκινώντας, λοιπόν, από την ακτή του Πεδίου Σύμης, ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής, που οδηγούσε το σκάφος «Α. Μ.», έδωσε σε αυτό πορεία προς το σημείο όπου βρισκόταν η λέμβος «Χ.», επί της οποίας επέβαινε ο ενάγων της κυρίας αγωγής. Το ως άνω ταχύπλοο κινήθηκε, για το λόγο που προεκτέθηκε, με όχι μεγάλη ταχύτητα προς τη «Χ.» - ήτοι, λαμβανομένου υπόψη ότι υψηλή ταχύτητα για τέτοιου είδους σκάφος θεωρείται αυτή των 15 περίπου ναυτικών μιλίων ανά ώρα (βλ. την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης), με ταχύτητα περίπου 10 ναυτικών μιλίων την ώρα. Οταν πλησίασε σε απόσταση 20- 30 περίπου μέτρων από αυτήν, ο ενάγων της κυρίας αγωγής προσπάθησε με φωνές να υποδείξει στον οδηγό του (του «Α. Μ.») να αλλάξει πορεία, πλην όμως το ταχύπλοο συνέχισε την πορεία του, με αποτέλεσμα, υπερπηδώντας την πλώρη της λέμβου, να προσκρούσει σε αυτήν και εν συνεχεία, γλιστρώντας επ` αυτής, να αναπηδήσει και- να συνεχίσει την πορεία του επί των υδάτων. Καθίσταται, προφανές από την πορεία που ακολούθησε το «Α. M.» μέχρι να επιπέσει επί της λέμβου ότι ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής, ως πλοίαρχος του ταχυπλόου, ουδαμώς αντιλήφθηκε την παρουσία της λέμβου «Χ.» επί της πορείας του, γιατί διαφορετικά θα είχε φροντίσει, σε κάποιο σημείο της πορείας του σκάφους που κυβερνούσε από την ακτή μέχρι την ως άνω λέμβο, να προβεί σε ελιγμό αλλαγής πορείας. Το ότι, εξάλλου, αυτός δεν αντιλήφθηκε την προκείμενη λέμβο οφείλεται ότι ο ίδιος κατά την πλοήγηση του «Α. Μ.», και ενώ βέβαια γνώριζε ότι με τη θέση σε λειτουργία της εξωλέμβιας μηχανής του θα ανυψωθεί σε πρώτο στάδιο η πλώρη του σε σχέση με την πρύμνη του, δεν επέδειξε, τόσο πριν από την εκκίνηση της μηχανοκίνητης πορείας του όσο και κατά την πορεία του ταχύπλοου μέχρι την πρόσκρουση στη «Χ.», την απαιτούμενη (αυξημένη, ενόψει του γεγονότος ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία του «πλαναρίσματος», της δηλαδή της πορείας του σκάφους, η ανύψωση της πλώρης σε σχέση με την πρύμνη τον εμπόδιζε να έχει άνετο έλεγχο της περιοχής έμπροσθεν του σκάφους επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει προκειμένου να ελέγχει αν στην πορεία που σχεδίαζε να ακολουθήσει και που ακoλουθούσε παρεμβάλλονταν ή ήταν δυνατόν να παρεμβληθούν άλλα άτομα (λουόμενοι) ή - πλοιάρια, σκάφη και εν γένει αντικείμενα, επί των οποίων υπήρχε κίνδυνος να επιπέσει το ταχύπλοο. Το συμπέρασμα αυτό του Δικαστηρίου του ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται δηλαδή σε μη επίδειξη της δέουσας σύνεσης και επιμέλειας εκ μέρους του χειριστή του «Α. Μ.», ενισχύεται και από το ότι οι καιρικές συνθήκες τη στιγμή του ατυχήματος ήταν καλές, η φωτεινότητα επαρκής (καθώς ήταν περίπου μεσημέρι), η λέμβος ήταν ορατή ήδη από το σημείο από το οποίο ξεκίνησε την πορεία του το σκάφος, απέχουσα από το σημείο αυτό 80 περίπου μέτρα, και δεν υπήρχε κάποιο άλλο, φυσικό ή τεχνητό, εμπόδιο, που να παρενοχλούσε την ορατότητα στον όρμο του` Πεδίου.

Περαιτέρω, ο ενάγων της κυρίας αγωγής δεν μπορούσε να προβεί σε κάποιον πλοηγικό χειρισμό ή κάποια άλλη κίνηση, ούτως ώστε να αποφύγει το επισυμβάν θαλάσσιο ατύχημα, δοθέντος ότι καταρχήν εύλογα υπολόγιζε, με βάση τις ανωτέρω επικρατούσες στον τόπο και χρόνο του ατυχήματος συνθήκες, ότι ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής θα είχε ήδη αντιληφθεί την ύπαρξη της λέμβου του στο συγκεκριμένο σημείο του όρμου και άρα προσδοκούσε ότι αυτός θα άλλαζε πορεία. Οταν πλέον το «Α. Μ.» είχε προσεγγίσει σε απόσταση 20-30 μέτρων από τη λέμβο αυτήν, κινούμενο με ταχύτητα δέκα (10) περίπου ναυτικών μιλίων την ώρα, ο χρόνος (των 5-6 δευτερολέπτων) που απέμενε σε αυτόν (ενάγoντα της κυρίας αγωγής) ήταν, κατ’ αντικειμενική πολύ μικρός, προκειμέvου να δυνηθεί αυτός είτε να απομακρύνει την, πλέον χωρίς δια μηχανής προώθηση κινούμενη βάρκα του από την διαγραφόμενη πορεία του ταχύπλοου είτε να απομακρυνθεί ο ίδιος, βουτώντας στη θάλασσα και κολυμπώντας. Επιπλέον, σύμφωνα και με όσα έχουν ήδη εκτεθεί προηγουμένως, την ώρα της πρόσκρουσης ο ενάγων της κυρίας αγωγής είχε ήδη περατώσει τη διαδικασία της αλιείας και απλώς μάζευε τα δίχτυα του από τη θάλασσα, ετοιμαζόμενος να εξέλθει στην ακτή. Και αν ακόμη, όμως, ήθελε υποτεθεί ότι η περισυλλογή των διχτύων αποτελεί μέρος της διαδικασίας του ψαρέματος (αλιείας), σε καμία περίπτωση ο προκείμενος ενάγων δεν αλίευε κατά παράβαση κειμένων διατάξεων. Ειδικότερα, ναι μεν απαγορεύεται και δη απολύτως η αλιεία εντός του Λιμένα της Σύμης, σύμφωνα με το άρθρο 151 § 1 περ. α` της με αριθμό 2121/07/2004 Απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας (περί εγκρίσεως του Γενικού Κανονισμού Λιμένος Σύμης), πλην όμως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο όρμος Πεδίου Σύμης αποτελεί τμήμα του Λιμένος της Σύμης, δεδομένου ότι ο όρμος αυτός (Πεδίου Σύμης) είναι διαφορετικός από τον όρμο της Σύμης, στον οποίο βρίσκεται και η περιοχή Λιμένος Σύμης, ενώ εξάλλου δεν προέκυψε ότι υφίσταται απαγόρευση αλιείας που να ισχύει συγκεκριμένα για αυτόν (όρμο Πεδίου Σύμης). Ούτε έχει αποδειχθεί ότι την ώρα του ατυχήματος ο ενάγων της κυρίας αγωγής, κατά παράβαση της διάταξης του κανόνα 9 περ. γ` της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου του 1972 περί των «Διεθνών Κανονισμών προς Απόφυγήν Συγκρούσεων εν Θαλάσση», που κυρώθηκε με το ν.δ. 93/1974 και τέθηκε σε ισχύ με το π.δ 94/1977, αλίευε σε στενό δίαυλο, παρεμποδίζοντας κατ` αυτόν τον τρόπο το διάπλου των λοιπών πλεουμένων που κινούνταν στο δίαυλο, καθώς, όπως προκύπτει από την εννοιολογική ανάλυση του όρου «δίαυλος», που σημαίνει «πέρασμα που συνδέει δύο άλλες (ευρύτερες) θάλασσες», ο όρμος Πεδίου Σύμης, ο οποίος δεν συνδέει δύο άλλες θάλασσες μεταξύ τους, δεν αποτελεί «δίαυλο». Περαιτέρω, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων της κυρίας αγωγής ψάρευε, υπό την ως άνω έννοια, κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης και άρα ότι είχε την υποχρέωση να επιδεικνύει επί της λέμβου του ένα σχήμα αποτελούμενο από δύο κώνους με ενωμένες τις κορυφές τους επί κατακόρυφης γραμμής ή, εναλλακτικά, ένα καλάθι, όπως επιτάσσει ο κανόνας 26 περ. α` και γ` της προρρηθείσης Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου του 1972, προκειμένου αυτή να είναι ορατή σε άλλα πλεούμενα, σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι η παράλειψή του να αναρτήσει τέτοιο σχήμα συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, δεδομένου ότι, ενόψει των ανωτέρω αναφερθεισών συνθηκών που επικρατούσαν το συγκεκριμένο χρονικό σημείο (ηλιοφάνειας, καλής ορατότητας,-έλλειψης άλλων εμποδίων κλπ.), ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής μπορούσε έστω και χωρίς την επίδειξη κάποιου των ως άνω σχημάτων, κάλλιστα να είχε επισημάνει την παρουσία της λέμβου στα θαλάσσια νερά, πράγμα που δεν έπραξε. Συνεπώς, ο ενάγων της κυρίας αγωγής δεν συντέλεσε με καμίας μορφής πταίσμα στην πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης. Αντίθετα, το προκείμενο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου της κυρίας αγωγής, ο οποίος, μη επιδεικνύοντας την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει σε αντίστοιχες συνθήκες ο μέσος συνετός πλοίαρχος (οδηγός) ταχυπλόου, δεν οδηγούσε με προσοχή και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, και, συγκεκριμένα, δεν έλεγξε προσηκόντως, όπως όφειλε και ηδύνατο να πράξει, τη θαλάσσια περιοχή έμπροσθεν του σκάφους του «Α. Μ.», προκειμένου να διακριβώσει ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης αυτού κατά την πορεία που θα ακολουθούσε με άλλο πλοίο ή πλωτό ναυπήγημα. Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τις διαστάσεις τους, κανένα των συγκρουσθέντων πλεουμένων δεν είχε χωρητικότητα τουλάχιστον δέκα κόρων (28,30 κυβικών μέτρων), με αποτέλεσμα αμφότερα να αποτελούν «πλωτά ναυπηγήματα» και όχι «πλοία» υπό την έννοια του άρθρου 1 ΚΙΝΔ. Περαιτέρω, κατά το προπεριγραφέν θαλάσσιο ατύχημα, ο ενάγων της κυρίας αγωγής, ο οποίος κατά το χρόνο που αυτό έλαβε χώρα ήταν 69 ετών, υπέστη βαρύτατα τραύματα και περαιτέρω βλάβες της υγείας του, και συγκεκριμένα κακώσεις θώρακος με πολλαπλά κατάγματα του δεξιού ημιθωρακίου και άλλα θλαστικά τραύματα και αιματώματα στην περιοχή του θώρακα και πολλαπλά κατάγματα πλευρών, ενώ εξάλλου επιδεινώθηκαν ήδη προϋπάρχοντα καρδιαγγειακά του προβλημάτων (στεφανιαίας νόσου κλπ. - βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου 4005/19.10.2004 ιατρική βεβαίωση του διευθυντή της Θωρακοχειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου «Ανδρέας Παπανδρέου» και τη με αριθμό πρωτοκόλλου 4170/27.10.2004 ιατρική βεβαίωση του αναπληρωτή διευθυντή της Καρδιολογικής Κλινικής του ιδίου νοσοκομείου). Λόγω του κρισίμου της καταστάσεώς του διαμετακομίσθηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου και εισήχθη ως επείγον περιστατικό στο θωρακοχειρουργικό του τμήμα. Στο ως άνω θεραπευτικό ίδρυμα παρέμεινε για διάστημα ενός μηνός, ήτοι μέχρι τις 19.11.2004. Μετά δε την έξοδό του από το νοσοκομείο, και για διάστημα αρκετών ετών, έπρεπε να υποβάλλεται σε περιοδικούς ιατρικούς ελέγχους για τη διαπίστωση της πορείας της υγείας του, ενώ μέχρι της σήμερον ταλανίζεται από χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια που του προκλήθηκε εξαιτίας των προπαρατεθέντων καταγμάτων (βλ. σχετικά τη με αρ.πρωτοκόλλου 1955/18.05.2009 ιατρική βεβαίωση της Καρδιολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου «Ανδρέας Παπανδρέου», καθώς επίσης και την από 23.05.2006 διάγνωση του ιατρού-ακτινοδιαγνώστη Τ. Β. και την από 20.12.2006 βεβαίωση του πνευμονολόγoυ-φυματιολόγoυ Γ.Δ).

Επιπρόσθετα, ο ενάγων της κυρίας αγωγής είχε ανάγκη εξαιτίας-της βαρύτητας των τραυμάτων του και του ότι αναγκαστικά βρισκόταν σε ακινησία, με αποτέλεσμα να μην δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί πέραν των υπηρεσιών που του παρείχε το νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου Ρόδου, και της περιποίησης και φροντίδας τρίτου προσώπου επί 24ώρου βάσεως καθ` όλο το ανωτέρω αναφερθέν διάστημα, κατά το οποίο παρέμεινε νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο αυτό, πλην του διαστήματος μεταξύ 21.10.2004 και 02.11.2004, κατά το οποίο αυτός είχε εισαχθεί προς παρακολούθηση και θεραπεία στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του νοσοκομείου. Τις οικείες υπηρεσίες του τις παρείχε επί 16ώρου βάσεως (πλην του διαστήματος της νυκτός) η σύζυγός του, υποκαθιστώντας στο έργο αυτό οικιακή βοηθό που ο ενάγων της κυρίας αγωγής θα ήταν υποχρεωμένος να προσλάβει για 16ωρη απασχόληση για την εν λόγω χρονική περίοδο (από 18.10.2004 μέχρι 20.10.2004 και από 02.11.2004 μέχρι 19.11.2004), καθ` υπέρβαση του ηθικού της καθήκοντος προς τον παθόντα και με υπερένταση των προσπαθειών της. Για τις πρoεκτεθείσες υπηρεσίες ο ενάγων θα κατέβαλε σε αμειβόμενη οικιακή βοηθό, με βάση τα κρατούντα στην αγορά, το ειθισμένο ημερομίσθιο ύψους τριάντα Ευρώ (30 €), ήτοι συνολικό ποσό (20 ημερών Χ 30 € =) εξακοσίων Ευρώ (600 €) για το προπαρατεθέν διάστημα. Επιπρόσθετα, την περιποίησή του. για τις λοιπές οκτώ ώρες του 24ώρους κατά τη διάρκεια δηλαδή της νύχτας, τις προσέφερε σε αυτόν για το ίδιο χρονικό διάστημα (20 ημερών, από 18.10.2004 μέχρι 20.10.2004 και από 02.11.2004 μέχρι 19.11.2004) αποκλειστική νοσοκόμα, την οποία είχε προσλάβει ο παθών για το σκοπό τούτο έναντι ημερομισθίου ύψους πενήντα Ευρώ (50 €), ο οποίος συνεπώς και κατέβαλε σε αυτήν το συνολικό ποσό των χιλίων Ευρώ (1.000 €) (20 ημέρες Χ 50 €) (βλ. συναφώς την μετ` επικλήσεως προσκομιζόμενη από 10.01.2006 απόδειξη της εν λόγω νοσοκόμας Ε. Ψ.). Οπως εξάλλου προκύπτει και από τα προαναφερθέντα, η σύζυγος του ενάγοντος της κυρίας αγωγής ήρθε και αυτή από τη Σύμη στη Ρόδο, όπου και παρέμεινε, ως συνοδός του, κατά την περίοδο της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο της πόλης, η παρουσία της δε στο πλευρό του ήταν επιβεβλημένη, προκειμένου να επιμεληθεί των διοικητικής υφής υποθέσεών του με το νοσοκομείο, να τον φροντίζει και να του παρέχει ηθική στήριξη. Για τη μετακίνησή της, δύο φορές την ημέρα, από το σημείο διαμονής της στη Ρόδο προς το νοσοκομείο και τανάπαλιν για τις 32 ημέρες κατά τις οποίες απαιτήθηκε να διανύσει την οικεία διαδρομή (μεταξύ 18.10.2004 και 19.11.2004) αυτή υποχρεώθηκε να μισθώσει αγοραίο όχημα (ταξί), δαπανώντας συνολικά για την αιτία αυτή ποσό 320 €, καθώς η μετ` επιστροφής διαδρομή προς και από το νοσοκομείο κόστιζε ποσό 5 € (βλ. την από 21.11.2004, απόδειξη του αυτοκινητιστή Ν. Τ. του Συνδέσμου Ταξί Ρόδου). Αντίθετα, από κανένα των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του ενάγοντος της κυρίας αγωγής διέμεινε κατά την ως άνω περίοδο, σε ξενοδοχείο (πανσιόν) στη Ρόδο και ότι κατέβαλε οιοδήποτε ποσό για τη διαμονή της σε αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ο ενάγων της κυρίας αγωγής δαπάνησε κάποιο ποσό για τη διαμονή του ιδίου και της συνοδεύουσας αυτόν συζύγου του σε ξενοδοχείο της Ρόδου μεταξύ 18.05.2006 και 23.05.2006, προκειμένου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις κατά την ως άνω περίοδο, οι οποίες ήταν επιβεβλημένες για να ελεγχθεί η πορεία των βλαβών της υγείας του τις οποίες υπέστη από το επίδικο ατύχημα, ούτε ότι αυτός κατέβαλε αντίτιμο 65 € για την αξονική τομογραφία θώρακος, η οποία διενεργήθηκε στις 23.05.2006 στο ιατρικό κέντρο Ρόδου με το διακριτικό τίτλο «Α.». Τέλος, ούτε από τις ιατρικές βεβαιώσεις-γνωματεύσεις που μετ` επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο αποδεικνύεται ότι του συνεστήθη από τους θεράποντες ιατρούς του, ως αναγκαία για την αποθεραπεία του, η λήψη ειδικής (βελτιωμένης) διατροφής. Επομένως, τα οικεία κονδύλια της κρινομένης, ανωτέρω υπό στοιχείο α` (κυρίας) αγωγής (περί δαπανών δηλαδή διαμονής της συζύγου σε ξενοδοχείο της Ρόδου μεταξύ 18.10-19.11.2004, περί δαπανών- διαμονής σε ξενοδοχείο στην ίδια πόλη μεταξύ 18.05-23.05.2006, περί δαπανών για αξονική τομογραφία και περί δαπανών για για βελτιωμένη διατροφή πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα από ουσιαστικής απόψεως. Περαιτέρω, ο ενάγων της κυρίας αγωγής - βίωσε εντονότατη ταραχή και αγωνία, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το προπεριγραφέν ναυτικό ατύχημα, κατά το οποίο κινδύνευσε η ίδια η ζωή του, και, επιπλέον, αναγκάστηκε να υπομείνει ψυχικά το σωματικό πόνο που του προκλήθηκε από τις βαρειάς μορφής κακώσεις που του προκλήθηκαν. Υφίσταται δε μέχρι και σήμερα, πέραν της σωματικής, και ψυχική ταλαιπωρία εξαιτίας της χρόνιας ανεπάρκειας του αναπνευστικού συστήματος, από την οποία υποφέρει και η οποία αποτελεί συνέπεια του τραυματισμού του στο εν λόγω ατύχημα. Ενόψει λοιπόν του ψυχικού άλγους και της ψυχικής καταπόνησης στην οποία έχει εκτεθεί και συνεχίζει να εκτίθεται εξαιτίας της προκείμενης σύγκρουσης, έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την οποία πρέπει να του παρασχεθεί ανάλογη ικανοποίηση. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο ασφαλιστικός οργανισμός του καλούντος- ενάγοντος της κυρίας αγωγής, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο στην προκειμένη περίπτωση, είχε καταβάλει ή όφειλε να καταβάλει σε αυτόν, ως ασφαλιστική παροχή, το ποσό που αντιστοιχούσε στις προεκτεθείσες δαπάνες, δεν συντρέχει, αντίθετα με ό,τι αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι της κυρίας αγωγής, περίπτωση μείωσης της ζημίας, την αποκατάσταση της oπoίας αυτός δικαιoύται να αξιώσει από τους εν λόγω διαδίκους, κατά το ποσό αυτό που έλαβε δηλαδή ή μέλλει να λάβει από το Ν.Α.Τ. Τούτο συμβαίνει, καθώς η διάταξη του άρθρου 10 § 5 ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 1 ν. 4476/1965 και εν συνεχεία συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 ν. 1654/1986 η οποία προβλέπει ότι το Ι.Κ.Α. υποκαθίσταται στην αξίωση που έχει ασφαλισμένος του εναντίον τρίτου για ζημίες που υπέστη, μεταξύ άλλων, λόγω ασθενείας ή αναπηρίας κατά το ποσό κατά το οποίο αυτό οφείλει, με βάση την περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσία, να καλύψει την εν λόγω ζημία - εφαρμόζεται αναλογικώς, δυνάμει του άρθρου 47 § 6 ν. 3518/2006, μόνο σε ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξαρτήτων απασχολουμένων και στον Ο.Γ.Α., με αποτέλεσμα για τους ασφαλισμένους του Ν.Α.Τ. να παραμένει εν ισχύ ο κανόνας της «σωρευτικής απόληψης» της αποζημίωσης, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 930 § 3 ΑΚ, και άρα ο ενάγων της κυρίας αγωγής να δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για τις ανωτέρω εκτεθείσες ζημίες του από τους ευθυνόμενους για την επέλευση του ιστορούμενου ζημιογόνου ατυχήματος, ανεξαρτήτως του αν δικαιούται να αξιώσει κάλυψη των ιδίων αυτών ζημιών και από το Ν.Α.Τ. Από την πρόσκρουση του σκάφους «Α. Μ.» στη λέμβο «Χ.» υπέστη, επίσης, σημαντικές ζημίες η εσωλέμβια - μηχανή της λέμβου, καθώς προκλήθηκε βλάβη σε τμήματά της, όπως το δυναμό, η μίζα, ο πίνακας (ταμπλώ) και τα φώτα. Για την επισκευή της εν λόγω μηχανής ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει συνολικό ποσό 565 ευρώ το οποίο αφoρά σε δαπάνες εργασιών για την αποκατάσταση των ως άνω ζημιών (βλ. ειδικότερα το με αριθμό 60/16.11.2006 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του ηλεκτρολόγου …).

Επιπλέον, το ταχύπλοο σκάφος «Α. Μ.» ήταν, κατά την ημερομηνία που επισυνέβη το ιστορούμενο ναυτικό ατύχημα, ασφαλισμένο, καθότι αφορά στην αστική ευθύνη για ζημίες προκαλούμενες σε τρίτους, στην προσεπικαλούμενη - εναγομένη της ανωτέρω υπό στοιχείο β`, με αριθμό κατάθεσης 1443/05.12.2007 προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, δυνάμει του με αριθμό ......./30.07.2002 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, του οποίου η ισχύς είχε ανανεωθεί, ούτως ώστε να καλύπτει τελικώς και το χρονικό διάστημα από 25.07.2004 μέχρι και 25.07.2005. Λήπτρια της ασφάλισης που συνήφθη με το ως άνω συμβόλαιο (αντισυμβαλλομένη της εναγομένης της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής) ήταν η δεύτερη εναγομένη της κυρίας αγωγής (και δεύτερη ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής), η οποία ήταν και η κυρία του εν λόγω ταχυπλόου, όπως προειπώθηκε. Σύμφωνα δε με τον ειδικό όρο που περιλαμβάνεται στην 5η σελίδα του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την προκείμενη ασφαλιστική σύμβαση ασφαλίζεται η αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη του σκάφους στο οποίο η σύμβαση αυτή αφορά. Περαιτέρω, και στο άρθρο 2 των ειδικών όρων αστικής ευθύνης σκαφών αναψυχής, που ενσωματώνονται στην, ως άνω σύμβαση και αποτελούν αναπόσπαστα τμήμα της, ο πλοίαρχος ή κυβερνήτης του σκάφους θεωρείται ως «τρίτος», ήτοι ως πρόσωπο διαφορετικό του ασφαλισμένου. Επομένως, η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση δεν κάλυπτε και την αστική ευθύνη του πρώτου εναγομένου της κυρίας αγωγής (και πρώτου ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής) για ζημίες που αυτός, ως πλοίαρχος (κυβερνήτης-πλοηγός) του ταχύπλοου, θα προξενούσε σε τρίτα πρόσωπα, καθώς αυτός δεν ήταν ιδιοκτήτης του σκάφους. Αρα, αυτός δεν δικαιούται να ζητήσει από την εναγομένη της παρεμπίπτουσας αγωγής ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει το ποσό που θα κληθεί ο ίδιος να πληρώσει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής ως αποζημίωση για τη ζημία που του προκλήθηκε από το ένδικο ατύχημα, καθώς δεν ανήκει στα ασφαλισμένα με βάση την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση πρόσωπα. Εξάλλου, ο ασφαλιζόμενος δια της συμβάσεως αυτής κίνδυνος ήταν ο κίνδυνος να υποχρεωθεί ο ιδιοκτήτης του ταχυπλόου «Α. Μ.» να καταβάλει σε τρίτους αποζημίωση για «ζημιές από ατυχήματα (απώλεια ζωής, σωματικές βλάβες ή και υλικές ζημιές) που τυχόν προξενηθούν σε αυτούς από άδικες πράξεις ή παραλείψεις αυτού ή των προσώπων που έχει στην υπηρεσία του» (βλ.-το περιεχόμενο του ως άνω ειδικού όρου που περιλαμβάνεται στην η σελίδα του εγγράφου της συμβάσεως, ο οποίος ως εκ του περιεχομένου του, αφορών δηλαδή στην ευθύνη για ζημίες προκληθείσες από τo συγκεκριμένο ταχύπλοο σκάφος, έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων και επικρατεί των, γενικών και ειδικών, όρων, οι οποίοι, προδιατυπωθέντες για αόριστο αριθμό ομοειδών συμβάσεων, έχουν ενσωματωθεί στην προκείμενη σύμβαση ασφαλίσεως). Εκ τούτου παρέπεται ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση κάλυπτε καταρχήν τον κίνδυνο να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη της κυρίας αγωγής (και δεύτερη ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής) να καταβάλει αποζημίωση στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής για τις ζημίες που υπέστη από το επισυμβάν στις 18.10.2004 θαλάσσιο ατύχημα, δεδομένου ότι αυτό προκλήθηκε από την ανωτέρω αναλυθείσα αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου της κυρίας αγωγής, τον οποίο η ίδια είχε προστήσει στην πλοήγηση του σκάφους της και που άρα υπ` αυτήν την έννοια τελούσε στην υπηρεσία της. Ωστόσο, το άρθρο 6 § 11 των ειδικών όρων αστικής ευθύνης σκαφών αναψυχής, που, όπως έχει αναφερθεί, ενσωματωθέντες στην εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση αποτελούν περιεχόμενό της, προβλέπει εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη για τις ζημίες που επισύρουν την αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη του σκάφους και οι οποίες προήλθαν εξαιτίας του χειριστή του σκάφους, ο οποίος, μεταξύ άλλων δεν έχει νόμιμη και ισχύουσα άδεια. Πράγματι, την ημερομηνία του ενδίκου ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής διέθετε μεν επαγγελματικό ναυτικό δίπλωμα της Γαλλικής Δημοκρατίας, που του έδιδε τη δυνατότητα να κυβερνεί νομίμως πλοίο με μηχανή ισχύος μεγαλύτερης, των 4,5, KW πλην όμως το δίπλωμα αυτό δεν είχε αναγνωρισθεί από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές, με αποτέλεσμα να μην έχει ισχύ ως νόμιμη άδεια χειρισμού σκάφους στα Ελληνικά ύδατα, ούτε είχε εκδοθεί στο όνομά του κάποια άλλη, νομίμως ισχύουσα στην Ελλάδα άδεια διακυβέρνησης ταχυπλόου (βλ. την από 18.10.2004 έκθεση ένορκης μαρτυρικής εξέτασης του λιμενικού υπαλλήλου και τη με αριθμό 18/18.10.2004 έκθεση βεβαίωσης παράβασης της Λιμενικής Αρχής Σύμης). Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής εστερείτο κατά την ως άνω ημερομηνία νομίμου εν Ελλάδι αδείας χειριστού ταχυπλόου σκάφους και, ως εκ τούτου, εξαιρούνταν της καλύψεως που παρεχόταν με τη με αριθμό .........../30.07.2002 ασφαλιστική σύμβαση, όπως η ισχύς της είχε νομίμως ανανεωθεί. Κατ` ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει, απορριπτομένων ως αβασίμων από ουσιαστικής απόψεως των περί συντρέχοντος πταίσματος ενστάσεων των εναγομένων της ανωτέρω υπό στοιχείο α`, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51/11.01.2007 κυρίας αγωγής και της υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσας και γενομένης εν μέρει δεκτής ως και κατ` ουσίαν βάσιμης της ήδη με στοιχείο γ αναφερθείσας,- με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1146/08.10.2010 πρόσθετης- παρέμβασης, να γίνει εν μέρει δεκτή η ανωτέρω υπό στοιχείο α. εκτεθείσα κυρία αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε αυτήν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, στον ενάγοντα αυτής, ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από το επίδικο ναυτικό ατύχημα, συνολικό ποσό (1.000,00 € + 600,00 € + 320,00 € + 565,00 € =) δύο χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε Ευρώ (2.485,00 €), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 101/13.04.2005 αγωγής που ο προκείμενος ενάγων είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατά τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ.

Λαμβανομένων, περαιτέρω, υπόψη των συνθηκών τέλεσης της προκειμένης αδικοπραξίας, του είδους και των συνεπειών της προσβολής των εννόμων αγαθών του ενάγοντος της υπό στοιχείο α` κυρίας αγωγής, της βαρύτητας του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος πρώτου εναγομένου και της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων (βλ. ΑΠ 285/2012 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 44/2009 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 526/2010 Αρμ. 2011.1126), πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της εν λόγω (υπό στοιχείο α`) αγωγής, να καταβάλoυν, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη κατά τα προδιαληφθέντα, το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων Ευρώ (25.000 €), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής. Νόμιμη, περίπτωση να αφαιρεθεί από το τελευταίο αυτό κονδύλιο ποσό ύψους 100 €, προκειμένου, να αξιωθεί στο μέλλον ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, δεν συντρέχει, καθώς το ως άνω ποσό των 100 € έχει ήδη επιδικασθεί στον ενάγοντα της προκείμενης αγωγής δυνάμει τελεσίδικης μάλιστα απόφασης ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα με τη με αριθμό 46/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Β` Βαθμού). Περαιτέρω, συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ούτως ώστε να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση, κατά τις ως άνω καταψηφιστικές της διατάξεις, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 908 § 1 εδ.α` και β` περ.δ` ΚΠολΔ, προσωρινώς εκτελεστή για ποσό ύψους έξι χιλιάδων Ευρώ (6.000,00 €), δεδομένου ότι κρίνεται πως η καθυστέρηση στην εκτέλεση για το ποσό αυτό θα προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, συνεκτιμωμένου, όμως, παράλληλα και ότι το μεγαλύτερο μέρος του κατά τα ανωτέρω επιδικασθησομένου σε αυτόν ποσού δεν αφορά σε χρηματική αποζημίωση για τωόντι διενεργηθείσες ή απαιτούμενες να διενεργηθούν στο εγγύς μέλλον από αυτόν δαπάνες. Εξάλλου, δεν υφίσταται νόμιμος λόγος να απαγγελθεί προσωπική κράτηση εις βάρος του πρώτου εναγομένου της υπό στοιχείο α` αγωγής, καθώς η αξία της επιδικασθείσας εις βάρος του απαίτησης υπολείπεται του ποσού των τριάντα χιλιάδων Ευρώ (βλ. σχετικώς άρθρο 1047 § 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 ν. καθώς επίσης και άρθρο 72 § 12 ν. 3994/2011). Επιπρόσθετα, μη αποδειχθέντος ότι η δια της ανωτέρω υπό στοιχείο β` αναφερθείσας, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1443/05.12.2007 προσεπίκλησης παρεμπίπτουσας αγωγής- προσεπικαλούμενη παρεμπιπτόντως εναγόμενη υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης των προσεπικαλούντων παρεμπιπτόντως εναγόντων σε αυτήν κατά το ποσό που πρέπει αυτοί να καταβάλουν στον ενάγοντα της ανωτέρω υπό στοιχείο α` κυρίας αγωγής, πρέπει η ως άνω προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Τα δικαστικά, τέλος, έξοδα των διαδίκων της υπό στοιχείο α` κυρίας αγωγής και της υπό στοιχείο γ` πρόσθετης παρέμβασης στη δι` αυτής διανοιγείσα δίκη πρέπει, εν όψει της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, να κατανεμηθούν μεταξύ τους και συγκεκριμένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος της εν λόγω αγωγής (υπό στοιχείο α`) να επιβληθεί, αναλόγως της έκτασης της νίκης του, εις βάρος των εναγομένων στην αγωγή αυτή και εις βάρος της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας (άρθρα 178 § 1 και 182 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα της προσεπικαλούμενης - παρεμπιπτόντως εναγόμενης της υπό στοιχείο β` προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής πρέπει να επιβληθούν- εις βάρος των δι` αυτής η ποσεπικαλούντων παρεμπιπτόντως εναγόντων, λόγω της ήττας των τελευταίων στην οικεία δίκη (άρθρο 176 ΚΠολΔ) όπως ως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 05.01.2007, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51/11.01.2007 κυρία αγωγή, β) την από 03.12.2007, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1443/05.12.2007 προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή και γ) την από 07.10.2010, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1146/08.10.2010 πρόσθετη παρέμβαση, με παρόντες τους διαδίκους. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης κρίθηκε απορριπτέο. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανωτέρω υπό στοιχείο α`, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 51/11.01.2007 κυρία αγωγή. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανωτέρω υπό στοιχείο γ`, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1146/08.10.2010 πρόσθετη παρέμβαση. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους της ανωτέρω υπό στοιχείο α` κυρίας αγωγής να καταβάλουν εις ολόκληρον στον δι` αυτής ενάγοντα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε Ευρώ (27.485,00 €), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για μεν ποσό δύο χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα πέντε Ευρώ (2.485,00 €) εκ του ως άνω ποσού από την επομένη της επιδόσεως σε αυτούς της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 101/13.04.2005 αγωγής που ο προκείμενος ενάγων είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, για δε το υπόλοιπο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων Ευρώ (25.000 €) από την επομένη της επιδόσεως σε αυτούς της υπό κρίση αγωγής. ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη για το ποσό των έξι χιλιάδων Ευρώ (6.000,00 €). ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους της ως άνω (υπό στοιχείο α`) κυρίας αγωγής και τη δια της υπό στοιχείο γ` προσθέτου παρεμβάσεως προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα να καταβάλουν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος της υπό στοιχείο α` αγωγής, το οποίο καθορίζει στο ύψος των χιλίων τετρακοσίων Ευρώ (1.400,00 €). ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανωτέρω υπό στοιχείο β`, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1443/05.12.2007 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους προσεπικαλούντες παρεμπιπτόντως ενάγοντες της ως άνω (υπό στοιχείο β`) προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα της προσεπικαλουμένης παρεμπιπτόντως εναγομένης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200,00 €).

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.