Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΑΘΗΝΑ

Επικοινωνήστε μαζί μας 2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Επανάληψη πειθαρχικής διαδικασίας - Προϋποθέσεις (Συμβούλιο της Επικρατείας, αριθμός απόφασης 3330/2013)

Περίληψη: Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, κατ’ αίτηση του πειθαρχικώς καταδικασθέντος υπαλλήλου, προβλέπεται σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την έκδοση της καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, εκδίδεται μόνον αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη για την οποία διώχθηκε πειθαρχικώς ο υπάλληλος. Η παύση όμως της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής δεν εμπεριέχει κρίση του ποινικού δικαστηρίου σχετικά με την τέλεση ή μη των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας. Όταν η πειθαρχική καταδίκη του υπαλλήλου εχώρησε επί τη βάσει πλειόνων πράξεων ή παραλείψεων, οι οποίες, προκειμένου να του επιβληθεί πειθαρχική ποινή, αποτέλεσαν αντικείμενο συνεκτίμησης, η έκδοση αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος για ορισμένες μόνον από τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις, συνιστά νόμιμο λόγο επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας.

Διατάξεις: άρθρα 114 [παρ. 3-5], 143 ΥΚ

[...] 2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή, η οποία συζητείται στην επταμελή σύνθεση του Γ’ Τμήματος κατόπιν της 2473/2012 παραπεμπτικής απόφασης της πενταμελούς σύνθεσης του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητείται εμπροθέσμως (ΣτΕ 2473/2012 σκ. 3) η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της .../3.3.2005 απόφασης-πρακτικού του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του ήδη προσφεύγοντος να επαναληφθεί η εναντίον του πειθαρχική διαδικασία, η οποία είχε λάβει χώρα τον Ιούνιο του 1996 και είχε καταλήξει στην επιβολή σε βάρος του της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης από την θέση του εφοριακού υπαλλήλου και την απόλυσή του από την υπηρεσία.

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τον πειθαρχικό φάκελο του προσφεύγοντος προκύπτουν τα εξής: Α. Με το .../00025.8.1992 παραπεμπτήριο έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών, ο προσφεύγων παραπέμφθηκε ενώπιον του Β΄ Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών για να ελεγχθεί για την διάπραξη σειράς αποδιδόμενων σε αυτόν πειθαρχικών παραπτωμάτων, ήτοι: 1) παράβαση καθήκοντος, επειδή α) ως εκδότης βεβαιωμένων εσόδων της ΙΒ΄ ΔΟΥ Αθηνών, κατά το διάστημα από 1.1.1989 έως 9.12.1991 προέβη σε αλλοίωση του .../1 ατομικού δελτίου χρέους της ετερόρρυθμης εταιρείας ..., με αποτέλεσμα αντί ποσού 3.301.184 δρχ, που αποτελούσε το χρέος της εταιρείας προς το Δημόσιο, να φέρεται ως εισπραχθέν σε εξόφληση ποσό 1.030.242 δρχ., ενώ θα έπρεπε να έχει εισπραχθεί επιπλέον ποσό 2.269.942 δρχ., β) υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ο προσφεύγων, κατά το ίδιο διάστημα, βεβαίωσε ψευδώς σε δέκα περιπτώσεις ρητώς κατονομαζόμενων φορολογουμένων [...] ότι αυτοί πληρούσαν τις προϋποθέσεις φορολογικής ενημερότητας με αποτέλεσμα να τους χορηγηθεί σχετικό αποδεικτικό, ενώ στην πραγματικότητα οι ανωτέρω όφειλαν ληξιπρόθεσμα χρέη. Επίσης, ο προσφεύγων, στις 27.2.1991, βεβαίωσε ψευδώς επί αιτήσεως του φορολογουμένου ..., ότι έχει γίνει ρύθμιση χρέους του τελευταίου για ποσό 2.831.117 δρχ., ενώ κατά την ημερομηνία αυτή οφείλονταν ληξιπρόθεσμα χρέη ύψους 4.148.204 δρχ. πλέον προσαυξήσεων και γ)ως εκδότης βεβαιωμένων εσόδων βεβαίωσε ψευδώς επί του σημειώματος θεώρησης βιβλίων-στοιχείων ότι η εταιρεία ... ΕΠΕ είναι φορολογικά ενήμερη. Επίσης, σε άλλες επτά περιπτώσεις, ρητώς κατονομαζόμενων φορολογουμένων [...], ο προσφεύγων θεώρησε στοιχεία του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (τιμολόγια-δελτία αποστολής), με την ένδειξη ότι αυτοί είναι φορολογικώς ενήμεροι, ενώ τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους δεν δικαιολογούσαν την θεώρηση αυτή, 2) από βαριά αμέλειά του υπήρξε υπαίτιος για ατασθαλίες κατά την τήρηση και κατάρτιση των ατομικών δελτίων χρεών διαφόρων φορολογουμένων. Ειδικότερα, αποδόθηκε στον προσφεύγοντα ότι από βαριά του αμέλεια α) τα δελτία χρεών των ... είχαν τεθεί στο αρχείο των εξοφλημένων, ενώ υπήρχαν ανείσπρακτα υπόλοιπα, β) τα δελτία χρεών των φορολογουμένων ... ανέγραφαν λανθασμένο εισπρακτέο υπόλοιπο, πάντοτε υπέρ των ως άνω φορολογουμένων και σε βάρος του Δημοσίου και γ) στις περιπτώσεις των φορολογουμένων ... δεν είχε γίνει ορθός υπολογισμός των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής χρεών, και τούτο σε βάρος του Δημοσίου και 3) με τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του έβλαψε το κύρος του ιδίου ως δημοσίου υπαλλήλου και της υπηρεσίας του, συμπεριφορά που χαρακτηρίσθηκε ως χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπής για υπάλληλο εντός της υπηρεσίας. Με το από 4.6.1996 πρακτικό του Β’ Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, ο προσφεύγων κρίθηκε πειθαρχικώς ένοχος και του επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης για τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος και της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς εντός υπηρεσίας, ενώ ως προς τις πράξεις που είχαν τελεσθεί από βαριά αμέλεια κρίθηκε ότι αυτές είχαν υποπέσει σε παραγραφή. Ο προσφεύγων δεν άσκησε ένδικα μέσα κατά της ως άνω πειθαρχικής απόφασης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και, κατόπιν αυτού, απολύθηκε από την υπηρεσία του (απόφαση Υπουργού Οικονομικών .../9.10.1996, ΦΕΚ Γ’ 204/22.10.1996). Β. Κατά το ποινικό της σκέλος, η υπόθεση εξελίχθηκε ως εξής: Με την 298, 341/1998 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο προσφεύγων i) κηρύχθηκε αθώος για το αδίκημα της κατ’ εξακολούθηση ψευδούς βεβαίωσης, ως προς την πράξη της χορήγησης αποδεικτικών φορολογικής ενημερότητας χωρίς να έχει προηγηθεί ρύθμιση των σχετικών χρεών των φορολογουμένων ..., ... ΕΠΕ, Ν.Δ., Δ. και Σία Ο.Ε. και Δ.Τ., ii) έπαυσε η ποινική του δίωξη λόγω παραγραφής για το αδίκημα της νόθευσης εγγράφου, ήτοι του .../1 δελτίου χρέους της εταιρείας ..., ενώ iii) κηρύχθηκε ένοχος για το κακούργημα της κατ’ εξακολούθηση απιστίας στην υπηρεσία, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, ως προς τις υποθέσεις: α) της εταιρείας Σ.Μ. ΕΕ, β) της εμφάνισης ως εξοφλημένων των δελτίων χρεών των ... και γ) της εμφάνισης με μικρότερα χρωστούμενα υπόλοιπα των ..., ενώ ως προς την περίπτωση της εμφάνισης ως ρυθμισμένου χρέους του ..., η οποία κατά τον ποινικό δικαστή συνιστά «μερικότερη πράξη της κακουργηματικής απιστίας», ο προσφεύγων κηρύχθηκε αθώος. Ακολούθως, με την 854/7.6.2001 απόφαση του πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: «... (ο προσφεύγων) με την ιδιότητα του φοροτεχνικού υπαλλήλου και κατά το διάστημα από 1.1.1989 έως 9.12.1991 υπηρετούσε στην ΙΒ ΔΟΥ Ζ., στην οποία ήταν υπεύθυνος για την έκδοση δελτίων χρεών των φορολογουμένων που αντιστοιχούσαν (μεταξύ άλλων) στο γράμμα Μ και είχε επιφορτισθεί με τον ακριβή προσδιορισμό, είσπραξη και διαχείριση φόρων, δασμών, τελών και άλλων εσόδων του Δημοσίου. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ετερόρρυθμος εταιρεία Σ.Μ. και Σία είχε λάβει βιοτεχνικό δάνειο από την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος, με εγγύηση του Δημοσίου. Το δάνειο αυτό δεν εξοφλήθηκε εμπροθέσμως και απεστάλη προς είσπραξη στην ΙΒ ΔΟΥ, συνετάγη δε προς τούτο το δελτίο χρεών .../1, στο οποίο η σχετική χρεωστική εγγραφή ανερχόταν στο ποσό των 3.300.184 δρχ. Ο προσφεύγων, στα χέρια του οποίου ως υπεύθυνου εκδοτηρίου για το γράμμα Μ βρισκόταν το ως άνω δελτίο χρεών, κατά το χρονικό διάστημα από 18.10.1989 έως 22.7.1991, προέβη σε σειρά αλλοιώσεων των επιμέρους ποσών επί των εκάστοτε εξαχθέντων ως εισπρακτέων υπολοίπων, ... με αποτέλεσμα έναντι συνολικού χρέους 3.300.184 δρχ. να εισπραχθεί ποσό 1.030.242 δρχ. και, παρά ταύτα, η καρτέλα να φέρει ένδειξη μηδενισμού, ενώ παρέμενε ανείσπρακτο ποσό 2.269.342 δρχ, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 1.577.650 δρχ., ήτοι ανείσπρακτο χρέος συνολικώς 3.847.552 δρχ, ως προς το οποίο ελαττώθηκε η περιουσία του Δημοσίου, ενώ ωφελήθηκε η οφειλέτρια εταιρεία...». Τελικά όμως, το Εφετείο εφαρμόζοντας νόμο (άρ. 14 παρ. 5 του Ν 2721/1999) μεταγενέστερο της παραπομπής του προσφεύγοντος στο ακροατήριο και επιεικέστερο όσον αφορά την πράξη της απιστίας στην υπηρεσία, που από κακούργημα μετατράπηκε σε πλημμέλημα, έπαυσε, κατόπιν αυτού, οριστικά την ποινικά δίωξη του προσφεύγοντος για την υπόθεση Μ., λόγω παραγραφής (άρ. 113 Ποινικού Κώδικα). Με την ίδια απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την εμφάνιση ως εξοφλημένων χρεών διαφόρων φορολογουμένων [...] καθώς και την εμφάνιση μικρότερων ανεξόφλητων υπολοίπων διαφόρων φορολουμένων [...], ο προσφεύγων κηρύχθηκε αθώος. Γ. Ύστερα από την κατά τα ανωτέρω έκβαση του ποινικού σκέλους της υπόθεσης, ο προσφεύγων υπέβαλε στις 5.6.2002, δηλαδή εντός ενός έτους από την δημοσίευση της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αίτηση περί επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία απορρίφθηκε από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομικών με την .../3.12.2002 απόφασή του, η δε από 10.7.2003 ένσταση του προσφεύγοντος κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών με την ήδη προσβαλλόμενη .../3.3.2005 απόφασή του, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω νόμιμος λόγος επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι η επανάληψη προϋποθέτει πλήρη αθώωση του υπαλλήλου, «...ήτοι δι’ όλα τα αδικήματα διά τα οποία ησκήθη η ποινική και πειθαρχική κατ’ αυτού δίωξις...». [...]

5. Επειδή, από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, κατ’ αίτηση του πειθαρχικώς καταδικασθέντος υπαλλήλου, προβλέπεται σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την έκδοση της καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, εκδίδεται μόνον αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη για την οποία διώχθηκε πειθαρχικώς ο υπάλληλος. Η παύση όμως της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής δεν εμπεριέχει κρίση του ποινικού δικαστηρίου σχετικά με την τέλεση ή μη των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 2371/2004, 2251/2003). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, εξάλλου, ότι όταν η πειθαρχική καταδίκη του υπαλλήλου εχώρησε επί τη βάσει πλειόνων πράξεων ή παραλείψεων, οι οποίες, προκειμένου να του επιβληθεί πειθαρχική ποινή, αποτέλεσαν αντικείμενο συνεκτίμησης, η έκδοση αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος για ορισμένες μόνον από τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις, συνιστά νόμιμο λόγο επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας.

6. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, όπως εκτέθηκε αναλυτικά στην σκέψη 4, το Β΄ Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείο Οικονομικών, με το από 4.6.1996 πρακτικό του, επέβαλε στον προσφεύγοντα την ποινή της οριστικής παύσης για τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης καθήκοντος και της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς εντός υπηρεσίας, αφού συνεκτίμησε ότι αυτός προέβη στις εξής πράξεις: α) αλλοίωσε το .../1 ατομικό δελτίο χρεών της εταιρείας Σ.Μ., ώστε να εμφαίνεται ότι η εταιρεία αυτή εξόφλησε πλήρως το χρέος της έναντι του Δημοσίου, β) βεβαίωσε ψευδώς ότι διάφοροι ρητώς κατονομαζόμενοι φορολογούμενοι ήταν φορολογικώς ενήμεροι και χορήγησε σχετικά αποδεικτικά, γ) βεβαίωσε ψευδώς ότι το χρέος του Κ.Ζ. αποτέλεσε αντικείμενο ρύθμισης, δ) βεβαίωσε ψευδώς ότι η εταιρεία ... ΕΠΕ είναι φορολογικώς ενήμερη και, ακολούθως, θεώρησε βιβλία και στοιχεία της, ε) θεώρησε στοιχεία (τιμολόγια και δελτία αποστολής) διαφόρων φορολογουμένων, ενώ αυτοί όφειλαν ληξιπρόθεσμα χρέη. Ακολούθως, από ποινικής απόψεως, ο προσφεύγων κηρύχθηκε αμετακλήτως αθώος για τις πράξεις υπό τα στοιχεία β και γ, ενώ για την υπό το στοιχείο α πράξη έπαυσε η ποινική του δίωξη λόγω παραγραφής. Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, συνέτρεχε, εν προκειμένω, νόμιμος λόγος επανάληψης της πειθαρχικής διαδικασίας, εφόσον η πειθαρχική καταδίκη του προσφεύγοντος είχε χωρήσει και για πράξεις για τις οποίες αυτός κρίθηκε, με αμετάκλητη ποινική απόφαση, αθώος και, συνεπώς, όπως βασίμως προβάλλεται, με μη νόμιμη αιτιολογία απορρίφθηκε, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση-πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η από 5.6.2002 αίτηση του προσφεύγοντος για επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη προσφυγή να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προαναφερθείσα .../3.3.2005 απόφαση-πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη κρίση (βλ. ΣτΕ 1251/2008).

[Δέχεται την προσφυγή. Ακυρώνει το .../3.3.2005 απόφαση-πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του προσφεύγοντος για επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας.]

Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

2315514897

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

2315514897