Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Υπερχρεωμένα νοικοκυριά (νόμος 3869/2010, νόμος Κατσέλη) - Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Προϋποθέσεις υπαγωγής στο ν.3869/2010 (Ειρηνοδικείο Έδεσσας, αριθμός απόφασης 94/2012)

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων δικών που εκκρεμούν σ` αυτό μεταξύ των ίδιων διαδίκων, αν αυτές υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 741 του ιδίου Κώδικα τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά την διαδικασία των άρθρων 743 έως 781, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή. Τέλος σύμφωνα με την παρ 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 κατά τον καθορισμό της μηνιαίας δόσης του αιτούντος λαμβάνεται υπόψη, η αμοιβαία δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου. Στην προκείμενη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση στη δικάσιμο αυτή Α) η με αριθ κατάθεσης 22/2012 υπό στοιχείο α` αίτηση της ..............και Β) η με αριθ κατάθεσης 23/2012 υπό στοιχείο β` αίτηση του ...............συζύγου της .............. Οι εν λόγω αιτήσεις σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι όπως προαναφέρεται είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης. Με την με αριθμ καταθ. 22/2012 υπό στοιχείο α` αίτηση της η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους πιστωτές, όσο και μιας μη ληξιπρόθεσμης την οποία εξυπηρετεί, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, όπως συνάγεται από όλο το περιεχόμενο της αίτησης, ζητεί την ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της ίδιας και της οικογένειας της σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπ` όψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν.3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ` αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν.3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ` αρθ. 13 παρ. 2, (βλ. σχετικές βεβαιώσεις των Γραμματέων του Δικαστηρίου αυτού και του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σ` αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν.3869/2010, β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του αρθ. 4 παρ.2 και 4 ν. 3869/2010, (βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ ) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών απ` όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές (βλ. τις έγγραφες απαντήσεις τους). Ο ισχυρισμός της δεύτερης πιστώτριας ότι η κρινόμενη αίτηση είναι αόριστη α) διότι τόσο το αρχικό όσο και το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης είναι αόριστα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο νόμος δεν προβλέπει το ελάχιστο περιεχόμενο του, συνεπώς αυτό μπορεί να καθορισθεί ελεύθερα από τον οφειλέτη και να προταθεί ακόμη σχέδιο με μηδενικό περιεχόμενο. (Κρητικός, ρύθμιση οφειλών σελ. 71). β) διότι δεν αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν την χωρίς δική της υπαιτιότητα μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συνέτρεχαν στο πρόσωπο της κατά την περίοδο που κατάρτισε τις αναφερθείσες συμβάσεις δανείου και τα οποία στη συνέχεια μεταβλήθηκαν απρόοπτα και γενικά δεν περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 4 του ανωτέρω νόμου και ο οποίος δεν είναι βάσιμος, διότι τα παραπάνω δεν απαιτείται από τον νόμο να αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση, εξάλλου προκύπτουν τόσο από τις προτάσεις της όσο και από τα κατατεθειμένα από αυτήν έγγραφα γ) δεν αναφέρεται σ`αυτήν ο χρόνος συνάψεως των δανειακών συμβάσεων και ο οποίος (ισχυρισμός) είναι απορριπτέος, διότι το ανωτέρω στοιχείο δεν είναι από τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να διαλαμβάνονται σ` αυτή (αίτηση). (βλ.Κρητικός ρύθμιση οφειλών ν.3869/2010 σελ 64 και Ε.Κιουπτσίδου Αρμ.64 σελ 1467). Παραπέρα η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ` αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, επομένως πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ. (βλ. ΑΠ 1131/87 ΝοΒ 36-1601-02 πλειοψηφία, ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ. Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, υπ`αρθρο 747 αριθμ 7). Με την με αριθμ. καταθ. 23/2012 αίτηση του ο αιτών, σύζυγος της αιτούσας της υπό στοιχείο α` αιτήσεως επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του και μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους πιστωτές, που αναφέρει στην αίτηση, ζητεί την ρύθμιση των οφειλών του προς τους πιστωτές, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπ` όψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό την απαλλαγή του από αυτά. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν.3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ` αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. αρθ. 2 ν.3869/2010), ο οποίος απέτυχε, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του αρθ. 2 παρ. 1 ν.3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ` αρθ. 13 παρ. 2, (βλ. σχετικές βεβαιώσεις των Γραμματέων του Δικαστηρίου αυτού και του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σ` αυτούς των εγγράφων του αρθ. 5 παρ. 1 ν.3869/2010, β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του αρθ. 4 παρ.2 και 4 ν.3869/2010, (βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ ) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών απ` όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές (βλ. τις έγγραφες απαντήσεις τους). Η συμμετέχουσα στην δίκη τρίτη πιστώτρια πρότεινε την ένσταση αοριστίας της ένδικης αιτήσεως, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση η εισοδηματική κατάσταση του αιτούντος την τελευταία πριν την αίτηση διετία, όταν λάμβανε τα δάνεια, ώστε να προκύψει η μεταβολή των συνθηκών, ούτε αναφέρεται ο χρόνος σύναψης των δανειακών συμβάσεων και ο οποίος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον τα παραπάνω στοιχεία δεν απαιτείται από τον νόμο να αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση για την πληρότητα του ορισμένου της, διότι τα ανωτέρω στοιχεία θα αποτελέσουν θέματα της αποδεικτικής διαδικασίας. Παραπέρα η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, και 11 του ν.3869/2010, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ` αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, επομένως πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης. Ο ισχυρισμός των πιστωτών ότι οι αιτούντες εκ δόλου περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής, διότι απέκρυπταν από τους δανειστές τους την κακή οικονομική τους κατάσταση και την αδυναμία τους ν` ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις και εξακολουθούσαν να κάνουν χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσουν επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που τους επέτρεπε το εισόδημα τους πρέπει ν` απορριφθεί, καθώς δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Δεν αποδείχθηκαν δε συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες οι αιτούντες απέκρυψαν από τους πιστωτές την οικονομική τους κατάσταση και το σύνολο των δανειακών τους υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχουν περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές και κυρίως οι τράπεζες έχουν την δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους. Επίσης η επιδίωξη για ρύθμιση των οφειλών τους δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος τους αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αντίθετα κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα αλλά σύμφωνα με το σκοπό των διατάξεων του Ν.3869/2010 (βλ σχετικά αιτιολογική έκθεση) και σύμφωνα με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες, που χαρακτηρίζουν την συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου. Η καθιερούμενη από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής και την επαναφορά της ισορροπίας των παροχών, που διαταράχθηκε από διάφορα περιστατικά, προβλεπτά ή απρόβλεπτα, με κριτήρια αντικειμενικά για την ασφάλεια των συναλλαγών και γενικότερα του δικαίου (βλ. Βαθρακοκοίλης ερμηνεία άρθρου 288 ΑΚ σελ. 423). Περαιτέρω με το Ν.3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο, των χρεών του με απαλλαγή από αυτά και βρίσκει τη νομιμοποίηση της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 3869/2010). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ν.3869/2010 εξειδικεύοντας τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, με τις διατάξεις του, στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής του οφειλέτη, καθότι με το καθιερούμενο πλαίσιο διατάξεων αυτού, καθορίζει τις προϋποθέσεις ρύθμισης των χρεών απαλλαγής απ` αυτά του οφειλέτη-φυσικού προσώπου, με σκοπό να επαναφέρει την ισορροπία των παροχών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών, που κατά κύριο λόγο είναι οι τράπεζες. Με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 10 ν.3869/2010 επιβάλλεται στον οφειλέτη το καθήκον για ειλικρινή δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων και εισοδημάτων, καθ" όλο το διάστημα της διαδικασίας της ρύθμισης, που αρχίζει με την κατάθεση της αίτησης του άρθρου 4 παρ.1 αλλά και την περίοδο της ρύθμισης των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2 του νόμου. Ειδικότερες μορφές του καθήκοντος αυτού αποτελούν οι υποχρεώσεις για ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στις καταστάσεις της παρ.1 του άρθρου 4, για αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης της παρ.2 β του άρθρου 4. Η παράβαση των υποχρεώσεων τους αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης ρύθμισης ή την έκπτωση από τη ρύθμιση ή την έκπτωση από την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 χρόνια μετά την επέλευση της, παράλληλα δε νέα αίτηση ρύθμισης μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο δύο (2) ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης περί έκπτωσης. Από τις μετέχουσες η πιστώτρια της υπό στοιχείο α` αιτήσεως με την επωνυμία «...................................» με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης και τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, εκτός των άλλων, (ένσταση αοριστίας, όπως προαναφέρεται) υπέβαλε: 1)Την ένσταση της μη καλόπιστης εκπλήρωσης της σύμβασης λαμβανομένου υπόψη των συναλλακτικών ηθών, καθότι η ίδια (πιστώτρια), κατανοώντας τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της αιτούσας, αντιπρότεινε με τις από 12/4/2012 παρατηρήσεις της στα πλαίσια του δικαστικού συμβιβασμού, την αποπληρωμή της οφειλής της με εναλλακτικό σχέδιο, το οποίο δεν αποδέχτηκε η αιτούσα κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Η εν λόγω ένσταση, σύμφωνα με τα εκτενώς αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθότι ο νομοθέτης με τη θέσπιση των διατάξεων του ν.3869/2010 παρείχε στην αιτούσα το δικαίωμα να αρνηθεί την αντιπρόταση της εν λόγω πιστώτριας (άρθρο 7§1 του εν λόγω νόμου) και να προβεί στη συνέχεια στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης, χωρίς η εν λόγω ενέργεια της να προσκρούει στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, καθότι αυτή (ενέργεια της) πηγάζει από νόμιμο δικαίωμα της. 3) Την ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης της αιτούσας, καθότι η αιτούσα παρέλειψε να περιλάβει στην κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων της το ποσό των 1234,32 ευρώ, το οποίο έχει περιλάβει στην φορολογική δήλωση οικονομικού έτους 2011 και στον «κωδικό 660» και η οποία ένσταση είναι απορριπτέα, διότι η παράλειψη της αιτούσας να δηλώσει το ανωτέρω ποσό των 1234,32 ευρώ , που αφορά το πολυτεκνικό επίδομα τρίτου τέκνου που έλαβε από τον ΟΓΑ, ήτοι μηνιαίως το ποσό των 102,86 ευρώ, καθόσον πρόκειται για μικρό ποσό και η παράβαση κρίνεται εντελώς επουσιώδης ενώ δεν είναι πρόσφορη να μειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών (βλ σε Κρητικό σελ 157 αριθ. 10).

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η αιτούσα της υπό στοιχείο α` αιτήσεως, ηλικίας 46 ετών είναι παντρεμένη με τον αιτούντα της υπό στοιχείο β` αιτήσεως και έχουν αποκτήσει τρείς θυγατέρες, εκ των οποίων οι δύο είναι ενήλικες, ηλικίας 25 και 22 ετών αντίστοιχα και η τρίτη είναι ανήλικη, ηλικίας 14 ετών, οι οποίες διαμένουν με τους γονείς τους. Η πρώτη θυγατέρα τους είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου (Τμήμα Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού) και σπουδάζει σε ιδιωτική σχολή και ειδικότερα στην Ένωση Κωφών Βορείου Ελλάδος στην Έδεσσα, η δεύτερη θυγατέρα τους είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου (Τμήμα Παιδαγωγικό) και η τρίτη είναι μαθήτρια της Γ` τάξεως του γυμνασίου. Οι δύο ενήλικες θυγατέρες των αιτούντων είναι άνεργες (βλ σχετική ταυτότητα ΟΑΕΔ) και ως εκ τούτου έχουν οικονομική εξάρτηση από τους γονείς τους για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσής τους και δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην κάλυψη των οικογενειακών δαπανών. Η αιτούσα εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Έδεσσας με μηνιαίες καθαρές αποδοχές που κατά την διάρκεια του έτους 2011 ανερχόταν στο ποσό των 1083,03 ευρώ από το οποίο παρακρατείται το ποσό των 261,17 ευρώ λόγω εξυπηρέτησης δανείου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, η οποία παρακράτηση γίνεται με ανέκκλητη εντολή του δανειολήπτη απευθείας από τον μισθό του λόγω του ότι είναι δημόσιος υπάλληλος (βλ προσκομιζόμενη βεβαίωση αποδοχών σε συνδυασμό με φορολογική δήλωση οικονομικού έτους 2011).Οι μηνιαίες όμως αποδοχές της αιτούσας μειώθηκαν από τον Απρίλιο του έτους 2012 στο ποσό των 891,02 ευρώ εξαιτίας των γενικότερων οικονομικών περικοπών και των μειώσεων των μισθών λόγω εφαρμογής των μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης (βλ. βεβαίωση αποδοχών του μηνός Απριλίου 2012). Στο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας προστίθεται και το ποσό των 1056 ευρώ που λαμβάνει ετησίως (88 ευρώ μηνιαίως) ως επίδομα τρίτου τέκνου από τον ΟΓΑ (βλ την από 7-2-2012 βεβαίωση του ΟΓΑ). Ο αιτών της υπό στοιχείο β` αιτήσεως ηλικίας 46 ετών, εργάζεται ως νοσηλευτής στο Γενικό Νοσοκομείο Έδεσσας με μηνιαίες καθαρές αποδοχές που κατά την διάρκεια του έτους 2011 ανέρχονται στο ποσό των 1050 ευρώ (βλ προσκομιζόμενη βεβαίωση» αποδοχών σε συνδυασμό με φορολογική δήλωση οικονομικού έτους 2011). Οι μηνιαίες όμως αποδοχές του μειώθηκαν από τον Απρίλιο του έτους 2012 στο ποσό των 844,95 ευρώ.(βλ βεβαίωση αποδοχών μηνός Απριλίου 2012). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, το καθαρό μηνιαίο εισόδημα των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 1823,97 ευρώ (891,02 +88+844,95). Το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται από τους αιτούντες κάθε μήνα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των τριών τέκνων τους ανέρχεται στο ποσό των 1300 ευρώ και η οικονομική τους κατάσταση έχει προοπτική βελτίωσης μόνο στην περίπτωση που ανεύρουν εργασία οι δύο ενήλικες θυγατέρες τους. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ένδικων αιτήσεων καθένας από τους αιτούντες είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, για τα οποία δεν υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια και θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.3 ν.3869/2010 με την κοινοποίηση της αιτήσεως ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται δε με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο αυτό (βλ σε Κρητικό, Ρύθμιση οφειλών των υπερχρεωμένων προσώπων, σελ 99). Ειδικότερα η αιτούσα της υπό στοιχείο α` αιτήσεως έχει προς τους παρακάτω πιστωτές της τις εξής αντίστοιχα οφειλές 1) « .....................................» α) από την υπ`αριθμ ....................... σύμβαση προσωπικού δανείου, του οποίου το ποσό μαζί με τους τόκους μέχρι την 7-11-2011 ανήλθε στο ποσό των 14.495,09 ευρώ β) από την με αριθμ ................... σύμβαση προσωπικού δανείου, του οποίου το ποσό μαζί με τους τόκους μέχρι την 7-11-2011 ανήλθε στο ποσό των 5.135,89 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 19.630,98 ευρώ. 2) «....................» από την με αριθμ. ...................... σύμβαση δανείου, που εξυπηρετείται από τον υπ` αριθμ ...........λογαριασμό και για το οποίο η αιτούσα την 10-11-2011 έχει ανεξόφλητο υπόλοιπο με τους τόκους το ποσό των 18.872,30, ήτοι οι συνολικές οφειλές της αιτούσας προς τους πιστωτές της ανέρχονται στο ποσό των 38.503,28 ευρώ. Η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές της στις ανωτέρω πιστώτριες της. Μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας ,που μπορεί να εκποιηθεί και ν` αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα αποτελεί ένα διαμέρισμα του ημιανωγείου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται επί της οδού ................................στην Έδεσσα και είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 160,30 τ.μ, εμβαδού 86 τ.μ, το οποίο ανήκει στην ψιλή κυριότητα της αιτούσας, αντικειμενικής αξίας 32.016,60 ευρώ (εκκαθ σημείωμα ΕΤΑΚ έτους 2009). Η εμπορική αξία της κατοικίας αυτής εκτιμάται στο ποσό των 40.000 ευρώ λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας του (έτος κατασκευής 1963), της περιοχής στην οποία βρίσκεται, του εμβαδού της και των συνθηκών που επικρατούν σήμερα στην αγορά ακινήτων λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και απροθυμίας των αγοραστών. Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειας της και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο με τρία παιδιά, που ανέρχεται στο ποσό των 330.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση. Ακόμη η αιτούσα διαθέτει ένα αγροτικό ακίνητο, του οποίου έχει την επικαρπία και το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του αγροκτήματος Έδεσσας, στη θέση «..................», εμβαδού 1000 τ.μ, του οποίου η εμπορική αξία ανέρχεται στο ποσό των 1000 ευρώ και το οποίο δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λ.π), γι αυτό κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ` άρθρο 9 παρ 1 ν.3869/2010 εκποίηση του. Επί πλέον η αιτούσα έχει την κυριότητα κατά 50% εξ αδιαιρέτου ενός αυτοκινήτου, μάρκας ΡΕUGΕΟΤ, μοντέλο 2009, του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται στο ποσό των 10.000 ευρώ και το ποσοστό συνιδιοκτησίας της αιτούσας στο ποσό των 5.000 ευρώ και το οποίο πρέπει να εξαιρεθεί από την κατ` άρθρο 9 παρ.1 ν.3869/2010 εκποίηση, διότι είναι απαραίτητο για τις μετακινήσεις της ίδιας και της οικογένειας της, εξάλλου η προσφορά του προς εκποίηση δεν πρόκειται να αποφέρει σημαντικό τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των αρθ. 8 παρ. 2 και 9 παρ.2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήματα της επί τετραετία, που θα αρχίζουν αμέσως με την κοινοποίησηλ,Δ\ προς αυτήν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές της θα ικανοποιηθούν \ συμμέτρως (αρθ. 8 παρ. 2 ν. 3869/10) και εφόσον δεν υπάρχει αίτημα της αιτούσας για μηδενικές καταβολές. Συνεπώς στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής και ενόψει του υποχρεωτικού ορισμού καταβολών για τη διάσωση της κατοικίας της ποσού μέχρι το 85% της εμπορικής της αξίας, οι καταβολές πρέπει να οριστούν στο ποσό των 250 ευρώ το μήνα, για την ικανοποίηση των πιστωτών των καταναλωτικών δανείων της αιτούσας και συνεπώς βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες. Το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 38.503,28 ευρώ, το οποίο αναλύεται 1) προς την «......................» ποσό 19.630,98 ευρώ και 2) προς το ..................» ποσό 18.872,30 ευρώ. Σε κάθε μία από τις πιστώτριες αυτές αναλογεί από το ποσό των 250 ευρώ, στην μεν πρώτη αυτό των 127,46 ευρώ (250:38.503,28 Χ19.630,98), στην δεύτερη αυτό των 122,53 ευρώ ( 250:38.503,28 Χ18.872,30). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τετραετίας κάθε πιστωτής θα έχει λάβει τα εξής ποσά. 1) Η «...................» το ποσό των 6.118,08 ευρώ (127,46 ευρώ Χ 48 μήνες) και θα έχει μείνει υπόλοιπο από την απαίτηση της ποσό 13.512,90 ευρώ (19.630,98-6.118,08).2) «...........................» ποσό 5.881,44 ευρώ (122,53 Χ 48 μήνες) και θα μείνει υπόλοιπο από την απαίτηση του ποσό 12.990.86 ευρώ (18.872,30-5.881,44). Η ρύθμιση αυτή θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές επί 4ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσας και προβάλλεται σχετικό αίτημα απ` αυτή, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση της κατοικίας της από την εκποίηση (βλ. σε Κρητικό ο.π. σελ. 148, αριθ. 16). Έτσι θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει μέχρι το 85% της εμπορικής της αξίας που ανέρχεται σε 40.000 ευρώ, δηλαδή ποσό μέχρι αυτό των 34.000 ευρώ (40.000X85%). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο χρόνος δε εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 10 χρόνια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι απαιτήσεις των πιο πάνω τραπεζών, καθόσον καμία απ` αυτές δεν είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη, και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση προνομιακής ικανοποίησης κάποιας απ` αυτές (αρθ. 9 παρ. 2 ). Με βάση λοιπόν τη ρύθμιση του αρθ 9 παρ. 2 εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρθ. 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του το 85% της εμπορικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντας του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 85%, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον δε τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 85% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού. Το συνολικό ποσό του υπολοίπου των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται μετά τις πιο πάνω καταβολές επί 4ετία σε 26.503,76 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 13.512,90 ευρώ προς την «........................» και 12.990,86 ευρώ προς το «.....................». Παράλληλα, όπως προαναφέρθηκε, με τις καταβολές που θα οριστούν για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, θα ικανοποιηθούν συμμέτρως για το υπόλοιπο των απαιτήσεων τους οι πιστωτές μέχρι του ποσού των 34.000 ευρώ (85% εμπορική αξίας της κατοικίας), που είναι το όριο που ορίζει ο νόμος, το οποίο είναι μεγαλύτερο του υπολοίπου των απαιτήσεων και συνεπώς θα πρέπει να ικανοποιηθούν πλήρως αυτές. Έτσι στην «..................................», με υπόλοιπο απαίτησης 13.512,90 ευρώ θα καταβληθεί το ποσό των 112,60 (13.512,90:120μήνες) ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες (10 χρόνια Χ 12). Στο «.......................... » με υπόλοιπο απαίτησης 12.990,80 ευρώ θα καταβληθεί το ποσό των 108,25 (12.990,80: 120 μήνες) ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες, η δε καταβολή των δόσεων αυτών θα ξεκινήσει τέσσερα χρόνια μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Ο αιτών της υπό στοιχείο β` αιτήσεως έχει προς τις παρακάτω πιστώτριες τις εξής αντίστοιχα οφειλές 1) «.......................................» από την με αριθμ ...............σύμβαση προσωπικού δανείου με την οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής και την οποία κατάρτισε η αιτούσα-σύζυγός του με την ανωτέρω τράπεζα ενεχόμενος έτσι εις ολόκληρον για την σχετική οφειλή ποσού 14.554.51 ευρώ μέχρι την 21-11-2011 2) «.....................» α) από την υπ` αριθμ ....................σύμβαση δανείου το ποσό των 15.170,36 ευρώ μέχρι την 4-11-2011.β) από την υπ`αριθμ ..................σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1029,95 ευρώ μέχρι την 4-11-2011, ήτοι συνολικά το ποσό των 16.200,31 ευρώ.3) «..................ΑΕ» από την υπ` αριθμ ..............σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 54.839,38 ευρώ μέχρι την 8-11-2011, ήτοι οι συνολικές οφειλές του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 85.594,20 ευρώ. Επί πλέον ο αιτών έχει την κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αυτοκινήτου, μάρκας PEUGEOT,μοντέλο 2009, του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται στο ποσό των 10.000 ευρώ και το ποσοστό συνιδιοκτησίας του αιτούντος στο ποσό των 5.000 ευρώ και το οποίο πρέπει να εξαιρεθεί από την κατ` άρθρο 9 παρ.1 ν.3869/2010 εκποίηση, διότι είναι απαραίτητο για τις μετακινήσεις του ίδιου και της οικογένειας του, εξάλλου η προσφορά του προς εκποίηση δεν πρόκειται να αποφέρει σημαντικό τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών. Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών του. Η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 250 ευρώ επί 48 μήνες (αρθ 8 παρ 2 Ν.3869/2010), συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών του και το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 85.594,20 ευρώ, το οποίο αναλύεται 1) προς την «...................» το ποσό των 14.554,51 ευρώ. 2) προς την «......................» το ποσό των 16.200,31 ευρώ και 3) προς την «..............» το ποσό των 54.839,38 ευρώ. Σε κάθε μία από τις πιστώτριες αναλογεί από το ποσό των 250 ευρώ, στην μεν πρώτη αυτό των 42,50 ευρώ (250:85.594,20 Χ 14.554,51), στην δεύτερη αυτό των 47,31 ευρώ 250:85.594,20 X 16.200,31) και στην τρίτη αυτό των 160,16 ευρώ (250:85.594,20 X 54.839,38). Μετά την παρέλευση της τετραετίας και την ολοκλήρωση των ως άνω καταβολών, η κάθε πιστώτρια θα έχει λάβει τα εξής ποσά. Α) Η «......................»το ποσό των 2.040 ευρώ. Β) Η «............................» το ποσό των 2.270,88 ευρώ και Γ) Η«..................................» το ποσό των 7.687,68 ευρώ. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις ως ουσιαστικά βάσιμες και να ρυθμισθούν τα χρέη των αιτούντων με σκοπό την μερική απαλλαγή τους με την τήρηση των όρων της ρύθμισης για καθένα από αυτούς, εξαιρούμενης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της αιτούσας, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ κανενός εκ των αιτούντων σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.6 του ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις με αριθμ. καταθ. 22/2012 υπό στοιχείο α` αίτηση και την με αριθμ, καταθ. 23/2012 υπό στοιχείο β` αίτηση. ΔΕΧΕΤΑΙ την υπό στοιχείο α` αίτηση (αριθμ καταθ.22/2012). ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας ................με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί μία τετραετία, οι οποίες θα αρχίζουν από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μηνός, ποσού 250 ευρώ, διανεμόμενο συμμετρικά μεταξύ τους ως εξής: στην «..................» το ποσό των 127,46 ευρώ και στο «............................» το ποσό των 122,53 ευρώ. ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, δηλαδή ένα διαμέρισμα του ημιανωγείου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται επί της οδού ................... αριθμ ................ στην Έδεσσα, εμβαδού 86 τ.μ. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει για την διάσωση της κατοικίας της επί δέκα (10) χρόνια, στους πιστωτές της τα εξής ποσά: στην «.............................» το ποσό των 112,60 ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες και στο «...............» το ποσό των 108,25 ευρώ το μήνα και επί 120 μήνες. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. ΔΕΧΕΤΑΙ την υπό στοιχείο β` αίτηση.(αριθμ καταθ. 23/2012). ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντος .................... του .............. με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί μία τετραετία, οι οποίες θα αρχίζουν από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μηνός, ποσού 250 ευρώ, διανεμόμενο συμμετρικά μεταξύ τους ως εξής: στην «............................» το ποσό των 42,50 ευρώ, στην «...........................» το ποσό των 47,31 ευρώ και στην «........................» το ποσό των 160,16 ευρώ. 

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.