Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Νομολογία (δ΄)

... Κατά το άρθρο 904 εδ. α΄ του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β΄ της ίδιας διάταξης περ. α΄ η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007). Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή «jura novit curia», από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ 725/2004). ΑΠ 493/2010 ΧρΙΔ 2011,338, ΑΠ 1014/2010 ΝοΒ 2011,107 (περίλ.).

... Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 910 του ΑΚ από την επίδοση της αγωγής για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348 του ΑΚ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 911 περ. 1 του ΑΚ ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή επί απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε τη μη ύπαρξη του χρέους ή αφ’ ότου έλαβε γνώση της μη ύπαρξης τούτου. Προϋπόθεση της αυξημένης ευθύνης είναι η συνείδηση από το λήπτη της ανυπαρξίας του χρέους, δηλαδή ότι γνωρίζει αυτά τα περιστατικά, που καθιστούν αδικαιολόγητη την αχρεώστητη λήψη, έκτοτε δε αυτός οφείλει νόμιμους τόκους υπερημερίας. Η γνώση που συνιστά την προϋπόθεση εφαρμογής της ΑΚ 911 αριθ. 1 ως προς την παρεπόμενη αξίωση των τόκων, σημαίνει υπαιτιότητα του πλουτίσαντος ως προς το αδικαιολόγητο και επιστρεπτέο του πλουτισμού, η επίκληση όμως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ασκείται μεμονωμένα, κατά τα προαναφερθέντα, αντίστοιχα η κύρια αίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω αχρεωστήτου της αντίστοιχης υπαίτιας συμπεριφοράς του λήπτη, ως προϋπόθεση έναρξης της υποχρέωσής του για τοκοδοσία, για το χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν μεταβάλλει στο σύνολό της το χαρακτήρα της ασκούμενης αξίωσης από εκείνο του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε εκείνο της εξ αδικοπραξίας, αφού, υπό την αντίθετη εκδοχή, δεν θα συνυπήρχε ποτέ η βασική αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω αχρεώστητου, όταν η παρεπόμενη προς αυτήν αξίωση για καταβολή τόκων συνδυαζόταν με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 911 αριθ. 1, που προϋποθέτει όμως αναγκαία αξίωση αυτοτελή μόνο από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. ΑΠ 493/2010 ΧρΙΔ 2011,338.

... Εάν με την αγωγή ζητείται ευθέως ο πλουτισμός λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, θα πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν, για να είναι ορισμένη, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης, εάν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από την σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης η επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας. ΑΠ 1076/2010 ΝοΒ 2011,111 (περίλ.), ΑΠ 390/2011 ΝοΒ 2011,1905 (περίλ.), ΕφΘεσ 583/2011 Αρμ 2011,982, ΠΠρΘεσ 16764/2010 Αρμ 2011,589.

... Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1930/2008 ΝοΒ 37,741, ΑΠ 34/1998 ΕλλΔνη 29,1587, ΕφΑθ 2941/2008 ΕλλΔνη 2008,1106, ΕφΑθ 6063/2001 ΕλλΔνη 43,242). Έτσι, σε περίπτωση που με σύμβαση με το νομικό πρόσωπο Δήμου δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974 «περί λογιστικού ΝΠΔΔ» έγγραφος τύπος ή τηρήθηκε μεν ο έγγραφος τύπος, χωρίς όμως να τηρηθούν οι από το νόμο προβλεπόμενες διατυπώσεις της προηγούμενης λήψης απόφασης από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο, η σύμβαση είναι άκυρη και το νομικό πρόσωπο του Δήμου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε από την άκυρη σύμβαση και συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών που δέχθηκε και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλόταν εάν προέβαινε στην αποδοχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση έργου. ΠΠρΘεσ 16764/2010 Αρμ 2011,589.

πηγή: nbonline.gr

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.