Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Υπερχρεωμένα νοικοκυριά (νόμος 3869/2010, νόμος Κατσέλη) - Μόνη η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων δε συνιστά δόλια συμπεριφορά του οφειλέτη (Ειρηνοδικείο Κορίνθου, αριθμός απόφασης 580/2011)

Περίληψη: Ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Υπαγωγή στο ν. 3869/2010. Προϋποθέσεις. Τα χρέη θεωρούνται ληξιπρόθεσμα από την κοινοποίηση της αίτησης. Ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι την έκδοση αποφάσεως για τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια. Προνομιακή ικανοποίηση αυτών. Ρύθμιση μόνο των αμφισβητουμένων απαιτήσεων. Δεν υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του ύψους της απαίτησης ή των δεδουλευμένων τόκων από το δικαστήριο λόγω της αμφισβήτησης του ύψους αυτής από τον πιστωτή. Μόνη η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων δε συνιστά δόλια συμπεριφορά του οφειλέτη. Δανειοδότηση για την αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας του προσφάτως θανατωθέντος ενηλίκου τέκνου. Εκουσία Δικαιοδοσία. Αποδεικτικά μέσα. Παράσταση με πληρεξούσιο Δικηγόρο. Εξαιρέσεις. Οι παρατηρήσεις επί του Σχεδίου μπορούν να υπογράφονται μεταξύ άλλων και από πληρεξούσιο Δικηγόρο που δεν υπηρετεί στην έδρα του Δικαστηρίου που απευθύνεται το έγγραφο. Δήλωση περί ανάκλησης της ομολογίας κατ΄ άρθρο 354 ΚΠολΔ με τις προτάσεις. Άσκηση με απλή προφορική δήλωση και καταχώρηση στα πρακτικά κύριας παρέμβασης από πιστώτρια τράπεζα. Έννομο συμφέρον αυτής. Δεν απαιτείται για το παραδεκτό της αίτησης η αναφορά των περιουσιακών στοιχείων του συζύγου παρά μόνο του μηνιαίου εισοδήματός του. Μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του αιτούντος, περιστασιακά εργαζόμενου και προσφάτως ανέργου με μηνιαίες οικογενειακές αποδοχές περίπου 900 €. Συνολικό ποσόν οφειλών περίπου 212.000 €. Ρύθμιση μηνιαίων καταβολών του αιτούντος στο ποσό των 150 €υρώ με βάση τα εισοδήματα και τις οικονομικές υποχρεώσεις του για μια τετραετία. Εξαίρεση από την εκποίηση της κατοικίας, με την προϋπόθεση καταβολής 180 δόσεων (ποσόν 221 € μηνιαίως για 15 έτη) και περίοδο χάριτος δύο (2) ετών για την έναρξη αυτών των καταβολών. Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

[...] Ο αιτών, επικαλούµενος µε την αίτηση του ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναµία πληρωµής ληξιπρόθεσµων χρηµατικών οφειλών του, ζητεί να γίνει δεκτό το προτεινόµενο απ` αυτόν σχέδιο από τους πιστωτές του, διαφορετικά να ρυθµιστούν τα χρέη του, µε την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικονενειακή του κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, καθώς και η δυνατότητα συνεισφοράς της συζύγου του για τις οικογενειακές ανάγκες που εκθέτει, λαµβανοµένης υπόψη της δανειακής της επιβάρυνσης, µε σκοπό την απαλλαγή του απ` αυτά. Με αυτό το περιεχόµενο και αίτηµα, η κρινόµενη αίτηση, εισάγεται παραδεκτώς και αρµοδίως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 3 ν. 3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της : α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συµβιβασµού µε τη διαµεσολάβηση προσώπου απ` αυτό που έχουν σχετική εξουσία από το νόµο (βλ. άρθρο 2 ν. 3869/2010), ο οποίος απέτυχε (βλ. την από 25-1-2011 βεβαίωση), β) κατατέθηκε μέσα στην εξάµηνη προθεσµία του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από τη αποτυχία του εξωδικαστικού συµβιβασµού και γ) δεν εκκρεµεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθµιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο, κατ` άρθρο 13 παρ. 2. Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εµπρόθεσµη και νοµότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σ` αυτούς των εγγράφων του άρθρου 5 παρ. 1 ν. 3869/2010, β) την εµπρόθεσµη κατάθεση στη γραµµατεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 ν. 3869/2010, (βεβαίωσης αποτυχίας του εξωδικαστικού συµβιβασµού, υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.) και γ) την αποτυχία του δικαστικού συµβιβασµού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από όλους τους συµµετέχοντες πιστωτές (βλ. τις έγγραφες παρατηρήσεις τους, οι οποίες κατατέθηκαν εµπρόθεσµα). Παραπέρα η αίτηση είναι νόµιµη, στηριζόµενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ.3, 8, 9 και 11 του ν.3869/2010, καθόσον µε βάση τα εκτιθέµενα σ` αυτή περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθµιση του νόµου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούµενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαµβάνονιαι στα εξαιρούµενα της ρύθµισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιµης αδυναµίας πληρωµής των ληξιπρόθεσµων χρεών του, εποµένως πρέπει να εξεταστεί παραπέρα ως προς την ουσιαστική της βασιµότητα. Η ανώνυµος εταιρεία µε την επωνυµία «....................A), άσκησε κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία κύρια παρέµβαση µε την οποία ζητεί να υπαχθεί στη ρύθµιση και η δική της αυτοτελής απαίτηση, η οποία είχε συµπεριληφθεί από τον αιτούντα και είχε ενσωµατωθεί στη συνολική απαίτηση της πιστώτριας - δεύτερης καθ` ης ανώνυµης τραπεζικής εταιρείας. Στη διαδικασία ρυθµίσεως των οφειλών κατά τον ν.3869/2010 εξωδικαστική και δικαστική, δεν είναι υποχρεωτικό να κληθούν και συµµετάσχουν όλοι ανεξαιρέτως οι πιστωτές του αιτούντος. Οι µη συμμετέχοντες πιστωτές διατηρούν την ιδιότητα του τρίτου έναντι της εξελισσόµενης διαδικασίας, και σύµφωνα µε τη ρητή διάταξη του άρθρου 4 παρ.6 ν.3869/2010, δεν δεσµεύονται από τα αποτελέσµατά της. Οι πιστωτές αυτοί διατηρούν ακέραιες τις δικονοµικές δυνατότητες ατοµικής ικανοποιήσεως των δικαιωµάτων τους, για το σύνολο των αξιώσεων τους απ` όλη την περιουσία του οφειλέτη. Παρ` όλ’ αυτά δεν αποκλείεται να επιλέξουν να ασκήσουν παρέµβαση στη δίκη, αν δικαιολογούν έννοµο συµφέρον όπως στην προκειµένη περίπτωση, που η απαίτηση της κυρίως παρεµβαίνουσας έχει ενσωµατωθεί στις απαιτήσεις τρίτης πιστώτριας τράπεζας, η οποία και δεν αντιδικεί περί του αντιθέτου. Στην περίπτωση αυτή το σχετικό αίτηµα προσδίδει στην εκούσια συμµετοχή του τρίτου στη διαδικασία, το χαρακτήρα της κύριας παρεµβάσεως, η οποία μάλιστα, μπορεί να ασκηθεί και µε απλή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, σύµφωνα µε το άρθρο 54 παρ.1 εδ.β ΠτΚ σε συνδ. µε το άρθρο 15 ν.3869/2010, κατά παράκαµψη της αντίστοιχης διατάξεως του άρθρου 752 παρ. 1 ΚΠολΔ. (Π.Αρβανιτάκης, Η Εκούσια Δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του ν.3869/2010 για τη ρύθµιση οφειλών υπερχρεωµένων φυσικών προσώπων). Κατόπιν τούτου, η κύρια παρέµβαση, ως νομίμως ασκηθείσα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση, λόγω του ότι είναι συναφείς µεταξύ τους (άρθρο 3 1 και 246 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός της δεύτερης και τέταρτης των καθ` ων, περί καταχρηστικής άσκησης του κρινόµενου δικαιώµατος, διότι η ένδικη αίτηση είναι προφανώς νόµω και ουσία αβάσιµη για τους λόγους που εκθέτει, είναι απορριπτέα ως µη νόµιµη, διότι τα παραπάνω επικαλούµενα πραγµατικά περιστατικά και αληθή υποτιθέµενα δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ο ισχυρισµός της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των καθ` ων, ότι το ύψος των απαιτήσεων τους έχει µεταβληθεί από το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, συνεπώς πρέπει η ρύθµιση να περιλάβει ως απαιτήσεις τους, όπως αυτές έχουν διαµορφωθεί μέχρι τη συζήτηση, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι σύµφωνα µε το άρθρο 8 παρ.1 του νόµου, το δικαστήριο προκειµένου να προχωρήσει σε ρύθµιση ελέγχει µόνο την ύπαρξη των αµφισβητούµενων απαιτήσεων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και σε συνδυασμό µε τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 8, η ένταξη της απαιτήσεως στη ρύθµιση, η οποία είναι προσωρινή, θα γίνει µε τη μορφή και το ύψος, που την εισφέρει ο οφειλέτης, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του ύψους της ή των δεδουλευµένων τόκων από το δικαστήριο, λόγω της αμφισβήτησης του ύψους της απαιτήσεως από τον πιστωτή. [Μακρής κατ` άρθρο ερµηνεία ν.3869, υπό το όρθρο 8.]. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της τρίτης και τέταρτης των καθ` ων ότι η ένδικη αίτηση είναι αόριστη, καθόσον δεν αναφέρει τα εισοδήµατα της συζύγου του, είναι µη νόµιµος και απορριπτέος, καθόσον δεν απαιτούνται τα παραπάνω στοιχεία για το παραδεκτό της κρινόµενης αίτησης. Ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να περιγράψει τα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου του, αλλά απλώς το μηνιαίο εισόδηµα ή τη συνεισφορά του στις οικονενειακές δαπάνες. Τα εισοδήµατα του συζύγου ενδιαφέρουν για να καθοριστεί η συνεισφορά του στις οικογενειακές δαπάνες και να εκτιµηθεί το περίσσευμα που μπορεί να διαθέτει ο οφειλέτης για την αποπληρωµή των οφειλών του (βλ. Κρητικός Ρύθµιση των οφειλών υπερχρεωµένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις ΝΟΜΟΣ 3869/2010). Περαιτέρω, ο ισχυρισµός της τρίτης και τέταρτης εκ των πιστωτριών Τραπεζών ότι η κρινόµενη αίτηση δεν αναφέρει τα πραγµατικά γεγονότα που συνιστούν την χωρίς υπαιτιότητα του αιτούντος μόνιμη αδυναµία πληρωµής των ληξιπρόθεσµων οφειλών του, όπως τα πραγµατικά περιστατικά που συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατά την περίοδο που κατάρτισε τις αναφερθείσες συµβάσεις δανείου και τα οποία στη συνέχεια μεταβλήθηκαν απρόοπτα, δεν αναφέρει αναλυτικά ως δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του και γενικά ότι δεν περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 4 του παραπάνω νόµου δεν είναι βάσιµοι, διότι τα παραπάνω δεν απαιτείται από το νόµο να αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση, εξάλλου, προκύπτουν τόσο από τις προτάσεις του όσο και από τα κατατεθειµένα απ` αυτόν έγγραφα. Επίσης, ως προς την ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης του αιτούντος που υποβάλλει η τέταρτη των καθ` ων, διότι δεν προσκοµίζονται αντίγραφα εισοδήµατος των φορολογικών του δηλώσεων και των εντύπων Ε9 της τελευταίας πριν την αίτηοη πενταετίας και επίσης, δεν αναφέρει τα εισοδήµατα της συζύγου του είναι µη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν απαιτούνται τα παραπάνω στοιχεία για το παραδεκτό της κρινόµενης αίτησης, ενώ η ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης που υποβάλλει η τέταρτη εκ των πιστωτών, καθόσον ο αιτών δεν αναφέρει τα εισοδήματα της συζύγου του, ούτε την προέλευση των εισοδηµάτων του, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, για τους παραπάνω εκτιθέµενους λόγους ο ισχυρισμός τους, επίσης, ότι η αίτηση είναι αόριστη, καθόσον δεν αναφέρει αναλυτικά τις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του και την προέλευση των εισοδηµάτων του και γενικά ότι δεν περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 4 του παραπάνω νόµου δεν είναι βάσιµοι, διότι τα παραπάνω δεν απαιτείται από το νόµο να αναφέρονται αναλυτικά στην αίτηση, εξάλλου, προκύπτουν τόσο από τις προτάσεις του όσο και από τα κατατεθειµένα απ` αυτόν έγγραφα. Τέλος, ο ισχυρισμός της τέταρτης των καθ` ων ότι ο αιτών ασκεί καταχρηστικά το εν λόγω δικαίωµά του, καθόσον εκ δόλου περιήλθε σε αδυναµία πληρωµής, διότι απέκρυπτε από τους δανειστές του την κακή οικονοµική του κατάσταση και την αδυναµία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενη πίστωση για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που του επέτρεπε το εισόδηµα του, είναι αόριστος. Τούτο διότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη µε μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Δεν εξειδικεύονται, λοιπόν, την αίτηση οι συγκεκριµένες ενέργειες, µε τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονοµική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειµένου να τύχει περαιτέρω δανεισµού, δεδοµένου ότι οι πιστωτές [τράπεζες εν προκειµένω] έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονοµική συµπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης και τα έγγραφα, που νόµιµα προσκοµίζουν μετ` επικλήσεως οι διάδικοι, απ` όσα οι ίδιοι ρητώς η εµµέσως συνοµολογούν, από τα διδάγµατα της κοινής πείρας που λαµβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη και από τη διαδικασία γενικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αιτών έχει γεννηθεί το 1952, είναι έγγαµος µε τη .................., µε την οποία απέκτησαν δυο τέκνα, τον.............. ................, ο οποίος απεβίωσε στις 20-7-2011 (βλ. την υπ` αριθµ. 116/A΄/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου) και την .................., ηλικίας σήµερα 27 ετών (ηµεροχρονολογία γέννησης η 15-1- 1984) (βλ. το υπ` αριθµ. 18064/2011 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήµου ...........................). Πριν από τον Ιούνιο του 2011, εργαζόταν ως εργάτης στην εταιρεία µε την επωνυµία «.........................Ε.» και μέχρι τα τέλη του 2009, ελάµβανε µισθό 1.100 ευρώ περίπου και συγκεκριµένα, το έτος 2008 είχε ετήσια εισοδήµατα 17.421,36 ευρώ, ενώ η σύζυγός του 14.675,71 ευρώ και το έτος 2009 είχε ετήσια εισοδήματα 15.702,59 ευρώ και η συζυγός του 14.163,96 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σηµειώματα οικονοµικών ετών 2009 και 2010, αντιστοίχως) και έτσι μπορούσαν να ανταποκριθούν στις οικονοµικές τους υποκρεώσεις. Από τα τέλη του 2009 µέχρι και το Μάιο του 2011 εργαζόταν περιστασιακό στην εν λόγω εταιρεία, όποτε τον είχε ανάγκη, αµοιβόµενος µε ηµεροµίσθιο, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σηµειώµατα των μηνών Σεπτεµβρίου, Οκτωβρίου και Νοεµβρίου 2010, όπου το μήνα Σεπτέµβριο έκανε 26,10 ηµεροµίσθια, αµοιβόµενος µε το ποσό των 1.151,96 ευρώ, το μήνα Οκτώβριο έκανε 18 ηµεροµίσθια, αµειβόµενος µε το ποσό των 789,30 ευρώ και το μήνα Νοέµβριο έκανε 4,80 ηµεροµίσθια και αµείφθηκε µε το ποσό των 197,14 ευρώ, ήτοι μέσο όρο µηνιαίως µε το ποσό των 712,48 ευρώ, ενώ από 10-6-2011 είναι άνεργος, λαµβάνει δε το επίδοµα των 458 ευρώ μηνιαίως. Η, σύζυγός του είναι άνεργη από το Φεβρουάριο του 2011 (βλ. σχετικό δελτίο ανεργίας), λαμβάνοντας το αντίστοιχο επίδοµα εκ ποσού 450 ευρώ, ενώ εργαζεται περιστασιακά στην εταιρεία «..............», µε μηνιαίες συμβάσεις εργασίας, οι οποίες δεν επαναλαµβάνονται µε συγκεκριµένη περιοδικότητα. Ήδη από 1-9-2011 προσλήφθηκε για ένα μήνα στην ως άνω εταιρεία µε μηνιαίες αµοιβές περί τα 800 ευρώ, τα οποία, όµως, δεν λαµβάνει σε σταθερή βάση, όπως προαναφέρθηκε, το έτος δε 2011 έχει εργαστεί στην ως άνω εταιρεία 3 μήνες. Άλλη πηγή εισοδήµατος δεν διαθέτει, η οικονοµική του δε κατάσταση είναι μόνιµη και οφείλεται στη δυσχερή οικονοµική κατάσταση της χώρας την τρέχουσα περίοδο, κατά την οποία έµεινε χωρίς μόνιµη εργασία, η κατάσταση δε αυτή δεν αναµένεται να βελτιωθεί, λόγω της ηλικίας του και της έλλειψης εξειδίκευσης. Οι δαπάνες της οικογένειάς του περιορίζονται σ’αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών τους αναγκών, αφού το ένα τέκνο τους έχει αποβιώσει και το άλλο (................], είναι ενήλικας, για το οποίο δεν αποδείκθηκε οικονοµική του εξάρτηση από τον αιτούντα, αφού από κανένα αποδεικτικό µέσο δεν προέκυψε ότι είναι άνεργη και δε λαµβάνει το επίδοµα από τον ΟΑΕΔ, όπως ισχυρίζεται ο αιτών στις προτάσεις του, ούτε και η ίδια η µάρτυράς του στο ακροατήριο καταθέτει κάτι σκετικό µε αυτό, ούτε ο ίδιος ο αιτών προσκοµίζει δελτίο ανεργίας, αλλά και ούτε αναφέρει κάτι στην ένδικη αίτησή του, υπολογίζοντας τις δαπάνες και αυτού του τέκνου του στο κόστος διαβίωσής τους. Εξάλλου, όπως ο ίδιος, ισχυρίζεται στις προτάσεις του, ο σύντροφος της κόρης του, είναι οικοδόµος και από κανένα αποδεικτικό µέσο δεν προέκυψε ότι δεν µπορεί να φροντίσει για τη διατροφή της συντρόφου του, αυτή τη χρονική στιγµή που είναι σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Περαιτέρω, οι οικονενειακές δαπάνες του αιτούντος ανέρχονται, πλέον, στο συνολικό ποσό των 650 ευρώ για την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών της οικογένειάς του (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασµοί, υπολογιζόµενοι µαζί µε τους νέους φόρους, ιατρική και φαρµακευτική περίθαλψη κλπ., λαµβανοµένου υπόψη του γεγονότος ότι δεν καταβάλλει ενοίκιο), οι οποίες καλύπτονται και µε τη συνεισφορά της συζύγου του, όχι όµως σε µεγάλο βαθµό, αφού και η ίδια έχει σηµαντική δανειακή επιβάρυνση, το σύνολο δε των εισοδηµάτων τους ανέρχεται στο ποσό των 908 περίπου ευρώ μηνιαίως, τα οποία έχουν διαφοροποιηθεί από την περίοδο της αίτησης του για εξωδικαστικό συµβιβασµό µε τους πιστωτές του. Το ποσό δε που αποµένει για διάθεση, ανέρχεται στα 150 ευρώ το µήνα, το οποίο βρίσκεται µέσα στις οικονοµικές του δυνατότητες. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόµου, θεωρούνται µε την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσµα και υπολογίζονται µε την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ. σε Κρητικό «Ρύθµιση των οφειλών υπερχρεωµένων φυσικών προσώπων» σελ. 99), µε εξαίρεση τα παρακάτω εµπραγµάτως ασφαλισµένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισµός συνεχίζεται µε το επιτόκιο ενήµερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10). 1) Από την τράπεζα µε την επωνυµία «....................Α.Ε.», του έχει χορηγηθεί, µε την υπ` αριθµ. .............-000 σύµβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει, µαζί µε τους τόκους, το ποσό των 125.780,04 ευρώ. Οι απαιτήσεις της πιστώτριας αυτής από το παραπάνω στεγαστικό δάνειο είναι εξοπλισµένη µε εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριµένα µε προσηµειώσεις σε διαµέρισµα που χρησιµοποιεί ως κύρια κατοικία του ο αιτών (βλ. τις ΑΠ 31/09 και ΕφΘεσσαλ/νικης 4/2010 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ, σύµφωνα µε τις οποίες εξοµοιώνεται πλήρως ο ενυπόθηκος µε τον προσηµειούχο δανειστή, µε μόνη την διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ` άρθρο 1007 παρ. 1). Επίσης, από την ίδια τράπεζα του έχει χορηγηθεί πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει µαζί µε τους τόκους το ποσό των 3.011,38 ευρώ. 2) Από την Τραπεζα µε την επωνυµία «............ Α.Ε.», του έχει χορηγηθεί, προσωπικό δάνειο, από το οποίο οφείλει µαζί µε τους τόκους, το ποσό των 6.792,38 ευρώ, πιστωτική κάρτα ................... από την οποία οφείλει µαζί µε τους τόκους το ποσό των 468,63 ευρώ, καθώς και δεύτερη πιστωτική κάρτα ..................., από την οποία οφείλει µαζί µε τους τόκους, το ποσό των 529,76 ευρώ, ενώ οι δυο οφειλές του αιτούντος που απορρέουν από τις υπ’ αριθµ. ..................και ....................... πιστωτικές κάρτες, αποτελούν καταναλωτικά τραπεζικά προϊόντα της κυρίως παρεµβαίνουσας εταιρείας «........................S.A.», η οποία είναι αυτοτελές νοµικό πρόσωπο σε σχέση µε την τρίτη καθ` ης, γενοµένης δεκτής της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της δεύτερης καθ` ης ως προς τις δυο αυτές οφειλές του αιτούντος, 3) Από την Τράπεζα µε την επωνυµία «...........ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», του έχει χορηγηθεί πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει, μαζί µε τους τόκους, το ποσό των 3.662,35 ευρώ, 4) Από την Τράπεζα µε την επωνυµία «.............................. Α.Ε.», του χορηγήθηκε, µε την υπ` αριθµ. .................. σύµβαση, καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει μαζί µε τους τόκους το ποσό των 16.482,89 ευρώ, µε την υπ` αριθµ. .......................... σύµβαση, του χορηγήθηκε πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει µε τους τόκους, το ποσό των 3.394,49 ευρώ, µε την υπ` αριθµ. ...................... σύµβαση, του έχει χορηγηθεί καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει μαζί µε τους τόκους το ποσό των 20.350,64 ευρώ, µε την υπ` αριθµ. ............................... σύµβαση, του έχει χορηγηθεί καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει µαζί µε τους τόκους το ποσό των 20.122,21 ευρώ, µε την υπ` αριθµ. ................................ σύµβαση, του έχει χορηγηθεί πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει μαζί µε τους τόκους το ποσό των 2.018,70 ευρώ και µε την υπ` αριθµ. ........................... σύµβαση, του έχει χορηγηθεί πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί µε τους τόκους το ποσό των 8.410,89 ευρώ και 5) Από την κυρίως παρεµβαίνουσα ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυµία «............................... ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», του έχει χορηγηθεί πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί µε τους τόκους το ποσό των 425,73 ευρώ και άλλη πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει μαζί µε τους τόκους το ποσό των 537,20 ευρώ. Τα ως άνω χρέη, υπολογίζονται όπως αυτά εισφέρονται από τον αιτούντα-οφειλέτη, καθόσον, σύμφωνα και µε τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέµενα, η ένταξη της απαιτήσεως στη ρύθµιση, η οποία είναι προσωρινή, θα γίνει µε τη μορφή και το ύψος, που την εισφέρει ο οφειλέτης, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του ύψους της ή των δεδουλευµένων τόκων από το δικαστήριο, λόγω της αµφισβήτησης του ύψους της απαιτήσεως από τον πιστωτή. Ως προς δε τον ισχυρισµό του αιτούντος για ακυρότητα των αντιρρήσεων - παρατηρήσεων της δεύτερης καθ` ης, λεκτέα τα ακόλουθα: Το άρθρο 118 ΚΠολΔ, ορίζει ότι "τα δικόγραφα που επιδίδονται από έναν διάδικο σε άλλον η υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: 1) ... 2) ... 3) ... 4) ... και 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου η του νόµιµου αντιπρσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση µε δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου", το δε άρθρο 94 παρ. 1 ιδίου κώδικα, ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο, εκτότε αν συντρέχει κάποιο από τις εξαιρέσεις της παρ. 2, οπότε επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση. Περαιτέρω, το άρθρο 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, καθιερώνει την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον κάθε δικαστηρίου, αρχής η επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, εκτός αν πρόκειται για τις ρητώς προβλεπόµενες στις παρ. 2 και 3 εξαιρέσεις, το άρθρο 44 του ιδίου κώδικα ορίζει Ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωµα να ασκεί το λειτούργηµά του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, απαγορεύεται όµως σ` αυτόν να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου του οποίου είναι µέλος, εκτός των αναφεροµένων στο άρθρο 56 εξαιρέσεων, στο δε όρθρο 54 ορίζονται τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων ο δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται μόνος του και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές, καθώς και τα δικαστήριο στα οποία ο δικηγόρος υποχρεούται να συµπαρίσταται µε άλλον δικηγόρο που είναι διορισµένος σ` αυτά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν, κατά νόµο, είναι υποκρεωτική η παράσταση µε δικηγόρο, πρέπει τα, κατά το άνω άρθρο 118 ΚΠολΔ, συντασσόμενα από αυτόν δικόγραφα να φέρουν και την υπογραφή του, η οποία δεν έχει πανηγυρικό χαρακτήρα αλλά επιβάλλεται για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου, το ελάττωµα δε του δικογράφου από την έλλειψη της υπογραφής του δικηγόρου ή από την υπογραφή αυτού από δικηγόρο µη δικαιούµενο, κατά νόµο να παρίσταται και να ενεργεί ως πληρεξούσιος του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο, θεραπεύεται µε τη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου και την υπογραφή αυτής από δικηγόρο που δικαιούται κατά νόµο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο. Eξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι οι πιστωτές έχουν δικαίωµα είτε οι ίδιοι αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξούσιου δικηγόρου να λάβουν γνώση των εγγράφων στοιχείων και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, τα οποία ο οφειλέτης κατέθεσε στη γραμματεία του αρµόδιου δικαστηρίου. Η θέση των πιστωτών επί των εγγράφων και του σχεδίου πρέπει να διατυπωθεί εγγράφως. Δύνανται οι πιστωτές, να διαφωνήσουν ή να προτείνουν τροποποιήσεις του Σχεδίου. Μπορεί και να συµφωνήσουν είτε γραπτώς και ρητώς είτε σιωπηρώς µε το να αδρανήσουν αφήνοντας να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του νόµου. Η διαφωνία δύναται να προέλθει είτε από τον ίδιο τον πιστωτή είτε από τον για λογαριασµό του ενερνούντα πληρεξούσιου ή νοµικό παραστάτη του (Κρητικός, σελ. 84). Από αυτά συνάγεται ότι, για το κύρος της διαφωνίας επί του Σχεδίου, δεν απαιτείται και η υπογραφή αυτού από πληρεξούσιο δικηγόρο και μάλιστα από δικηγόρο που δικαιούται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων να παρίσταται και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του Πρωτοδικείο Κορίνθου, αλλά αρκεί η υπογραφή του από τον ίδιο τον πιστωτή ή από τον ενεργούντα για λογαριασµό του πληρεξούσιο. Τα ίδια δε ισχύουν και για την άσκηση κύριας παρέµβασης, η οποία μπορεί να γίνει προφορικά στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου, από τον ίδιο τον πιστωτή. Εποµένως, απορριπτέος, ως µη νόµιµος, τυγχάνει ο ισχυρισµός του αιτούντος ότι οι αντιρρήσεις-παρατηρήσεις της δεύτερης καθ` ης είναι άκυρες, καθόσον έχουν υπογραφεί από δικηγόρο Αθηνών, προ θέσης σε ισχύ του Νόµου 3919/2011 και έχουν κατατεθεί από πληρεξούσια δικαστική επιµελήτρια και όχι από πληρεξούσιο δικηγόρο ή το νόµιµο εκπρόσωπο του νοµικού προσώπου, ενώ εξάλλου, η έννοµη συνέπεια της συναίνεσης του πιστωτή επέρχεται µε την άπρακτη παρέλευση της δίµηνης προθεσµίας µόνο εφόσον η συνέπεια αυτή υποδείχτηκε από τον οφειλέτη στον πιστωτή µε την πρόσκληση που του απέστειλε (βλ. Αθ. Κρητικός, σελ. 87, παρ. 16), το οποίο δεν έχει συµβεί εν προκειµένω. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω αποδείξεις, αποδείχτηκε ότι ο αιτών, από το έτος 2010, έχει περιέλθει σε μόνιµη και διαρκή αδυναµία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσµες χρηµατικές οφειλές του, η δε αδυναµία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, καθόσον αποδείχτηκε ότι πράγματι εξυπηρετούσε τα δάνεια αυτό όταν εργαζόταν κανονικά ο ίδιος και η σύζυγός του και είχαν περισσότερα εισοδήµατα, ενώ δεν αναµένεται καλυτέρευση της οικονοµικής του κατόστασης, αντίθετα δε µετά τη λήξη της χορήγησης του επιδόµατος ανεργίας, αναµένεται ότι αυτή θα γίνει δυσχερέστερη. Εξάλλου, αυτή η δανειακή επιβάρυνση του αιτούντος, πέραν του στεναστικού του δανείου, οφειλόταν στο σοβαρό πρόβληµα υγείας που αντιμετώπιζε το τέκνο τους,................., όπως προκύπτει από τα προσκοµιζόµενα έγγραφα, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έχει ήδη αποβιώσει. Άλλη πηγή εισοδήµατος δεν διαθέτει ο αιτών, ενώ περιουσιακό του στοιχείο, που μπορεί να εκποιηθεί και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίµηµα αποτελεί η κυριότητα σε ποσοστό 51,96%, επί διαµερίσµατος του Β` πάνω από το ισόγειο ορόφου, -επιφανείας 75 τ.μ., σε πολυκοτοικία που βρίσκεται στο Λουτράκι Κορινθίας και επί της οδού ............................., αποτελούµενου από καθιστικό, κουζίνα, δυο (2) υπνοδωµάτια, λουτρό, διάδροµο και εξώστες, η οποία πολυκατοικία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου επιφανείας 344,75 τ.µ. και συνορεύει βόρεια µε ιδιοκτησία ..........και εν μέρει µε ιδιοκτησία Σ.Ε.Ο., νότια µε την οδό ........, Ανατολικά µε την οδό .......και δυτικά µε ιδιοκτησίες..........................και στο οποίο ανήκει ο υπ` αριθµ. ένα (1) χώρος στάθµευσης αυτοκινήτου της πυλωτής και έχει επιφάνεια 15,10 τ.µ., αντικειμενικής αξίας του μεριδίου του ύψους 16.792,95 ευρώ (βλ. δήλωση Ε9 και εκκαθαριστικό σηµείωµα Ε.Τ.ΑΚ.). Η εµπορική αξία της κατοικίας αυτής, συνολικά, εκτιμάται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 90.000 ευρώ, λαµβανοµένων υπόψη της παλαιότητος της (υπ` αριθµ. 2/2001 οικοδοµική άδεια), της περιοχής στην οποία βρίσκεται, του εµβαδού της, της αντικειµενικής της αξίας και των συνθηκών που επικρατούν σήµερα στην αγορά ακινήτων λόγω της δυσµενούς οικονοµικής συγκυρίας, λαµβανοµένων υπόψη τόσο της βεβαίωσης του µεσίτη αστικών συµβάσεων............................που προσκοµίζει ο αιτών, καθόσον στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας µπορεί να ληφθούν υπόψη όχι µόνο άκυρα αλλά και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (υπεύθυνες δηλώσεις και βεβαιώσεις), χωρίς κανένα περιορισµό της µαρτυρικής απόδειξης λόγω ποσού (Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 759, σελ. 452) όσο και των ισχυρισµών του ίδιου στο τροποποιηµένο σχέδιο για εξωδικαστικό συµβιβασµό, στο οποίο αναφέρει ότι η εµπορική αξία της κατοικίας του ανέρχεται στο ποσό των 113.000 ευρώ. Πρέπει να σηµειωθεί ότι η εμπορική αξία της κατοικίας του αιτούντος, µε την άσκηση της αγωγής, είχε οµολογηθεί ότι ανήρχετο στο ποσό των 170.000 ευρώ. Ωστόσο, το Δικαστήριο, θεωρεί ότι µε τις προτάσεις του περιέχεται δήλωση περί ανάκλησης της οµολονίας, κατ` άρθρο 354 ΚΠολΔ, µετά την οποία πρέπει να αποδειχθεί ότι δεν έλαβε χώρα το οµολογηµένο γεγονός µε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της συζύγου του και η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαµο φορολογούµενο µε ένα παιδί, που ανέρχεται σε 275.000 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόµος για την εξαίρεση της από την εκποίηση. Με βάση τα προλεχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθµιση του Ν. 3869/2010. Έτσι η ρύθµιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο µε μηνιαίες καταβολές απευθείας στους πιο πάνω πιστωτές από τα εισοδήµατά του επί τετραετία, που θα αρχίζουν αµέσως από την κοινοποίηση προς αυτόν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστωτές του θα ικανοποιηθούν συµµέτρως (άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/10). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόµενο της ρύθµισης αυτής, το προς διάθεση στους πιστωτές του ποσό, λαµβανοµένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών του αναγκών, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, ανέρχεται στο ποσό των 150 ευρώ το μήνα, όπως προαναφέρθηκε. Το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται σε 211.987,29 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 128.791,42 ευρώ συνολικά προς την «...............Α.Ε.» και συγκεκριµένα, το ποσό των 125.780,04 αντιστοιχεί στο ως άνω στεγαστικό δάνειο και το ποσό των 3.011,38 ευρώ, στις λοιπές οφειλές, 7.790,77 ευρώ προς την «............», 3.662,35 ευρώ προς την «............... Της ...... Α.Ε.», 70.779,82 ευρώ προς την «.........................» και 962,93 ευρώ προς την κυρίως παρεµβαίνουσα «...................ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.». Σε κάθε µια από τις ως άνω πιστώτριες αναλογεί από το ποσό των 150 ευρώ, στη µεν πρώτη αυτό των 91,13 ευρώ (150:211.987,29 Χ 128.791,42), εκ των οποίων ποσό 89 ευρώ αντιστοιχεί στο στεγαστικό δάνειο (91,13: 128.791 ,42Χ125. 780,04) και ποσό 2,13 ευρώ, στις λοιπές οφειλές (91,13:128.791,42Χ3.011,38), στη δεύτερη το ποσό των 5,51 ευρώ (150:211.987,29Χ7.790,77), στην τρίτη το ποσό των 2,59 ευρώ (150:211.987,29Χ3.662,35), στην τέταρτη το ποσό των 50,08 ευρώ (150:211.987,29Χ70.779,82) και στην κυρίως παρεµβαίνουσα το ποσό των 0,68 ευρώ (150:211.987,29Χ962,93)., Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 4ετίας κάθε πιστώτρια θα έχει λάβει τα εξής ποσά: Α) Η Τράπεζα «...............Α.Ε.», το ποσό των 4.374,24 ευρώ, ήτοι 4.272 ευρώ για το στεγαστικό δάνειο και 102,24 ευρώ για τις λοιπές οφειλές, Β) Η Τράπεζα «............. Α.Ε.», το ποσό των 264,48 ευρώ, Γ) Η Τράπεζα «..............Α.Ε.», το ποσό των 124,32 ευρώ, Δ) Η Τράπεζα«...................... Α.Ε.», το ποσό των 2.403,84 ευρώ και Ε) Η κυρίως παρεµβαίνουσα ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυµία «...................ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», το ποσό των 32,64 ευρώ, ενώ θα οφείλονται ακόµα στην πρώτη, το ποσό των 124.417,18 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 121.508,04 ευρώ αντιστοιχεί για το στεγαστικό δάνειο και 2.909,14 ευρώ για τις λοιπές οφειλές, στη δεύτερη το ποσό των 7.526,29 ευρώ, στην τρίτη το ποσό των 3.538,03 ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των 68.375,98 ευρώ και στην κυρίως παρεµβαίνουσα το ποσό των 930,29 ευρώ. Ήτοι συνολικά ο αιτών από το παραπάνω ποσό των 211.987,29 ευρώ, θα έχει καταβάλει µε τις μηνιαίες καταβολές επί τετραετία συνολικά το ποσό των 7.199,52 ευρώ και, εποµένως αποµένει συνολικό υπόλοιπο οφειλών του εκ 204.787,77 ευρώ. Η παραπάνω πρώτη ρύθµιση θα συνδυαστεί µε την προβλεπόµενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/10, εφόσον µε τις καταβολές επί 4ετία της πρώτης ρύθµισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών του αιτούντος και προβάλλεται αίτηµα εξαίρεσης της κατοικίας του από την εκποίηση, µετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ο.π. σελ. 148, αριθ. 16). Έτσι, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 85% της εµπορικής αξίας του ποσοστού του επί της ως άνω κατοικίας, δηλαδή το ποσό των 39.749,4 ευρώ (90.000Χ51,96% Χ85%). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισµό µε το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου µε το κυµαινόµενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωµής, σύµφωνα µε το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρµοζόµενο µε επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηµατοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει δυο (2) χρόνια µετά τη δηµοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 15 χρόνια, λαµβανοµένων υπόψη του συνόλου των χρεών του αιτούντος, της οικονοµικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Η υποχρέωση του αιτούντος για καταβολή του 85% της αξίας της κατοικίας του προκειµένου να τη διασώσει, προκύπτει σαφώς από τη διάταξη του όρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/10, η οποία εισάγει µεν ευνοϊκή ρύθµιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο σύµφωνα µε τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιµο περιουσιακό, πλην όμως του επιβάλλει, προκειµένου να πετύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει το 85% της εµπορικής της αξίας. Έτσι, µε βάση τη ρύθµιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιόρθρωση των υπολοίπων των χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί 4ετία του άρθρου 8 παρ. 2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ` αυτόν την εξυπηρέτηση ενός προσθέτου χρέους που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων των παλαιών χρεών του. Διαφορετική ερµηνεία της διάταξης αυτής, σύµφωνα µε την οποία εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου τα ποσά που θα οριστεί για τη διάσωση της κατοικίας µε ανώτατο όριο το 85% της εµπορικής της αξίας της, δεν μπορεί να βρει έρεισµα ούτε στη γραμματική διατύπωση της διάταξης, αφού η φράση «μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό ... » αναφέρεται όχι σε δυνατότητα του Δικαστηρίου προσδιορισµού του ποσοστού, αλλά στο ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνση του οφειλέτη, µε την έννοια ότι εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μικρότερο του 85% της εµπορικής αξίας της κατοικίας θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό της, εφόσον δε είναι µεγαλύτερη θα απαλλανεί του πέραν του 85% ποσού της. Εξαλλου, μια τέτοια ερµηνεία της διάταξης θα οδηγούσε σε απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του ακόµη και µε μηδενικές καταβολές, σύµφωνα µε τη ρύθµιση του άρθρου 8 παρ. 5 και μικρές καταβολές δυσανάλογες της αξίας της κατοικίας µε την παράλληλη ρύθµιση του άρθρου 9 παρ. 2, µε διατήρηση του περιουσιακού του αυτού στοιχείου. Από την άλλη πλευρά οι πιστωτές του θα στερούνταν ενός σηµαντικού περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη για την ικανοποίηση μέρους έστω των απαιτήσεων τους, πράγμα αντίθετο µε το σκοπό του νόµου, όπως αυτός προκύπτει τόσο από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 που δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει την εκποίηση και της κύριας κατοικίας, όσο και αυτής του όρθρου 4 παρ. 1 που επιβάλει στον οφειλέτη την υποχρέωση στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών που θα υποβάλει να λαµβάνει υπόψη µε εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συµφέροντα των πιστωτών όσο και την περιουσίας και τα εισοδήµατά του, ενώ ορίζεται και στην εισηγητική έκθεση του νόµου, σύµφωνα µε την οποία µε το νόµο δίνεται µεν η δυνατότητα στον οφειλέτη να απαλλαγεί από τα χρέη του, εφόσον όµως δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των πιστωτών, ειδικά δε επί διάσωσης της κατοικίας η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον οφειλέτη υπό τους όρους και διαδικασίες που δε θα θίγουν τα συµφέροντα των πιστωτών. Εφόσον ο οφειλέτης δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην πρόσθετη αυτή υποχρέωση εναπόκειται στη βούληση του η εξαίρεση ή µη της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, αφού το δικαστήριο μπορεί να τη διατάξει µόνο µετά από αίτηµα του και όχι αυτεπάγγελτα. Με βάση λοιπόν τη ρύθµιση του άρθρου 9 παρ. 2, εφόσον µεν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθµισης του άρθρου 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του 85% της εµπορικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθµιση ετπβαλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο µε το ποσό αυτό του 85%, απαλλασσοµένου του υπολοίπου των χρεών µε την τήρηση της ρύθµισης. Εφόσον δε τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 85% θα υποχρεωθεί σε καταβολές µέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού. Όπως πραναφέρθηκε, το υπόλοιπο των απαιτήσεων των πιστωτών µετά τις καταβολές επί 4ετία ανέρχεται σε 204.787,77 ευρώ, ποσό το οποίο υπερβαίνει το 85% της αξίας του ποσοστού κυριότητάς του επί της κατοικίας του, που είναι 39.749,4 ευρώ, µέχρι του οποίου µπορούν, σύµφωνα µε το νόµο να ρυθµιστούν απαιτήσεις των πιστωτών, συνεπώς η ικανοποίηση των υπολοίπων απαιτήσεων των πιστωτών µε περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της πρώτης κατοικίας του αιτούντος, πρέπει να οριστεί στο ποσό αυτό των 39.749,4 ευρώ. Η αποπληρωµή του ποσού αυτού, θα πραγµατοποιηθεί, σύµφωνα µε το νόµο, χωρίς ανατοκισµό µε το µέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου µε κυµαινόµενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωµής, σύµφωνα µε το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο µε επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει δυο (2) χρόνια µετά τη δηµοσίευση της απόφασης αυτής, επειδή κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στον αιτούντα η ως άνω περίοδος χάριτος, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 15 χρόνια (180 µηνιαίες δόσεις), λαµβονοµένης υπόψη, της οικονοµικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Η µηνιαία, εποµένως, δόση που θα καταβάλλει ο αιτών σ` αυτό το στάδιο της ρύθµισης, θα ανέρχεται στο ποσό των 220,83 ευρώ. Από το σκέλος αυτό της ρύθµισης θα ικανοποιηθεί προνοµιακά η απαίτηση της πρώτης πιστώτριας, η οποία είναι εµπραγµάτως ασφαλισµένη. Η απαίτηση αυτή, μετά το πέρας της προηγούμενης ρύθµισης, δηλαδή μετά τις καταβολές επί τετραετία, θα έχει διαµορφωθεί, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 121.508,04 ευρώ. Η προνοµιακή ικανοποίηση της πιστώτριας αυτής θα γίνει μέχρι το ποσό των 39.749,4 ευρώ, του 85% δηλαδή της εµπορικής αξίας του ποσοστού του επί της κατοικίας του, και αποµένει από αυτό ποσό 81.758,64 ευρώ (121.508,04-39749,4), ως προς το οποίο απαλλάσσεται ο αιτών. Ως προς τις υπόλοιπες παραπάνω απαιτήσεις των πιστωτριών από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες κατά το µέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 4ετεις καταβολές, µετά την εξάντληση του ποσού των 39.749,4 ευρώ του 85% του ποσοστού κυριότητός του στην πρώτη κατοικία του για την προνοµιακή ικανοποίηση των εµπραγμάτως ασφαλισµένων απαιτήσεων της πρώτης πιστώτριας δεν μπορεί να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται ο αιτών. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως βάσιµη και στην ουσία της και να ρυθµιστούν τα χρέη του αιτούντος µε σκοπό την απαλλαγή του, µε την τήρηση των όρων της ρύθµισης, εξαιρουµένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του, σύµφωνα µε όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύµφωνα µε το άρθρο 8 παρ.6 του ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση της ένδικης αίτησης µε την προφορικά ασκηθείσα κύρια παρέµβαση. Δέχεται εν µέρει την αίτηση και την κύρια παρέµβαση. Ρυθµίζει τα χρέη του αιτούντος µε µηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές του επί µία τετραετία, οι οποίες θα αρχίζουν την 1η ηµέρα του πρώτου µήνα µετά την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης, στην µεν πρώτη των καθ` ων το ποσό των ενενήντα ενός ευρώ και δεκατριών λεπτών (91,13), εκ των οποίων ποσό ογδόντα εννέα (89) ευρώ, αντιστοιχεί στο στεγαστικό δάνειο και ποσό δύο ευρώ και δεκατριών λεπτών (2,13), στις λοιπές οφειλές, στη δεύτερη το ποσό των πέντε ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (5,51), στην τρίτη το ποσό των δύο ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (2,59) ευρώ, στην τέταρτη το ποσό των πενήντο ευρώ και οκτώ λεπτών (50,08) και στην κυρίως παρεµβαίνουσα το ποσό των εξήντα οκτώ λεπτών (0,68). Εξαιρεί την εκποίηοη της κύριας κατοικίας του αιτούντος, δηλαδή διαµερίσµατος του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 75, τ.µ., σε πολυκατοικία που βρίσκεται στο Λουτράκι Κορινθίας και επί της οδού ......................., αποτελουμένου από καθιστικό, κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια, λουτρό, διάδροµο και εξώστες, η οποία πολυκατοικία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου επιφανείας 344,75 τ.µ. και συνορεύει βόρεια µε ιδιοκτησία.........και εν μέρει µε ιδιοκτησία.......Ο., νότια µε την οδό .........................Ανατολικά µε την οδό ........ και δυτικά µε ιδιοκτησίες Κ. .......................................και στο οποίο ανήκει ο υπ αριθµ. ένα (1) χώρος στάθµευσης αυτοκινήτου της πυλωτής, που έχει επιφάνεια 15,10 τ.µ. Επιβάλλει στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της κατοικίας του στους πιστωτές του το συνολικό ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (39.749,40), επί δεκαπέντε (15) χρόνια (180 µήνες), ήτοι µηνιαίως το ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (220,83), από το οποίο θα ικανοποιηθεί προνοµιακά η 1η πιστώτρια «......................Α.Ε.» Η καταβολή των µηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την 1η ηµέρα του πρώτου μήνα δυο (2) χρόνια µετά τη δηµοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισµό µε το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου µε το κυµαινόµενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωµής, σύµφωνα µε το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρµοζόµενο µε επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το παραπάνω δε ποσό µε την επιφυλαξη της μεταβολής των οικογενειακών εισοδηµάτων του αιτούντος.

πηγή: http://lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.