Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Συναινετικό διαζύγιο - Συναινετική λύση του γάμου - Παραίτηση από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου με ιδιωτικό συμφωνητικό ενόψει έκδοσης συναινετικού διαζυγίου (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 1863/2009)

Περίληψη: Αποκτήματα γάμου. Παραίτηση από την αξίωση με συμφωνητικό ενόψει συναινετικού διαζυγίου. Αυτή η ρύθμιση της ενοχικής αξίωσης είναι ισχυρή ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ των συζύγων υπό την αναβλητική αίρεση συναινετικής λύσης του γάμου. Ακυρότητα της δήλωσης σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις. Απειλή. Κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών. Δεν αποτελεί «πράγμα» σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η άρνηση της ένστασης περί παραίτησης. Πραγματικά περιστατικά. Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 405/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

[...] Επειδή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο τούτο περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το δ/ριο εκείνο δέχεται δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω δήλωση, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση σε αυτό θα κριθεί αν ήταν ή όχι εφαρμοστέοι οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες. Εν προκειμένω, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι, κατά την αποδοχή της ενστάσεως εκ του άρθρου 454 ΑΚ, που πρότεινε ο εναγόμενος, περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την αξίωσή της προς διεκδίκηση ποσοστού πέραν του 50% επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αποτελεί απόκτημα του εναγομένου (συζύγου της), της εν λόγω παραιτήσεως γενομένης με σχετικό όρο διαληφθέντα στο από 7-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως συναινετικώς του γάμου τους, στο οποίο περιέλαβαν ρυθμίσεις ως προς την επιμέλεια και διατροφή των τέκνων του και ως προς τις περιουσιακές του σχέσεις, αυτό (Εφετείο) δεν προέβη σε ερμηνεία των περιεχόμενων στο συμφωνητικό δηλώσεων βουλήσεως διαδίκων, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε στην απόρριψη της άνω ένστασης του εναγομένου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ανελέγκτως έκρινε ότι δεν υπήρξε, ούτε και εμμέσως συναγόμενο, κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων και έτσι ορθώς δεν προέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επειδή, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 150, 881, 1400 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, με συνέπεια να μη χωρεί παραίτηση εκ των προτέρων, δεν αποκλείεται όμως από τη διάταξη αυτή, όπως το ζήτημα των αποκτημάτων γίνει αντικείμενο των διαπραγματεύσεων των συζύγων για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, με τον όρο ότι η συμφωνία τους και για τα αποκτήματα τελεί υπό την αίρεση της, εκ του λόγου αυτού διαζυγίου, λύσεως του γάμου. Περαιτέρω, εφόσον μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δευσμετικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, έπεται ότι και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, είναι ισχυρή, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις όπως η διάταξη του άρθρου 150 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, το οποίο έκρινε επί αγωγής της αναιρεσείουσας για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσίβλητου και ειδικώτερα επί του οικοπέδου με την υπάρχουσα σε αυτό διώροφη οικοδομή που βρίσκεται στα ... στην οδό ..., δέχθηκε, ανελέγκτως, α)ότι οι διάδικοι με το από 7-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους κει ενόψει της συνεναιτικής λύσεως του γάμου τους, ρύθμισαν εν μέρει τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις και, μεταξύ άλλων, συμφώνησαν με τον σχετικό όρο με άρθ. 1 του εν λόγω συμφωνητικού, ότι η ενάγουσα "(δεύτερη συμβαλλομένη) αναγνωρίζει με το παρόν ότι η υπάρχουσα κατοικία που βρίσκεται στα ... στην Οδό ... αποτελουμένη από ισόγειο όροφο και σοφίτα και η οποία αποτελεί (πλην της γκαρσονιέρας του ισογείου) ενιαία κατοικία ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και στους δύο συμβαλλομένους" και β)ότι η συμφωνία τους αυτή περιέχει παραίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας από την ένδικη αξίωσή της και είναι έγκυρη και ενεργός, διότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της λύσεως του γάμου τους, υπό την οποία τελούσε, δεδομένου ότι ο γάμος τους λύθηκε συναινετικώς με την υπ` αριθμ. 101/20-3-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που κατέστη αμετάκλητη στις 22-4-2002. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας περί ακυρωσίας του κρίσιμου συμβατικού όρου κατ` άρθρο 150 ΑΚ ως αποτελούν το προϊόν απειλής αυτής από τον αναιρεσίβλητο, έκρινε, κατ` αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού από τα άρθρα 361 και 454 του ΑΚ ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου), ότι η αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας ως προς το επίδικο ακίνητο έχει αποσβεσθεί. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1400 και 454 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ` αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως ο 4ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων. Εν προκειμένω, με τον 2ο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 7-5-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικώτερα του σχετικού όρου με αριθ. 1, δεχθέν ότι, με την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, η ενάγουσα παραιτήθηκε από την ένδικη αξίωσή της στο επίδικο ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την εκ μέρους του Εφετείου αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του άνω εγγράφου. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή τα επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον 3ο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή αρνείτο την περί παραιτήσεώς της από την ως άνω ένδικη αξίωσή της ένσταση του εναγομένου συζύγου της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της εν λόγο ένστασης και συνεπώς δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να απορρφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Απορρίπτει την από 4-12-2007 αίτηση, της ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 405/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, οφειλόμενα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

πηγή: http://lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.