Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Συμμετοχή στα αποκτήματα γάμου - Είναι έγκυρος ο συμβιβασμός που γίνεται μετά τη λύση του γάμου και αφορά τις αξιώσεις στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 1872/2009)

Περίληψη: Συμμετοχή στα αποκτήματα. Νομική φύση του εν λόγω δικαιώματος. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση, ούτε είναι δυνατή η παραίτηση εκ των προτέρων. Είναι όμως έγκυρος ο συμβιβασμός που γίνεται μετά τη λύση του γάμου και αφορά τις αξιώσεις στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου. Περιστατικά. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 7821/2006 απόφασης ΕφΑθηνών).

[...] Η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Εξάλλου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 178, 871, 1400 και 1441 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση, απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ` εξαίρεση, είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει έναν γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ), οπότε τελεί από την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσεως του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για τον δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση, στο στάδιο αυτό, της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους, ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση (όπως π.χ. αναγνώριση απαιτήσεως, άφεση χρέους, παραίτηση, δωρεά κ.λ.π.). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους. Συνεπώς, δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε με το συμβιβασμό και αν τις προβάλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως του συμβιβασμού. Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά ή διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με το συμβιβασμό. Το δικαστήριο, αν προταθεί, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ των ενδιαφερομένων σύμβασης συμβιβασμού και να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει αντικείμενο για να συνεχισθεί η δίκη. Είναι δε έγκυρος ο συμβιβασμός που γίνεται μετά τη λύση του γάμου και αφορά τις μεταξύ των πρώην συζύγων αξιώσεις για τη συμμετοχή τους στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εναντίον της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής Ότι ο τελεσθείς το έτος 1975 μεταξύ των διαδίκων νόμιμος γάμος λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο με την υπ` αριθμ. 323/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι μετά τη λύση του γάμου τους ο ήδη αναιρεσείων άσκησε εναντίον της αναιρεσίβλητης, πρώην συζύγου του, την από 30.11.1999 αγωγή για αποκτήματα, κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, εκκρεμούσης δε της συζήτησης αυτής, οι διάδικοι, εμφανίσθηκαν την 31.1.2000 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ολγας Μπούκη και, με την υπ` αριθμ. 5913/31.1.2000 πράξη της εν λόγω συμβολαιογράφου, παραιτήθηκαν αμοιβαίως από τις αξιώσεις ενός εκάστου για τη συμμετοχή του στα αποκτήματα του άλλου, αναγνωρίζοντας ρητώς, ότι κάθε περιουσιακό στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, που καθένας από αυτούς απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αποκτήθηκε από τις δικές του οικονομικές δυνάμεις, και δεν υπάρχει υποχρέωση αποδόσεώς του στον άλλο. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι με τη σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε εγκύρως μεταξύ των διαδίκων, πρώην συζύγων, σύμβαση συμβιβασμού, κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με την οποία έλυσαν την μεταξύ τους φιλονικία, ως προς την συμμετοχή καθενός από αυτούς στα αποκτήματα του άλλου και καθένας εξ αυτών παραιτήθηκε από την αξίωση του για τη συμβολή του στα αποκτήματα του άλλου, ακολούθως δε δέχθηκε, όπως και η εκκαλουμένη, σχετική ένσταση που η αναιρεσίβλητη προέβαλε προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσείοντος και απέρριψε την αγωγή αυτού, τόσο ως προς την κυρία βάση της από το άρθρο 1400 ΑΚ, όσο και ως προς την επικουρική από τα αρθρα 904 και 908 ΑΚ. Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1400, 871,454,904 και 908 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Ομως και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτή για πρώτη φορά στον Αρειο Πάγο, εφόσον στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος που αυτός προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια, όπως επί λέξει αναφέρεται ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση όλως εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν επανειλημμένως εκ μέρους μου και δη παρέκαμψε χωρίς την αναγκαίαν αιτιολογίαν να αξιολογήσει και να αποφανθεί επί των προταθέντων παργματικών περιστατικών και δη του θέματος της παραπειστικής συμπεριφοράς της αντιδίκου μου περί μη σκοπιμότητος και της κάλυψης της νομίμου αιτίας της δηλώσεώς μου.....δεδομένου ότι υπήρχε προφανής πλάνη μου περί του χαρακτήρος και της ουσίας της σχετικής δηλώσεώς μου". Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της άνω συμφωνίας λόγω πλάνης του, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τον περί πλάνης ισχυρισμό (αντένσταση) προέβαλε ο αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και επανέφερε παραδεκτώς στο Εφετείο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο προβολής του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Απορρίπτει την από 16.04.2007 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ` αριθμ. 7.821/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).

πηγή: http://lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.