Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Συναινετικό διαζύγιο - Συμφωνία των συζύγων, που ρυθμίζει την επιμέλεια των ανήλικων και την επικοινωνία με αυτά και επικυρώνεται από το δικαστήριο κατά την έκδοση συναινετικού διαζυγίου (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 19629/2008)

Γονική μέριμνα: η συμφωνία των συζύγων, που ρυθμίζει την επιμέλεια των ανήλικων και την επικοινωνία μ` αυτά και επικυρώνεται από το δικαστήριο κατά την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, είναι προσωρινή και ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης για τα θέματα από το δικαστήριο. Συζυγική στέγη : το αίτημα για παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής στέγης και μετοίκηση του συζύγου μπορεί να υποβληθεί όσο διαρκεί η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και όχι μετά τη λύση του γάμου- η επιβολή απαγόρευσης προσέγγισης στη συζυγική στέγη προϋποθέτει την παραδοχή των αιτημάτων για παραχώρηση της χρήσης της και μετοίκησης του συζύγου. Αν το αίτημα για επιβολή απαγόρευσης προσέγγισης υποβάλλεται αυτοτελώς, ως προσωρινή ρύθμιση για την προστασία της προσωπικότητας, απαιτείται η επίκληση βάσιμης απειλής για επικείμενη προσβολή.

[...] Με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα εκθέτει, ότι με τον καθού πρώην σύζυγο της τέλεσε νόμιμο γάμο, ο οποίος λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο τον Ιανουάριο του έτους 2005 και από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την Β.Π. και Ι.-Π.Π., ηλικίας σήμερα οκτώμισι και πεντέμισι ετών, αντίστοιχα, των οποίων ασκεί την επιμέλεια με βάση συμφωνία της με τον καθού στο πλαίσιο της συναινετικής λύσης του γάμου τους, ζητά δε, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, να της ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας των παραπάνω τέκνων της, διότι αυτό επιβάλλεται από το αληθινό συμφέρον αυτών και να υποχρεωθεί ο καθού να της καταβάλλει, για λογαριασμό του καθενός, ως προσωρινή συμμετοχή του σε χρήμα στη διατροφή τους, συνυπολογιζομένης και της δικής της συνεισφοράς, στην αρχή κάθε μήνα, το ποσό των 400,00 ευρώ και 350,00 ευρώ, αντίστοιχα, από την επίδοση της αίτησης της και με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης, διότι αυτά δεν μπορούν να αυτοδιατραφούν, λόγω της απορίας τους και της ανικανότητας τους προς εργασία, ενώ ο καθού έχει τη δυνατότητα, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αίτηση, να συμμετάσχει στην κάλυψη των διατροφικών τους αναγκών. Επικαλείται επίσης ότι η οικία που αποτελούσε τη συζυγική τους οικία και ανήκε στον καθού, μεταβιβάσθηκε πρόσφατα απ` αυτόν στα τέκνα τους με γονική παροχή και ότι στην οικία αυτήν εξακολουθεί εκτός της ίδιας και των τέκνων τους να διαμένει και ο καθού με τον οποίο συμφώνησαν ότι η διαμονή του θα είναι προσωρινή "μέχρι να τακτοποιηθεί οικονομικά προκειμένου να βρει κατοικία", καθώς και ότι η ίδια ανέλαβε την καταβολή των δόσεων του στεγαστικού δανείου που έλαβε αυτός για την αγορά της παραπάνω οικίας, τις οποίες και καταβάλλει, παρά τις αντίθετες όμως υποσχέσεις του "παραμένει στο σπίτι, χρησιμοποιώντας το κυριολεκτικά σαν ξενοδοχείο και βολευόμενος στην κατάσταση αυτή να έχει στέγη, τροφή και ρούχα καθαρά χωρίς καμία οικονομική συμβολή" και ότι στις διαμαρτυρίες της αντιδρά με "χυδαίες βρισιές, απειλές και υποτίμηση", όπως συμπεριφερόταν και πριν από την λύση του γάμου τους και μάλιστα, όπως κατά λέξη εκθέτει, "εδώ και καιρό έρχεται στο σπίτι σπάνια, κυρίως όταν λείπω εγώ στη δουλειά, διότι διαμένει με τη νέα του σύντροφο". Ζητά δε η αιτούσα να παραχωρηθεί στην ίδια αποκλειστικά η προσωρινή χρήση της παραπάνω οικίας και κατ` εκτίμηση του αιτήματος της ζητά και να διαταχθεί η μετοίκηση του καθού απ` αυτήν και περαιτέρω, επικαλούμενη κατά λέξη ότι "επειδή μετά την έκδοση απόφασης επί της παρούσας, θεωρείται σφόδρα πιθανόν ότι ο αντίδικος θα επιχειρήσει να βιαιοπραγήσει εκ νέου σε βάρος μου με ανυπολόγιστες συνέπειες", ζητά, επίσης κατά λέξη, να διαταχθεί η "απαγόρευση της προσέγγισης της οικίας μας από αυτόν σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων" και, τέλος, ζητά να απειληθεί εναντίον του χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, κατ` εκτίμηση του αιτήματος της, για την περίπτωση παραβίασης της σχετικής με την απαγόρευση αυτή διάταξης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικασθεί ο καθού στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Η αίτηση αρμόδια εισάγεται για συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ( άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, κατά το μέρος της που αφορά την προσωρινή ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας των ανηλίκων και την επιδίκαση προσωρινής διατροφής σ` αυτά, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, 1513, 1485,1486,1489,1493,1496 εδ α`, 1498, 340, 345 και 346 του ΑΚ, 682, 728 παρ 1 περ α`, 729, 730, 735 και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το γεγονός ότι η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ρυθμίστηκε μεταξύ τους με το αναφερόμενο στην αίτηση συμφωνητικό, δεν εμποδίζει την επιδίωξη της ρύθμισης της άσκησης της γονικής τους μέριμνας με την υπό κρίση αίτηση, καθόσον η συμφωνία των συζύγων που ρυθμίζει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων και την επικοινωνία με αυτά και η οποία επικυρώνεται από το Δικαστήριο κατά την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, είναι προσωρινή και ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης για τα θέματα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 1513 του ΑΚ (βλ. ΕφΑΘ 548/1999 Δνη 40.1116 ). Ως προς τα λοιπά παραπάνω αιτήματα της η αίτηση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Ειδικότερα κατ` εκτίμηση των όσων εκτίθενται, η αιτούσα επικαλείται ότι ο γάμος της με τον καθού έχει λυθεί αμετάκλητα με δικαστική απόφαση (τον αριθμό της οποίας δεν αναφέρει) περί συναινετικού διαζυγίου τους, που εκδόθηκε το έτος 2005, αφού η ίδια, αναφερόμενη στη λύση του γάμου τους κατά το παραπάνω έτος, ασκεί την υπό κρίση αίτηση ως "πρώην σύζυγος Β.Π. (καθού)", όπως κατά λέξη αναφέρει στην αρχή του δικογράφου της. Εφόσον όμως επήλθε η λύση του γάμου τους, το αίτημα της αιτούσας για παραχώρηση της χρήσης της οικίας που αποτελούσε τη συζυγική στέγη των διαδίκων κατά τη διάρκεια του γάμου τους και η οποία ήδη όπως εκθέτει ανήκει στα τέκνα τους, καθώς και το αίτημα περί μετοίκησης του καθού από την οικία αυτή είναι μη νόμιμα και απορριπτέα, καθόσον παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής οικίας στον ένα σύζυγο δεν προβλέπεται από το νόμο μετά τη λύση του γάμου, αλλά μόνον κατά τη διάρκεια της διάστασης των συζύγων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α` του ΑΚ, όπως επίσης δεν προβλέπεται και η μετοίκηση ως μέσο ρύθμισης των σχέσεων των πρώην συζύγων όπως είναι οι διάδικοι, αλλά αποσκοπεί στη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων (και όχι των πρώην συζύγων) που έχουν διαταραχθεί, προς διατήρηση της ειρήνης και τάξης στη συζυγική οικία και διατάσσεται (η μετοίκηση) ως μέσο πρόνοιας, όταν κρίνεται ότι η εξακολούθηση της συμβίωσης μόνο σε περαιτέρω παρόξυνση και εκτράχυνση των ήδη τεταμένων συζυγικών σχέσεων οδηγεί (βλ. σχ ΜονΠρΒολ 2878/2001 ΑρχΝ ΝΓ` 782), τέτοιες δε συζυγικές σχέσεις δεν έχουν οι διάδικοι ανεξαρτήτως του ότι κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση εξακολουθούν και μετά τη λύση του γάμου τους να συγκατοικούν στην οικία που κατά τη διάρκεια του αποτελούσε τη συζυγική τους οικία και ανήκει πλέον στα τέκνα τους.

Περαιτέρω, εφόσον τα παραπάνω αιτήματα κρίθηκαν απορριπτέα, απορριπτέο είναι και το αίτημα της αιτούσας περί επιβολής απαγόρευσης στον καθού να προσεγγίζει σε απόσταση 500 μέτρων την προαναφερόμενη οικία το οποίο προϋποθέτει, εκτός των άλλων, την παραδοχή των αιτημάτων της περί παραχώρησης της χρήσης της οικίας αυτής στην ίδια και την μετοίκηση του καθού απ` αυτήν. Εξάλλου το αίτημα αυτό και στην περίπτωση αυτοτελούς υποβολής του, ως προσωρινή ρύθμιση προς προστασία της προσωπικότητας της αιτούσας, θα ήταν απορριπτέο σε κάθε περίπτωση, καθόσον αυτή για τη θεμελίωση της συνδρομής επικείμενου κινδύνου για την αιτούμενη ρύθμιση επικαλείται όλως υποθετικά ότι στην περίπτωση που με την απόφαση που θα εκδοθεί γίνουν δεκτά τα αιτήματα της για παραχώρηση της χρήσης της παραπάνω οικίας σ` αυτήν και μετοίκηση του, "είναι σφόδρα πιθανόν" ότι ο καθού θα αντιδράσει επιχειρώντας να βιαιοπραγήσει σε βάρος της, η υποθετική όμως αυτή εκδοχή δεν συνιστά άμεσο επικείμενο κίνδυνο κατά την έννοια του άρθρου 682 παρ. 1 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την αιτούμενη προσωρινή ρύθμιση, η οποία σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής (βλ. σχ. ΕφΛαρ 431/2000 Αρμ 2002.457 ). Η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της αιτούσας, Ε.Σ., που εξετάστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (ο καθού δεν εξέτασε μάρτυρα), από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τις ομολογίες αυτών, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στη θεσσαλονίκη, αρχικά πολιτικό στις 6.11.1998 και στη συνέχεια στις 31.5.2003 θρησκευτικό, από το γάμο τους δε αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, την Β.Π. που γεννήθηκε στις 12.6.1999 και την Ι.-Π.Π., που γεννήθηκε στις 10.7.2002. Ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα, με συναινετικό διαζύγιο, με απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία επικυρώθηκε και η από 17.1.2005 έγγραφη συμφωνία τους για άσκηση της επιμέλειας των τέκνων τους από την αιτούσα και επικοινωνία του καθού με αυτά. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφώνησαν και την καταβολή εκ μέρους του καθού διατροφής στα δύο τέκνα του συνολικού ποσού 300,00 ευρώ για μία διετία από τη δεύτερη συζήτηση της αιτήσεως τους για συναινετική λύση του γάμου τους. Το έτος 2002 ο καθού αγόρασε μία διώροφη κατοικία, τύπου μεζονέτας, που βρίσκεται στη θεσσαλονίκη και η οποία αποτελούσε τη συζυγική τους οικία, στο πλαίσιο δε της διαδικασίας της συναινετικής λύσης του γάμου τους, με την παραπάνω έγγραφη συμφωνία τους οι διάδικοι συμφώνησαν να παραμείνει ο καθού στην οικία αυτή "μέχρι τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου τους". Και μετά τη λύση όμως του γάμου τους ο καθού εξακολούθησε να διαμένει στην παραπάνω οικία με την αιτούσα και τα τέκνα τους, στα οποία στη συνέχεια μεταβίβασε την οικία αυτή ως γονική παροχή, κατ` ίσα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Όπως δε επικαλείται η αιτούσα και κατέθεσε και η μάρτυρας της, δεν αμφισβητείται δε άλλωστε από τον καθού, αυτός πολύ πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έπαυσε να διαμένει μόνιμα στην παραπάνω οικία, την οποία επισκέπτεται πλέον σπάνια και κυρίως όταν η αιτούσα απουσιάζει στην εργασία της, διαμένει δε κυρίως στην οικία γυναίκας με την οποία διατηρεί ερωτική σχέση. Τα τέκνα των διαδίκων 9 σχεδόν ετών η Β., μαθήτρια της τρίτης τάξης δημόσιου Δημοτικού σχολείου και 6 σχεδόν ετών η Ι.-Π. που φοιτά σε δημόσιο Νηπιαγωγείο, είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένα με την αιτούσα και έχουν, λόγω και της ηλικίας τους, απόλυτη ανάγκη των μητρικών περιποιήσεων και της δυσαναπλήρωτης μητρικής στοργής και αγάπης που τους παρέχει αυτή, η οποία είναι το καταλληλότερο πρόσωπο για την ανατροφή τους, όπως η καταλληλότητα της αυτή ρητά συνομολογήθηκε από τον καθού πατέρα τους κατά τη συζήτηση και με το σημείωμα του. Πιθανολογήθηκε, περαιτέρω, ότι οι σχέσεις των διαδίκων είναι διαταραγμένες και δημιουργούνται μεταξύ τους έντονα επεισόδια, κατά τα οποία ο καθού ασκεί πολλές φορές και σωματική βία σε βάρος της αιτούσας, δεν πιθανολογήθηκε όμως ότι αυτός δεν τρέφει αισθήματα αγάπης για τα τέκνα του και ότι σε περίπτωση που ανακύψουν επείγοντα ζητήματα που αφορούν τα πρόσωπα αυτών και για τη διευθέτηση των οποίων απαιτείται σύμπραξη και των δύο γονέων θα αδιαφορήσει και δεν θα υπάρξει δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ αυτού και της αιτούσας και συνακόλουθα ότι υφίσταται κίνδυνος μη έγκαιρης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης τους. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι από τον χρόνο της προαναφερόμενης, από 17.1.2005, συμφωνίας τους για άσκηση της επιμέλειας των τέκνων τους από την αιτούσα, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αίτησης της, αυτή δεν επιδίωξε να της ανατεθεί η άσκηση και των λοιπών, εκτός της επιμέλειας τους, αντικειμένων της γονικής τους μέριμνας, όπως θα ήταν φυσικό εάν η άσκηση εκ μέρους της μόνον της επιμέλειας τους δημιουργούσε προβλήματα στη αντιμετώπιση των θεμάτων που αφορούν τα τέκνα της, ούτε εξάλλου αυτή επικαλείται ότι ο καθού μετέβαλε πρόσφατα τη στάση του αναφορικά με την αντιμετώπιση των προβλημάτων των ζητημάτων που αφορούν τα τέκνα τους, αλλά αντίθετα ισχυρίζεται ότι από την αρχή του γάμου τους και μέχρι σήμερα αυτός επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά. Άλλωστε, όπως πιθανολογήθηκε, τα τέκνα τους δεν έχουν δική τους περιουσία ή εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή, ούτε προβλέπεται να υπάρξει στο άμεσο μέλλον οποιοδήποτε συγκεκριμένο κατεπείγον θέμα, σχετικό με την εκπροσώπηση τους σε οποιαδήποτε υπόθεση, δικαιοπραξία ή δίκη, για το οποίο δεν θα είναι δυνατή η αντιμετώπιση του με κοινή απόφαση και των δύο γονέων τους, ώστε να επιβάλλεται προς το συμφέρον τους η ανάθεση όχι μόνον της επιμέλειας του προσώπου τους στη μητέρα τους, αλλά η ανάθεση όλων των αντικειμένων της γονικής μέριμνας τους, στην οποία αντιτίθεται ο καθού.

Ενόψει αυτών, με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων, κρίνεται ότι πρέπει να ανατεθεί στην αιτούσα προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας μόνον των τέκνων τους, όπως συμφώνησαν και με το από 17.1.2005 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό και όπως συμφωνεί και κατά την παρούσα συζήτηση ο καθού. Όπως ήδη έχει λεχθεί, τα ανήλικα στερούνται οποιασδήποτε περιουσίας και εισοδήματος από οποιαδήποτε πηγή και συνεπώς έχουν δικαίωμα διατροφής σε χρήμα έναντι των γονέων τους, οι οποίοι ενέχονται ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Την υποχρέωση του προς διατροφή τους συνομολόγησε ο καθού κατά τη συζήτηση με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, μέχρι όμως το ποσό των 300,00 ευρώ συνολικά και για τα δύο. Τα παραπάνω τέκνα δεν βαρύνονται με δαπάνες στέγασης, αφού, όπως έχει ήδη λεχθεί, διαμένουν σε οικία που ανήκει στα ίδια, μαζί με τη μητέρα τους, η οποία παρέχει σε αυτά κάθε είδους εξυπηρετήσεις και φροντίδες, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνδέονται με τη συνοίκηση και είναι αποτιμητές σε χρήμα, οι δαπάνες δε συντήρησης τους, δηλαδή τροφής, ένδυσης, εκπαίδευσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ψυχαγωγίας και παραθερισμού είναι οι συνήθεις δαπάνες παιδιών αντίστοιχης μ` αυτά ηλικίας. Η μάρτυρας της αιτούσας κατέθεσε ότι η ανήλικη Β. παρακολουθεί μαθήματα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας αντί ετήσιας δαπάνης 350,00 ευρώ, τέτοια όμως δαπάνη δεν επικαλείται η αιτούσα ούτε στην αίτηση της ούτε με το σημείωμα της. Ο καθού, πατέρας των ανηλίκων, ηλικίας 37 περίπου ετών, εργάζεται σε επιχείρηση, με την ειδικότητα του πρακτικού μηχανικού και οι συνολικές ετήσιες καθαρές αποδοχές του από την εργασία του αυτή, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και επιδομάτων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αιτούσα, από 30.1.2008, βεβαίωση αποδοχών του, ανέρχονται στο ποσό των 17.176,67 ευρώ, δηλαδή στο ποσό των 1.431,38,00 (17.176,67:12 ) ευρώ, κατά μέσον όρο το μήνα, παράλληλα δε εργάζεται και ως κλειδαράς και από την εργασία του αυτή αποκομίζει καθαρό μηνιαίο εισόδημα ύψους 1.000,00 ευρώ περίπου, κατά μέσον όρο το μήνα, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της αιτούσας και δεν αμφισβητείται ειδικά από τον ίδιο (βλ. έγγραφο σημείωμα του) και έτσι συνολικά το μηνιαίο εισόδημα του ανέρχεται σε 2.431,00 ευρώ περίπου. Άλλα εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή ή περιουσία δεν διαθέτει, δεν βαρύνεται δε κατά τα παραπάνω, προς το παρόν, με δαπάνες στέγασης, ούτε βαρύνεται κατά το νόμο με τη διατροφή άλλων προσώπων, εκτός των τέκνων του. Η αιτούσα, η οποία κατάγεται από τη FYROM, ηλικίας 37 περίπου ετών, εργάζεται ως υπεύθυνη καταστήματος εμπορίας ενδυμάτων αντί καθαρού μηνιαίου μισθού 850,00 ευρώ, κατά μέσον όρο το μήνα, λαμβάνει δε, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της, συνάδελφος της και αναφέρει και η ίδια στο σημείωμα της, επιπλέον ποσό 100,00 περίπου ευρώ κατά μέσον όρο το μήνα για πρόσθετη απασχόληση της με την επιμέλεια της βιτρίνας του παραπάνω καταστήματος και έτσι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται κατά μέσον όρο το μήνα στο ποσό των 950,00 ευρώ περίπου. Αυτή δεν διαθέτει εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή ούτε περιουσία, όπως δε προαναφέρεται διαμένει στην οικία που ανήκει στα τέκνα της και συνεπώς δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, ούτε βαρύνεται κατά το νόμο με τη διατροφή άλλων προσώπων εκτός των τέκνων της. Πιθανολογήθηκε επίσης ότι για την αγορά της προαναφερόμενης οικίας ο καθού έλαβε στεγαστικό δάνειο, τις δόσεις του οποίου, μηνιαίου ύψους 750,00 ευρώ, όπως δεν αμφισβητείται απ` αυτόν, καταβάλλει η αιτούσα, με βάση σχετική συμφωνία τους πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού στα τέκνα τους και προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση αυτή, οι δόσεις δε αυτές δεν προαφαιρούνται από τα εισοδήματα της κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών δυνάμεων της για τον υπολογισμό της διατροφής που οφείλει στα τέκνα της, αλλά λαμβάνονται υπόψη ως επιπλέον βιοτική της ανάγκη. Με βάση τις προαναφερόμενες δυνατότητες των γονέων τους, οι μηνιαίες ανάγκες του καθενός τέκνου τους, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα τους για διατροφή, ένδυση, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ψυχαγωγία κλπ., ανέρχονται της μεν Β. στο ποσό των 400,00 ευρώ, της δε I.-Π. στο ποσό των 350,00 ευρώ. Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται και η παροχή της προσωπικής εργασίας και των φροντίδων της μητέρας τους για την ανατροφή τους, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι με την αίτηση επιδιώκεται μόνον η επιδίκαση ποσού που αντιστοιχεί στην προς συνεισφορά υποχρέωση του καθού στην ανάλογη διατροφή των τέκνων του και όχι το προσδιοριζόμενο από τις ανάγκες τους συνολικό ποσό διατροφής τους, κρίνεται ότι ο τελευταίος βαρύνεται με μέρος της συνολικής διατροφής της μεν ανήλικης Β., ύψους 350,00 ευρώ το μήνα, της δε Ι.-Π. ύψους 300,00 ευρώ το μήνα, με το υπόλοιπο δε βαρύνεται η μητέρα τους, η οποία πρέπει να συμμετέχει στη διατροφή τους με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα, καθώς και με τα παραπάνω εισοδήματα της. Σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, δεδομένου και ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως βάσιμη και κατ` ουσίαν, να ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων αποκλειστικά στην αιτούσα μητέρα τους, να υποχρεωθεί ο καθού να καταβάλλει, στην αρχή κάθε μήνα, στα παραπάνω τέκνα του, όπως αυτά εκπροσωπούνται νόμιμα από την αιτούσα μητέρα τους, ως προσωρινή σε χρήμα διατροφή τους, στη μεν Β. το ποσό των 350,00 ευρώ, στη δε Ι.-Π., το ποσό των 300,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση.

πηγή: http://lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.