Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Κτηματολογικές εγγραφές - Προσκόμιση στο δικαστήριο κτηματολογικού αποσπάσματος (Εφετείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 86/2009)

Περίληψη: Μετά την πρώτη ανάρτηση των στοιχείων κτηματογράφησης δεν επιτρέπεται, χωρίς προσκόμιση του κτηματογραφικού αποσπάσματος, η συζήτηση ενώπιον Δικαστηρίου υπόθεσης, που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά γραφεία δικαίωμα σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία. Η κτηματογράφηση δεν υποκαθιστά ούτε αποκλείει την δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής. Οι αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων, οι οποίες ανακύπτουν κατά την κτηματογράφηση ή μετά την περαίωση αυτής, εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ και των συγκροτουμένων από τον ΟΚΧΕ Επιτροπών Ενστάσεων υπάγονται, ως αφορώσες την αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Πραγματογνωμοσύνη. Η υπόνοια μεροληψίας του ορισθέντος πραγματογνώμονος υπέρ κάποιου από τους διαδίκους, μπορεί να στηρίξει αίτηση του έχοντος τέτοια υπόνοια διαδίκου για εξαίρεση του πραγματογνώμονα ή αντικατάσταση αυτού, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης.

Διατάξεις: άρθρα 343, 370, 376, 377, 383, 388 ΚΠολΔ, 5 [παρ. 2] Ν 2308/1995

[...] Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 28.6.1999 αγωγής τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχαν ισχυρισθεί ότι κατά παράγωγο τρόπο και πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) οι τρεις πρώτοι εξ αυτών έχουν κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την ψιλή κυριότητα και ο τέταρτος την επικαρπία του περιγραφόμενου ακινήτου (αγρού) και ότι οι εναγόμενοι, κύριοι ομόρων ακινήτων την 16.10.1993 κατέβαλαν αυθαίρετα και περιέφραξαν το βόρειο τμήμα του αγροτεμαχίου τους, συνολικής έκτασης 1.000 τ.μ., όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή. Είχαν ζητήσει δε με την παραπάνω αγωγή τους να αναγνωρισθεί η ψιλή κυριότητα των τριών πρώτων και η επικαρπία του τέταρτου στο τμήμα αυτό και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες να το αποδώσουν σ’ αυτούς. Οι τελευταίοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρνήθηκαν την αγωγή και ισχυρίσθηκαν ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην κυριότητά τους και περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους κυριότητάς τους. Το πρωτοβάθμιο με την 32804/2000 μη οριστική απόφασή του αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της, όπως και πράγματι είναι στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1094, 1000, 1033, 1192, 1045 του ΑΚ, στη συνέχεια διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί αν το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στον με αριθμό 6554/1963 τίτλο (συμβόλαιο) των εναγόντων ή στα με αριθμούς 8684/1992, 8351/2991 και 8769/1992 συμβόλαια των εναγομένων. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης από τον διορισθέντα με την 19202/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) Ν. Ρ., Αγρονόμο-Τοπογράφο Μηχανικό, σε αντικατάσταση του αρχικά διορισθέντος με την ως άνω μη οριστική απόφαση Π. Π., εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή στην ουσία της και αφού αναγνώρισε τους τρεις πρώτους ενάγοντες ως ψιλούς συγκυρίους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα και τον τέταρτο ενάγοντα επικαρπωτή μιας εδαφικής λωρίδας εμβαδού 780,90 τ.μ., όπως ειδικότερα περιγράφεται στην απόφαση, υποχρέωσε τους εναγόμενους να τους την αποδώσουν. Ήδη οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους και για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους παραπονούνται κατ’ αυτής και ζητούν να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή των διαδίκων τους.

ΙΙ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν 2308/15 .6.1995, μετά την πρώτη ανάρτηση των στοιχείων κτηματογράφησης δεν επιτρέπεται, χωρίς προσκόμιση του προβλεπομένου στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου κτηματογραφικού αποσπάσματος, η συζήτηση ενώπιον Δικαστηρίου υπόθεσης, που έχει ως αντικείμενο εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της περιοχής, την οποία αφορούν τα αναρτώμενα στοιχεία. Τα χορηγούμενα κατά τη φάση αυτή κινηματογραφικά αποσπάσματα αποτελούν προσαπαιτούμενο για τη διεξαγωγή δικών ως προς το ακίνητο στο οποίο αφορούν τα αποσπάσματα αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση κατά την αρχική δικάσιμο 27.10.2000 της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η συνεκκαλούμενη μη οριστική απόφαση, δεν είχε ακόμη περαιωθεί η κτηματογράφηση της περιοχής του επίδικου ακινήτου και προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής οι σχετικές βεβαιώσεις με αριθμούς 4182, 4183, 4575 και 4576/5.10.2999 ότι υποβλήθηκαν οι σχετικές δηλώσεις για τα ακίνητα των εναγόντων, γεγονός που ομολογείται από τους ήδη εκκαλούντες και ορθά με την παραπάνω 32804/2000 μη οριστική απόφαση κρίθηκε παραδεκτή η συζήτηση της αγωγής, η οποία αφορά εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητας). Όμως από την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 του Ν 2308/15 .6.1995, όπως ισχύει, δεν απαιτείται, όταν στη συνέχεια ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση, η προσκόμιση κτηματογραφικών αποσπασμάτων, σε κάθε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτησης, όπως διατείνονται οι εκκαλούντες και ως εκ τούτου ορθά δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, αφού το παραδεκτό ή απαράδεκτο της αγωγής ερευνάται πάντοτε κατά την πρώτη συζήτηση. Συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης περαιτέρω συζήτηση για το λόγο ότι δεν προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες τα κτηματογραφικά αποσπάσματα αφού είχε ολοκληρωθεί η κτηματογράφιση στην περιοχή του επιδίκου ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πρέπει δε να λεχθεί ότι με την διαδικασία της κτηματογραφήσεως (Ν 2308/1995 και 2664/1998), αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ’ αυτών δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και τις πληροφορίες, που έχουν συλλεγεί, χωρίς, πάντως, να κρίνεται με την αποτύπωση και την καταγραφή αυτή το ζήτημα του ιδιοκτήτου των περί ων πρόκειται ακινήτων (πρβλ. ΣτΕ Ολ 3829-32/1997), αυτή δε (κτηματογράφηση), ως εκ της φύσεως των οργάνων στα οποία έχει ανατεθεί η διεκπεραίωσή της, δεν υποκαθιστά ούτε αποκλείει την δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής, ενώ οι αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων, οι οποίες ανακύπτουν κατά την κτηματογράφηση ή μετά την περαίωση αυτής, εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ και των συγκροτουμένων από τον ΟΚΧΕ Επιτροπών Ενστάσεων (Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας) υπάγονται, ως αφορώσες την αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντ . (βλ. ΣτΕ 2650, 805, 807/2006 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς η υπό κρίση αγωγή δεν αφορά διαφορά εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ, ούτε τα κτηματολογικά διαγράμματα είναι δεσμευτικά όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες στην πέμπτη σελίδα της έφεσής τους, είναι δε άνευ εννόμου επιρροής στην προκείμενη περίπτωση το αν κατά της εγγραφής του ακινήτου, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η επίδικη έκταση, επ’ ονόματι των εναγομένων άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον των ως άνω επιτροπών σχετική ένσταση.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 343 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δικαιούνται να παρίστανται στην αποδεικτική διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η διεξαγωγή της δικαστικώς διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, αφού και αυτή αποτελεί διεξαγωγή αποδείξεως, και πρέπει να καλούνται προς τούτο από το διάδικο που διεξάγει την απόδειξη. Η διάταξη αυτή δεν διαγράφεται με ποινή ακυρότητας της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης κατά τις περ. 1 και 2 του άρθρου 159 ΚΠολΔ, αλλά επιφέρει ακυρότητα υπό την προϋπόθεση της περ. 3 του άρθρου αυτού. Δηλαδή, εάν κατά την κρίση του δικαστηρίου έχει προκαλέσει στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλον τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1624/2002 Δνη 44,784, ΑΠ 231/1996 Δνη 37,1604, ΕφΠειρ 624/1996 Δνη 39,664, ΕφΘεσ 2254/1994 Δνη 39,1961). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52 παρ. 1 εδ. στ', 139 παρ. 1, 370, 376, 377, 383 και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υπόνοια μεροληψίας του ορισθέντος πραγματογνώμονος υπέρ κάποιου από τους διαδίκους, ακόμη και όταν στηρίζεται σε συμπαιγνία εκείνου με αυτόν τον διάδικο, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, η οποία σε κάθε περίπτωση εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, αλλά μπορεί να στηρίξει αίτηση του έχοντος τέτοια υπόνοια διαδίκου για εξαίρεση του πραγματογνώμονα, ή αντικατάσταση αυτού, η οποία αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης, ενώ μετά το πέρας αυτής μόνο αίτηση για νέα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς, η οποία σε κάθε περίπτωση επαφίεται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο γι’ αυτό δεν υποχρεώνεται να διατάξει απόδειξη για την συνδρομή ή μη λόγου για διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 866/2006 ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, ότι η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη διεξήχθη χωρίς να κληθούν από τον πραγματογνώμονα να καταθέσουν τα έγγραφά τους, τα οποία είχαν προσκομίσει στον αρχικά διορισθέντα πραγματογνώμονα Π.Π., και να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο, ότι ο διορισθείς νέος πραγματογνώμονας παρότι διορίσθηκε με την 19202/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορκίσθηκε στις 5.12.2005, μετά τη παρέλευση ενάμιση έτους από το διορισμό του, συνέταξε το τοπογραφικό που συνοδεύει την έκθεσή του την ίδια ημέρα με την όρκισή του και κατέθεσε την πραγματογνωμοσύνη εσπευσμένα εντός δεκαπέντε ημερών από την όρκισή του και μάλιστα σε χρόνο που στην περιοχή των επιδίκων ακινήτων εκτός σχεδίου πόλεως (Χ.) τα πάντα ήταν χιονισμένα, και ότι ο τρόπος που μεθοδεύτηκε η ορκωμοσία και η κατάθεση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αποσκοπούσε στο να μη δυνηθούν οι ίδιοι να συμμετέχουν της διαδικασίας, με συνέπεια το πρωτόδικο δικαστήριο να τη δεχθεί και να κρίνει ότι τμήμα της επίδικης έκτασης περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων, ενώ αντίθετα η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους δικούς τους τίτλους κυριότητας, με το τελευταίο δε λόγο της έφεσής τους, επικαλούμενοι επιπρόσθετα ασάφειες και ατέλειες της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης, ζητούν να ορισθεί νέος πραγματογνώμονας για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης άλλως να διαταχθεί επαναληπτική ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη. Από τις με αριθμούς 870, 871 και 872/15.7.2004 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Τ. προκύπτει ότι αντίγραφο της 19202/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διορίσθηκε πραγματογνώμονας ο Ν. Ρ., Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός, σε αντικατάσταση του αρχικώς διορισθέντα με την 32804/2000 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Π.Π., επιδόθηκε στους εκκαλούντες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο ως άνω πραγματογνώμονας στην με κατάθεση 314/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε εκθέτει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία που του προσκόμισε ο δικηγόρος των εναγόντων Ο.Τ., ενώ σημειώνεται ότι «...ο έτερος των διαδίκων ουδέν στοιχείο προσκόμισε...), όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα που αναφέρονται στην έκθεση λήφθηκαν υπόψη οι τίτλοι κυριότητας των εναγομένων και ειδικότερα τα 8679/25.9.1992 και 8674/1.10.1992 συμβόλαιά τους, που συνορεύουν με τα ακίνητα των εναγόντων και έγινε εφαρμογή των τίτλων των διαδίκων. Κατά συνέπεια, οι εκκαλούντες έλαβαν γνώση της εν λόγω απόφασης και του προσώπου του πραγματογνώμονα, μπορούσαν να ασκήσουν όλα τα δικαιώματά τους και να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο, τα οποία παρέλειψαν να ασκήσουν τελικά. Για το λόγο αυτό δεν υπέβαλαν ισχυρισμό ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης κατά την μετ’ απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά με τις προτάσεις τους αίτημα για νέα πραγματογνωμοσύνη και ότι επιθυμούν να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο (βλ. τις 26.5.2006 προτάσεις των εκκαλούντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι υποβάλλεται για παρέλκυση της δίκης, ορθά τις παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται ότι από το μη διορισμό τεχνικού συμβούλου οι εκκαλούντες υπέστησαν οποιαδήποτε βλάβη, την οποία, άλλωστε, δεν επικαλούνται, ενόψει και του ότι είχαν τη δυνατότητα να πράξουν αυτό και μετά την έναρξη των αποδείξεων, ο δε τεχνικός σύμβουλος, που ενδεχομένως θα διοριζόταν, μπορούσε, μετά την υποβολή της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και πριν από την περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως, να αναπτύξει τις απόψεις του σχετικά με το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως του πραγματογνώμονα (βλ. σχετ. ΑΠ 231/1996 Δνη 37,1604, ΑΠ 439/1976 ΝοΒ 24,957, ΕφΘεσ 2159/2005 Αρμ 2006,1017, ΕφΘεσ 1592/2003 Αρμ 2003,1265, ΕφΑθ 6913/1998 ΕλΔ 39,1681, ΕφΘρ 325/1996 Αρμ 1996,1211, ΕφΚερκ 10/1983 ΕλΔ 24,543, Κεραμέως-Κονδύλης-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, στο άρθρο 375), ενώ όπως θα αναφερθεί παρακάτω ήδη προσκομίζουν κατά την παρούσα συζήτηση τεχνική έκθεση που συντάχθηκε με επιμέλειά τους και με την οποία αναπτύσσονται οι απόψεις τους. Εξάλλου, το δικαστήριο εκτιμά πάντοτε ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, ενώ, εάν είναι άκυρη, μπορεί να ληφθεί υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 261/1981 ΝοΒ 29,1488, ΑΠ 1207/1976 ΝοΒ 25,719, ΕφΑθ 1987/2004 ΕλΔ 46,274). Επομένως, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης και ο ανωτέρω λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. Από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δύνανται να προαχθούν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και νέα έγγραφα, προς άμεση απόδειξη ή συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, αρκεί να μην υπάρχει το από την παρ. 2 απαράδεκτο, ήτοι ότι ο διάδικος, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Σύμφωνα δε με το άρθρο 390 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν τις γνώμες τους για τα αποδεικτέα κρίσιμα θέματα της ένδικης υπόθεσης δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα που εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ’ αντιδιαστολή προς σχηματισμό της κρίσης του (ΑΠ Ολ 111/1981 , 848/1981, ΑΠ 2000/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 47/1997 Δνη 38,1541, ΑΠ 1597/1995 Δνη 38,1056), όπως ελευθέρως εκτιμάται και η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που διορίστηκε από το δικαστήριο (άρθρο 387 ΚΠολΔ, ΑΠ 745/1989 Δνη 31,1273).

Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση και οι οποίες περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σε επικυρωμένο αντίγραφο με αριθμό 32804/27.10.2000 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του, από την με αριθμό καταθέσεως 314/22.12.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ν.Ρ., που εκτιμάται ελεύθερα, από τη με ημερομηνία 10.12.2007 τεχνική έκθεση του ορισθέντος από τους εκκαλούντες ως τεχνικού συμβούλου του τοπογράφου μηχανικού Κ.Σ., που συντάχθηκε μετά από αίτηση των εκκαλούντων-εναγομένων μετά την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης και την έκδοση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης και η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη, αφού δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκε στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, δεδομένου ότι αυτή συντάχθηκε μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και εκτιμάται επίσης ελεύθερα και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α1) Με το με αριθμό 6554/22.7.1963 πωλητήριο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 322 και αριθμό 496, ο τέταρτος ενάγων (Α.Τ.) εξ αγοράς από την Ε.Κ. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- «έναν αγρό, εμβαδού τριών παλαιών στρεμμάτων, κείμενο εν θέσει «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, συνορευόμενο γύρωθεν με αγρούς Ν.Τ., Χ.Κ., Χ.Π., Α.Γ. και Β.Γ.», στην δε δικαιοπάροχό του είχε περιέλθει κατά κυριότητα με βάση τη με αριθμό 6553/22.7.1963 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του αυτού συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το εμβαδόν του ως άνω αγρού ανέρχεται κατά τον τίτλο σε 4800 τμ (3 παλαιά στρέμματα x 1600 τμ το παλαιό στρέμμα), πλην όμως σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση, που πραγματοποίησε ο πραγματογνωμόνας, η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε 5.250,39 τμ και αποτυπώνεται στο συνόδευον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 5-8-4-3-24-2-1-23-5 και πλευρικές διαστάσεις 5-8 28μ, 8-4 30,50 μμ 4-3, 6,78μ, 3-24-2 94,91μ, 2-1 62,20μ, 1-23 12,06μ και 23-5 87,77μ. Α2). Επίσης, με το με αριθμό 10195/29.3.1974 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό 402, ο ίδιος ενάγων (Α.Τ.) εξ αγοράς από τους Σ.Τ., Ι.Τ., Γ.Τ., Μ. σύζυγο Β.Μ., Α. σύζυγο Κ.Α. και Ε. σύζυγο Δ.Τ., απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα όμορο (κείμενο ανατολικά) του ανωτέρω αγροτεμάχιο, «εμβαδού ενός στρέμματος, ή όσης εκτάσεως και αν είναι τούτο», κείμενο στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, «συνορευόμενο γύρωθεν βορείως με ακίνητον Π., νομίτως με ακίνητον Σ., δυτικώς με ακίνητον Τ. (που περιγράφηκε ανωτέρω) και ανατολικώς με ακίνητον Κ.», στους δε δικαιοπαρόχους του είχε περιέλθει κατά κυριότητα με βάση τη με αριθμό 9221/14.6.1973 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του αυτού συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Το εμβαδόν του ως άνω αγρού ανέρχεται κατά τον τίτλο σε ένα στρέμμα, πλην όμως σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε 2.467,56 τμ και αποτυπώνεται στο συνόδευον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 3-10-25-11-19-2-24-3 και πλευρικές διαστάσεις 3-10 26,99 μ, 10-25-11 90,31 μ, 11-19-2 31,64 μ και 2-2404 94,91 μ. Α3) Τέλος, με το με αριθμό 10633/11.6.1982 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Φ.-Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ίδιου ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και αριθμό 325, ο ίδιος ενάγων (Α.Σ.) εξ αγοράς από τον Δ.Γ. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα αγροτεμάχιο (όμορο-κείμενο νοτίως του πρώτου από τα ανωτέρω περιγραφέντα), εμβαδού 1.600 τμ, κείμενο στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια επί πλευράς 30,50 μ. με αγροτεμάχιο του ιδίου (Τ.), νότια επί πλευράς 28 μ. με αγροτεμάχιο αδελφών Γ., ανατολικά επί πλευράς 51,50 μ. με αγροτεμάχιο Ε.Γ. και δυτικά επί πλευράς 54 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Γ., στον δε δικαιοπάροχο του είχε περιέλθει κατά κυριότητα με βάση το 7912/23.6.1972 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 1.600 τμ και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 7-9-4-8-7 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης. Στη συνέχεια με το με αριθμό 5425/2.10.1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.Χ.-Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό 176, ο τέταρτος ενάγων (Α.Τ.) μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των ανωτέρω ακινήτων- μαζί με άλλα όμορα- κατ’ ισομοιρία στα τρία τέκνα του (1ο, 2η και 3η των εναγόντων), παρακρατήσας για τον εαυτό του εφ' όρου ζωής την επικαρπία, κατά δε τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο η συνολική έκταση των συνενωθέντων ακινήτων ανέρχεται σε 13.000 τμ και ποσοστό αυτού 46.892% εξ αδιαιρέτου περιήλθε στον μεταβιβάζοντα με τα προσόντα της χρησικτησίας και το υπόλοιπο ποσοστό 53,108% εξ αδιαιρέτου με βάση τα αναφερόμενα συμβόλαια μεταξύ των οποίων και τα 6554/1963, 10195/1974 και 10633/1982 που αναφέρονται παραπάνω για τα υπό στοιχεία Α1, Α2 και Α3 ακίνητα των εναγόντων. Το ως άνω υπό στοιχείο Α1 αγροτεμάχιο, μαζί με τα όμορα ακίνητά του που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ο τέταρτος ενάγων από το χρόνο κτήσης της νομής του (1963) το καλλιεργούσε με σιτηρά συνεχώς και αδιαλείπτως, όπως ρητά κατέθεσε ο αγροφύλακας Χ.Σ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να ενοχληθεί από οιονδήποτε μέχρι την αναφερόμενη παρακάτω αποβολή του από συγκεκριμένο τμήμα αυτού κατά το έτος 1993 και είχε καταστεί κύριος αυτού, πέραν του προαναφερόμενου παράγωγου τρόπου (αγορά) και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και τον εν λόγω αγρό μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στους λοιπούς ενάγοντες (τέκνα του) με το προαναφερθέν 5425/2.10.1998 συμβόλαιο, παρακρατήσας ο ίδιος την επικαρπία. Έτσι οι 1ος, 2η και 3η των εναγόντων είναι ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αδιαιρέτου του προρρηθέντος αγροτεμαχίων -κατ’ έκταση και όρια, όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη-, την δε κυριότητα απέκτησαν με παράγωγο τρόπο κατά τα προαναφερθέντα, από τον δικαιοπάροχό τους, ο οποίος είχε καταστεί κύριος αυτού τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας νεμόταν με διάνοια κυρίου το εν λόγω ακίνητο, έτσι δικαιολογείται η κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που περιγράφεται στον ως άνω τίτλο κτήσης, καθότι το 6554/22.7.1963 συμβόλαιο (όπως και το 10195/29.3.1974 συμβόλαιο για το όμορο) δεν περιέχει ακριβή περιγραφή ορίων, έκτασης και πλευρικών διαστάσεων. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι εσφαλμένα οι εκκαλούντες υπολαμβάνουν ότι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες επικαλέσθηκαν σχετικά με την κτήση κυριότητας του ως άνω ακινήτου τους μόνο παράγωγο τρόπο, αφού, όπως στην αρχή εκτέθηκε, με την αγωγή τους ρητά επικαλέσθηκαν και πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο του τέταρτου ενάγοντα, δικαιοπαρόχου των λοιπών, και ως προς τη βάση αυτή, όπως και για τον παράγωγο τρόπο, με την συνεκκαλούμενη 32804/2000 μη οριστική απόφαση κρίθηκε νόμιμη η αγωγή. Περαιτέρω και σχετικά με τα ακίνητα των εναγομένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Β1) με το υπ’ αριθ. 8351/18.12.1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό 458, η δεύτερη εναγομένη Σ. συζ. Α.Κ. εξ αγοράς από τους Α.Μ., Β.Μ., Χ.Μ., Δ.Μ. και Α.Τ. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα αγροτεμάχιο (όμορο-κείμενο βορείως του δευτέρου από τα ανωτέρω περιγραφέντα ακίνητα των εναγόντων), εμβαδού 2.197,50 τμ κείμενο στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικά επί πλευράς 66,89 μ. με αγροτεμάχιο Χ.Π. και ήδη του συζύγου της Α.Κ. (1ος ενάγων), νοτιοανατολικά επί πλευράς 35,70 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Μαντούση, νοτιοδυτικά επί πλευράς 59,15 μ. με αγροτεμάχιο Τ. (εναγόντων) και βορειοδυτικά επί πλευράς 34,86 μ. με αγροτεμάχιο Γ.Π. και ήδη του υιού της Β.Κ. (3ου ενάγοντος). Σύμφωνα δε με την εμβδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 2.197,50 τμ και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 19-11-12-16-17-18-19 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης. Β2)

Επίσης με το με αριθμό 8679/25.9.1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό 177, ο τρίτος εναγόμενος Β.Κ. εξ αγοράς από τον Ι.Π. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα αγροτεμάχιο (όμορο, κείμενο βορείως του δευτέρου από τα ανωτέρω περιγραφέντα ακίνητα των εναγόντων), εμβαδού 2.197,50 τμ κείμενο στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικά επί πλευράς 63,66 μ. με αγροτεμάχιο Χ.Π. και κληρονόμων Ε.Π., νοτιοανατολικά επί πλευράς 34,86 μ. με το περιγραφόμενο άνωθεν αγροτεμάχιο της μητέρας του Σ.Κ. (2ης ενάγουσας), νοτιοδυτικά επί πλευράς 62,60 μ. με αγροτεμάχιο Τσ. (εναγόντων) και βορειοδυτικά επί πλευράς 34,90μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Κ.. Σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 2.197,50 τμ και αποτυπώνεται στο συνοδεύον την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 1-12-19-18-20-21-1 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης. Β3) Περαιτέρω με το με αριθμό 8684/1.10.1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Π. (ο αριθμός του εν λόγω συμβολαίου αναγράφεται αριθμητικά 9684 αντί του ορθού που αναφέρεται ολογράφως 8684), που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό 178, ο πρώτος εναγόμενος εξ αγοράς από τον Χ.Π. απέκτησε κατά κυριότητα -σύμφωνα με την περιγραφή του τίτλου- ένα αγροτεμάχιο (όμορο κείμενο βορείως των ως άνω ακινήτων των 2ης και 3ου των εναγομένων), εμβαδού 1.600 τμ κατά τον τίτλο κτήσης του πωλητή και σύμφωνα με πρόσφατη καταμέτρηση 2.197,50 τμ, κείμενο στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, συνορευόμενο γύρωθεν βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 23,02 μ. και 71,34 μ. με αγροτεμάχια Χ.Γ. και κληρονόμων Α., νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς 71,34 μ. και 1,95 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Α. και Μ., νοτιοδυτικά επί πλευράς 79,90 μ. με αγροτεμάχιο της συζύγου της Σ.Κ. (2ης ενάγουσας) και βορειοδυτικά επί πλευράς 42,31 μ. με αγροτεμάχιο κληρονόμων Ε.Π. Σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας η έκταση του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται επίσης σε 2.197,50 τμ και αποτυπώνεται στο συνόδευαν την πραγματογνωμοσύνη τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 20-18-17-23-22-20 και με πλευρικές διαστάσεις όμοιες με αυτές του ως άνω τίτλου κτήσης. Β4) Τέλος, με το με αριθμό 9019/11.3.1993 συμβόλαιο ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων γειτονικών ακινήτων για τη δημιουργία μεγαλύτερου άρτιου και οικοδομήσιμου ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό 358, οι 1ος και 2η των εναγομένων κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος των περιγραφέντων ανωτέρω δύο αγροτεμαχίων τους (Β1 και Β3) τα οποία συνένωσαν. Όπως προκύπτει από τα ως άνω συμβόλαια των εναγομένων τα αγορασθέντα υπ’ αυτών αγροτεμάχια περιγράφονται με συγκεκριμένες πλευρικές διαστάσεις και συνοδεύονται από επισυναπτόμενα στα εν λόγω συμβόλαια τοπογραφικά διαγράμματα, ενώ στα συμβόλαια των υπό στοιχεία Α1 και Α2 ακινήτων των εναγόντων δεν αναφέρονται πλευρικές διαστάσεις, ούτε και επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, όπως και παραπάνω εκτέθηκε. Μεταξύ των αγροτεμαχίων των εναγόντων και των εναγομένων υπήρχε πρόχειρη περίφραξη με αυλάκι και στοιβαγμένες πέτρες, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και περιέχονται στα με αριθμό 106/1994 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι εναγόμενοι στις 15 Οκτωβρίου 1993 κατέστρεψαν την πρόχειρη αυτή περίφραξη και κατέλαβαν ευρύτερη έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων, η οποία προσδιορίζεται από τον πραγματογνώμονα σε 967,98 τμ, εκ της οποίας το τμήμα με στοιχεία 23-24-2-1-23 εμβαδού 550,57 τμ εμπίπτει στο ακίνητό τους που αποκτήθηκε με το 6554/1963 συμβόλαιο, ενώ το τμήμα με στοιχεία 24-25-11-2-24 εμβαδού 230,32 τμ εμπίπτει στο ακίνητο που αποκτήθηκε με το 10195/1974 ακίνητο, η δε υπόλοιπη καταληφθείσα έκταση κατά μεν 85,58 τμ εμπίπτει στον τίτλο-συμβόλαιο 21032/28.11.1996 με το οποίο ο πρώτος ενάγων αγόρασε συνεχόμενο αγρό έκτασης 1303 τμ, κατά δε 92,05 τμ στον τίτλο-συμβόλαιο 8785/1994 με το οποίο ο τέταρτος ενάγων αγόρασε συνεχόμενη έκταση 1303,60 τμ, ανατολικά των υπό στοιχείο Α1 και Α2 ακινήτων. Επίδικο από τη συνολικά καταληφθείσα από τους εναγόμενους λωρίδα είναι το τμήμα των 550,57 τμ που εμπίπτει στο βόρειο τμήμα και περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στο με αριθμό 6554/1963 συμβόλαιο των εναγόντων, καθόσον ρητά στην αγωγή και στην 5η σελίδα αυτής περιγράφεται το καταληφθέν τμήμα ως έχων έκταση 1000 τμ στο βόρειο τμήμα του εν λόγω ακινήτου με αναφορά τόσο του συμβολαίου όσο και των πλευρικών διαστάσεων αυτού (τμήματος) και παραπομπή στο από Μάιο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Γ. Α. και Φ. Σ., το οποίο προσκομίσθηκε τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναπροσκομίζεται και στο παρόν δευτεροβάθμιο, όπως βάσιμα στο σημείο αυτό ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-εναγόμενοι. Μάλιστα ορθά με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή με την συνεκκαλούμενη μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί αν το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στον με αριθμό 6554/1963 τίτλο (συμβόλαιο) των εναγόντων ή στα με αριθμούς 8684/1992, 8351/2991 και 8769/1992 συμβόλαια των εναγομένων, η δε προσδιοριζόμενη από τον πραγματογνώμονα υπόλοιπη καταληφθείσα έκταση ως περιλαμβανόμενη στα συνεχόμενα ακίνητα των εναγόντων που αποκτήθηκαν με τα λοιπά συμβόλαια δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ενώ η αναφορά και των άλλων δύο συμβολαίων στην αγωγή έγινε ιστορικά προφανώς για να περιγραφεί η πραγματική κατάσταση των ακινήτων των εναγόντων, τα οποία, ως όμορα και ανήκοντα αρχικά στον τέταρτο ενάγοντα, είχαν συνενωθεί και αποτελούσαν ένα ενιαίο αγρό συνολικής έκτασης κατά την αγωγή 7.340 τμ, ήδη δε κατά τον πραγματογνώμονα 9.317,95 τμ (5.250,39+2.467,56+1.600). Την καταληφθείσα αυτή έκταση οι εναγόμενοι περιέφραξαν με σιδηροπασσάλους και δικτυωτό σύρμα ενσωματώνοντας την στα ως άνω αγροτεμάχιά τους. Αμέσως ο τέταρτος ενάγων -τότε αποκλειστικός κύριος των ακινήτων- αντέδρασε και κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 106/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που τον αναγνώρισε προσωρινό νομέα εδαφικής λωρίδας 1.000 τμ, τμήμα της οποίας είναι και η προαναφερθείσα επίδικη έκταση των 550,57 τμ, η δε ασκηθείσα έφεση εκ μέρους των αντιδίκων του απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη (βλ. τη με αριθ. 15301/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Οι εναγόμενοι συνέχισαν παράνομα να κατέχουν την εν λόγω εδαφική λωρίδα και κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αλλά και στη συνέχεια, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι εκτελέσθηκε η πιο πάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων νομής, ούτε ότι μετακίνησαν την περίφραξή τους αφού και οι ίδιοι δεν ισχυρίζονται το αντίθετο. Η παραπάνω κρίση ότι το καταληφθέν από τους εναγόμενους τμήμα των 550,57 τμ εμπίπτει στον ως άνω τίτλο (συμβόλαιο) των εναγόντων και όχι στους τίτλους των εναγομένων, στηρίζεται τόσο στην έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονα όσο και στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, που έχει ιδία γνώση λόγω της ιδιότητάς του ως αγροφύλακα και μετά από σχετική διαμαρτυρία του τέταρτου ενάγοντος επισκέφθηκε αμέσως μετά την κατάληψη το επίδικο, και μάλιστα δύο φορές τόσο πριν όσο και μετά την κατασκευή της περίφραξης, και δεν αναιρείται από την από 10.12.2007 έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εκκαλούντων Κ.Σ., Α.-Τοπογράφου Μηχανικού, που παραδεκτά επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, όπως εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθόσον ο ως άνω προβαίνει στην σύνταξη της έκθεσής του και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν κατέχεται από τους εναγόμενους και βρίσκεται νότια της κατασκευασμένης από αυτούς περίφραξης, λαμβάνοντας υπόψη τις δηλώσεις των ιδιοκτητών των ακινήτων στην περιοχή του επιδίκου που έγιναν ενόψει του Κτηματολογίου.

Μάλιστα υφίσταται διαφοροποίηση των εμβαδών των ακινήτων των εναγόντων σε σχέση με τα αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος προσδιορίζει την έκταση του υπό στοιχείο Α1 ακινήτου σε 7.762,72 τμ, αντί αυτής των 5.250,39 που την προσδιορίζει ο πραγματογνώμονας και του υπό στοιχείο Α2 ακινήτου σε 1003,27 τμ με αντίστοιχη μείωση των λοιπών ακινήτων. Η κρίση του εν λόγω τεχνικού συμβούλου ως προς το εμβαδόν των εν λόγω ακινήτων δεν κρίνεται πειστική, καθόσον μάλιστα ο ίδιος αποφεύγει να προσδιορίσει τα ακίνητα των εναγομένων με τις λοιπές πλευρικές τους διαστάσεις αλλά προσδιορίζει το εμβαδόν του μεν Β1 σε 2206,31 τμ (διαφορά 8,81), του δε Β2 μαζί με το Β3 σε 5067,38 τμ (διαφορά 672,38), ενώ λαμβάνει υπόψη του για τη σύνταξη της έκθεσής του τα όρια των λοιπών όμορων ιδιοκτησιών όπως αποτυπώνονται από τις υποβληθείσες δηλώσεις στο Κτηματολόγιο, προσθέτει δε στην ιδιοκτησία Α1 των εναγόντων έκταση 886,73 τμ, που κατά τους ισχυρισμούς του κατέχεται από τους ενάγοντες, την οποία προσδιορίζει με στοιχεία 1-2-18-2-19-1 στο συνταγέν από τον ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, γεγονός που δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προσδιορισθείσα έκταση του με στοιχείο Α1 ακινήτου των εναγόντων ανέρχεται σε 5250,30 τμ και σ’ αυτή περιλαμβάνεται και τμήμα της επίδικης λωρίδας 550,57 τμ και δεν πρόκειται για επί πλέον έκταση όπως ισχυρίζεται ο τεχνικός σύμβουλος των εκκαλούντων. Εξάλλου πρέπει να λεχθεί ότι οι διάδικοι έχουν εμπλακεί με αφορμή την καταληφθείσα έκταση και σε ποινικές μεταξύ τους δίκες, τις οποίες εκατέρωθεν επικαλούνται, η αναφορά αυτών και το αποτέλεσμά τους όμως δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, καθόσον η υπό κρίση υπόθεση αφορά διεκδίκηση της προαναφερθείσας εδαφικής λωρίδας. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο τέταρτος ενάγων επικαρπωτής της ως άνω εδαφικής λωρίδας και συγκεκριμένα του τμήματος με στοιχεία 23-24-2-1-23 στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εμβαδού 550,57 τμ, το οποίο εμπίπτει στο ακίνητο που αποκτήθηκε με το 6554/1963 συμβόλαιο, και ότι οι εναγόμενοι αυθαίρετα την κατέχουν και συνεπώς υποχρεούνται να την αποδώσουν στους ενάγοντες. Ενόψει αυτών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τους μεν πρώτο, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων ως ψιλούς συγκύριους κατά ποσοστό 1/3 έκαστο εξ αδιαιρέτου, τον δε τέταρτο ενάγοντα επικαρπωτή, μίας εδαφικής λωρίδας κείμενης στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, εμβαδού 780,89 τμ, με στοιχεία 23-24-25-11-19-2-1-23, όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη του Ν.Ρ., αντί του προαναφερθέντος τμήματος εμβαδού 550,57 τμ, συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή στην επιδικασθείσα στους ενάγοντες έκταση και το τμήμα με στοιχεία 24-25-11-2-24 εμβαδού 230,32 τμ, το οποίο εμπίπτει όμως στο ακίνητο που αποκτήθηκε με το 10195/1974 συμβόλαιο και δεν αποτελούσε αντικείμενο της αγωγής αφού ρητά σ’ αυτήν, όπως προεκτέθηκε, αναφέρονταν ότι η καταληφθείσα λωρίδα αποτελεί τμήμα του ακινήτου των εναγόντων που περιγράφεται και περιήλθε σ’ αυτούς με το με αριθμό 6554/1963 συμβόλαιο, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης ως κατ’ ουσία βάσιμος και στη συνέχεια η έφεση στο σύνολό της. Ακολούθως πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η αγωγή, που είναι νόμιμη κατά τα προαναφερθέντα στηριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1094, 1000, 1033, 1192, 1045 του ΑΚ, και να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και να αναγνωρισθούν οι μεν πρώτος, δεύτερος και τρίτη των εναγόντων ως ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 έκαστος εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ο δε τέταρτος ενάγων επικαρπωτής, μίας εδαφικής λωρίδας κείμενης στη θέση «Γκ.» της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Χ. Θεσσαλονίκης, εμβαδού 550,57 τμ, με στοιχεία 23-24-2-1-23 όπως αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη του Ν.Ρ., η οποία συνορεύει βόρεια επί πλευράς 1-2 62,20 μ. με ακίνητα εναγομένων, νότια επί πλευράς 23-24 62,20 μ. με ακίνητο εναγόντων, ανατολικά επί πλευράς 24-2 με υπόλοιπη καταληφθείσα έκταση και δυτικά επί πλευράς 23-1 12,06 μ. με ακίνητο Σ.Κ. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν αυτή (εδαφική λωρίδα) στους ενάγοντες, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι εκκαλούντες-εναγόμενοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων-εναγόντων και για τους δύο βαθμούς της δίκης (178 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στα διατακτικό. [...]

πηγή: nbonline.gr

Δικηγορικό Γραφείο «Δημήτριος Χ. Καραγιάννης», Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.