Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Ιατρική ευθύνη (Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, αριθμός απόφασης 824/2011)

Περίληψη: Ιατρικό σφάλμα. Υποχρέωση ιατρού να ενεργεί σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης (lege artis) και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και τα μέσα που θα είχε στη διάθεση του κάθε συνετός και επιμελής ιατρός. Ιατρική αμέλεια. Η εσφαλμένη διάγνωση και η θεωρία της απώλειας ευκαιρίας. Αιτιώδης συνάφεια. Αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Διατάξεις: άρθρα 299, 330, 346, 914, 932 ΑΚ

[...] Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως γ) ο ζημιώσας να ευρίσκεται σε υπαιτιότητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας. Αμέλεια κατά το άρθρο 330 του ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι. Αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε. Και η μεν προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευμένο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Η μεταξύ κάποιας ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, οπότε ιδρύεται σε βάρος εκείνου που παρανόμως και υπαιτίως έπραξε ή παρέλειψε να πράξει ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος, εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα (ΑΠ 17601/2001 Δ/νη 43.1352, ΑΠ 871/2000 Δ/νη 41.967, ΑΠ1714/1999 Δ/νη 41.968, ΑΠ 684/1999 Δ/νη 41.345, ΑΠ 829/1999 Δ/νη 41.345, ΑΠ 555/1999 Δ/νη 41.89, ΑΠ 954/1995 ΕΕΝ 1996.798). Κατά την επικρατούσα στην Ελλάδα θεωρία της πρόσφορης αιτίας αποκαθίσταται η ζημία η οποία οφείλεται όχι σε κάθε αιτία, αλλά μόνο εκείνη που είχε γενικά την τάση, την ικανότητα να οδηγήσει σε αυτή, σύμφωνα με την πορεία των πραγμάτων και όχι η ζημία που προκλήθηκε από τυχαίο ή έκτακτο περιστατικό ή που οφείλεται στην ιδιομορφία της συγκεκριμένης περίπτωσης. Εξάλλου, από το άρθρο 24 του Ν 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47ΕισΝΑΚ κατά το οποίο «ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών της προστασίας των υγιών», σε συνδυασμό με τα άρθρα 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση αν ενεργήσει από δόλο ή αμέλεια. Η τελευταία συντρέχει αν ο ιατρός προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη κατά παράβαση των αναγνωρισμένων κανόνων στον συγκεκριμένο τομέα της ιατρικής επιστήμης ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει εάν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα, κάθε συνετός και επιμελής ιατρός (ΕφΑθ 197/1988 Δνη 1988.1239, EφAθ 479/1983 NoB 31.527). Προϋπόθεση για την θεμελίωση ευθύνης του ιατρού είναι η παράβαση κάποιας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις του. Η σημαντικότερη τέτοια περίπτωση είναι η παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, δηλαδή το να μη γίνει μία ιατρική πράξη lege artis, αυτό δηλαδή που συνήθως καλείται ιατρικό σφάλμα. Το ιατρικό σφάλμα υπό αυτήν την έννοια κατά κανόνα θεωρείται ότι οφείλεται σε αμέλεια του ιατρού, δηλαδή σε μη καταβολή της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει. Το δε μέτρο αυτής της απαιτούμενης προσοχής δεν καθορίζεται υποκειμενικά, αλλά με κριτήριο το μέσο συνετό ιατρό της συγκεκριμένης ειδικότητας (ΕφΘεσ 2384/2005 ΝΟΜΟΣ). Με την κρινόμενη αγωγή, της οποίας το ιστορικό και το αιτητικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και κρίνονται ως τέτοιο κι όχι μεμονωμένα, ο ενάγων εκθέτει ότι από την περιγραφόμενη υπαίτια, αμελή συμπεριφορά του εναγομένου, οφθαλμίατρου, υπό τις συνθήκες που αναλυτικά περιγράφονται προκλήθηκε σε αυτόν επιδείνωση της υπάρχουσας στον δεξί του οφθαλμό ρωγμής την οποία ο εναγόμενος δεν διέγνωσε. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 75.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Τέλος ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός έτους, σε βάρος του εναγομένου, λόγω της αδικοπραξίας του, και να καταδικασθεί ο αντίδικός του στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για εκδίκαση, κατά την τακτική διαδικασία, στο παρόν Δικαστήριο που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρα 14 παρ. 2 και 22 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 346, 914, 932 ΑΚ, 176, 191, 907, 908 περ. δ, 1047 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα θα πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί η βασιμότητά της από ουσιαστική άποψη.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (ο ενάγων δεν εξέτασε μάρτυρα), τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους (άρθρα 261, 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και θα αναφερθούν ειδικότερα κατωτέρω και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος, Α. είναι οφθαλμίατρος, διατηρών κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, οφθαλμιατρείο επί της οδού ... στην πόλη της Κω, όπως συνομολογείται από τους ανωτέρω διαδίκους. Την 16.8.2007 ο ενάγων παρουσίασε στον δεξί του οφθαλμό μυοψίες (μαύρα στίγματα). Εξ αιτίας της καταστάσεώς του, προσήλθε στις 17.8.2007 στο Γενικό Νοσοκομείο της Κω όπου του συνεστήθη να εξετασθεί από ιδιώτη οφθαλμίατρο καθώς η μοναδική απασχολούμενη οφθαλμίατρος στο Γενικό Νοσοκομείο δεν είχε εφημερία κατά την συγκεκριμένη ημέρα. Ο ενάγων πράγματι προσήλθε στο οφθαλμιατρείο του εναγόμενου το οποίο βρίσκεται έναντι του Νοσοκομείου. Κατά την εξέτασή του από τον εναγόμενο, ο τελευταίος προέβη σε βυθοσκόπηση και διαπιστώθηκε ότι ο δεξιός οφθαλμός του ενάγοντος παρουσίαζε καλοήθη εξιδρώματα υαλοειδούς τα οποία εκινούντο με τις κινήσεις του οφθαλμού. Δεν κρίθηκε δε επιβεβλημένη οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή ή περαιτέρω εξέταση. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι κατά την επίσκεψη αυτή, ο εναγόμενος έκοψε δύο στελέχη από το ατομικό του βιβλιάριο, ήτοι τα με αύξοντα αριθμό 52 και 53 και έθεσε προγενέστερη ημεροχρονολογία στο πρώτο εξ αυτών ώστε να εισπράξει διπλάσια αμοιβή, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν. Τις επόμενες ημέρες (18.8.2007 και 19.8.2007), ο ενάγων παρουσίαζε τις αυτές μυοψίες και για το λόγο αυτό, στις 20.8.2007 προσήλθε εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο της Κω, όπου εξετάσθηκε από την οφθαλμίατρο, Β., Επιμελήτρια Β' του Γενικού Νοσοκομείου της Κω με τη μέθοδο της βυθοσκόπησης. Από την ανωτέρω εξέταση, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ρωγμής στον δεξί οφθαλμό του ενάγοντος, του συνεστήθη η αποφυγή βαριάς εργασίας και η πόση ενός (1) έως δύο (2) λίτρων νερού την ημέρα και κρίθηκε περαιτέρω επιβεβλημένη η συρραφή αυτής (ρωγμής) με χρήση λέιζερ προκειμένου να αποφευχθεί πιθανή αποκόλληση του οφθαλμού. Ακολούθως, την 21.8.2007 ο ενάγων μετέβη στη Ρόδο όπου υπεβλήθη σε θεραπεία με λέιζερ στον αμφιβληστροειδή λόγω ρωγμής και επέστρεψε αυθημερόν στην Κω. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι μυοψίες αποτελούν απότοκο εκφύλισης του υαλοειδούς και δεν υποδηλώνουν αναγκαστικά ρωγμές ή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Οι ρωγμές και η αποκόλληση αποτελούν μια εξελικτική κατάσταση και απαιτείται κάποιος λανθάνων χρόνος που μπορεί να κυμαίνεται από μερικές ώρες έως μερικές ημέρες για να εκδηλωθούν. Τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγόμενου που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, η οποία είναι ιατρός οφθαλμίατρος και μάλιστα εξέτασε τον ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Κω και διέγνωσε την ύπαρξη της ρωγμής αλλά και από την από 11-6-2009 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Οφθαλμοχειρουργικού Ρόδου, Γ. Η μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε με βεβαιότητα ότι όταν ο εναγόμενος εξέτασε τον ενάγοντα είναι πολύ πιθανό να μην παρουσίαζε ουδεμία ρωγμή στον δεξί του οφθαλμό κάτι που μπορεί να προέκυψε τις αμέσως επόμενες ώρες ή ημέρες, καθόσον μόνη η ύπαρξη των μυοψιών κατά το χρόνο εξέτασης από τον εναγόμενο δεν υποδηλώνει ύπαρξη ρωγμής. Από τα προπεριγραφόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, παρέλειψε κάποια επιβαλλόμενη ενέργεια που αναγόταν στην εξέταση, νοσηλεία ή παρακολούθηση του ενάγοντος, κατά παράβαση της επιβαλλόμενης από την ιδιότητά του ιατρικής επιμέλειας ούτε ότι δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια που επιδεικνύει, υπό τις ίδιες συνθήκες, αντίστοιχα ο μέσος οφθαλμίατρος. Αντίθετα, προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατά τον προαναφερόμενο χρόνο εξέτασης προέβη σε ορθή διάγνωση και ότι η δημιουργία της ρωγμής στον δεξί οφθαλμό του ενάγοντος ήταν μεταγενέστερη και ουδόλως μπορούσε να προβλεφθεί από τον εναγόμενο. Σε αντίθετη κρίση δεν οδηγείται το Δικαστήριο από κανένα αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, ικανή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα (δημιουργία ρωγμής ή αύξηση αυτής) και πράγματι το επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνακόλουθα των όλων όσων αναφέρθηκαν, θα πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη αφού δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική της βάση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 179 ΚπολΔ) ενόψει της ιδιαίτερης δυσχέρειας του ουσιαστικού κανόνα που εφαρμόσθηκε και αφορούσε την επικαλούμενη αμέλεια του εναγόμενου που ανάγεται στην μη ορθή εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων.

πηγή: nbonline.gr

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.