Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Απόλυση μητέρας εντός έτους από τον τοκετό (Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, αριθμός απόφασης 264/2012)

Διατάξεις: άρθρα 3 [παρ. 16] Ν 4504/1966 , 15 Ν 1483/1984 , 2, 10 ΠΔ 176/1997

ΑΠΟΛΥΣΗ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΝΤΟΣ ΕΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΚΕΤΟ. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΜΕ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ. ΕΠΙΔΟΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ. ΕΠΙΔΟΜΑ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΜΙΣΘΟΥΣ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ.

Περίληψη: Άκυρη η καταγγελία με προμήνυση της σύμβασης εργασίας εργαζομένης εντός του έτους που επακολουθεί του τοκετού όταν κατά το χρόνο της προμήνυσης δεν είχε συμπληρωθεί έτος από τον τοκετό, μολονότι κατά το πέρας της προθεσμίας προμήνυσης είχε παρέλθει το έτος. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας λόγω ηθελημένης και κακόβουλης αποφυγής εύρεσης νέας εργασίας κατά την περίοδο της υπερημερίας. Η χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την εκτέλεση λογιστικών εργασιών δικαιολογεί την καταβολή επιδόματος λογιστικής μηχανής. Το επίδομα ισολογισμού χορηγείται μόνο όταν το σύνολο των λογιστών και βοηθών λογιστών που απασχολούνται για λογαριασμό ενός εργοδότη υπερβαίνει τα τέσσερα άτομα.

Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε την 5.1.2006 με την εναγομένη εταιρία (και δη με τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής που ενεργούσε για λογαριασμό της), η οποία δραστηριοποιείται ως επίσημος αντιπρόσωπος και διανομέας στην περιοχή των Χ. διαφόρων εταιριών, απασχολήθηκε ως υπάλληλος στην επιχείρησή της, με την ειδικότητά της ως βοηθού λογιστή, ότι είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, ότι κατά τον χρόνο της προσλήψεως της ήταν έγγαμη, ότι η εβδομαδιαία απασχόλησή της συμφωνήθηκε να είναι αυτή που προβλέπεται από τα οριζόμενα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής ΣΣΕ για-συντομία) ή διαιτητικές αποφάσεις (στο εξής ΔΑ για συντομία) που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, δηλ. συμφωνήθηκε η εβδομαδιαία απασχόληση της να είναι εξαήμερη, οι ώρες απασχολήσεώς της 40 εβδομαδιαίως, ενώ και οι μηνιαίες αποδοχές της συμφωνήθηκε να είναι αυτές που. προβλέπονται από τα οριζόμενα στην εκάστοτε ισχύουσα σχετική ΣΣΕ ή ΔΑ, ότι σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι και τις 18.7.2009, εκτελώντας τις εργασίες που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, όπ στο λογιστήριο της επιχειρήσεως της εναγομένης απασχολούνταν, μαζί με αυτήν, συνολικά 5 άτομα (4 υπάλληλοι και ένας λογιστής), ότι στις 22.5.2008 σταμάτησε την εργασία της, λαμβάνοντας άδεια κυοφορίας από την εναγομένη, ότι γέννησε το τέκνο της στις 8.7.2008, ότι, αφού στη συνέχεια έλαβε την άδεια λοχείας της, την εξάμηνη προβλεπόμενη άδεια τοκετού από τον ΟΑΕΔ και έναν επιπλέον μήνα άδεια άνευ αποδοχών, κατόπιν συμφωνίας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, για να μπορέσει να φροντίσει καλύτερα το νεογέννητο τέκνο της, επέστρεψε κανονικά στα καθήκοντά της στις 18.5.2009, ότι την ίδια ημέρα, ήτοι χωρίς να έχει παρέλθει ένα έτος από την ημερομηνία γεννήσεως του ως άνω τέκνου της, η εναγόμενη της ανακοίνωσε προφορικώς όπ καταγγέλλει την ως άνω σύμβαση εργασίας με προειδοποίηση, ενώ στις 20.5.2008 της κοινοποίησε και γραπτώς την εν λόγω καταγγελία, θέτοντας ως χρόνο λύσεως της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας την 18.7.2009, χωρίς να επικαλεσθεί κάποιον σπουδαίο λόγο, ότι, επικουρικώς, κατά την απόλυση της δεν της κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωσή της, ότι, συνεπώς, η παραπάνω καταγγελία είναι άκυρη, ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την παραπάνω απόλυσή της, προσφεύγοντας μάλιστα και στον αρμόδιο επιθεωρητή εργασίας, ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 18.5.2009 έως 18.7.2009 η εναγομένη δεν της κατέβαλλε τις νόμιμες αποδοχές της για την εργασία που η προσέφερε, πλην του ποσού των 500 ευρώ που της κατέβαλε την 21.7.2009, ότι η ίδια συνέχισε να προσφέρει προσηκόντως την εργασία της, με τους ίδιους όρους με τους οποίους είχε συνάψει την σύμβαση, με αποτέλεσμα η εναγομένη, μη αποδεχόμενη την προσφερόμενη εργασία της ενάγουσας και εμμένοντας στην κατά τα άνω άκυρη απόλυση, να έχει καταστεί υπερήμερη, ότι λόγω της κατά τα άνω ακυρότητας της καταγγελίας η εναγομένη της οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 18.7.2009 και μέχρι την ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής, ότι οι τακτικές μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν κατά την ημερομηνία της απολύσεως στο ποσό των 1.304,20 ευρώ, ότι, επιπλέον, καθ’ όλη την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας η εναγομένη δεν της κατέβαλλε το μηνιαίο επίδομα λογιστικής μηχανής που η ενάγουσα δικαιούταν βάσει της φύσεως των καθηκόντων που εκτελούσε, καθώς και το άπαξ κατ’ έτος χορηγούμενο επίδομα ισολογισμού που επίσης δικαιούταν η ενάγουσα, καθώς το σύνολο των λογιστών και βοηθών λογιστών που απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγόμενης υπερέβαινε τα τέσσερα άτομα, και ότι η παραπάνω συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας ήταν συνάμα και αδικοπρακτική, ήτοι παράνομη και υπαίτια, αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν 1483/1984 (απόλυση πριν λήξει ο χρόνος προστασίας που της παρείχε ο νόμος ως νέα μητέρα, λόγω της πρότερης εγκυμοσύνης της), οι δε ως άνω νόμιμοι εκπρόσωποι ενήργησαν με δόλο και δη με σαφή πρόθεση να προσβάλουν την προσωπικότητά της, ασκώντας σε βάρος της ιδιαίτερα προσβλητική και μειωτική της προσωπικότητάς της ψυχολογική πίεση και φόρτιση που είχε ως μοναδικό σκοπό την απαλλαγή της εναγομένης με κάθε τρόπο από την παρουσία της ενάγουσας, με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί ηθική βλάβη.

Εν όψει των ανωτέρω, η ενάγουσα ζητεί, κατ’ ορθή εκτίμηση των αιτημάτων της και όπως κάποια από αυτά νομίμως περιορίσθηκαν από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της συνεδριάσεως και με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της κατά τα άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει τους «μισθούς υπερημερίας» για το χρονικό διάστημα από τον χρόνο της απολύσεώς της μέχρι την συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, ύψους κάθε μηνιαίου μισθού 1.304,20 ευρώ για το ως άνω χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως για κάθε μισθό από το τέλος εκάστου αντίστοιχου μηνός, άλλως από την επίδοση της αγωγής; γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει τους μηνιαίους μισθούς της από την συζήτηση της αγωγής μέχρι άρσεως της υπερημερίας της εναγομένης, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να την απασχολεί στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους και συνθήκες όπως και πριν την άκυρη απόλυση, να καταδικασθεί δε σε χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής της εργασίας της ενάγουσας, ε) επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι η ως άνω καταγγελία ήταν έγκυρη, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλε» να της καταβάλει το ποσό των 1.522 ευρώ, ως αποζημίωση απολύσεως, στ) να υποχρεωθεί η επομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 11.374,15 ευρώ για τις αποδοχές και την διαφορά αποδοχών που της οφείλει και αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα μέχρι και την ως άνω απόλυση, νομιμοτόκως από την επομένη της απολύσεως (19.7.2008), άλλως από την επίδοση της αγωγής και ζ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την κατά τα άνω ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία. Επιπλέον, ζητεί να κηρυχθεί που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστά ως προς το καταψηφισπκό σκέλος της, και να καταδικασθεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως (άρθρα 14 παρ. 2, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο καταθέσεως της κρινόμενης αγωγής, και 25 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 664 έως 674 ΚΠολΔ. Είναι δε επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης, και νόμιμη, πλην του αιτήματος περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα «μισθούς υπερημερίας» που αφορούν χρονικό διάστημα μετά την συζήτηση της αγωγής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο (προώρως ασκηθέν), διότι εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αξιολογηθεί αν η τυχόν υπερημερία της εναγομένης εξακολουθεί και μετά την ημερομηνία συζητήσεως της κρινόμενης αγωγής. Στηρίζεται δε η αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1, 653, 655, 656, 680, 174, 180, 57, 59, 932, 340, 341 και 346 του ΑΚ, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν 4504/1966 , του άρθρου 15 του Ν 1483/1984 , των άρθρων 2 και 10 του ΠΔ 176/1997 , όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με το ΠΔ 41/2003 , και των άρθρων 70, 907 επ., 946 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ. Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να καταβληθεί τέλος δικαστικού ενσήμου, καθώς, λαμβανομένης υπ’ όψη και της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 17 του Ν 2479/1997 που τροποποίησε το άρθρο 71 ΕισΝΑΚ, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου για το σύνολο του αποτιμητού σε χρήμα αγωγικών κονδυλίων που διατηρήθηκαν καταψηφιστικό.

Η εναγομένη αρνείται την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι η κατά τα άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας με την ενάγουσα ήταν σύννομη και έγινε με νόμιμο τρόπο, καθώς αφενός μεν τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας επήλθαν μετά την παρέλευση έτους από την γέννηση του τέκνου της, αφετέρου δε καταβλήθηκε στην ενάγουσα η νόμιμη αποζημίωση (με μετρητά και με συμψηφισμό απαιτήσεως της εναγομένης κατά της ενάγουσας από άτοκο δάνειο που της είχε χορηγήσει, ύψους 1.200 ευρώ). Επικουρικώς, προβάλλει ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως της ενάγουσας που αφορά την επιδίκαση «μισθών υπερημερίας», ισχυριζόμενη, συγκεκριμένα, ότι η ενάγουσα κακόβουλα και κακοπροαίρετα και με μοναδικό σκοπό να θεμελιώσει την αξίωση δικαστικής διεκδίκησης μισθών υπερημερίας και να εισπράξει κακόβουλα αυτούς χωρίς να εργάζεται, δηλαδή με πρόθεση να ματαιώσει το δικαίωμα της εναγομένης προς καταλογισμό της ωφέλειας στις αποδοχές υπερημερίας που ζητά, παρέμεινε ηθελημένα και σκοπίμως άνεργη για χρονικό διάστημα περίπου τριών ετών από την απόλυσή της, αποφεύγουσα αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση ανάλογης προς την ειδικότητα και την ικανότητά της εργασία, την οποία μπορούσε με ευχέρεια να εξεύρει σε άλλους εργοδότες, καθώς είχε τα προσόντα και την ικανότητα να απασχοληθεί με την ειδικότητα αυτή, αφού και εργασιακή εμπειρία και εκπαίδευση στο αντικείμενο διέθετε. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε πρέπει να εξετασθεί στην ουσία του.

Από [...] αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 5.1.2006 από την εναγομένη εταιρία και απασχολήθηκε ως υπάλληλος στην επιχείρησή της, που δραστηριοποιείται ως επίσημος αντιπρόσωπος και διανομέας στην περιοχή των Χανίων διαφόρων εταιριών, με την ειδικότητά της ως βοηθού λογιστή, μέχρι και την 18.7.2009, οπότε επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, στην οποία είχε προβεί νωρίτερα (προφορικώς στις 18.5.2009 και εγγράφως στις 20.5.2009) η εναγομένη διά του νομίμου εκπροσώπου της (καταγγελία με προειδοποίηση). Κατά τον χρόνο της προσλήψεώς της ήταν έγγαμη, η δε εβδομαδιαία απασχόλησή της συμφωνήθηκε να είναι αυτή που προβλέπεται από τα οριζόμενα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας (στο εξής ΣΣΕ για συντομία) ή διαιτητικές αποφάσεις (στο εξής ΔΑ για συντομία) που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, δηλαδή συμφωνήθηκε ή εβδομαδιαία απασχόλησή της να είναι εξαήμερη και οι ώρες απασχολήσεώς της 40 εβδομαδιαίως. Τα καθήκοντα που η ενάγουσα εκτελούσε στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως εργασίας, ήταν τα εξής: είχε τον έλεγχο και την ευθύνη του λογιστηρίου της εναγόμενης, κατόπιν εντολών που λάμβανε από τον λογιστή αυτής κ. Β. Λ., απασχολούνταν με την τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων της εναγομένης, με την σύνταξη καταστάσεων ή άλλων εγγράφων που είχαν ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων στενά συνδεομένων με λογιστικά βιβλία, στα οποία αυτά καταχωρούνταν κατόπιν, ήταν επιφορτισμένη με την τιμολόγηση των προϊόντων που εμπορευόταν η εναγόμενη, εξέδιδε δε τα σχετικά παραστατικά και τα καταχωρούσε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, εκτελούσε την σύναψη των συμφωνιών με τους προμηθευτές της εναγόμενης, ορίζοντας την έκπτωση και το ποσοστό που θα έκαναν εν τέλει σε αυτήν και εκδίδοντας τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία και πάλι αρχικά καταχωρούσε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και έπειτα τα αρχειοθετούσε και απασχολούνταν με την ειδική τιμολόγηση και κοστολόγηση των προϊόντων που προμήθευε η εναγόμενη στα ελληνικά και ξένα καράβια που «έπιαναν λιμάνι» στην περιοχή της ... Χανίων. Οι μηνιαίες αποδοχές της συμφωνήθηκε να είναι αυτές που προβλέπονται από τα οριζόμενα στην ανωτέρω εκάστοτε ισχύουσα σχετική ΣΣΕ ή ΔΑ. Όπως δε προκύπτει από την «Κωδικοποίηση συλλογικών ρυθμίσεων (ΣΣΕ και ΔΑ) του προσωπικού εμπορικών επιχειρήσεων όλης της χώρας» (Κ15Κ02), η οποία περιλαμβάνει ΣΣΕ και ΔΑ με ισχύ μέχρι και το έτος 2003, στους λογιστές και βοηθούς λογιστές που χειρίζονται λογιστικές μηχανές χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 15% επί του βασικού μηνιαίου μισθού. Το εν λόγω επίδομα, αν και δεν προβλέπεται ειδικώς στις σχετικές ΣΣΕ για τα έτη 2006-2007 και 2008-2009, εξακολουθούσε να χορηγείται στους παραπάνω εργαζομένους, όπως σαφώς συνάγεται από τα άρθρα 14 και 12 αντιστοίχως των παραπάνω ΣΣΕ. Αποδείχθηκε δε ότι η ενάγουσα, για την εκτέλεση των καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, έκανε συχνή χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, γεγονός άλλωστε που παραδέχθηκε κατά την κατάθεσή της στο ακροατήριο και η με επιμέλεια της εναγομένης εξετασθείσα μάρτυρας Μαρία Στυλιανουδάκη (υπάλληλος της εναγομένης), η δε χρήση αυτή ήταν συχνή, αν όχι καθημερινή. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούταν να λαμβάνει το ως άνω επίδομα, το οποίο όμως δεν της χορηγούσε η εναγομένη καθ’ όλη την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας. Επομένως, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα τα εξής ποσά για την παραπάνω αιτία. [...] Με βάση τα παραπάνω, η συνολική οφειλή της εναγομένης στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία (μη καταβαλλόμενο επίδομα λογιστικής μηχανής) και για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα (από 5.1.2006 έως και 18.7.2009), ανέρχεται σε (964 + 551,65 + 1.019,78 + 583,50 + 1.126,90 + 647,95 + 1.057,44 =) 5.951,22 ευρώ, εκ του οποίου ποσού πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ζητούμενο με την αγωγή ποσό (που αφορά το συγκεκριμένο κονδύλιο) των 5.866,50 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην επιχείρηση της εναγομένης, κατά τον χρόνο που εργαζόταν η ενάγουσα, απασχολούνταν ένα πρόσωπο με την ειδικότητα του λογιστή (ο Β. Λ.) και ένα πρόσωπο ως βοηθός λογιστή (η ενάγουσα), ενώ ουδείς άλλος από τους εργαζομένους απασχολούνταν με κάποια από τις παραπάνω ιδιότητες (όλοι οι άλλοι ήταν οδηγοί, αποθηκάριοι, υπάλληλοι γραφείου και πωλητές).

Συνεπώς, εφόσον το σύνολο των λογιστών και βοηθών λογιστών που απασχολούνταν για λογαριασμό της εναγόμενης δεν υπερέβαινε τα τέσσερα άτομα, η ενάγουσα δεν δικαιούταν για τον παραπάνω λόγο να λαμβάνει το σχετικό επίδομα ισολογισμού, Επομένως, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, υπό τα συγκεκριμένα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο στην ουσία του. Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη «ουδόλως έχει καταβάλει στην ενάγουσα τις «δεδουλευμένες» της αποδοχές της για τον μήνα Ιούνιο και τις ημέρες του μηνός Ιουλίου του έτους 2009 που παρέμενε και εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης, καθώς και το επίδομα αδείας του έτους 2009. Εν όψει δε του ότι οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας (αυτές που έπρεπε να λαμβάνει) κατά το έτος 2009 ... ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.304,20 ευρώ (βασικός μισθός 881,22 ευρώ, λόγω της προϋπηρεσίας της ενάγουσας, συν επίδομα γάμου 881,22 x 10% = 88,12 ευρώ, συν επίδομα τέκνου 881,22 x 5% = 44,06 ευρώ, συν επίδομα πτυχίου - καθώς η ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης - 881,22 x 18% = 158,62 ευρώ, συν επίδομα λογιστικής μηχανής 132,18 ευρώ), η εναγομένη της οφείλει [...] συνολικά το ποσό των (1.304,20 + 730,38 + 652,10 =) 2.686,68 ευρώ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στις 22.5.2008 η ενάγουσα είχε σταματήσει την εργασία της, λαμβάνοντας άδεια κυοφορίας από την εναγόμενη προκειμένου να γεννήσει τα τέκνο της, το οποίο γέννησε στις 8.7.2008. Στην συνέχεια, έλαβε την άδεια λοχείας της, την εξάμηνη προβλεπόμενη άδεια τοκετού από τον ΟΑΕΔ και έναν επιπλέον μήνα άδεια άνευ αποδοχών, κατόπιν συμφωνίας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, προκειμένου να μπορέσει να φροντίσει καλύτερα το νεογέννητο τέκνο της. Επέστρεψε δε στα καθήκοντά της στις 18.5.2009, την ίδια όμως ημέρα ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, Κωνσταντίνος Ρεΐζάκης, της ανακοίνωσε προφορικώς ότι απολύεται από την επιχείρηση, ενώ στις 20.5.2008 της κοινοποίησε και γραπτώς την σχετική καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας, θέτοντας ως χρόνο λύσεως της συμβάσεως εργασίας την 18.7.2009, χωρίς να γίνεται επίκληση κάποιοι συγκεκριμένου (και δη σπουδαίου) λόγου. Η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, καθώς αφενός μεν έγινε προτού παρέλθει ένα έτος από την ημερομηνία γεννήσεως του ως άνω τέκνου της ενάγουσας, άρα κατά παράβαση της προστατευτικής για την εργαζόμενη διάταξη του άρθρου 15 του Ν 1483/1984 , αφετέρου δε έγινε χωρίς να υφίσταται και να αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κάποιος σπουδαίος λόγος για την απόλυση της ενάγουσας, ήτοι χωρίς αιτιολόγηση - και μάλιστα έγγραφη - της καταγγελίας, και χωρίς η εναγομένη να κοινοποιήσει το εν λόγω έγγραφο της καταγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Χανίων (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 και 10 του ΠΔ 176/1997 , όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με το ΠΔ 41/2003 ). Συγκεκριμένα, η εν λόγω καταγγελία έγινε στις 20.5.2008, με την επίδοση του σχετικού εγγράφου της εναγομένης στην ενάγουσα, διότι στην περίπτωση της καταγγελίας με προειδοποίηση συμβάσεως εργασίας, όπως εν προκειμένω, αυτή θεωρείται ότι γίνεται κατά την ημερομηνία της προειδοποιήσεως του εργαζομένου και όχι μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποιήσεως, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη και, ως εκ τούτου, προστατεύεται η εργαζόμενη όταν κατά την ημερομηνία της προειδοποιήσεως δεν έχει παρέλθει ο παραπάνω χρόνος προστασίας που προβλέπεται από το άρθρο 15 του Ν 1483/1984 για την νέα μητέρα, λόγω της πρότερης εγκυμοσύνης της (ένα έτος από την γέννηση του τέκνου). Από την στιγμή δε που αποδείχθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας για τον παραπάνω λόγο, παρέλκει η εξέταση από πλευράς νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου ακυρότητας που επικουρικώς επικαλείται η ενάγουσα (μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως), καθώς και η εξέταση της σχετικής ενστάσεως πλαστότητας που υπέβαλε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο η ενάγουσα, καθώς το έγγραφο που είχε προσβάλει ως πλαστό αφορούσε αποκλειστικά τον παραπάνω επικουρικό λόγο ακυρότητας της καταγγελίας- για τον ίδιο δε λόγο, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου του περί τούτου αιτήματος της εναγομένης που υποβλήθηκε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι μετά την κατά τα άνω (άκυρη) καταγγελία και την πάροδο της προθεσμίας προειδοποιήσεως, ήτοι μετά από την 18.7.2009, η ως άνω εργοδότρια εταιρία, διά του νομίμου εκπροσώπου της, δεν αποδεχόταν και δεν αποδέχεται την εργασία της ενάγουσας, παρ1 ότι αυτή του δήλωσε ότι εξακολουθούσε και εξακολουθεί να την προσφέρει με τους ίδιους όρους με τους οποίους είχε συνάψει την σχετική σύμβαση εργασίας. Συνεπώς, από τις 19.7.2009, η εργοδότρια εταιρία κατέστη υπερήμερη δανείστρια ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και, ταυτόχρονα, υπερήμερη οφειλέτιδα ως προς την καταβολή των αποδοχών της τελευταίας. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες προκειμένου να βρει εργασία, μέσω αγγελιών, στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων, είτε στέλνοντας σχετικά βιογραφικά σημειώματα είτε περνώντας από προσωπικές συνεντεύξεις (βλ. ενδεικτικά την εκτύπωση μηνυμάτων του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που η ενάγουσα απέστειλε στις εταιρίες- επιχειρήσεις «...» και τις απαντήσεις των εταιριών αυτών), χωρίς όμως επιτυχία, δεδομένης και της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που έχει ενσκήψει στην Ελλάδα τα I τελευταία έτη και της μεγάλης αύξησης της ανεργίας που είχε ως αποτέλεσμα η εν λόγω οικονομική κρίση. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι κακόβουλα και αδικαιολογήτως απέφυγε να ανεύρει εργασία σε άλλους εργοδότες και ότι παρέμεινε και παραμένει άνεργη μέχρι σήμερα ηθελημένα, δηλαδή, με σκοπό να εισπράττει χωρίς να εργάζεται μισθούς υπερημερίας αλλά αποδείχθηκε ότι κάθε άλλο «παρά ευχερές ήταν και είναι, υπό τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες, το να ανεύρει εργασία σε άλλους εργοδότες. Επομένως, η σχετική ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από πλευράς της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία της. Με βάση τα παραπάνω, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα μισθούς (αποδοχές) υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 19.7.2009 μέχρι και τον χρόνο, συζητήσεως της αγωγής (10.5.2012). Εν όψει δε του ότι οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας (αυτές που έπρεπε να λαμβάνει) κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2009, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα πριν αρχίσει η κατά τα άνω υπερημερία της εργοδότριας εταιρίας, ανέρχονταν σύμφωνα με τα παραπάνω στο ποσό των 1.304,20 ευρώ, η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των (1.304,20 x 34 μήνες =) 44.342,80 ευρώ. Παράλληλα, η εναγομένη υποχρεούται να αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες της ενάγουσας, εφόσον η ενάγουσα συνεχίσει να τις προσφέρει προσηκόντως, και να την απασχολεί ως βοηθό λογιστή, με τους ίδιους όρους που προέβλεπε η κατά τα άνω σύμβαση εργασίας. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος της ότι εναγομένης προέβη στην παραπάνω άκυρη καταγγελία θεωρώντας (έστω και εσφαλμένως) ότι έχει πράγματι δικαίωμα να το πράξει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ότι δηλαδή ήταν σύννομη και επιτρεπτή η εν λόγω καταγγελία με προειδοποίηση την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, για τον λόγο ότι τα αποτελέσματά της θα επέρχονταν μετά την πάροδο του κατά τα άνω χρόνου που προβλέπει η προστατευτική για την εργαζόμενη διάταξη του άρθρου 15 του Ν 1483/1984 . Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε υπαιτίως και δη δολίως και με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα, οπότε δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά του, για την οποία υπεύθυνη θα ήταν η εναγομένη. Ως εκ τούτου, το αγωγικό κονδύλιο που αφορά την επιδίκαση (αναγνώριση) χρηματικής ικανοποιήσεως στην ενάγουσα για την ηθική βλάβη που επικαλείται ότι υπέστη, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο στην ουσία του. Κατόπιν τούτων, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της κατά τα άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, να υποχρεωθεί η εναγομένη γα αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες της ενάγουσας, εφόσον η ενάγουσα συνεχίσει να τις προσφέρει προσηκόντως, και να την απασχολεί στην ίδια θέση, ως βοηθό λογιστή, και με τους ίδιους όρους που προέβλεπε η κατά τα άνω σύμβαση εργασίας, να καταδικασθεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή ποσού 50 ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς να συμμορφωθεί προς την παραπάνω υποχρέωση της, να αναγνωρισθεί όπ η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως «μισθούς υπερημερίας» το ποσό των 44.342,80 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε μηνιαίο μισθό (ύψους 1.304,20 ευρώ) από το τέλος εκάστου αντιστοίχου μηνός, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (5.866,50 + 2.686,68 =) 8.553,18 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της κατά τα άνω απολύσεως της ενάγουσας, ήτοι από την 19.7.2008.

Σημειώνεται δε ότι, εφόσον κρίθηκε ότι η παραπάνω σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη, παρέλκει η εξέταση της επικουρικής βάσεως της αγωγής που αναφέρεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής για τις δύο καταψηφιστικές διατάξεις της παρούσας αποφάσεως (υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να την απασχολεί ως βοηθό λογιστή και επιδίκαση σε αυτήν ποσού 8.553,18 ευρώ), καθώς η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, πρόκειται δε και για αξιώσεις που απορρέουν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ανάλογο με την έκταση της νίκης της, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της εναγομένης, λόγω της μερικής νίκης της πρώτης και της μερικής ήττας της ενάγουσας (άρθρο 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. (Δέχεται εν μέρει την αγωγή.)

πηγή: nbonline.gr

Δικηγορικό Γραφείο «Δημήτριος Χ. Καραγιάννης», Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.