Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Ανακοπή ερημοδικίας - Ανυπόστατο της ανακοπής λόγω μη σύνταξης έκθεσης στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496 ΚΠολΔ - Δεν εμποδίζεται η εκ νέου άσκηση της ανακοπής (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 253/2011)

Περίληψη: Ανακοπή ερημοδικίας, όχι απλώς άκυρη, αλλά δικονομικώς ανυπόστατη, δεν εμποδίζει την άσκηση νέας, δικονομικώς υποστατής ανακοπής ερημοδικίας, εφόσον υπάρχει προθεσμία προς τούτο,αφού η νέα αυτή ανακοπή δεν θεωρείται δεύτερη, διότι η πρώτη θεωρείται σαν να μην έχει ουδέποτε ασκηθεί. Αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, λόγω ανωτέρας βίας. Εννοιολογικό περιεχόμενο της ανωτέρας βίας. Τέτοια ανωτέρα βία μπορεί να είναι και το σφάλμα του Γραμματέα, κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου ανακοπής ερημοδικίας ο οποίος αντί να συντάξει κάτω από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου, να σημειώσει επί του δικογράφου της τον αριθμό της εκθέσεως και τη χρονολογία της και να καταχωρήσει την έκθεση αυτή στο βιβλίο ενδίκων μέσων (κατ` αρθρ. 495, 496 ΚΠολΔ), συνέταξε μόνο έκθεση καταθέσεως, όπως γίνεται στα δικόγραφα των αγωγών, με συνέπεια να ολοκληρωθεί η άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας η οποία ήταν έτσι δικονομικός ανυπόστατη. Η έννοια τη ανωτέρας βίας πρέπει να εναρμονίζεται προς τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης η οποία δεν επιτρέπει στο χώρο του δικονομικού δικαίου, την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα (κατ΄αρθρ. 152 και 501 ΚΠολΔ).

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 912 παρ. 1 του ΚΠολΔ: «Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με το άρθρο 908 ή 910, μπορεί έως τη συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ή της έφεσης, να διαταχθεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να ανασταλεί ολικά ή εν μέρει η εκτέλεση ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ή της έφεσης». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες της παρ. 2 της ίδιας διατάξεως και των άρθρων 495 και 686 επ. του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως, η οποία κηρύχθηκε από το Δικαστήριο προσωρινώς εκτελεστή, είτε δυνητικώς κατά το άρθρο 908, είτε υποχρεωτικώς κατά το άρθρο 910 του ίδιου Κώδικα, απαιτείται η συνδρομή σωρευτικώς των ακόλουθων προϋποθέσεων; α) Η άσκηση εμπρόθεσμης και παραδεκτής ανακοπής ή εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και ο προσδιορισμός δικασίμου προς εκδίκασή τους, β) υποβολή αιτήσεως του ηττηθέντος διαδίκου, έως την πρώτη συζήτηση της ανακοπής ή της εφέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, γ) πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της ανακοπής ή της εφέσεως και η εξ αυτής πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος την αναστολή και δ) ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης ή ανάγκη αποτροπής επικείμενου κινδύνου (βλ. Ι. Μπρίνιας: Αναγκαστική Εκτέλεσις, έκδοση 1978, υπό το άρθρο 912 παρ. 61, Π. Τζίφρας: Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδοση 1985/ σελ. 489 επ., Βαθρακοκοίλης: ΕρμΚΠολΔ, υπό το άρθρο 912, παρ.7, Ι. Ψωμάς και Κ. Μπέης, παρατηρήσεις οπό την ΜΠρΑΘ 22600/1995 Δ 27.192).

2. Κατά η διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ: «Ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 509 εδ. ά` του ίδιου Κώδικα; «Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και το δικαστήριο πιθανολογεί ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι που προτάθηκαν, εξαφανίζει την απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίσθηκε». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της ερήμην αποφάσεως και αυτή απορριφθεί είτε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη είτε ως απαράδεκτη, δε συγχωρείται άσκηση κατά της ίδιας ερήμην αποφάσεως δεύτερης ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν αυτή στηρίζεται σε διαφορετικό λόγο ακυρότητας της ερημοδικίας από εκείνον που είχε προβληθεί με την πρώτη. Παρότι σχετικά με την ανακοπή ερημοδικίας δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνες των άρθρων 514, 541 και 555 του ΚΠολΔ, οι οποίες ρητώς απαγορεύουν άσκηση δεύτερης εφέσεως, αναψηλαφήσεως ή αναιρέσεως, εντούτοις η απαγόρευση της ασκήσεως και δεύτερης ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας αποφάσεως συνάγεται από την όλη οικονομία και το σκοπό των εν λόγω διατάξεων, με τις οποίες σκοπήθηκε να μη στερηθεί ο διάδικος τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα ακροάσεώς του, στις περιπτώσεις που από δικαιολογημένη αιτία δεν μπόρεσε να το ασκήσει. Ο σκοπός αυτός πλήρως εξυπηρετείται με την παροχή μόνο μεταφοράς της δυνατότητας να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, στην οποία επιβάλλεται να εκθέτει όλους τους λόγους που τον εμπόδισαν να εμφανισθεί στο δικαστήριο, οι οποίοι επιτρέπεται κατά το νόμο να προβληθούν ως λόγοι ακυρότητας της ερημοδικίας του που στηρίζουν την ανακοπή. Αντίθετη εκδοχή θα υπέθαλπε την παρέλκυση της δίκης, αφού τίποτε δεν θα εμπόδιζε το διάδικο να μεθοδεύει ερημοδικία του και με επανειλημμένη άσκηση ανακοπών να επιτυγχάνει τη διαιώνιση της δίκης, χωρίς να μπορεί να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, διότι ούτε έφεση μπορεί να συζητηθεί όσο εκκρεμεί ανακοπή ερημοδικίας. Ωστόσο, όταν ασκήθηκε ανακοπή, η οποία είναι όχι απλώς άκυρη, αλλά δικονομικώς ανυπόστατη, δεν εμποδίζεται η άσκσηση νέας, δικονομικώς υποστατής ανακοπής, αν υπάρχει προς τούτο προθεσμία, αφού η νέα αυτή ανακοπή δε θεωρείται δεύτερη ανακοπή, διότι η πρώτη θεωρείται σαν να μην είχε ουδέποτε ασκηθεί. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 503 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ: «Αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης», ενώ αν «έχει άγνωστη διαμονή, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 και 1 της περίληψης για την επίδοση της απόφασης». Έτι δε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας «ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση» (και 1). Κατά την παρ. 2 της ίδιας διατάξεως: «Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση» (και 2). Τα αποτελέσματα, τέλος, του ένδικου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας αρχίζουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 500 του ΚΠολΔ, «από τη σύνταξη της έκθεσης της κατάθεσης της». Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι για να ολοκληρωθεί η άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, όπως και κάθε άλλου ένδικου μέσου, απαιτείται τόσο η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση, όσο και η σύνταξη εκθέσεως για την κατάθεση της στο σχετικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 496 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του β.δ/τος 564/1968. Αν δεν τηρηθεί η τελευταία διατύπωση, αν, δηλαδή, δεν συνταχθεί έκθεση για την κατάθεση της ανακοπής, που καταχωρίζεται στο σχετικό βιβλίο ανακοπών ερημοδικίας, η ανακοπή ερημοδικίας είναι όχι απλώς άκυρη, αλλά δικονομικώς ανυπόστατη ως ένδικο μέσο και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα, έστω και αν συντάχθηκε έκθεση για την κατάθεσή της κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε, αφού η διατύπωση αυτή, με αναφορά του δικογράφου που κατατέθηκε στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, αποτελεί διατύπωση που απαιτείται, κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της αγωγής και δεν αναπληρώνει την τήρηση των διαφορετικών διατυπώσεων που, κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 495 και 496 ΚΠολΔ και του β.δ/τος 564/1968, απαιτούνται για την άσκηση των ενδίκων μέσων. Το ανυπόστατο της ανακοπής, λόγω μη τηρήσεως της άνω διατυπώσεως, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται η επίκληση της ελλείψεως αυτής και της συνδρομής βλάβης του διαδίκου (ΑΠ 21.509/2006, Α.Π. 284/1995, αμφότερες σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του Δ.Σ.Α.). Αν η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής παρήλθε λόγω ανωτέρας βίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 152 επ. του ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 152 του ΚΠολΔ: «Αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλο του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση». Ανωτέρα βία είναι κάθε τυχαίο περιστατικό από το οποίο εμποδίζεται η ενέργεια του υπόχρεου και το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Στ. Ματθίας: Ανακοπή ερημοδικίας και έφεση κατά των ερήμην αποφάσεων, ΕλλΔνη 36.11 επ., Α.Π. 259/2003 ΝοΒ 2003.1858,A Π 904/2002 ΕλλΔνη 44.1284, Α.Π. 724/2002 ΝοΒ 2003.34). Τέτοια ανωτέρα βία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να είναι και τα σφάλματα του Δικαστηρίου, όπως του Δικαστή ή του Γραμματέα (Β. Βαθρακοκοίλης: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Α`, υπό το άρθρο 152, σημ. 3 με εκεί παραπομπές). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 153 και 158 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο σκοπός της οποίας στηρίζεται στην ιδέα της επιείκειας, πρέπει να ζητηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανωτέρα βία. Το αφετήριο, συνεπώς, σημείο της προθεσμίας επαναφοράς είναι εκείνο της άρσεως αντικειμενικώς του εμποδίου ή της γνώσεως του δόλου (ΑΠ. 782/2004 ΕλλΔνη 2005. 46), η δε ευδοκίμηση της αιτήσεως επαναφοράς αίρει το απαράδεκτο της ανακοπής ερημοδικίας που ασκήθηκε εκπροθέσμως (Βαθρακοκοίλης: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Α`, υπό το άρθρο 152, σημ. 19 με εκεί παραπομπές).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, με την φερόμενη προς κρίσιν αίτησή του ο αιτών ζητεί, επικαλούμενος επικείμενο κίνδυνο και επείγουσα περίπτωση, να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ` αριθμόν 7615/2001 οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατά την τακτική διαδικασία και κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή κατά τη διάταξη του άρθρου 910 του ΚΠολΔ, μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της από 09.03.2011 ανακοπής ερημοδικίας, την οποία έχει ασκήσει νομοτύπως κατ` αυτής, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στο δικόγραφο της υπό κρίσιν αιτήσεως, για το λόγο ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής του και επιπλέον διότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την εκτέλεση εις βάρος του. Ζητεί, επίσης, με την αίτηση που σωρεύει στην ανακοπή, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών δικονομική κατάσταση κατά το άρθρο 152 του ΚΠολΔ, ώστε να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η ένδικη ανακοπή του επικαλούμενος προς τούτο τη συνδρομή λόγου ανωτέρω βίας για τη βραδεία άσκηση της στο πρόσωπο του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, επικαλείται σφάλμα του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου κατά την άσκηση της από 31.05.2005 προηγούμενης ανακοπής του κατά της άνω αποφάσεως, ο οποίος αντί να συντάξει κάτω από το δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου, να σημειώσει επί του δικογράφου της τον αριθμό της εκθέσεως και τη χρονολογία της και να καταχωρήσει την έκθεση αυτή στο βιβλίο ενδίκων μέσων κατά τα άρθρα 495 και 496 του ΚΠολΔ, συνέταξε μόνον έκθεση καταθέσεως όπως γίνεται για τα δικόγραφα των αγωγών, με συνέπεια να μην ολοκληρωθεί η άσκηση της άνω (πρώτης) ανακοπής του, η οποία ήταν έτσι δικονομικώς ανυπόστατη ως ένδικο μέσο και ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση του λόγου της ανωτέρας βίας στις 28.02.2011, κατά τη διάρκεια διεξαγόμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Δικαστηρίου τούτου, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αίτηση. Τέλος, ζητεί να ανακληθεί η υπ` αριθμόν 200/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέστειλε βάσει προηγούμενης αιτήσεως του την εκτέλεση της ανακοπτόμενης αποφάσεως ενόψει ασκήσεως της από 31.05.2005 ανακοπής υπό τον όρο καταβολής εγγυήσεως υπέρ της καθ` ης και να διαταχθεί η άρση της εγγυοδοσίας, να υποχρεωθεί ο Γραμματέας του Δικαστηρίου τούτου να αποδώσει σε αυτόν, την κατατεθείσα εγγυητική επιστολή προκειμένου στη συνέχεια η εγγυήτρια τράπεζα να του καταβάλλει το αναφερόμενο στην εγγύηση ποσό και να καταδικασθεί η καθ` ης στη δικαστική του δαπάνη.

4. Η αίτηση, κατά το σκέλος της που ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ` αριθμόν 7615/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών, μέτρων (άρθρα 912 παρ. 2 και 686 επ. του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η υπό κρίσιν ανακοπή ερημοδικίας κατά της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, ασκήθηκε μετά την παρέλευση της κατά το άρθρο 503 παρ. 1 προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεώς της στον αιτούντα- ανακόπτοντα, η οποία έλαβε χώρα στις 24.05.2005, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμόν 6275/24.05.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σπυρίδωνος Χολικά και συνομολογείται. Συνεπώς, αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως, πλην όμως, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει επ` αυτής, διότι στο δικόγραφο της σωρεύεται και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα αυτών δικονομική κατάσταση με αίτημα να θεωρηθεί ως παραδεκτή και εμπρόθεσμη η ανακοπή ερημοδικίας, κατά τα προαναφερθέντα. Την άνω ανακοπή και την σωρευόμενη σε αυτήν αίτηση επαναφοράς ο αιτών την επέδωσε στην καθ` ης στις 17.03.2011, όπως τούτο προκύπτει από την υπ` αριθμόν 135/Β/17.03.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Φώτη Σορέγγελα. Επομένως, η αίτηση επαναφοράς παραδεκτώς ασκήθηκε, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άρση του επικαλούμενου κωλύματος στις 28.02.2011 που, κατά τα επικαλούμενα, συνιστά την ανωτέρα βία, και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 151 παρ. 2 και 153 του ΚΠολΔ. Η αίτηση όμως περί ανακλήσεως της υπ` αριθμόν 200/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου προς το σκοπό άρσεως της εγγυοδοσίας και αποδόσεως στον αιτούντα της αναφερόμενης εγγυητικής επιστολής, κρίνεται σε κάθε περίπτωση απορριπτέα, κατά το μεν σκέλος_της που ζητείται η ανάκληοη της άνω αποφάσεως διότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση αυτή έπαυσε να ισχύει, και για τούτο επήλθε μεταβολή, κατά δε τo σκέλος της που ζητείται η άρση της εγγυοδοσίας και η απόδοση στον αιτούντα της εγγυητικής επιστολής, πέραν του ότι δεν αναφέρεται ο νόμιμος λόγος άρσεως της εγγυητικής επιστολής, δεν συντρέχει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τούτου για την εκδίκασή της, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 168 παρ. 2 του ΚΠολΔ και αν ακόμη έπαυσε η αιτία νια την οποία δόθηκε η εγγύηση και αυτή κατέπεσε υπέρ εκείνου για τον οποίο δόθηκε, περί της άρσεως και καταπτώσεως της εγγυήσεως που κατατέθηκε αποφαίνεται αποκλειστικώς το Μονομελές Πρωτοδίκείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή το Ειρηνοδικείο για τις εγγυήσεις που διατάχθηκαν από αυτό, αποκλειομένου παντός άλλου Δικαστηρίου ακόμη και αυτού της κύριας δίκης, εφόσον δεν πρόκειται περί ανακλήσεως ασφαλιστικού μέτρου ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 697 του ΚΠολΔ. Επισημαίνεται, ότι περίπτωση νόμιμης εγγυοδοσίας είναι, πλην άλλων, και η επί αναστολής αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής επί ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας επ` αυτής, όταν η κατάθεση της εγγυήσεως διατάσσεται ως προϋπόθεση της αναστολής εκτελέσεως προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως»

5. Η καθ` ης, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στο ακροατήριο, αλλά και με το έγγραφο σημείωμά της, ασκεί ανταίτηση με την οποία, επικαλούμενη επίσης επείγουσα περίπτωση, ζητεί ως ασφαλιστικό μέτρο, να διαταχθεί υπέρ αυτής η κατάπτωση της εγγυήσεως και να διαταχθεί η Γραμματέας του Δικαστηρίου τούτου ενώπιον του οποίου έχει συνταχθεί η οικεία έκθεση εγγυοδοσίας να αποδώσει σε αυτήν ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, που υπογράφει την ανταίτηση, την κατατεθείσα υπέρ αυτής εγγυητική επιστολή προκειμένου στη συνέχεια η εγγυήτρια τράπεζα να της καταβάλλει το αναφερόμενο στην εγγύηση ποσό, άλλως, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση του αιτούντος, να υποχρεωθεί ο καθ` ου η ανταίτηση σε καταβολή εγγυοδοσίας ύψους 200.000 ευρώ προκειμένου να εξασφαλισθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεώς της κατ` αυτού και να καταδικασθεί ο καθ` ου στη δικαστική της δαπάνη.

6. Η ανταίτηση, κατά το άνω κύριο αίτημά της κρίνεται απορριπτέα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ήδη και για την αίτηση. Κατά το επικουρικό αίτημα αυτής, παραδεκτώς και αρμοδίως ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση (άρθρο 268 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αναλόγως εφαρμοζομένου, βλ. σχετικά Π. Τζίφρας: «Ασφαλιστικά Μέτρα», έκδοση 1980) κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 παρ. 1, 683 παρ. 1, 686 επ.) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 908,911,913 παρ. 1 και 176 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την ανωτέρω κατ΄ αυτής αίτηση του καθ` oυ με την οποία είναι προδήλως συναφής και προς αποφυγήν χρόνου και δαπάνης.

7. Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων (για τον αιτούντα) και............. | (για την καθ’ ης), οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως και της ανταιτήσεως και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, το σύνολο των εγγράφων τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ` επικλήσεως οι διάδικοι και από όσα προφορικώς και εγγράφως με τα σημειώματα τους ανέπτυξαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 07.05.1997 αγωγής της καθ` ης κατά του αιτούντος (τότε εναγομένου) εκδόθηκε, ερήμην του αιτούντος, η υπ` αριθμόν 7615/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία υποχρεώθηκε ο νυν αιτών και τότε εναγόμενος να καταβάλει στην καθ` ης (τότε ενάγουσα) το συνολικό ποσό των 23.243.528 δραχμών, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής της και μέχρι την εξόφληση, η απόφαση δε αυτή κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή κατά τη διάταξη του άρθρου 910 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού με επιταγή προς πληρωμή της αποφάσεως αυτής επιδόθηκε στον αιτούντα στις 24.05.2005 (βλ. την υπ` αριθμόν 6275/24.05.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σπυρίδωνος Χαλικιά), επιτάσσοντάς τον να καταβάλει στην καθ` ης ως κεφάλαιο το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, πλέον των νομίμων τόκων μέχρι το χρόνο επιδόσεως της και των λοιπών εξόδων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών στις 07.06.2005 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εμπροθέσμως τότε, την από 31.05.2005 ανακοπή ερημοδικίας, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 17ης.01.2008. Συγχρόνως άσκησε και την από 08.06.2005 αίτηση με την οποία ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της άνω αποφάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμόν 31/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 912 παρ. του ΚΠολΔ), η οποία ανέστειλε την εκτέλεση της υπ` αριθμόν 7615/2001 αποφάσεως ενόψει της ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, επ` αυτής, υπό τον όρο όμως «να συζητηθεί η ανακοπή κατά την ορισθείσα δικάσιμο». Η συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 17ης.01.2008 αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων από την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε ο αιτών, επικαλούμενος ότι ο όρος της υπ` αριθμόν 31/2006 αποφάσεως δεν είχε πληρωθεί λόγω ανωτέρας βίας (αποχή δικηγόρων), με την από 18.01.2008 αίτηση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ζήτησε τη μεταρρύθμιση της εν λόγω αποφάσεως ως προς τον τεθέντα όρο και τη διατήρηση της προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμόν 239/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 912 και 696 παρ. 3 του ΚΠολΔ), η οποία μεταρρύθμισε την ως άνω, υπ’ αριθμόν 31/2006, απόφαση ως προς το χρόνο ισχύος της αναστολής εκτελέσεως της ανακοπτόμενης απόφασης και διατήρησε την αναστολή μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής ερημοδικίας και «υπό τον όρο ότι αυτή (ανακοπή) θα συζητηθεί κατά την μετά νόμιμη αναβολή από την 17.01.2008, δικάσιμο της 04-06-2009». Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ενόψει της προκηρύξεως των εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας ματαιώθηκε και με την από 19.05.2009 κλήση του αιτούντος προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 17ης.02.2011, οπότε ο αιτών, επικαλούμενος ότι ο όρος της υπ` αριθμόν 239/2008 αποφάσεως δεν είχε πληρωθεί λόγω ανωτέρας βίας (αναστολή εργασιών των Δικαστηρίων λόγω των Ευρωεκλογών), με την από 21.05.2009 αίτησή του ζήτησε τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως αυτής. Επί της αιτήσεώς του και της ανταιτήσεως περί καταβολής εγγυοδοσίας εκ μέρους του αιτούντος που άσκησε η καθ` ης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμόν 200/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δικάζοντος κατά διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 696 του ΚΠολΔ), η οποία μεταρρύθμισε την υπ` αριθμόν 239/2008 απόφαση ως προς τη χρονική έκταση, της αναστολής και ανέστειλε την εκτέλεση της ανακόπτομενης αποφάσεως «μέχρι τη συζήτηση της από 31.05.2005 ανακοπής ερημοδικίας κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε νόμιμα, υπό τον όρο καταβολής από τον αιτούντα εγγύησης ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το οποίο θα κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε άλλο αξιόχρεο Πιστωτικό Ίδρυμα». Κατά τη δικάσιμο της 17ης.02.2011 η συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 30ης.05.2013 λόγω λήξεως ωραρίου του γραμματέως που συγκροτούσε το Δικαστήριο εκείνο, οπότε ο αιτών, με την από 18.02,2011 αίτηση του ζήτησε τη μεταρρύθμιση της υπ` αριθμόν 200/2009 αποφάσεως ως προς το χρόνο αναστολής εκτελέσεως της ανακοπτόμενης απόφασης και συγχρόνως τη χορήγηση προσωρινής διαταγής μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεώς του. Χρόνος συζητήσεως της προσωρινής διαταγής ορίσθηκε αρχικά η 28η.02.2011 και μετ` αναβολήν η 9η.03.20ll, οπότε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ` ης αιτούμενος την απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως προσωρινής διαταγής, επικαλέσθηκε, το πρώτον, όπως συνομολογείται, ότι η ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εδράζετο η αίτηση αναστολής και ακολούθως το αίτημα περί χορηγήσεως προσωρινής διαταγής δεν είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Από το προσκομιζόμενο μετ` επικλήσεως αντίγραφο της από 31.05.2005 ανακοπής ερημοδικίας προκύπτει ότι το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 07.06.2005 και συντάχθηκε από την αρμόδια Γραμματέα, αντί για έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου, η από 07.06.2005 «Έκθεση καταθέσεως δικογράφου ανακοπής» με αριθμό καταθέσεως 5146/2005, η οποία υπογράφεται από τη Γραμματέα και την πληρεξούσια δικηγόρο του ανακόπτοντος που το κατέθεσε, χωρίς να καταχωρηθεί στο σχετικό βιβλίο ενδίκων μέσων που τηρείται στη γραμματεία του Δικαστηρίου. Τούτο βεβαιώνεται και από το υπ` αριθμόν 1.132/01.02.2011 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου «όπως προκύπτει από τα οικεία στοιχεία που τηρούνται στο Πρωτοδικείο δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο (τακτικό ή έκτακτο) από οποιονδήποτε, κατά της αποφάσεως με αρ. 7615/2001 ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ του Πρωτοδικείου Αθηνών από τη δημοσίευσή της έως και χθες». Επομένως, η από 31.05.2005 ανακοπή, για τη νομότυπη άσκηση της οποίας απαιτείτο τόσο η κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση, όσο και η σύνταξη εκθέσεως για την κατάθεσή της στο σχετικό βιβλίο, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες νομικές σκέψεις (υπό στοιχείο 2 της παρούσας), οικονομικώς ανυπόστατη ως ένδικο μέσο και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα, έστω και αν συντάχθηκε έκθεση για την κατάθεση της κάτω από το δικόγραφο που κατατέθηκε, αφού η διατύπωση αυτή, με αναφορά του δικογράφου που κατατέθηκε στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, αποτελεί διατύπωση που απαιτείται, κατά το άρθρο 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της αγωγής και δεν αναπληρώνει την τήρηση των διαφορετικών διατυπώσεων που απαιτούνται για την άσκηση των ενδίκων μέσων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 και 496 ΚΠολΔ και του β.δ/τος 564/1968. Βάσιμα πιθανολογήθηκε ότι η κατάθεση με τον προαναφερθέντα τρόπο του δικογράφου της από 31.05.2005 ανακοπής οφειλόταν σε σφάλμα της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου ενώπιον της οποίας κατατέθηκε το δικόγραφό της και ότι ο αιτών έλαβε γνώση για την ύπαρξη του σφάλματος αυτού, το πρώτον, στις 28.02.2001, κατά τη συζήτηση χορηγήσεως προσωρινής διαταγής εκτελέσεως της ανακόπτομενης απόφασης, κατά τα προαναφερθέντα, όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ` ης ενημέρωσε την πληρεξούσια δικηγόρο του, για το ανυπόστατο της ανακοπής, το οποίο διέλαθε μέχρι τότε, όπως συνομολογείται, της προσοχής των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, αλλά και των Δικαστηρίων που είχαν προγενέστερα επιληφθεί της υποθέσεως, κατά την εκδίκαση των άνω αιτήσεων του αιτούντος και εξέδωσαν τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν. Το σφάλμα αυτό της Γραμματέως κατά την κατάθεση του δικογράφου της ανακοπής, αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας (βλ. Β. Βαθρακοκοίλης: Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Α`, υπό το άρθρο 152 σημ. 3, με εκεί παραπομπές), που δικαιολογεί την αίτηση επαναφοράς, η οποία πιθανολογείται βάσιμα ότι θα ευδοκιμήσει. Η ευδοκίμηση δε αυτή αίρει το απαράδεκτο της υπό κρίσιν ανακοπής ερημοδικίας που ασκήθηκε εκπροθέσμως, έτσι ώστε η έννοια της ανωτέρας βίας, όπως αυτή πιθανολογήθηκε, να εναρμονίζεται προς τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία δεν επιτρέπει, στο χώρο του δικονομικού δικαίου, την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, κατά τα άρθρα 152 και 501 του ΚΠολΔ. Έτσι, πιθανολογείται ότι η υπό κρίσιν ανακοπή ερημοδικίας θα θεωρηθεί ότι ασκήθηκε εμπροθέσμως και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, δοθέντος ότι η προηγούμενη από 31.05.2005 ανακοπή, η οποία ήταν πράγματι δικονομικώς ανυπόστατη, δεν εμποδίζει την άσκηση νέας, δικονομικώς υποστατής ανακοπής, αφού η νέα αυτή ανακοπή δεν θεωρείται δεύτερη ανακοπή, διότι η πρώτη θεωρείται, σαν να μην είχε ουδέποτε ασκηθεί, ενώ για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί το ορισθέν από την ανακοπτόμενη απόφαση παράβολο ερημοδικίας, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως επί του δικογράφου της. Επί ανυπόστατης δε ανακοπής δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία κατά τα άρθρα 221 και 500 του ΚΠολΔ (Βαθρακοκοίλης: ο.π. Τόμος Β` υπό το άρθρο 221, σημ. 3) και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την καθ` ης κρίνονται απορριπτέα ως κατ` ουσίαν αβάσιμα.

Επομένως, η υπό κρίσιν αίτηση, κατά το σκέλος που αφορά στην αίτηση αναστολής κατά τη διάταξη του άρθρου 912 του ΚΠολΔ λόγω προηγούμενης ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, παραδεκτώς ασκήθηκε, είναι δε και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη αυτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. 8.- Με την ανακοπή του ο αιτών ισχυρίζεται ότι δεν κλητεύθηκε νομίμως, ως κάτοικος γνωστής διαμονής, κατά τη συζήτηση της κατ` αυτού, από 07.09.1997 αγωγή της καθ` ης, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην του η ανακοπτόμενη, υπ` αριθμ 7615/2001, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και για τούτο ζητεί την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 501, 503 παρ. 1 και 271 παρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν πιθανολογήθηκε ότι η καθ` ης η ανακοπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 07.05.1997 αγωγή της κατά του αιτούντος, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 26ης.03.1998, οπότε και συζητήθηκε. Επ` αυτής εκδόθηκε ερήμην του αιτούντος που είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής η υπ` αριθμόν 3211/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως του αιτούντος και διατάχθηκε η εκ νέου επίδοση της αγωγής. Η καθ` ης, με την από 15.06.1998 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση την άνω αγωγή της και επί της κλήσεως αυτής, η οποία συζητήθηκε στην ορισθείσα δικάσιμο της 26ης.ll.1998, εκδόθηκε ερήμην του αιτούντος που είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής η υπ` αριθμόν 357/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, αφού κηρύχθηκε και πάλι απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως του αιτούντος, διατάχθηκε η νέα επίδοση της αγωγής και της κλήσεως. Με την από 17.02.1999 κλήση της η καθ` ης επανέφερε πάλι προς συζήτηση την άνω αγωγή της, επί της κλήσεως δε αυτής, η οποία συζητήθηκε στην ορισθείσα δικάσιμο της 06ης.10.1999 εκδόθηκε ερήμην του αιτούντος που είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής η υπ` αριθμόν 9632/1999 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κλήσεως λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως του αιτούντος, ως άγνωστης διαμονής, διατάχθηκε δε η εκ νέου νόμιμη κλήτευση του αιτούντος. Από τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου πιθανολογείται ότι μέχρι την έκδοση της 9632/1999 αποφάσεως δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη κλήτευση του αιτούντος προς συζήτηση της αγωγής της καθ` ης και για τούτο διατασσόταν η εκ νέου επίδοση της αγωγής και της κλήσεως προς συζήτησή της. Μετά ταύτα, η καθ` ης επανέφερε προς συζήτηση την άνω αγωγή της με την από 30.05.2000 κλήση της, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 1ης.01.2001, οπότε και συζητήθηκε ερήμην του αιτούντος που είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής. Επ` αυτής εκδόθηκε η ανακοπτόμενη, υπ` αριθμόν 7615/2001, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, λόγω και του ισχύοντος τότε τεκμηρίου ομολογίας, έγινε δεκτή η αγωγή, που κρίθηκε νόμιμη, και ως κατ` ουσίαν βάσιμη. Από την ανακοπτόμενη απόφαση και το περιεχόμενο της υπ` αριθμόν 2574/05.06.2000 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών.................προκύπτει ότι προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών επιδόθηκε για τον φερόμενο ως άγνωστης διαμονής εναγόμενο, μόνον ακριβές αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της από 30.05.2000 κλήσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 1ης.02.2001 και όχι, όπως απαιτείται για την ολοκλήρωση της επιδόσεως, και αντιγράφου του δικογράφου της αγωγής, η οποία μέχρι τότε δεν είχε επιδοθεί νομότυπα, όπως εξ άλλου είχε κριθεί με τις υπ` αριθμούς 3211/1998, 357/1999 και 9632/1999 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, κατά τα προαναφερθέντα. Έτσι, όμως, πιθανολογείται ότι δεν έλαβε χώρα νομότυπη κλήτευση του αιτούντος, αυτός δε, που δεν παραστάθηκε κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο της 1ης.02.2001, πιθανολογείται επίσης ότι ακύρως κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής και σε λανθασμένη διεύθυνση ως πρώην κάτοικος Αθηνών, οδός ............. αριθμός 24-Μεταμόρφωση Αττικής προς συζήτηση της αγωγής της καθ` ης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη απόφαση, ενώ αυτός ήταν ήδη τουλάχιστον από το έτος 1998 γνωστής διαμονής σε συγκεκριμένη διεύθυνση στο . . .. Αττικής επί της οδού........ , .. . αριθμός ... που και σήμερα αναφέρεται στην αίτηση και την ανακοπή, την οποία, όπως πιθανολογήθηκε, ήταν σε θέση και μπορούσε να γνωρίζει η καθ` ης, ώστε να μην καλεί κάθε φορά τον αιτούντα ως άγνωστης διαμονής. Άλλωστε στη διεύθυνση αυτή του επέδωσε στις 24.05.2005 αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανακοπτόμενης αποφάσεως (βλ. την αναφερθείσα ήδη υπ` αριθμόν 6275/24.05.2005 έκθεση επιδόσεως). Τούτων δοθέντων, λόγω της μη νομότυπης κλητεύσεως του αιτούντος και της εξ αυτής αδυναμίας του να υπερασπισθεί τον εαυτό του κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής της καθ` ης, πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η ανακοπή ερημοδικίας και η ανακοπτόμενη απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του θα εξαφανισθεί. Συνακόλουθα, πιθανολογείται ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως πριν από την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας θα προξενήσει στον αιτούντα βλάβη. Ενόψει, όμως, του ότι παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας από την άσκηση της αγωγής της καθ` ης, λαμβάνοντας σχετικώς υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς, που αφορά τίμημα από την αγορά αγροτικών προϊόντων των μελών της καθ` ης, το ύψος της οφειλομένης απαιτήσεως και την αιτία της (από έκδοση επιταγών), κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί εις βάρος του αιτούντος το μέτρο της καταβολής εγγυοδοσίας, καθόσον πιθανολογείται ότι αυτό δεν θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα, σε αντίθεση με την καθ` ης, η οικονομική κατάσταση της οποίας αναμφιβόλως βλάπτεται από την μακροχρόνια εκκρεμοδικία.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτές η αίτηση και η ανταίτηση και ως κατ` ουσίαν βάσιμες και να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της ασκηθείσης ανακοπής, υπό τους όρους: α) Της παροχής από τον αιτούντα και υπέρ της καθ` ης εγγυήσεως, με εγγυητική επιστολή Τραπέζης, νομίμως λειτουργούσας στην Ελλάδα, ποσού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, 30.000 ευρώ και καταθέσεως αυτής στη Γραμματεία του, Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα Εγγυοδοσίας), εντός αποκλειστικής προθεσμίας σαράντα (40) ημερών από την δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως και β) να συζητηθεί η ανακοπή ερημοδικίας κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε νόμιμα (24.10.2013). Η δικαστική δαπάνη, λόγω της ιδιάζουσας φύσεως της διαφοράς, ιδιαίτερα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν για την έρευνα της ευδοκιμήσεως των λόγων της ανακοπής, στην οποία εδράζεται η αίτηση, πρέπει να συμψηφισθεί, κατά το άρθρο 179 του ΚΠολΔ, μεταξύ των διαδίκων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ` αντιμωλία των διαδίκων την αίτηση και την ανταίτηση, που, άσκησε η κάθ` ης στο ακροατήριο και με το έγγραφο σημείωμά της. Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση αυτών. Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα. Δέχεται, κατά τα λοιπά, την αίτηση και την ανταίτηση. Αναστέλλει την εκτέλεση της υπ` αριθμόν 7615/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της από 11.03.2011 ανακοπής ερημοδικίας (με αριθμό καταθέσεως ------" ), υπό τον όρου της παροχής από τον αιτούντα και υπέρ της καθ` ης εγγυήσεως με εγγυητική επιστολή Τραπέζης νομίμως λειτουργούσας στην Ελλάδα, ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και καταθέσεως αυτής στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (Τμήμα Εγγυοδοσίας), εντός αποκλειστικής προθεσμίας σαράντα (40)_ημερών από την δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως και β) Να συζητηθεί η ανακοπή ερημοδικίας κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε νόμιμα (24.10.2013). Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

πηγή: lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δικηγορικό Γραφείο «Δημήτριος Χ. Καραγιάννης και Συνεργάτες», Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.