Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Παράβολο έφεσης - Επί απλής ομοδικίας απαιτείται η κατάθεση τόσων παραβόλων όσοι και οι ομόδικοι / εκκαλούντες - Επί αναγκαίας ομοδικίας αρκεί η κατάθεση και ενός μόνον παραβόλου (Εφετείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 4606/2012)

Περίληψη: Αυτοκινητικό ατύχημα. Ασκηση εφέσεων και αντεφέσεων. Συνεκδίκαση. Παράβολο ενδίκων μέσων α. 12 ν. 4055/12 από 2/4/2012 και ειδικότερα παράβολο έφεσης ως προϋπόθεση του παραδεκτού. Υποχρέωση καταβολής χωριστού παραβόλου στην περίπτωση που η έφεση ασκείται από περισσότερους του ενός. Επί αναγκαστικής ομοδικίας, αρκεί η καταβολή ενός και μόνο παραβόλου για όλους τους αναγκαστικούς ομοδίκους. Διαφορές από αυτοκίνητα. Κρίση ότι οι εκκαλούντες δεν συνδέονται με την ασφαλιστική εταιρεία με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας και απόρριψη της έφεσης ως προς τα φυσικά πρόσωπα ως απαράδεκτης. Απόρριψη και της σχετικής αντέφεσης, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της έναντι της έφεσης, καθόσον ασκήθηκε με τις προτάσεις. Πραγματικά περιστατικά. Ακινητοποίηση οχήματος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής οδού, λόγω μηχανικής βλάβης, σύγκρουση διερχομένων αυτοκινήτων και τραυματισμός του οδηγού του ακινητοποιημένου οχήματος, ο οποίος λειτούργησε αντίθετα από τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική του ακεραιότητα, εξερχόμενος του οχήματός του και κουνώντας τα χέρια του, προκειμένου να εκτρέψει τη ροή των οχημάτων. Συνυπαιτιότητα κατά μεγαλύτερο ποσοστό του ως άνω τραυματισθέντα οδηγού. Επικουρικό Κεφάλαιο. Αποζημίωση.

[...] Ι. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρονται νόμιμα προς συζήτηση οι από α) 28-6-2011 και με αριθμό καταθ. 4450/30-6-2011, β) 2-11-2011 και με αριθμό καταθ. 8233/23-11-2011 και γ) 16-3- 2012 και με αριθμό καταθ. 3101/3-4-2012 εφέσεις κατά της υπ` αριθμ. 3771/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ), η οποία α) ματαίωσε τη συζήτηση των από 1-4-2009 και 22-9-2009 παρεμπιπτουσών αγωγών ως προς τον εναγόμενο .............., β) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-3-2009 κύριας αγωγής ως προς το αιτούμενο κονδύλιο των απωλεσθέντων εισοδημάτων του ενάγοντος .............., γ) απέρριψε τις από 19-3-2009 και 22-9-2009 αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή, αντίστοιχα, ως προς την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «...............», δ) δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 2-12-2008 αγωγή, ε) ανέβαλε τη συζήτηση της από 19-3- 2009 αγωγής ως προς το κονδύλιο που αφορά τις ιατρικές δαπάνες του ενάγοντος .............., στ) δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 19-3-2009 αγωγή και ζ) δέχθηκε τις παρεμπίπτουσες αγωγές. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4055/12-3-2012 το ένδικο μέσο της έφεσης που έχει ασκηθεί μετά τη 2α Απριλίου 2012 είναι παραδεκτό εφόσον επισυνάπτεται στην έκθεση που έχει συντάξει ο γραμματέας κατά την άσκηση της παράβολο 200 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Εξάλλου αν η έφεση ασκείται με το ίδιο δικόγραφο από περισσότερους του ενός, ο καθένας από αυτούς έχει υποχρέωση να προκαταβάλει χωριστό παράβολο. Αν δεν καταβληθεί το παράβολο από καθένα από τους εκκαλούντες, δεν μπορεί, εφόσον δεν γίνεται ειδική μνεία στο δικόγραφο της έφεσης ή στην κάτω από αυτό καταχωριζόμενη πράξη κατάθεσής του, να θεωρηθεί ότι το παράβολο που κατατέθηκε αφορά έναν ή μερικούς από εκείνους που εκκαλούν την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, εφόσον δεν γίνεται τέτοια μνεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι το παράβολο που κατατέθηκε αφορά εκείνον ή εκείνους τους εκκαλούντες τα ονόματα των οποίων έχουν αναγραφεί στο σχετικό διπλότυπο είσπραξης που κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα, αφού μάλιστα το διπλότυπο αυτό δεν επισυνάπτεται στη σχετική δικογραφία, αλλά φυλάσσεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στη δε πράξη κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης γίνεται μνεία μόνο του αριθμού του διπλοτύπου αυτού, όχι δε και του ονόματος εκείνου ή εκείνων που προέβησαν στην κατάθεση του ποσού του διπλοτύπου. Τα παραπάνω δεν ισχύουν στην περίπτωση που οι περισσότεροι διάδικοι που εκκαλούν την πρωτόδικη απόφαση συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε αρκεί η καταβολή για όλους ενός και μόνο παραβόλου, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, όπως είναι και η έφεση, έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους, θεωρουμένους ex lege ως συνασκήσαντες την εν λόγω έφεση (σχετ. ΑΠ 1177/2005). Στην προκειμένη περίπτωση στην έκθεση που έχει συντάξει ο γραμματέας κατά την άσκηση της από 16-3-2012 έφεσης επισυνάπτεται παράβολο 200 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσης και στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι κατατίθεται από την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία .............., και δεδομένου ότι οι εκκαλούντες δεν συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, η έφεση αυτή ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, .............. και .............., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ ως προς την άνω ασφαλιστική εταιρία είναι παραδεκτή. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω είναι απορριπτέα και η αντέφεση που άσκησαν οι εφεσίβλητοι στην προαναφερομένη από 16-3-2012 έφεση, .............. και .............., μόνον κατά των εκκαλούντων-αντεφεσιβλήτων .............. και .............., αφού λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της έναντι της έφεσης αυτής, δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση (άρθρα 523 παρ. 2 και 3, 674 παρ. 1 ΚΠολΔ),καθόσον ασκήθηκε με τις προτάσεις και ο τρόπος άσκησης της είναι διαφορετικός από τον τρόπο άσκησης της έφεσης (Σαμουήλ, Η έφεση, Δ` έκδοση, σελ. 254). Τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων κατ` άρθρο 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά οι από 28-6-2011, 2-11-2011 και 16-3-2012 εφέσεις μαζί με τις παραδεκτώς ασκηθείσες με τις προτάσεις που κατέθεσαν νομότυπα στο Δικαστήριο αυτό κατά τη συζήτηση των προαναφερομένων εφέσεων αντεφέσεις, οι οποίες αφορούν κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με τις εφέσεις (άρθρα 681 Α, 674 παρ. 1, 523 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ).

II. Από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1β και 553 παρ. 1β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης συγχωρούνται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ή αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τα πιο πάνω ένδικα μέσα. Ο κανόνας, όμως, αυτός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς ένα ή μερικούς ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2, 76 και 517 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη. Εκτοτε, συνεπώς, η απόφαση είναι ως προς αυτόν εκκλητή και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων. Επομένως, δεν είναι οριστική και δεν υπόκειται σε έφεση, η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, διότι το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι` αυτή, με την οριστική παραδοχή ή απόρριψη της αξίωσης, για την οποία κλήθηκε να κρίνει. Επίσης, μερικά οριστική απόφαση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται έφεση, ούτε ως προς τις οριστικές διατάξεις της, πριν δηλαδή εκδοθεί οριστική απόφαση για όλη τη δίκη, είναι και εκείνη, η οποία, σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγόμενου σε ένα δικόγραφο, περατώνει τη δίκη ως προς μια από τις περισσότερες αυτές αιτήσεις, με την οριστική παραδοχή ή απόρριψή της, χωρίς, όμως, να αποφαίνεται οριστικά ως προς την άλλη ή τις άλλες αιτήσεις, όπως όταν κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς αυτές, για την αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς μεταξύ πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων και την εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου για τον τερματισμό της δίκης (ΑΠ 409/2009, 55/2008 δημ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 479/2008 δημ ΝΟΜΟΣ). Ετσι, ως μη οριστική, δεν υπόκειται σε έφεση η απόφαση με την οποία α) κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αγωγής αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων λόγω τροχαίου ατυχήματος, επειδή δεν προσκομίζεται βεβαίωση κοινοποίησης αντιγράφου της στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του ενάγοντος, κατά το άρθρο 10 παρ. 5 του κ.ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 5 εδ. η` του Ν. 2741/1999, και β) αναβάλλεται η συζήτηση αγωγής αποζημίωσης για ιατρικές δαπάνες προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια του ενάγοντος σχετική βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα, όχι μόνον ως προς τις ως άνω διατάξεις, αλλά ούτε ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες αποφαίνεται οριστικά για τα λοιπά κονδύλια, ως εν μέρει οριστική (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, παρ. 36, αρ. 9, ΕφΑθ 1265/2007 δημ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3264/2007 ΕλλΔνη 2008.562). Περαιτέρω, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και το εκκλητό της εκκαλούμενης απόφασης, το Δικαστήριο απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ (Σαμουήλ, Η έφεση, Δ` έκδοση, παρ. 233, σελ. 73-74 επ., ΕφΑθ 2727/1999 ΝοΒ 48.52). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 19-3- 2009 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 50888/2823/30-3-2009) αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ο πρώτος ενάγων .............. ιστορεί ότι από συγκλίνουσα υπαιτιότητα των πρώτου των εναγομένων (..............), .............. και .............. -ως προς τους οποίους η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε-, κατά την οδήγηση των αναφερομένων ιδιωτικής χρήσεως επιβατικών αυτοκινήτων τους, τα οποία ήταν ασφαλισμένα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στις δεύτερη, τέταρτη και έκτη εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες αντίστοιχα, προκλήθηκε υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες στις 6-4-2008 το τροχαίο συμβάν που περιγράφεται συνεπεία του οποίου το οδηγούμενο από τον πρώτο ενάγοντα .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας των εναγόντων κατά ποσοστό 50% έκαστος, υπέστη ζημίες και τραυματίστηκε ο ίδιος. Με βάση το ιστορικό αυτό ο πρώτος ενάγων (..............) ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν μεταξύ των άλλων το ποσό των 1.919,19 ευρώ ως απώλεια εισοδήματος και το ποσό των 270 ευρώ για ιατρικές δαπάνες, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, με την από 29-9-2009 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 177225/7801/30-9-2009) παρεμπίπτουσα αγωγή, το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «..............», ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας .............., λόγω ανάκλησης της άδειας της τελευταίας, έκτης εναγομένης στην από 19-3-2009 κύρια αγωγή ζήτησε, όπως το αγωγικό αίτημα παραδεκτώς περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι .............., .............. και .............. είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν το 95% του χρηματικού ποσού, που τυχόν αυτό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα .............., για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, νομιμοτόκως από την καταβολή του μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη υπ` αριθμ. 3771/2010 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω κύριας αγωγής όσον αφορά στο κονδύλιο των διαφυγόντων από την εργασία του ενάγοντος εισοδημάτων, για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό επίδοσης της κύριας αγωγής στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν. 2741/1999, ανέβαλε τη συζήτηση της ως άνω αγωγής όσον αφορά στο κονδύλιο των ιατρικών δαπανών, για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκε σχετική βεβαίωση του ασφαλιστικού του φορέα ΙΚΑ ώστε να κριθεί αν στο συγκεκριμένο κονδύλιο έχει υποκατασταθεί το τελευταίο και σε ποια έκταση, και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ` ουσίαν, ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τέταρτο των εναγομένων, και την απέρριψε κατ`ουσίαν ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εναγόμενο στην προαναφερόμενη από 19-3-2009 αγωγή Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «..............» με την από 28-6-2011 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 4450/30-6- 2011) έφεση για τους περιεχόμενους σ` αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα, όμως, με τις προεκτεθείσες σκέψεις, η εκκαλούμενη 3771/2010 απόφαση, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 19-3-2009 αγωγής αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα του ενάγοντος .............. κατά το αίτημά της για αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 5 εδ. η` του ν. 2741/1999, και β) αναβλήθηκε η συζήτηση της ίδιας αγωγής κατά το αίτημα του ενάγοντος .............. για αποζημίωση του λόγω ιατρικών δαπανών, για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκε σχετική βεβαίωση του ασφαλιστικού του φορέα ΙΚΑ ώστε να κριθεί αν στο συγκεκριμένο κονδύλιο έχει υποκατασταθεί το τελευταίο και σε ποια έκταση, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της, ενώ κρίθηκαν οριστικά τα λοιπά αιτήματα της ως προς τον προαναφερόμενο ενάγοντα, ως εν μέρει οριστική κατά την παραπάνω έννοια, δεν υπόκειται σε έφεση και αντέφεση, ούτε κατά τις οριστικές της διατάξεις. Μη οριστική, εξάλλου, είναι η εκκαλούμενη απόφαση και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού εκκρεμεί ακόμη κρίση που αφορά τα ίδια ως άνω κονδύλια των διαφυγόντων κερδών και ιατρικών δαπανών του .............., που επίσης περιλαμβάνονται σ` αυτήν. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση από 28- 6-2011 έφεση ως προς τον εφεσίβλητο .............. και τους παρεμπιπτόντως εφεσίβλητους .............. και .............. στην από 28-6-2011 έφεση, ως προσβάλλουσα εν μέρει οριστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων κατ` άρθρο 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά οι κρινόμενες εφέσεις, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε παρήλθε τριετία από τη δημοσίευση της (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 681 Α του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω α) οι πρώτος και δεύτερη των εφεσίβλητων στην από 28-6- 2011 έφεση και β) η τρίτη και πρώτη των εφεσίβλητων στις από 28-6- 2011 και 2-11-2011 εφέσεις άσκησαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν νομότυπα στο Δικαστήριο αυτό κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αντεφέσεις για κεφάλαια που προσβάλλονται με τις προαναφερόμενες εφέσεις και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτές και αφορούν πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Οι αντεφέσεις αυτές, οι οποίες ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρα 681 Α, 674 παρ. 1, 523 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

III. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισήχθησαν προς συζήτηση οι εξής αγωγές: Α) η από 2-12-2008 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 221988/10850/4-12-2008 αγωγή του ενάγοντος .............. κατά των εναγομένων ανωνύμων ασφαλιστικών εταιριών με τις επωνυμίες «..............», «...............» και «...............». Ο ενάγων με την αγωγή του αυτή, ισχυρίστηκε ότι εκθέτει ότι κατά τον αναφερόμενο σε αυτήν τόπο και χρόνο και ενώ ο ίδιος βρισκόταν πεζός πλησίον του υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, παρασύρθηκε και τραυματίστηκε από το υπ` αριθμ κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο .............. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............». Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε, για τον τραυματισμό του, αλλά και για τις υλικές ζημίες που υπέστη το όχημα του συνυπαίτιοι ήταν επίσης και οι οδηγοί των υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. και .............. ΙΧΕ αυτοκινήτων .............. και .............. αντίστοιχα, τα οχήματα των οποίων ήταν ασφαλισμένα για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............» και στην αρχική δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............» στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «..............», λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 74.974,82 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Β) η από 19- 3-2009 με αριθμ. έκθ. κατάθ. 50888/2823/30-3-2009 αγωγή των εναγόντων ..............και .............. κατά των εναγομένων .............., της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............», .............., της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............», .............. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............». Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αυτή, ισχυρίστηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο σε αυτήν τόπο και χρόνο και τις ειδικότερες συνθήκες ο ενάγων .............., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, συγκρούστηκε με τα υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............., .............. και .............. ΙΧΕ οχήματα, εκ των οποίων το πρώτο οδηγούσε ο .............. και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............» και τα λοιπά οχήματα ήταν αντίστοιχα ασφαλισμένα για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην τέταρτη εναγομένη «..............» και στην αρχική πέμπτη εναγομένη με την επωνυμία «..............», στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «..............», λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι συνυπαίτιοι για την επίδικη σύγκρουση ήταν οι οδηγοί όλων των ανωτέρω οχημάτων, ενώ αποτέλεσμα αυτής ήταν να τραυματιστεί ο ενάγων και να υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημίες το όχημα των εναγόντων. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, υποχρεούνται να καταβάλλουν στον πρώτο ενάγοντα (..............) το συνολικό ποσό των 27.993,19 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.417,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Γ) η από 1-4-2009 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση και σωρευόμενη σ` αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία .............., ως ειδικός διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............», λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, κατά των .............. (ως προς τον οποίο η συζήτηση ματαιώθηκε) και της ομοδίκου της στην πρώτη αναφερομένη κύρια αγωγή ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............». Με την αγωγή αυτή το παρεμπιπτόντως ενάγον .............., ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............», λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της και έχουσας ασφαλίσει το με αριθμό κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στις 6-4-2008 ισχυρίστηκε ότι σε βάρος της προαναφερομένης ασφαλιστικής εταιρίας ασκήθηκε η προαναφερομένη από 2-12-2008 κύρια αγωγή και ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην παρεμπιπτόντως εναγομένη οχήματος .............. είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95% για την πρόκληση του αναφερομένου στην κύρια αγωγή αυτοκινητικού ατυχήματος κατά το οποίο τραυματίστηκε ο κυρίως ενάγων, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το παρεμπιπτόντως ενάγον ζήτησε να αναγνωριστεί ότι σε περίπτωση ήττας του στην κύρια αγωγή, η παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το 95% του ποσού που ήθελε επιδικαστεί σε βάρος του από το Δικαστήριο στον κυρίως ενάγοντα μετά των τόκων και των δικαστικών εξόδων, νομιμοτόκως από της καταβολής του. Και Δ) η από 29-9-2009 με αριθμ. έκθ. κατάθ. 177225/7801/30-9-2009 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση και σωρευόμενη σ` αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία .............., ως ειδικός διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............» κατά των ομοδίκων της στην δεύτερη αναφερομένη κύρια αγωγή .............., της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «..............», .............. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............». Με την αγωγή αυτή το παρεμπιπτόντως ενάγον .............., ως ειδικός διάδοχος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «...............», λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της και έχουσας ασφαλίσει το με αριθμό κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στις 6-4-2008 ισχυρίστηκε ότι σε βάρος της προαναφερομένης ασφαλιστικής εταιρίας ασκήθηκε η προαναφερομένη από 19-3-2009 κύρια αγωγή και ότι ο πρώτος εναγόμενος (..............) και ο .............. (ως προς τον οποίο ματαιώθηκε η συζήτηση της αγωγής), τα οχήματα των οποίων είναι ασφαλισμένα για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία τους ζημίες στις παρεμπιπτόντως εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες είναι συνυπαίτιοι σε ποσοστό 95% για την πρόκληση του αναφερόμενου στην κύρια αγωγή αυτοκινητικού ατυχήματος κατά το οποίο τραυματίστηκε ο κυρίως ενάγων .............. και υπέστη υλικές ζημίες το όχημα των κυρίως εναγόντων για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το παρεμπιπτόντως ενάγον ζήτησε να αναγνωριστεί ότι σε περίπτωση ήττας του στην κύρια αγωγή οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν το 95% του ποσού που ήθελε επιδικαστεί σε βάρος του από το Δικαστήριο στους κυρίως ενάγοντες μετά των τόκων και των δικαστικών εξόδων, νομιμοτόκως από της καταβολής του. Επί των προαναφερομένων αγωγών εκδόθηκε η με αριθμό 3771/2010 εκκαλούμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, τις ανωτέρω αγωγές, τις έκρινε νόμιμες και Α) απέρριψε τις από 19-3-2009 αγωγή και από 22-9-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία .............., Β) δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 2-12-2008 αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 20.902,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, Γ) δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 1-4- 2009 παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη (..............) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής .............. το επιδικασθέν ποσό των 20.902,20 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, το αναλογούν στην συνυπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην παρεμπιπτόντως εναγομένη οδηγού ποσοστό 20%, ήτοι το ποσό των 4.180,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, Δ) δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 19-3-2009 αγωγή και αναγνώρισε ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην ενάγουσα .............. το συνολικό ποσό των 3.584,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, Ε) δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 22-9-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (.............. και ..............) είναι υποχρεωμένοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στο παρεμπιπτόντως ενάγον, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει στην ενάγουσα της κυρίας αγωγής .............. το επιδικασθέν ποσό των 3.584,10 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, το αναλογούν στην συνυπαιτιότητα του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου, ασφαλισμένου στην παρεμπιπτόντως δεύτερη εναγομένη, οδηγού ποσοστό 50%, ήτοι το ποσό των 1.792,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι, .............., .............. και .............., με τις προαναφερθείσες εφέσεις τους, παράπονουμενοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας την εξαφάνιση της, άλλως τη μεταρρύθμιση της, προκειμένου κατά τον ενάγοντα .............. να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και απορριφθούν οι λοιπές αγωγές, κατά το ενάγον, .............., σε περίπτωση που γίνουν δεκτές οι προαναφερόμενες κύριες αγωγές, να γίνουν δεκτές οι παρεμπίπτουσες αγωγές του, κατά το εναγόμενο .............. να απορριφθούν οι προαναφερόμενες κύριες αγωγές στο σύνολό τους και κατά την εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα .............. να απορριφθεί η ως άνω από 2-12-2008 κύρια αγωγή.

IV. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα .............. και την ανωμοτί κατάθεση του .............., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία νομότυπα μετ` επικλήσεως προσκομίζονται, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ` επικλήσεως νόμιμα προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 Ελλην. Δνη 2000, 678), μεταξύ των οποίων περιέχονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, και τις φωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και είναι επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, ως ιδιωτικά έγγραφα (άρθρα 444 αριθ. 3, 448 παρ 2, και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ, Εφ. Αθ. 459/1993 Επ.ΣυγκΔ 1994.387), χωρίς όμως η ρητή αναφορά των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ` αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν 2004,70, ΑΠ 1628/2003 Ελ.Δικ. 2004,723) - και, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ βλ. σχετ. ΑΠ 692/1990 ΝοΒ 1992, 67), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στα Μέγαρα στις 6-4-2008 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 14.40 ο .............., οδηγώντας το υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............», εκινείτο στην Νέα Εθνική Οδό Αθηνών- Κορίνθου (Ν.Ε.Ο.Α.Κ) με κατεύθυνση προς Αθήνα. Η Ν.Ε.Ο.Α.Κ. στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα έχει τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας, καθώς και μια επιπλέον βοηθητική λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α) που βρίσκεται στην άκρα δεξιά πλευρά του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία των οχημάτων και η οποία (Λ.Ε.Α) στην 43η χ/θ διακόπτεται από παρακείμενο χώρο στάθμευσης (PARKING). Λίγα μέτρα, πριν τον χώρο στάθμευσης, το οδόστρωμα παρουσιάζει αριστερή καμπύλη με ελαφρά κατωφέρεια με μικρή κλίση, ενώ την συγκεκριμένη χρονική στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Φθάνοντας στην 43η χ/θ, αμέσως μετά την αριστερή στροφή, το όχημα του .............. ακινητοποιήθηκε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία και εκινείτο, στο ύψος περίπου της εισόδου του ανωτέρω αναφερόμενου χώρου στάθμευσης, λόγω μηχανικής βλάβης. Ωστόσο, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η κίνηση ήταν πυκνή και τα οχήματα κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα, καθόσον το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή ήταν τα 120 χλμ/ώρα, ο τελευταίος έκρινε ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει, υπό τις δεδομένες συνθήκες, προκειμένου να προειδοποιήσει τους άλλους οδηγούς και να αποτρέψει ενδεχόμενο κίνδυνο ατυχήματος, ήταν να εξέλθει του αυτοκινήτου του και ευρισκόμενος πλέον επί του οδοστρώματος και πλησίον αυτού (αυτοκινήτου του) να αρχίσει να κουνά τα χέρια του και μια ομπρέλα, κάτι που και πράγματι έπραξε, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να εκτρέψει την πορεία των διερχομένων οχημάτων και να τα κάνει να κατευθυνθούν στις άλλες ελεύθερες λωρίδες κυκλοφορίας. Την αυτή ημέρα και ώρα, ο .............., οδηγώντας το υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............», εκινείτο στην αυτή Οδό με την ίδια κατεύθυνση και στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή στην μεσαία. Φθάνοντας στην 43η χ/θ και περνώντας την αριστερή στροφή, αντιλήφθηκε ότι έμπροσθεν αυτού ήταν ακινητοποιημένο ένα όχημα και όπισθεν αυτού βρισκόταν ένας πεζός, ο οποίος, κουνώντας τα χέρια του, «έκανε σινιάλο» στα διερχόμενα αυτοκίνητα. Τότε άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα και ταυτόχρονα να ελέγχει τους πλαϊνούς καθρέπτες του οχήματος του προσπαθώντας να βρει ελεύθερη λωρίδα για να εισέλθει σε αυτή, χωρίς όμως τελικά να κατορθώσει να πραγματοποιήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του πεζού .............. και εν συνεχεία και επί του οχήματος του τελευταίου. Την αυτή χρονική στιγμή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και σχεδόν παράλληλα με το ανωτέρω όχημα του .............., εκινείτο ο .............., οδηγώντας το υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............», στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το εναγόμενο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «..............», λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Ειδικότερα ο οδηγός αυτός, εξερχόμενος από την αριστερή καμπύλη της οδού, αντιλήφθηκε ότι στο μπροστινό τμήμα του οδοστρώματος βρισκόταν ένα ακινητοποιημένο όχημα και ένας πεζός, ο οποίος προσπαθούσε να εκτρέψει την κυκλοφορία. Αρχικά δεν μπόρεσε να προσδιορίσει την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία ήταν ακινητοποιημένο το όχημα και έτσι άρχισε να επιβραδύνει μέχρι που αντιλήφθηκε ότι το ακινητοποιημένο όχημα και ο πεζός βρίσκονταν στη μεσαία λωρίδα, καθώς και ότι στην τελευταία αυτή λωρίδα και δεξιά του, εκινείτο το όχημα του .............., στο οποίο και προσπάθησε να αφήσει ελεύθερο χώρο για να εισέλθει και αυτό στην αριστερή λωρίδα και έμπροσθεν αυτού, με αποτέλεσμα να συνεχίσει την τροχοπέδηση του οχήματος του με σκοπό να το ακινητοποιήσει, κατευθυνόμενος παράλληλα στο αριστερό άκρο του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία του, πλησιάζοντας το τσιμεντένιο διαχωριστικό διάζωμα που χώριζε τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις της Ν.Ε.Ο.Α.Κ. Και ενώ η κατάσταση επί του οδοστρώματος ήταν η ανωτέρω περιγραφόμενη, ο .............., οδηγώντας το υπ`αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «..............» και στο οποίο επέβαινε ο φίλος του .............., εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Εξερχόμενος από την αριστερή στροφή, αντιλήφθηκε ότι το έμπροσθεν αυτού όχημα, ήτοι το υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο .............. τροχοπεδούσε απότομα, έχοντας σχεδόν ακινητοποιηθεί, με αποτέλεσμα στην προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση, να τροχοπεδήσει και αυτός και ταυτόχρονα να προβεί σε δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, πέδηση όμως και αποφευκτικός ελιγμός που δεν στάθηκαν ικανά να αποτρέψουν την σύγκρουση, καθόσον το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του συγκρούστηκε με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του προπορευόμενου οχήματος,ήτοι του υπ` αριθμ. .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο δεχόμενο ώθηση από το όπισθεν αυτού κινούμενο με μεγάλη ταχύτητα όχημα περιστράφηκε προς τα αριστερά και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο προστατευτικό τσιμεντένιο διάζωμα, όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε. Αντιθέτως, το όχημα του .............., στο οποίο σημειωτέον από την αρχική σύγκρουση είχαν άνοιξαν οι αερόσακοι και ο οδηγός του δεν είχε πλέον καθόλου ορατότητα, συνέχισε την ανεξέλεγκτη πλέον κίνησή του, διαγράφοντας μια πορεία μήκους 46 μέτρων κατά τη διάρκεια της οποίας συγκρούστηκε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του και την δεξιά πλευρά του στην οπίσθια αριστερή πλευρά και στην αριστερή πλευρά του οχήματος του .............., εν συνεχεία στην οπίσθια πλευρά του οχήματος του .............. και αφού εμβόλισε τα ανωτέρω οχήματα, συνέχισε την πορεία του για αρκετά ακόμα μέτρα, οπότε και ακινητοποιήθηκε στην άκρα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στο ύψος της εξόδου του χώρου στάθμευσης. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι για την σύγκρουση του οχήματος του .............., συνυπαίτιοι είναι όλοι οι ανωτέρω οδηγοί, οι οποίοι δεν επέδειξαν την προσοχή και την σύνεση που όφειλαν και μπορούσαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί κατά τους νομικούς κανόνες της οδικής κυκλοφορίας και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής και έτσι δεν προέβλεψαν και τελικά δεν απέφυγαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, κυρίως υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τον σοβαρό τραυματισμό του, είναι ο ίδιος ο .............., ο οποίος, λειτουργώντας αντίθετα από τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική του ακεραιότητα, καθόσον αν και το όχημα του παρουσίασε βλάβη σε απόσταση μόλις 4-5 μέτρων από παρακείμενο χώρο στάθμευσης, δεν κατέβαλλε καμία προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος (άρθρο 29 παρ. 3 ΚΟΚ) και δεν έπραξε τίποτα από όσα προβλέπει ο ΚΟΚ για ανάλογες περιπτώσεις. Ειδικότερα ενώ το όχημα του ενάγοντος παρουσίασε πράγματι κάποια μηχανική βλάβη, εξαιτίας της οποίας έπαψε η λειτουργία του, γεγονός που δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο, αυτό δεν «ακινητοποιείται ακαριαία», σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την έννοια ότι ακόμα και αν ξαφνικά πάψει να λειτουργεί η μηχανή του, δεν τροχοπεδεί ούτε ακινητοποιείται αμέσως, αλλά εξακολουθεί να κινείται για κάποια μέτρα, πολύ δε περισσότερο εάν το οδόστρωμα είναι κατηφορικό, όπως ήταν στην συγκεκριμένη περίπτωση, οπότε ο ενάγων θα μπορούσε θέτοντας σε λειτουργία τους αντίστοιχους δείκτες αλλαγής πορείας ή τα φώτα στάθμευσης να το κατευθύνει, όσο ακόμα αυτό κινείτο, στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος και εν συνεχεία να το ακινητοποιήσει στο χώρο στάθμευσης στον οποίο είχε ήδη φτάσει, αφού, όπως ανωτέρω τονίστηκε, απείχε από αυτόν μόλις 4-5 μέτρα. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι δεν προέβη στην ανωτέρω ενδεδειγμένη ενέργεια, δεν οφείλεται στις αντικειμενικά απαγορευτικές συνθήκες και στην «ακαριαία ακινητοποίηση» του οχήματός του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά στην έλλειψη ψυχραιμίας και στον φόβο που τον κατέλαβε, ο οποίος και τελικά τον οδήγησε να επιλέξει την πλέον ακατάλληλη και επικίνδυνη, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους λοιπούς χρήστες της οδού, λύση να αφήσει το όχημα του να ακινητοποιηθεί στην μεσαία λωρίδα και ακολούθως να κατέλθει επί του οδοστρώματος και να παραμείνει επ`αυτού και μάλιστα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (αφού δεν διευκρινίζεται τι περίμενε να αλλάξει στην ροή των οχημάτων ή από ποιόν περίμενε βοήθεια), προσπαθώντας να εκτρέψει την μεγάλη ροή των οχημάτων που επέστρεφαν από την αργία του Σαββατοκύριακου, θέτοντας έτσι ο ίδιος τους όρους για την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος. Περαιτέρω, συνυπαίτιος για την επίδικη σύγκρουση είναι και ο οδηγός του υπ`αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου, .............., ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της οδού (μεγάλη ροή οχημάτων, αριστερή στροφή που περιόριζε την ορατότητα στο μπροστινό τμήμα του οδοστρώματος) κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο το οποίο βρισκόταν στο μπροστινό τμήμα της οδού (όρθρο 12 και 19 παρ. 2 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα, όταν αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο όχημα του .............. και τον τελευταίο επί του οδοστρώματος να μην είναι πλέον σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του ή να ελαττώσει την ταχύτητά του, τόσο ώστε να του δοθεί ο απαραίτητος χώρος και χρόνος να εκτελέσει τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό. Οσον αφορά την υπαιτιότητα του ενάγοντος .............. σημειώνεται ότι ο οδηγός αυτός δεν συνέβαλε στην αρχική σύγκρουση του οχήματος του ενάγοντος .............. και στον τραυματισμό αυτού, αλλά στην έκταση των υλικών ζημιών του οχήματος του τελευταίου, με το να επιπέσει εκ νέου στα ήδη συγκρουσθέντα οχήματα. Η υπαιτιότητα του δε, έγκειται στο ότι και αυτός οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της οδού (πυκνή κίνηση οχημάτων, αριστερή στροφή που περιόριζε την ορατότητα) κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, το οποίο βρισκόταν στο μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρα 12 και 19 παρ. 2 ΚΟΚ) και έτσι δεν κατόρθωσε να διακόψει εγκαίρως την πορεία του οχήματος του και να προβεί στους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς. Τέλος, συνυπαίτιος για την έκταση των ζημιών του οχήματος του .............. είναι και ο οδηγός του υπ` αριθμ. κυκλοφορίας .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου, .............., ο οποίος όταν αντιλήφθηκε ότι το ακινητοποιημένο όχημα και ο πεζός δεν ήταν στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας, αντί να επιταχύνει ελευθερώνοντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ούτως ώστε να μην δημιουργεί επιπρόσθετα εμπόδια στην κυκλοφορία των διερχομένων οχημάτων, δίδοντας τους την απαραίτητη διέξοδο, εκείνος συνέχισε την απότομη τροχοπέδηση, επιβραδύνοντας σε σημαντικό βαθμό την κίνησή του (άρθρο 24 ΚΟΚ), προκαλώντας έτσι δυσχέρειες στην κίνηση των λοιπών οδηγών και δη στον .............., ο οποίος βλέποντας ότι το έμπροσθεν αυτού όχημα είχε σχεδόν ακινητοποιηθεί αποφράσσοντας του την πορεία, αναγκάστηκε να προβεί στον δεξιό αποφευκτικό ελιγμό με τις ανωτέρω αναφερόμενες συνέπειες. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση του οδηγούμενου από τον .............. αυτοκινήτου οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα όλων των οδηγών των παραπάνω οχημάτων, του ποσοστού αμελείας προσδιοριζομένου σε 60% για τον .............., σε 20% για τον .............., σε 10% για τον .............. και σε 10% για τον ............... Οσον αφορά όμως τον τραυματισμό του .............. αυτός οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ιδίου και του .............., του ποσοστού αμελείας προσδιοριζόμενου σε 60% και 40%), αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως ουσιαστικά βάσιμες, οι παραδεκτώς προβληθείσες από τους εναγομένους σχετικές νόμιμες ενστάσεις α) συνυπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμό .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου, .............., και β) ευθύνης τρίτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κατά το μέρος που αφορά τις ζημίες του ενάγοντος (άρθρο 300 ΑΚ) που είχαν προβάλει και επαναφέρουν νομίμως οι εναγόμενοι, ενώ ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων, .............. και .............., ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο προαναφερόμενος οδηγός. Περαιτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η παραδεκτώς προβληθείσα από την .............. σχετική νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμό .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου, .............., στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κατά το μέρος που αφορά τον τραυματισμό του τελευταίου (άρθρο 300 ΑΚ) που είχε προβάλει και επαναφέρει νομίμως η εναγομένη, ενώ ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός όλων των προαναφερομένων εναγομένων της από 2-12- 2008 αγωγής ότι αποκλειστικά υπαίτιος των τραυμάτων του είναι ο προαναφερόμενος οδηγός. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα τόσο για τις ζημίες όσο και για τον τραυματισμό του ενάγοντος .............. ήταν ο τελευταίος κατά ποσοστό 60%, ο .............. κατά ποσοστό 20%, ο ..............κατά ποσοστό 10% και ο .............. κατά ποσοστό 10%, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις μόνον όσο αφορά τις ζημίες του ενάγοντος και όχι τα αιτούμενα λόγω του τραυματισμού του κονδύλια, και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι των υπό κρίση εφέσεων και αντεφέσεων. Οσον αφορά όμως τα αιτούμενα λόγω του τραυματισμού του .............. κονδύλια για τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι είναι όλοι οι προαναφερόμενοι οδηγοί κατά τα αναφερόμενα παραπάνω ποσοστά έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βασίμων των σχετικών λόγων εφέσεων και αντεφέσεων. Κατά συνέπεια πρέπει το επιδικασθέν, λόγω του τραυματισμού του .............., ποσό των 2.302,20 ευρώ, το οποίο δικαιούται ο τελευταίος, να υποχρεωθεί να του το καταβάλει η εναγομένη στην από 2-12-2008 αγωγή ασφαλιστική εταιρία .............. και όχι οι λοιποί εναγόμενοι αυτής της αγωγής, ενώ το εναπομείναν ποσό των 18.600 ευρώ πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα από τους εναγόμενους κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου και συγκεκριμένα ποσό 9.300 ευρώ πρέπει να του καταβληθεί από την εναγομένη .............. και ποσό 4.650 ευρώ πρέπει να του καταβληθεί από έκαστο των λοιπών εναγομένων. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και όσον αφορά την από 1.4.2009 παρεπίμπτουσα αγωγή του .............. κατά της .............., πρέπει να αναγνωριστεί ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στο .............. το ποσό των 9.300 ευρώ, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει το ποσό αυτό στον .............., με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού αυτού. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της από 28-6-2011 έφεσης καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του με το να αναγνωρίσει ότι η παρεπιμπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία .............. υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 4.180,40 ευρώ υπό τον όρο της προκαταβολής αυτού του ποσού στον .............. έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η σύγκρουση του οχήματος του ενάγοντος .............. και τα αποτελέσματα που αυτή είχε, οφείλεται κυρίως στην εσφαλμένη ενέργεια του .............. να ακινητοποιήσει το όχημα του επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Ειδικότερα, είναι αναμφισβήτητο ότι το ακινητοποιημένο όχημα του .............., ήταν αυτό που δημιούργησε το αρχικό εμπόδιο επί του οδοστρώματος, θέτοντας τις προϋποθέσεις για ένα τροχαίο ατύχημα, δεδομένου ότι η παρουσία του εκεί αιφνιδίαζε και προκαλούσε σύγχυση στους διερχόμενους οδηγούς, όμως δεν εμπόδιζε και δεν έφραζε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο ο .............., εμπόδιο που αντιθέτως δημιούργησε το πρώτον ο ............... Πιο συγκεκριμένα ο τελευταίος αυτός οδηγός αντιλαμβανόμενος αρχικά ότι στο εμπρόσθιο μέρος του οδοστρώματος ήταν ακινητοποιημένο ένα όχημα πλησίον του οποίου βρισκόταν ένας πεζός, δεν είχε άλλη επιλογή από την απότομη τροχοπέδηση προκειμένου να αποφύγει πιθανή σύγκρουση. Εν συνεχεία όμως, όταν πλέον, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, αντιλήφθηκε την ακριβή θέση του ακινητοποιημένου οχήματος και του πεζού, οι οποίοι δεν εμπόδιζαν την απρόσκοπτη πορεία του, εκείνος συνέχισε την απότομη τροχοπέδηση μέχρι ακινητοποίησης του οχήματός του, ενέργεια η οποία όχι μόνο δεν επιβαλλόταν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου, αλλά αντιθέτως έθετε μια ακόμα προϋπόθεση για τροχαίο ατύχημα, αφού έφραζε μια ακόμα ελεύθερη μέχρι τότε λωρίδα κυκλοφορίας, ανακόπτοντας την πορεία των οδηγών που τον ακολουθούσαν στην αριστερή λωρίδα, οι οποίοι, όπως γνώριζε, εξέρχονταν από αριστερή στροφή έχοντας περιορισμένη ορατότητα και κινούμενοι με μεγάλες ταχύτητες. Συνυπαίτιος όμως για την επίδικη σύγκρουση και τον τραυματισμό του είναι και ο ίδιος ο .............., αφού, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της οδού (πυκνή κίνηση οχημάτων, αριστερή στροφή που περιόριζε την ορατότητα) κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει εγκαίρως την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο το οποίο βρισκόταν στο μπροστινό τμήμα της οδού ή έστω να προβεί σε έναν αποφευκτικό ελιγμό, ικανό να αποτρέψει την σύγκρουση του οχήματος του, σε κάθε δε περίπτωση να περιορίσει την έκταση των ζημιών του (άρθρα 12 και 19 παρ.1 και 2 ΚΟΚ). Αντιθέτως, στην επίδικη αυτή σύγκρουση δεν συνέβαλε ο .............., υπό την έννοια ότι αυτός δεν έθεσε, όπως οι άλλοι οδηγοί, κάποιον καθοριστικό όρο για την επέλευση του ατυχήματος αυτού, αφού και χωρίς την παρουσία του, με βάση τις εσφαλμένες ενέργειες των άλλων οδηγών, η επίδικη σύγκρουση θα επερχόταν. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση του οδηγούμενου από τον .............. αυτοκινήτου οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα όλων των οδηγών των παραπάνω οχημάτων, ήτοι του .............., του .............. και του ιδίου του .............., του ποσοστού αμελείας προσδιοριζομένου σε 50% για τον .............., σε 30% για τον .............. και σε 20% για τον ............... Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως ουσιαστικά βάσιμες, οι παραδεκτώς προβληθείσες από τους εναγομένους σχετικές νόμιμες ενστάσεις α) συνυπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμό .............. ΙΧΕ αυτοκινήτου, .............., και β) ευθύνης τρίτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ) που είχαν προβάλει και επαναφέρουν νομίμως οι εναγόμενοι, ενώ ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ....................., ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο προαναφερόμενος οδηγός. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων εφέσεων και αντεφέσεων. Εξάλλου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα .............. δικαιούται το ποσό των 3.584,10 ευρώ και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο .........................., εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους της από 19-3-2009 αγωγής (.............. και ..............), υποχρεούνται να της το καταβάλουν κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου. Συγκεκριμένα ποσό 2.240,06 ευρώ πρέπει να της καταβληθεί από τους εναγόμενους .............. και .............. και ποσό 1.344,04 ευρώ από το εναγόμενο ............... Κατ`ακολουθία των ανωτέρω και όσον αφορά την από 29.9.2009 παρεπίμπτουσα αγωγή του .............. κατά των .............. και .............. πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίοι, εις ολόκληρον έκαστος, οφείλουν να καταβάλουν στο παρεμπιπτόντως ενάγον .............. το ποσό των 2.240,06 ευρώ, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει το ποσό αυτό στην .............., με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού αυτού. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της από 28-6- 2011 έφεσης καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του με το να αναγνωρίσει ότι οι παρεπιμπτόντως εναγόμενοι ασφαλιστική εταιρία .............. και .............., εις ολόκληρον έκαστος, υποχρεούνται να καταβάλουν στην .............. το ποσό των 1.792,05 ευρώ υπό τον όρο της προκαταβολής αυτού του ποσού στην τελευταία έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ................ αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας «ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ» όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα επιγονατίδας (ΔΕ), το οποίο αντιμετωπίστηκε με οστεοσύνθεση tension band και περιβρογχισμό, επιπλεγμένο κάταγμα (ΔΕ) κνήμης το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με εξωτερική οστεοσύνθεση, κάταγμα (ΑΡ) μηριαίου, το οποίο αντιμετωπίστηκε με εσωτερική οστεοσύνθεση , κάταγμα υψηλό ηβικού κλάδου (ΔΕ), κάταγμα Colles (AP) για το οποίο υποβλήθηκε σε κλειστή ανάταξη και τοποθέτηση ΓΕ/ΠΧΚ, κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Από το ως άνω νοσοκομείο εξήλθε βελτιωμένος στις 30-4-2008 με οδηγίες για αντιπηκτική αγωγή- φυσικοθεραπεία, ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών. Στις 22-5-2008 εισήχθη εκτάκτως ως πολυτραυματίας στην Κεντρική Κλινική Αθηνών, όπου στις 23-5-2Ο08 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης εξωτερικής οστεοσύνθεσης (ΔΕ) κνήμης, λόγω ασταθούς οστεοσύνθεσης και απώλειας της ανάταξης του κατάγματος και εφαρμογή ενδομυελικής ήλωσης με συνοδό οστεοτομία περόνης. Στις 28-7-2008 υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση για δυναμοποίηση του ενδομυελικού ήλου και αφαίρεση του υλικού οστεοσύνθεσης της (ΔΕ) επιγονατίδας. Νοσηλεύτηκε δε στην ανωτέρω κλινική μέχρι τις 28-5-2008, οπότε και εξήλθε με οδηγίες για μερική φόρτιση σκελών, αντιπηκτική αγωγή και φυσικοθεραπεία. Στις 17-7-2008 εισήχθη εκ νέου στην Κεντρική Κλινική Αθηνών όπου υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης υλικού οστεοσύνθεσης (ΔΕ) επιγονατίδας και χειρουργικό καθαρισμό και νοσηλεύθηκε μέχρι τις 19-7-2008. Ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα ο τραυματισμός του ενάγοντος, της ψυχικής στεναχώριας και θλίψης που δοκίμασε, της σωματικής ταλαιπωρίας, του είδους των προκληθεισών σε αυτόν βλαβών, της ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος (55 ετών), της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των φυσικών προσώπων [όχι όμως και των εναγομένων ασφαλιστικών εταιριών, των οποίων η ευθύνη είναι εγγυητική, βλ.σχετ. Αθαν. Κρητικός «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα», έκδοση 2008, παρ. 20, αριθμ. περιθ. 58, σελ. 415 και ΑΠ 1670/2006 ΕπισκΕΔ 2006.1073, ΕφΑθ 3790/2001 ΧρΙδΔ 2001.502],την υπαιτιότητα των οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων για τον τραυματισμό του, αλλά και το βαθμό της δικής του συνυπαιτιότητας, καθώς και τις συνέπειες που είχε ο τραυματισμός του, κρίνεται ότι αυτός υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 16.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 16.000 ευρώ δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της από 28-6-2011 έφεσης ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. V. Μετά ταύτα και μη υπαρχόντων άλλων λόγων έφεσης και αντέφεσης πρέπει 1) να απορριφθεί η από 16-3-2012 έφεση των εκκαλούντων ................ και ................ καθώς και η ασκηθείσα κατά των προαναφερομένων από τους ................ και ................ με τις προτάσεις αντέφεση και να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρ. 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ), 2) να απορριφθεί η από 28-6-2011 έφεση ως προς τον εφεσίβλητο ................ και τους παρεμπιπτόντως εφεσίβλητους ................ και ................ σε σχέση με την αγωγή του ενάγοντος ................ και να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρ. 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ), 3) να απορριφθούν η από 2-11-2011 έφεση και η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της ασφαλιστικής εταιρίας ................ και να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρ. 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ), 4) να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28-6-2011 έφεση ως προς τους εφεσίβλητους ................, ................ και ................ και να απορριφθεί ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους καθώς και να απορριφθεί η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της ................ και 5) να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 16-3-2012 έφεση και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου. Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση όσον αφορά στην από 2-12-2008 αγωγή και στις από 1-4-2009 και 29-9-2009 παρεμπίπτουσες αγωγές. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί των συνεκδικαζο μένων ως άνω αγωγών και: 1) Να γίνει εν μέρει δεκτή η πρώτη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθούν α) οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 18.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και β) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ................ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.302,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής ήττας τους (άρθρα 178, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. 2) Να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η δεύτερη αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ................ είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον το ποσό των 9.300 ευρώ, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει το ποσό αυτό στον ................, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού αυτού, και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Και 3) Να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η τρίτη αγωγή και να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι ................ και ................ είναι υποχρεωμένοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στο παρεμπιπτόντως ενάγον το ποσό των 2.240,06 ευρώ, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει το ποσό αυτό στην ................, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού αυτού, και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους α) την από 28-6-2011 και με αριθμό καταθ. 4450/30- 6-2011 έφεση, β) την από 2-11-2011 και με αριθμό καταθ. 8233/23-11-2011 έφεση, γ) την από 16-3-2012 και με αριθμό καταθ. 3101/3-4-2012 έφεση και δ) τις ασκηθείσες με τις προτάσεις αντεφέσεις. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-3-2012 και με αριθμό καταθ. 3101/3-4- 2012 έφεση των εκκαλούντων ................ και ................ και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των ................ και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «................». ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ ολικά μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-6-2011 και με αριθμό καταθ. 4450/30-6-2011 έφεση ως προς τον εφεσίβλητο ................ και ως προς τους παρεμπιπτόντως εναγόμενους ................ και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «................». ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ ολικά μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 28-6-2011 και με αριθμό καταθ. 4450/30-6-2011 έφεση, την από 16- 3- 2012 και με αριθμό καταθ.3101/3-4-2012 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «................» και τις ασκηθείσες με τις προτάσεις αντεφέσεις. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως ουσιαστικά αβάσιμες την από 2-11-2011 και με αριθμό καταθ. 8233/23-11-2011 έφεση, την από 28-6-2011 και με αριθμ. καταθ. 4450/30-6-2011 έφεση ως προς όλους τος εφεσιβλήτους πλην των τριών πρώτων εφεσιβλήτων τις ασκηθείσες με τις προτάσεις αντεφέσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «................» και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των ................ και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «................». ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ ολικά μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας. ΔΕΧΕΤΑΙ ως ουσιαστικά βάσιμες τις από α) 28-6-2011 και με αριθμό καταθ. 4450/30-6-2011 και β) 16-3-2012 και με αριθμό καταθ. 3101/3-4-2012 εφέσεις. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ` αριθμ. 3771/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «................». ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί των α) από 2-12-2008 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. 221988/10850/4-12-2008 αγωγής, β) από 1-4-2009 ανακοίνωσης δίκης- προσεπικλήσεως και σωρευόμενης σ` αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής εξ αναγωγής και γ) από 29-9- 2009 με αριθμ. έκθ. κατάθ. 177225/7801/30-9-2009 ανακοίνωσης δίκης- προσεπικλήσεως και σωρευόμενης σ` αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής εξ αναγωγής. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 2-12-2008 αγωγή. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ α) τους εναγόμενους, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδες εξακόσια (18.600) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και β)την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ................ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (2.302,20), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει σε εννιακόσια πενήντα (950) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 1-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ`ουσίαν βάσιμη. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ................ είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στο παρεμπιπτόντως ενάγον το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων (9.300) ευρώ, υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει το ποσό αυτό στον ................, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού αυτού. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 29-9-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ` ουσίαν βάσιμη. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι ................ και ................ είναι υποχρεωμένοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στο παρεμπιπτόντως ενάγον το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων σαράντα ευρώ και έξι λεπτών (2.240,06), υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα προκαταβάλει το ποσό αυτό στην ................, με το νόμιμο τόκο από της καταβολής του ποσού αυτού. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.

πηγή: lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δικηγορικό Γραφείο «Δημήτριος Χ. Καραγιάννης και Συνεργάτες», Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.