Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αποδεικτική δύναμη εξοφλητικής απόδειξης - Αναγνώριση της επ' αυτής υπογραφής αλλά αμφισβήτηση του περιεχόμενου της (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 891/2012).

Περίληψη: Αποδεικτική ισχύς εξοφλητικής απόδειξης. Αναίρεση για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Η απόδειξη που υπογράφει ο μισθωτός πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά και τις αιτίες καταβολής τους. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει ισχυρισμό ως προς τη γνησιότητά του. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής. Αν την αρνηθεί, ο διάδικος που επικαλείται το έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Αν η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του, κατ’ αμάχητο τεκμήριο που μπορεί να ανατραπεί μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, ΑΠ 1254/10). Ενώ, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή ως πλαστού. Αν λοιπόν πρόκειται για εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό του δεν είναι αληθινό, διότι ως προς το γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, ΑΠ 646/09). Ο λόγος της ΚΠολΔ 559 αρ. 12 ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι' αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (ΚΠολΔ 340) συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική σπουδαιότητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το εφετείο εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενο εξοφλητικών αποδείξεων (βλ. αμέσως ανωτ.) Κείμενο Απόφασης

[...] 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Ο εργοδότης, ως οφειλέτης του μισθού επί συμβάσεως εργασίας (ΑΚ 648, 653), προβαίνοντας σε καταβολή των νομίμων ή των συμφωνημένων αποδοχών, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο, ως δανειστή, αντιστοίχως, να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη. Η απόδειξη πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ' όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό. Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο είναι εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό του δεν είναι αληθινό. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, βλ. ΑΠ 646/2009). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι' αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (ΚΠολΔ 340) συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική σπουδαιότητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 445 και 352 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι από τις ογδόντα (80) γραπτές αποδείξεις καταβολής αποδοχών, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη (ως εναγομένη) και επί των οποίων είχε αναγνωρίσει ως γνήσια την υπογραφή του ο αναιρεσείων (ως ενάγων), προέκυπτε αμάχητο τεκμήριο "ως προς την απόδειξη του περιεχομένου" αυτών, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε αμφισβητήσει την ακρίβεια του εν λόγω περιεχομένου, με τον ισχυρισμό ότι τα ποσά που φέρονταν ως καταβληθέντα και οι αιτίες της καταβολής αυτών είχαν καταχωρηθεί μετά τη θέση της υπογραφής του αναιρεσείοντος και απεικόνιζαν αποδοχές υπέρτερες εκείνων, που πράγματι είχαν καταβληθεί. Και ακόμη, στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο, αντί να επιτρέψει την ανταπόδειξη ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και να τα εκτιμήσει ελευθέρως, προσέδωσε σ' αυτά αποδεικτική δύναμη την οποία δεν τους αναγνώριζε ο νόμος. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όμως, προκύπτει ότι επί του ως άνω ζητήματος το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι επίμαχες ογδόντα (80) γραπτές αποδείξεις καταβολής αποδοχών είχαν προσκομισθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) και έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος). Ότι ο ενάγων είχε αναγνωρίσει επ' αυτών την υπογραφή του, αλλά είχε αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου τους, με τον ισχυρισμό ότι αυτό είχε συμπληρωθεί εκ των υστέρων από την εναγομένη και δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα. Ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί παραδεκτά και δεν μπορούσε να αξιολογηθεί ως ένσταση πλαστότητας. Ότι η αναγνώριση της υπογραφής του ενάγοντος δημιουργούσε αμάχητο τεκμήριο ως προς το ότι το υπερκείμενο περιεχόμενο των αποδείξεων καταβολής αποδοχών καλυπτόταν από αυτήν. Ότι, περαιτέρω, το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παροχής εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος κατά τα Σάββατα χωρίς να χορηγείται σ' αυτόν άλλη ημέρα ανάπαυσης μέσα στην εβδομάδα (ρεπό), ήταν αληθές, διότι βρισκόταν πλησιέστερα προς την πραγματικότητα σε σύγκριση αφ' ενός προς την άποψη αυτού, σύμφωνα με την οποία σε όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (από 1-1-2002 μέχρι 18-7-2007) εργαζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, πράγμα που "προσέκρουε στα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με τις αντοχές, τις δυνατότητες, αλλά και τις οικογενειακές, κοινωνικές και λοιπές ανάγκες του κάθε μισθωτού" και αφ' ετέρου προς την άποψη της εναγομένης, σύμφωνα με την οποία, κατά κανόνα, ο ενάγων αναπαυόταν τα σαββατοκύριακα.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων είχε απασχοληθεί για περισσότερα από ένα (1) σαββατοκύριακα το μήνα, κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα γίνονται στην προσβαλλομένη απόφαση και, κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και υπολόγισε τις προκύπτουσες διαφορές αποδοχών. Περαιτέρω, όμως, δέχθηκε και την ένσταση εξοφλήσεως μέρους των νομίμων αποδοχών, την οποία είχε προβάλει παραδεκτώς η αναιρεσίβλητη και, τελικώς, επιδίκασε ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις δικονομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν, διότι ως έννομη συνέπεια της αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος επί των γραπτών αποδείξεων καταβολής αποδοχών δέχθηκε μόνο τη δημιουργία αμαχήτου τεκμηρίου ως προς το ότι η δήλωση που καλυπτόταν από την υπογραφή είχε προέλθει από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ενώ ως προς την εξακρίβωση της αλήθειας του περιεχομένου της δηλώσεως αυτής προέβη σε συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ορθολογική στάθμιση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, ενώ ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις επίμαχες εξοφλητικές αποδείξεις ούτε απαγόρευσε την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά αναζήτησε το αληθινό περιεχόμενό τους κάνοντας χρήση λογικών επιχειρημάτων και λαμβάνοντας υπ' όψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. 2. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να αναζητήσει το αληθινό περιεχόμενο των γραπτών αποδείξεων καταβολής αποδοχών, τις οποίες είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη και επί των οποίων είχε αναγνωρίσει την υπογραφή του ο αναιρεσίβλητος, παρέλειψε να λάβει υπ' όψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, που είχε εξετασθεί στο ακροατήριο, καθώς και τις 3857 και 3858/2009 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν δοθεί νομίμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του επί του περιεχομένου των επίμαχων αποδείξεων καταβολής αποδοχών, μεταξύ των άλλων και από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς μνημονεύει. Επομένως, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία περί του ότι τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1234/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

πηγή: dsanet.gr - Ισοκράτης

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.