Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Τροχαίο ατύχημα (αυτοκινητικό ατύχημα) - Σύγκρουση ομορρόπως κινουμένων. Θάνατος 60χρονου οδηγού δικύκλου. Αποκλειστική υπαιτιότητα του ακολουθούντος οδηγού αυτοκινήτου (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 8125/2013).

Περίληψη: Αυτοκινητικό ατύχημα. Σύγκρουση ομορρόπως κινουμένων. Θάνατος 60χρονου οδηγού δικύκλου. Αποκλειστική υπαιτιότητα του ακολουθούντος οδηγού αυτοκινήτου. Ασχετος η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος του προπορευομένου οδηγού του δικύκλου. Ασχετος και η έλλειψη οπισθίων φώτων του προπορευομένου δικύκλου, διότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, με επαρκή τεχνητό φωτισμό. Αβάσιμη και η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού του δικύκλου ελλείψει χρήσεως προστατευτικού κράνους, διότι ο θάνατος προήλθε από ρήξη της αορτής. Για τη νομιμοποίηση του φυσικού τέκνου για την άσκηση της αξιώσεως λόγω ψυχικής οδύνης, το οποίο υιοθετήθηκε από άλλους, θετούς γονείς, προ του 1996, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή ότι οι θετοί γονείς του δεν κατέθεσαν αίτηση, μετά την ισχύ του ν. 2447/1996, για την πλήρη ένταξή του στη θετή οικογένεια, διότι σ΄ αυτήν την περίπτωση αποκόπτονται εντελώς οι δεσμοί του με τη φυσική του οικογένεια και δεν διατηρεί αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του φυσικού του γονέα. Χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ποσού 45.000 ευρώ στη σύζυγο, 40.000 ευρώ σε καθένα από τα τέκνα, 10.000 ευρώ στο φυσικό τέκνο που υιοθετήθηκε από άλλη οικογένεια, διότι οι δεσμοί του με τη φυσική του οικογένεια δεν ήταν της ίδιας εντάσεως και 10.000 ευρώ σε καθένα από τα εγγόνια και τις νύφες του θανόντος.

[...] Κατά το άρθρο 932 εδ 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, από τη φύση του υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλεια του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως εάν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. β ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ" εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (βλ Ολ.ΑΠ 21/2000 ΕλλΔνη 42 σελ 55). Στην έννοια της οικογένειας του θύματος που δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης περιλαμβάνονται εκτός των ανωτέρω και οι συγγενείς εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού, όπως είναι ο πεθερός, η πεθερά, ο γαμβρός από κόρη και η νύφη από γιο (βλ ΑΠ 1752/2005 ΕλλΔνη 47 σελ 999, ΑΠ 795/2004 ΕλλΔνη 47 σελ 1346, Κρητικό Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα έκδοση 2008 σελ 403). Επίσης το θετό τέκνο περιλαμβάνεται στην έννοια της οικογένειας του θετού γονέα και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του τελευταίου. Σε περίπτωση που η υιοθεσία είχε τελεστεί πριν από την ισχύ του Ν. 2447/1996, δηλαδή πριν από την 30-12-1996, δεν επερχόταν πλήρης ένταξη του θετού τέκνου στη θετή του οικογένεια και διακοπή των δεσμών του με τη φυσική του οικογένεια, όπως ορίζει σήμερα η διάταξη του άρθρου 1561 ΑΚ, αλλά υπό το καθεστώς του άρθρου 1583 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 2447/1996, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του θετού τέκνου προς τη φυσική του οικογένεια παρέμεναν αμετάβλητα, εφόσον ο νόμος δεν όριζε διαφορετικά. Ετσι, σε περίπτωση που το θετό τέκνο διατηρούσε δεσμούς με τη φυσική του οικογένεια, δεν αποκλειόταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, λόγω θανάτου του φυσικού γονέα του (βλ Στ. Πατεράκη Η Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ηθικής Βλάβης έκδοση 1995, σελ 305 σημ 251). Με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 Ν. 2447/1996 ορίστηκε ότι οι υιοθεσίες που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, διέπονται ως προς το κύρος του και τα έννομα αποτελέσματα τους από το έως τότε ισχύον δίκαιο, σε περίπτωση όμως που είχε υιοθετηθεί ανήλικο, ο θετός γονέας μπορούσε να ζητήσει από το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πλήρη ένταση του τέκνου στην οικογένεια του, με συνέπεια την αποκοπή των δεσμών του θετού τέκνου με τη φυσική του οικογένεια (βλ ΑΠ 451/2011 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ, προσκομιζόμενη). Οι ενάγοντες, με την υπό στοιχείο Α` αγωγή τους εκθέτουν ότι, στις 2-12-2011 ο ................ του ................ οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ................ δίκυκλη μοτοσικλέτα, επί της επαρχιακής οδού Αρσενίου- Πετριάς Πέλλας και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .................. ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ομορρόπως με τη μοτοσικλέτα, από υπαιτιότητα του, συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα, με συνέπεια το θάνατο του οδηγού της. Οτι η πρώτη εξ αυτών ήταν η σύζυγος του, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη εξ αυτών ήταν γνήσια τέκνα του, η έκτη εξ αυτών γνήσιο τέκνο που υιοθετήθηκε από τρίτον, οι έβδομη, όγδοη, ένατος και δέκατη εξ αυτών εγγονοί του και οι ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατος τρίτος σύζυγοι των τέκνων του και υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θάνατο του συζύγου, πατέρα, παππού και πεθερού τους αντίστοιχα, με τον οποίον συνδεόταν με σχέσεις αγάπης. Οτι ο τρίτος εξ αυτών δαπάνησε για έξοδα κηδείας του θανόντος το ποσό των 1.100 ευρώ. Οτι ο πρώτος εναγόμενος ευθύνεται ως οδηγός, κάτοχος και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και λόγω της αδικοπραξίας του, ενώ η δεύτερη εναγόμενη, ως ασφαλίζουσα την αστική ευθύνη του πρώτου εναγόμενου. Οτι ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε στην αστυνομική αρχή τη βεβαίωση ασφαλίσεως του ζημιογόνου οχήματος, γεγονός που αποτελεί πρόταση της δεύτερης εναγόμενης για κατάρτιση συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, την οποία αποδέχονται με την υπό κρίση αγωγή. Οτι το Δικαστήριο είναι κατά τόπον αρμόδιο ως τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, άλλως διότι η δεύτερη των καθ` ων διατηρεί στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα, από το οποίο διεκπεραιώνει τις υποθέσεις της Βόρειας Ελλάδας. Με το ιστορικό αυτό ζητούν οι ενάγοντες, κατόπιν περιορισμού του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, να καταβάλουν εις ολόκληρον, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 120.000 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 101.000 ευρώ, σε έκαστο από τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτη και έκτη εξ αυτών το ποσό των 100.000 ευρώ, σε έκαστο από τους έβδομη, όγδοη, ένατο και δέκατη των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ και σε έκαστο από τους ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατο τρίτο το ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνεται στην αξίωση των έξι πρώτων εξ αυτών το ποσό των 44 ευρώ, από το κονδύλιο της ηθικής βλάβης λόγω ψυχικής οδύνης, για το οποίο επιφυλάχθηκαν να ασκήσουν την αξίωση τους στο ποινικό δικαστήριο, με το με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα.

Η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, με την υπό στοιχείο Β` παρεμπίπτουσα αγωγή, εκθέτει ότι σε βάρος της ασκήθηκε η υπό στοιχείο Α` αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει αυτούσιο. Οτι το ως άνω ατύχημα προκλήθηκε από τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο, ενώ αυτός βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που ανιχνεύτηκε σε ποσοστό 73 και 74 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη και δεύτερη μέτρηση αντίστοιχα και η παράβαση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το προκληθέν ατύχημα. Οτι η περίπτωση της μέθης εξαιρείται ρητώς από την ασφαλιστική κάλυψη. Με το ιστορικό αυτό ζητεί, όπως παραδεκτώς περιορίστηκε το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγόμενου να της καταβάλει κάθε ποσό που υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα. Με τέτοιο περιεχόμενο η κύρια αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 9, 14, 16 αριθμ 12, 25 παρ 2, 31, 33 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, ,667, 670, έως 676 και 681 Α ΚΠολΔ. Η αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 340, 345, 477, 914, 928, 932 εδ γ ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 Ν ΓπΝ71911, 43 παρ 6 Ν. 2696/1999, 70, 74, 176 ΚΠολΔ, 6, 10 παρ 1 Ν. 489/1976, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της δεύτερης εναγόμενης, ότι οι τρεις τελευταίοι ενάγοντες, σύζυγοι των τέκνων του θανόντος, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, διότι δεν εμπίπτουν στην έννοια της οικογένειας. Η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 361, 927 ΑΚ, 69 περ ε, 70, 176 ΚΠολΔ, 6 β παρ 1 β, 11 Ν. 489/1976. Επομένως η κύρια αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού συνεκδικαστούν λόγω συνάφειας, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, διότι έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων της, πρέπει να εξεταστούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Στην υπό στοιχείο Α` κύρια αγωγή οι εναγόμενοι, με δηλώσεις των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, που καταχωρίστηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, αρνούνται την αγωγή ως προς την υπαιτιότητα του πρώτου εξ αυτών και το ύψος των κονδυλίων. Επικουρικώς προβάλλουν ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 95%, διότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα υπό την επίδραση οινοπνεύματος και χωρίς να είναι αναμμένα τα φώτα της, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν. Η δεύτερη εναγόμενη προβάλλει ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του θανάτου του κατά ποσοστό 80%, διότι αυτός δεν έφερε προστατευτικό κράνος, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν. Τέλος η δεύτερη εναγόμενη προβάλλει ένταση περιορισμού της ευθύνης της στο ποσό των 750.000 ευρώ, που ήταν το όριο του ασφαλίσματος κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, συνιστά ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 6 πα 5 Ν. 489/1976 και πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν. Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος αρνείται την αγωγή ως προς την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της μέθης του και του ατυχήματος. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια των εναγόντων και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά (οι λοιποί διάδικοι δεν εξέτασαν μάρτυρα) και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε και οι μη αμφισβητούμενες για τη γνησιότητα τους φωτογραφίες των οχημάτων και του τόπου του ατυχήματος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 2-12-2011 και περί ώρα 22.50` ο πρώτος εναγόμενος και παρεμπιπτόντως εναγόμενος, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ......................ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, επί της επαρχιακής οδού Αρσενίου -Πετριάς Πέλλας, με κατεύθυνση προς Πετριά. Η ανωτέρω οδός στο ύψος του 2ου χιλιομέτρου διέρχεται από τον οικισμό Πετριάς, είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κυκλοφορίας, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, ευθεία σε μεγάλη απόσταση και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,80 μέτρα, το προβλεπόμενο δε όριο ταχύτητας στην οδό, επειδή διέρχεται από κατοικημένη περιοχή, ανέρχεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα. Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα επικρατούσε καλοκαιρία, η άσφαλτος ήταν ξηρή, ήταν νύκτα, ο φωτισμός ήταν τεχνητός επαρκής με συνεχόμενες κολώνες της ΔΕΗ και δημοτικού φωτισμού, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Ο ανωτέρω οδηγός έβαινε στο ρεύμα πορείας του, σε απόσταση 2,5 μέτρων από το δεξιό έρεισμα του οδοστρώματος, με ταχύτητα, η οποία υπολογίστηκε σύμφωνα με την από 10-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ................., μηχανολόγου μηχανικού, που διορίστηκε με την ιδιότητα αυτή από το Αστυνομικό Τμήμα Σκύδρας κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως, σε 83,43 χιλιόμετρα την ώρα και υπό την επίδραση οινοπνεύματος που ανιχνεύτηκε στο αίμα του σε ποσότητα 73 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 74 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη μέτρηση. Εμπροσθεν του ως άνω οχήματος έβαινε η άνευ αριθμό κυκλοφορίας δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ...................................., ετών 60, κάτοικος Σεβαστειανών Πέλλας. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε σε απόσταση 2,90 μέτρων από το δεξιό έρεισμα της οδού (και 2,50 μέτρων από το νοητό άξονα του οδοστρώματος, δεδομένου ότι δεν υφίσταται διαγράμμιση), οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που ανιχνεύτηκε στο αίμα του σε ποσοστό ένα γραμμάριο και 43 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, κατά την πρώτη μέτρηση και ένα γραμμάριο και 51 εκατοστά του γραμμαρίου κατά τη δεύτερη μέτρηση, χωρίς να φέρει οπίσθιο φως στη μοτοσικλέτα, όπως προκύπτει ιδίως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..........., ο οποίος διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να ελέγξει την ορθή λειτουργία των φώτων, λόγω θραύσεως αυτών, ωστόσο ο διακόπτης που ενεργοποιεί τη λειτουργία των φώτων ήταν απενεργοποιημένος. Οταν ο οδηγός του αυτοκινήτου έφθασε εντός του οικισμού, δεν αντιλήφθηκε καθόλου την κίνηση της μοτοσικλέτας έμπροσθεν αυτού, αλλά αντιλήφθηκε κάτι να χτυπά το όχημα του και να προκαλεί τη θραύση του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα. Ειδικότερα ο ίδιος είχε επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του, στο μέσον του προφυλακτήρα, στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας, ο οδηγός της οποίας ήλθε σε επαφή με το καπό και τον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Ο πρώτος εναγόμενος μετά τη σύγκρουση τροχοπέδησε το όχημα του, ενεργώντας παράλληλα ελιγμό προς τα αριστερά, εσήλθε στο αντίθετο ρεύμα και ακινητοποιήθηκε εντός αυτού, αφήνοντας ίχνη διαγώνιας τροχοπεδήσεως, μήκους 32,5 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως. Η μοτοσικλέτα ανατράπηκε στο οδόστρωμα και σύρθηκε σε απόσταση 48 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος όπου ακινητοποιήθηκε και έμπροσθεν αυτής, πλησίον του δεξιού ερείσματος της οδού, εκτινάχθηκε ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος απεβίωσε αμέσως.

Οπως προκύπτει από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, ωστόσο σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, αυτός δεν έφερε κακώσεις και κατάγματα στο κεφάλι και ο θάνατος του οφείλεται σε βαρεία θωρακική κάκωση και ειδικότερα ρήξη της αορτής, συνεπεία του ατυχήματος. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε κατά την οδήγηση του οχήματος, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δε ρύθμισε την ταχύτητα του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, κατοικημένη περιοχή), αλλά οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, όπως άλλωστε προκύπτει και από την τελική θέση των οχημάτων και του θανόντος και επιπρόσθετα οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, που ανιχνεύτηκε στο αίμα του σε πολύ μεγάλο ποσοστό, γεγονός που δεν του επέτρεπε να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους αναγκαίους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου την κίνηση της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα και να επιπέσει σε αυτήν, προκαλώντας το θανατηφόρο αποτέλεσμα, δηλαδή ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 19 παρ 1 και 3, 20, 42 ΚΟΚ. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Ειδικότερα αποδείχθηκε μεν ότι αυτός δεν έφερε οπίσθια φώτα στη μοτοσικλέτα, όπως όμως προκύπτει από τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της νύκτας, στο σημείο εκείνο υπάρχει επαρκής τεχνητός συνεχόμενος φωτισμός και μπορεί να γίνει εγκαίρως αντιληπτός οποιοσδήποτε κινείται στην οδό, είτε πεζός, είτε οδηγός οχήματος, με συνέπεια, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η έλλειψη φώτων να μην επιδρά στην πρόκληση του ατυχήματος, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, με την οποία εκινείτο, θα συγκρουόταν με τη μοτοσικλέτα, ακόμη και εάν αυτή έφερε φώτα θέσεως και διασταυρώσεως. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο θανών βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ωστόσο η συγκεκριμένη αυτή παράβαση του ΚΟΚ, δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσε το συγκεκριμένο ατύχημα, ούτε επέτεινε τις συνέπειες του, διότι αυτός έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του, στο μέσον αυτού και δεν αποδείχθηκε ότι οδηγούσε με αστάθεια, κάνοντας ζικ- ζακ στο οδόστρωμα, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, λόγω δε της αιφνίδιας σφοδρής συγκρούσεως των οχημάτων, ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν μπορούσε να προβεί σε κάποια ενέργεια, ώστε να αποφύγει το ατύχημα. Επομένως η ένταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, που προέβαλαν οι εναγόμενοι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην πρόκληση του θανάτου του, διότι η κάκωση που επέφερε το θάνατο εντοπίζεται στη θωρακική χώρα και όχι στο κεφάλι, με συνέπεια να μην υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ελλείψεως κράνους και του θανάτου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τρίτος ενάγων, υιός του θανόντος, κατέβαλε τα έξοδα κηδείας αυτού, συνολικού ύψους 1.100 ευρώ, στις 2-12-2011. Για το ποσό αυτό δεν έλαβε κάποια παροχή από τον ΟΓΑ και νομιμοποιείται ενεργητικώς να λάβει το σύνολο του ποσού. Η πρώτη ενάγουσα, ηλικίας 60 ετών είναι η σύζυγος του, η οποία κατοικούσε μαζί του και ήταν εξαρτημένη από αυτόν, διότι έχει κριθεί ανάπηρη κατά ποσοστό 100%, λόγω διανοητικής νόσου. Οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων είναι τέκνα του θανόντος. Η έκτη των εναγόντων είναι βιολογικό τέκνο του θανόντος, η οποία από την ηλικία των 11 μηνών παραδόθηκε στους .......................... και ......................., κατοίκους Αγίας Βαρβάρας Αττικής, προς υιοθεσία, η οποία συντελέστηκε με τη με αριθμό 345/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδεσσας. Οι θετοί γονείς της δεν κατέθεσαν αίτηση, μετά την ισχύ του Ν. 2447/1996, για την πλήρη ένταξη της στη θετή οικογένεια, με αποτέλεσμα να μην έχουν αποκοπεί οι δεσμοί της με τη φυσική της οικογένεια. Ωστόσο, ενόψει της μικρής ηλικίας κατά την οποία δόθηκε για υιοθεσία και της μακρινής αποστάσεως μεταξύ του τόπου κατοικίας των θετών και των φυσικών γονέων της, δεν αποδεικνύεται ότι οι δεσμοί της με τη φυσική της οικογένεια ήταν τέτοιας εντάσεως, ώστε να αισθανθεί τον ίδιο ψυχικό πόνο με τα έτερα τέκνα του θανόντος. Οι έβδομη, όγδοη και ένατος των εναγόντων είναι εγγονοί του θανόντος, ηλικίας 4, 3 και 1,5 ετών αντίστοιχα, ενώ η δέκατη των εναγόντων, ηλικίας 3 ετών είναι το τέκνο της έκτης ενάγουσας, μόνιμη κάτοικος Αγίας Βαρβάρας Αττικής. Οι ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων είναι νύφες του θανόντος, σύζυγοι των τέκνων του, ενώ ο δέκατος τρίτος των εναγόντων είναι ο σύζυγος της έκτης ενάγουσας. Από τις ανωτέρω συγγενικές σχέσεις των εναγόντων, σε συνδυασμό με τις συνθήκες ζωής τους και του τόπου κατοικίας τους, καθώς και της ηλικίας τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δέκατη και ο δέκατος τρίτος των εναγόντων δεν υπέστησαν ψυχική οδύνη από το θάνατο του ....................... και η αγωγή ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, να καταδικασθούν δε αυτοί στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 ΚΠολΔ). Οι υπόλοιποι ενάγοντες, που είναι μέλη της οικογενείας του αποβιώσαντος, συνδεόταν με τον τελευταίο με δεσμούς αγάπης, εκτιμήσεως και αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο θάνατος του να προκαλέσει σε αυτούς ψυχικό πόνο. Κατά συνέπεια δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, μετά από συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, της ηλικίας και της ελλείψεως συνυπαιτιότητας του θανόντος, του βαθμού συγγένειας έκαστου ενάγοντος με αυτόν, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των εναγόντων και του πρώτου εναγόμενου, πρέπει να οριστεί στο ποσό των: 45.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, 40.000 ευρώ για έκαστο από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων και 10.000 ευρώ για έκαστο από τους έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατο, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων. Εξάλλου το συνολικώς επιδικαζόμενο ποσό ανέρχεται στο ύψος των 266.100 ευρώ και δεν υπερβαίνει το όριο των 750.000 ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος και η ένσταση περιορισμού της ευθύνης της, που προέβαλε η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία πρέπει να απορριφθεί. Ως προς την υπό στοιχείο Β` παρεμπίπτουσα αγωγή αποδείχθηκε ότι με το με αριθμό ............... ασφαλιστήριο, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία είχε ασφαλίσει το με αριθμό κυκλοφορίας .............. αυτοκίνητο, για το χρονικό διάστημα από 23-10-2011 έως 23-4-2012 και η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος εξαιρέθηκε με τη σύμβαση από την ασφαλιστική κάλυψη. Οπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,73 κατά την πρώτη και 0,74 γραμμάρια κατά τη δεύτερη μέτρηση ανά λίτρο αίματος, όπως δε προκύπτει από τις συνθήκες προκλήσεως του ατυχήματος, η κατανάλωση οινοπνεύματος επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση του, αφού ο οδηγός του αυτοκινήτου έβαινε με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να ασκεί εποπτεία στο όχημα του και χωρίς να αντιληφθεί εγκαίρως το προπορευόμενο όχημα.

Συνεπώς συντρέχει η περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω: Α) πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η υπό στοιχείο Α κύρια αγωγή, ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον: στην πρώτη ενάγουσα 45.000 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα 41.100 ευρώ, σε έκαστο από τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων 40.000 ευρώ και σε έκαστο από τους έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατο, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων των ως άνω εναγόντων, κατά την έκταση της ήττας τους, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 178 ΚΠολΔ). Β) Πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγόμενου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε χρηματικό ποσό, το οποίο θα υποχρεωθεί τελικώς να καταβάλει η τελευταία στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατο, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων της υπό στοιχείο Α` κύριας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου που ηττάται στη δίκη, κατά την έκταση της ήττας του (άρθρα 176, 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: Α) τη αριθμό καταθέσεως 9818/2012 υπό στοιχείο Α` κύρια αγωγή και Β) τη με αριθμό καταθέσεως 15621/2012 υπό στοιχείο Β` παρεμπίπτουσα αγωγή. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό στοιχείο Α` αγωγή, ως προς τους δέκατη και δέκατο τρίτο των εναγόντων. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ως άνω ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων και ορίζει το ύψος τους στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την υπό στοιχείο Α` κύρια αγωγή, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των σαράντα μία χιλιάδων εκατό (41.100) ευρώ, σε έκαστο από τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και σε έκαστο από τους έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατο, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των ως άνω εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την υπό στοιχείο Β` παρεμπίπτουσα αγωγή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγόμενου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε χρηματικό ποσό, το οποίο θα υποχρεωθεί τελικώς να καταβάλει η τελευταία στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατο, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων της υπό στοιχείο Α` κύριας αγωγής, το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα κατά την οποία θα καταβάλει το χρηματικό αυτό ποσό μέχρι την εξόφληση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ορίζει το ύψους τους στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.

πηγή: lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.