Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Διαζύγιο. Συναινετικό διαζύγιο. Έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης (Εφετείο Πατρών, αριθμός απόφασης 1302/2007).

Περίληψη: Διαζύγιο συναινετικό. Άσκηση έφεσης από τον ένα διάδικο αν και νίκησε στην πρωτόδικη δίκη που δέχθηκε την αίτηση και λύθηκε ο γάμος. Επιτρέπεται η έφεση γιατί στις δίκες του διαζυγίου στις οποίες προέχει το δημόσιο συμφέρον με τη μορφή της διατηρήσεως του γάμου ως κοινωνικού θεσμού. Η έννοια της βλάβης θα αναζητηθεί σε ευρύτερα πλαίσια με κριτήριο ότι το συμφέρον αυτό επιτυγχάνεται με την αποφυγή της λύσεως του γάμου, όταν δηλαδή αυτό επιδιώκει με την έφεση ο διάδικος που νίκησε πρωτοδίκως. Επιτρεπτή κοινή έφεση αμφοτέρων των συζύγων. Αντιμετώπιση της προθεσμίας της εφέσεως. Περιστατικά.

[...] Όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 1441 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1329/1983, καθιερώθηκε ως νέος λόγος διαζυγίου η συναίνεση των συζύγων. Βασική προϋπόθεση για τη λύση του γάμου με το λόγο αυτό είναι η κοινή θέληση των δύο συζύγων, η οποία πρέπει να διαπιστωθεί από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και περιορίζεται στην εξακρίβωση των προϋποθέσεων ως τυπικών στοιχείων, χωρίς να εξετάζονται οι ουσιαστικοί λόγοι που οδήγησαν τους συζύγους σε απόφαση να λύσουν το γάμο τους. Όπως και κάθε δίκη διαζυγίου, έτσι και εδώ, η απόφαση λύνει το γάμο έναντι όλων, όταν καταστεί αμετάκλητη (άρθρο 613 του ΚΠολΔ). Από το χαρακτήρα αυτό του συναινετικού διαζυγίου ως ελεύθερης κοινής αποφάσεως των συζύγων, που παράγει όμως αποτελέσματα μόνο με τη δικαστική απόφαση, απορρέει η αρχή ότι η δυνατότητα των διαδίκων συζύγων να ανακαλέσουν ελεύθερα στο εφετείο τη δήλωση τους, με βάση την οποία εκδόθηκε η οριστική απόφαση για τη λύση του γάμου (από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), δεν πρέπει να περιορίζεται (δυνατότητα ανακλήσεως) παρά μόνο, ως προς μεν το ουσιαστικό στοιχείο του διαζυγίου (δήλωση των διαδίκων) από τη θεμελιώδη αρχή του ιδιωτικού δικαίου να μην προσβάλλονται συμφέροντα τρίτων που τυχόν στηρίχτηκαν στην ανακαλούμενη απόφαση, ως προς δε το δικονομικό (έκδοση δικαστικής αποφάσεως) να μην παραβιάζονται οι νόμιμες προθεσμίες που οδηγούν στην τελεσιδικία ή στο αμετάκλητο της αποφάσεως (διαφορετικό είναι το ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 758 του ΚΠοΛΔ, βλ. Γαζή ΝοΒ 31, σελ. 1297). Εξάλλου είναι μεν φανερό ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 516 του ΚΠολΔ βασική προϋπόθεση του δικαιώματος για την άσκηση από ένα διάδικο του ένδικου μέσου της εφέσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος με την έννοια ότι για την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν τα αιτήματα του ή γενικά οι ισχυρισμοί του που τα στηρίζουν. Κατ’ εξαίρεση δε, το δικαίωμα αυτό παρέχεται και στο διάδικο που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον όμως υπάρχει και η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος. Κριτήριο, καταρχήν, για τον προσδιορισμό εδώ του έννομου συμφέροντος αποτελεί η βλάβη που τυχόν προξενεί γενικά η απόφαση στο διάδικο που νίκησε. Προκειμένου για τις δίκες διαζυγίου, στις οποίες προέχει και το δημόσιο συμφέρον με τη μορφή της διατηρήσεως του γάμου ως κοινωνικού θεσμού, η έννοια της βλάβης θα αναζητηθεί σε ευρύτερα πλαίσια με κριτήριο ότι το συμφέρον αυτό επιτυγχάνεται με την αποφυγή της λύσεως του γάμου (ΑΠ 637/1966 ΝοΒ 15, 569), όταν δηλαδή αυτό επιδιώκει με την έφεση ο διάδικος που νίκησε πρωτοδίκως. Κατά κυριολεξία εδώ, το ένδικο μέσο ενεργεί τυπικά μόνο ως έφεση, για να ανοιγεί ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας και να λειτουργήσει ακολούθως ουσιαστικά ως αίτηση ανακλήσεως της δηλώσεως ή παραιτήσεως από το δικαίωμα της αγωγής που δικάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα, προκειμένου για το συναινετικό διαζύγιο που δικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία η δυνατότητα ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως από τους συζύγους βρίσκει στήριγμα στη διάταξη του άρθρου 761 του ΚΠολΔ, με την οποία (στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας) παρέχεται το δικαίωμα εφέσεως και στο διάδικο που νίκησε. Η διάταξη αυτή είναι από εκείνες που συμπορεύεται με τις παραπάνω γενικές διατάξεις που αναφέρονται στο έννομο συμφέρον των συζύγων για τη διατήρηση του γάμου και επομένως βρίσκει εφαρμογή σ’ ό,τι έχει σχέση με τις δίκες του συναινετικού διαζυγίου. Σχετικό είναι εδώ το ζήτημα της αφετηρίας της προθεσμίας για την άσκηση των ένδικων μέσων, η οποία λόγω της ιδιορρυθμίας της δίκης που γίνεται χωρίς αντιδικία δεν θα ταυτιστεί καταρχήν, με το καθιερωμένο γεγονός επιδόσεως της οριστικής αποφάσεως, αφού συνήθως οι ενδιαφερόμενοι δεν αντιμετωπίζουν άμεσο λόγο κοινοποιήσεως της.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη για την προθεσμία αυτή στις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, θα εφαρμοστεί σύμφωνα με το άρθρο 741 του ΚΠολΔ η γενική διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αν δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι τρία (3) χρόνια που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντιστρατεύεται στο πνεύμα του παραπάνω νόμου που καθιέρωσε το συναινετικό διαζύγιο, αφού σε κάθε περίπτωση η δυνατότητα που δημιουργείται στους διαδίκους συζύγους να επανασυνδέσουν με τη δική τους θέληση μέσα στην προθεσμία αυτή τις σχέσεις τους στο γάμο στηρίζεται στην καθιερωμένη από το δίκαιο γενική αρχή της αδέσμευτης από τους ενδιαφερόμενους ρυθμίσεως των θεμάτων που αναφέρονται στις προσωπικές σχέσεις του γάμου τους με την επιφύλαξη μόνο της μη προσβολής ξένων συμφερόντων. Αυτά, αν τυχόν δημιουργηθούν (π.χ. διγαμίας κλπ) στο μεσοδιάστημα των δικονομικών προθεσμιών που τρέχουν χωρίς κοινοποίηση και οπωσδήποτε είναι μεγάλες, πρέπει να αποτελέσουν λόγο για άρνηση του δικαστηρίου προς εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως που έλυσε με συναίνεση το γάμο και όχι ανασταλτικό (εκ των προτέρων) παράγοντα για τη μη εφαρμογή των παραπάνω γενικών διατάξεων. Ας σημειωθεί ότι αν την εφαρμογή τους δεν ήθελε ο νομοθέτης στο συναινετικό διαζύγιο, θα την απέκλειε με την καθιέρωση συντομότερου τρόπου επιβολής στις σχετικές δίκες της τελεσιδικίας και του αμετάκλητου (ΕΑ 8990/1984 ΕλλΔνη 26, 69). Στην προκειμένη υπόθεση οι διάδικοι που τέλεσαν το γάμο τους στις 6 Μαρτίου 1994 ζήτησαν με την κοινή αίτηση τους που απηύθυναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου τη λύση του γάμου τους με βάση το άρθρο 1441 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1329/1983. Αφού τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία από την παραπάνω διάταξη, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 174/2-8-2004 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία λύθηκε ο γάμος τους. Πριν η παραπάνω απόφαση τελεσιδικήσει οι διάδικοι άσκησαν την κατ’ αυτής με κατάθεση στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπ’ αριθμ. 40/24-4-2007 έφεση τους που απευθύνεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και ζητούν την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, γιατί θέλουν να συνεχίσουν την έγγαμη συμβίωση τους. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις παραπάνω σκέψεις η υπό κρίση έφεση κατά τις παραπάνω αποφάσεως, η οποία δε δημοσιεύτηκε με παρόντες τους διαδίκους (άρθρο 757 του ΚΠολΔ), ούτε κοινοποιήθηκε σ’ αυτούς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ το συμφέρον για την άσκηση της από τους εκκαλούντες συζύγους είναι αυτό που προσδιορίστηκε στην παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.