Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα. Εξαίρεση κύριας κατοικίας από εκποίηση. Επιβολή υποχρέωσης μηνιαίων καταβολών (Ειρηνοδικείο Καλαυρίας, αριθμός απόφασης 22/2012).

Περίληψη: Χαώδης δυσαναλογία μεταξύ των οφειλών της αιτούσας (αφενός μεν ως εγγυήτριας από σύμβαση πιστώσεως και αφετέρου από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων). Αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση. Ορισμός μηδενικών καταβολών για την οφειλή από συμβάσεις καταναλωτικών δανείων, η οποία είναι δυσανάλογα μικρή σχετικά με την οφειλή της από εγγύηση. Εξαίρεση της κύριας κατοικίας της από εκποίηση. Επιβολή υποχρέωσης μηνιαίων καταβολών, προς διάσωση της κατοικίας της.

Διατάξεις: άρθρα 4 [παρ. 1], 9 [παρ. 2] Ν 3869/2010

[...] Η αιτούσα, επικαλούμενη με την αίτησή της ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζητεί τη διευθέτησή τους από το δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο, ώστε να επέλθει η μερική απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο χρεών της έναντι των αναφερομένων στην αίτηση πιστωτριών της τραπεζικών εταιριών. Η αίτηση εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς ενώπιον αυτού του δικαστηρίου της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν 3869/2010). Για το παραδεκτό της έχει προσκομισθεί νομίμως η βεβαίωση η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν 3869/2010 περί αποτυχίας της απόπειρας εξώδικου συμβιβασμού (βλ. την από 12.5.2011 βεβαίωση του δικηγόρου Δ. Β. και την με ημερομηνία 31.5.2011 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα της κατάστασης της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά την τελευταία τριετία. Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί προγενέστερη απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών της με απαλλαγή της από υπόλοιπα χρεών (άρθρο 13 παρ. 2 Ν 3869/2010). Η αίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 Ν 3869/2010, είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 8, 9 και 11 του ιδίου νόμου. Εφόσον δε δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτών της, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την εκτίμηση της ένορκης εξέτασης του μάρτυρος της αιτούσας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης και των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η αιτούσα είναι συνταξιούχος χήρα ναυτικού, ηλικίας 70 ετών, και διαμένει στο χωριό Σ. του Δήμου Τ.. Στην αίτησή της προσδιορίζει τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές της από σύνταξη στα 888 ευρώ και το ποσό αυτό αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από αυτήν έγγραφα. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της ανέρχεται σε 500 ευρώ περίπου, δεδομένου ότι διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία, το κόστος συντήρησης και τα πάγια έξοδα της οποίας είναι χαμηλά. Η αιτούσα έχει οφειλές που ανέρχονται αθροιστικά: 1) έναντι της EUROBANK, ως εγγυήτρια σε σύμβαση πιστώσεως στο ποσό των 563.905,91 ευρώ και 2) έναντι της ALPHA BANK από δύο συμβάσεις καταναλωτικών δανείων στο ποσό των 5.695,04 ευρώ. Ήτοι το σύνολο της οφειλής της αιτούσας ανέρχεται σε 569.600,95 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων μέχρι του χρονικού σημείου που χορηγήθηκαν οι σχετικές βεβαιώσεις οφειλών από την κάθε μία Τράπεζα.

Εν προκειμένω είναι προφανής η υπερχρέωση της αιτούσας και η συνυπαιτιότητα της α’ των καθών στην υπερχρέωση αυτή, δεδομένου ότι κατέστησε την αιτούσα εγγυήτρια σε πολύ μεγάλου ύψους σύμβαση πιστώσεως, ενόσω τα δηλούμενα από αυτήν εισοδήματα δεν δικαιολογούσαν την παροχή εγγύησης για ένα τέτοιου ύψους ποσό. Εν προκειμένω μάλιστα δεν είναι δυνατόν να κριθεί ότι για την αιτούσα-εγγυήτρια η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε με την α’ των καθών αποτελεί αντικειμενικώς εμπορική πράξη και μάλιστα πρωτοτύπως, διότι η εγγύηση δεν παρασχέθηκε από αυτήν κατά εκμετάλλευση της πίστης που παρέχει το όνομά της και η οικονομική της επιφάνεια με την είσπραξη από αυτήν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο, οικονομικό όφελος που αρύεται από την πράξη για την οποία η εγγύηση. Η αιτούσα, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία να πληρώσει στο ακέραιο τις χρηματικές οφειλές της. Έχει στην κυριότητά της μία διώροφη οικοδομή, που έχει συνολική επιφάνεια 139,40 τ.μ., είναι κτισμένη σε οικόπεδο 80,94 τ.μ., βρίσκεται στο χωριό «Σ.» Τ. και χρησιμεύει ως κύρια κατοικία αυτής. Η ταυτότητα του εν λόγω ακινήτου προκύπτει από την προσαγόμενη με αρ. 1749/2010 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που επέβαλε σε αυτό η α’ των καθ’ ων. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, το ακίνητο περιήλθε στην αιτούσα με προικοσυμβόλαιο το έτος 1982 και επομένως συνάγεται ότι η παλαιότητά του είναι ακόμη παλαιότερη. Τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε η αντικειμενική αξία του ακινήτου, που υπολογίστηκε από τον συντάξαντα την έκθεση δικαστικό επιμελητή στο ποσό των 61.871 ευρώ. Η αιτούσα προσδιορίζει στο δικόγραφο της αίτησής της την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας της στο ποσό των 80.433,44 ευρώ, ήτοι την αντικειμενική αξία προσαυξημένη κατά 30%. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως εύλογο και σωστό τον εν λόγω προσδιορισμό, αφού άλλωστε δεν υπάρχει και σχετικός αντίλογος από τις καθ’ ών. Ορίζει την εμπορική του αξία στο ποσό των 80.000 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητάς του και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που έχει οδηγήσει σε πάγωμα της αγοραστικής κίνησης και σε πτώση των τιμών. Η αιτούσα με το δικόγραφο της αίτησής της ζήτησε να εξαιρεθεί το ακίνητο αυτό από την εκποίηση. Επειδή η αιτούσα αδυνατεί ανυπαίτια να εξυπηρετήσει τις παραπάνω οφειλές της, το δε προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο ρύθμισης αυτών δεν έγινε δεκτό από τις πιστώτριες Τράπεζες, πρέπει το Δικαστήριο να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματά της για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της. Αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω στοιχεία η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί σε 380 ευρώ, δεδομένου ότι κρίνεται ότι το απομένον μηνιαίο εισόδημα επαρκεί για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της. Περαιτέρω λόγω της χαώδους δυσαναλογίας που υπάρχει μεταξύ της οφειλής προς κάθε μία των καθ’ ων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οφειλή της αιτούσας προς την β’ των καθ’ ων θα πρέπει να διαγραφεί οριστικά, με τον ορισμό μηδενικών καταβολών, δεδομένου ότι ο αναλογικός επιμερισμός του δυναμένου να καταβάλλεται από την αιτούσα ποσού θα οδηγούσε στην μηνιαία καταβολή προς την β’ των καθ’ ων του ποσού των 3,80 ευρώ. Το ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτούσας, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50% και πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση. Το συγκεκριμένο ακίνητο είναι βεβαρημένο με εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της E. (βλ. την με αρ. 1796/2011 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή Γ.Κ.).

Με βάση την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν 3869/2010 ρύθμιση, και εφόσον προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας της από την εκποίηση και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η ρύθμιση αυτή είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ό.π. σελ. 148, αρ. 16). Έτσι θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση του μοναδικού ακινήτου της οφειλέτριας-αιτούσας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία (άρθρο 9 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του Ν 3869/2010), για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 85% της εμπορικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 68.000 ευρώ (80.000 ευρώ x 85%). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο θα υφίσταται μέτρηση κατά τον χρόνο της καταβολής, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού πρέπει να οριστεί σε δέκα επτά (17) έτη, λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω οικονομικής της δυνατότητας. Η μηνιαία δόση, που θα καταβάλει η αιτούσα στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής, ανέρχεται στο ποσό των 334 ευρώ (68.000 ευρώ: 204 μήνες). Η καταβολή της δόσης αυτής θα γίνεται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και η έναρξη καταβολής των δόσεων αυτών τοποθετείται στον μήνα Ιούλιο 2012. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί προνομιακά η απαίτηση της ανωτέρω 1ης πιστώτριας, καθόσον η απαίτησή της απ’ αυτό, όπως προαναφέρθηκε, είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης. Η αιτούσα θα απαλλαγεί του πέραν του 85% ποσού της οφειλής της, κατά τα ανωτέρω. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω εκτιθεμένων θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν 3869/2010. [...]

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.