Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αναγνώριση τέκνου. Συνέπειες της αναγνώρισης αναφορικά με τις σχέσεις του τέκνου με τους γονείς του και τους συγγενείς αυτών. Υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνου (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 282/2012)

Περίληψη: Αναγνώριση τέκνου. Συνέπειες της αναγνώρισης αναφορικά με τις σχέσεις του τέκνου με τους γονείς του και τους συγγενείς αυτών. Υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνου. Υποχρέωση σε διατροφή και μέτρο που βαρύνει έκαστο. Προϋποθέσεις με τις οποίες υποχρεούνται σε διατροφή οι ανιόντες του τέκνου από την πατρική γραμμή. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 5704/2009 απόφαση ΕφΑθ).

[...] Κατά το άρθρο 1484 του Α.Κ. "σε περίπτωση αναγνώρισης εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς". Κατά το άρθρο 1489 του ΑΚ, "αν δεν υπάρχουν κατιόντες, υποχρέωση διατροφής έχουν οι πλησιέστεροι ανιόντες, που ενέχονται σε ίσα μέρη, αν είναι περισσότεροι στον ίδιο βαθμό. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του". Κατά το άρθρο 1490 παρ. 1 του Α.Κ., "αν ένας από τους ανιόντες ή τους κατιόντες δεν είναι σε θέση να δώσει διατροφή, η υποχρέωση βαρύνει εκείνον που είναι υπόχρεος μετά από αυτόν. Το ίδιο ισχύει και όταν, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η δικαστική επιδίωξη στην ημεδαπή εναντίον εκείνου που έχει την υποχρέωση". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1487 του Α.Κ. συνάγεται ότι ο πατέρας του ανήλικου άγαμου τέκνου, το οποίο αναγνωρίσθηκε εκουσίως ή δικαστικώς ως δικό του τέκνο και δεν έχει εισοδήματα από περιουσία ή από εργασία, υποχρεούται να το διατρέφει ανάλογα με τις δυνάμεις του, από κοινού με τη μητέρα του τέκνου, εάν δε στερείται αυτός εισοδημάτων ή περιουσίας για την ανάλογη με τη μητέρα συμβολή του στη διατροφή του κοινού τέκνου τους ή είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η επιδίωξη της διατροφής από τον κατά πρώτο λόγο υπόχρεο, τότε η υποχρέωση διατροφής βαρύνει τον πάππο ή τη μάμμη και ακολούθως τον προπάππο ή την προμάμμη του δικαιούχου ανηλίκου, που ευθύνονται, αν είναι περισσότεροι, κατ` ίσα μέρη, χωρίς να ασκεί επιρροή, αν ο ένας εξ αυτών είναι πιο εύπορος από τον άλλον. Η διάταξη του άρθρου 1490 Α.Κ εφαρμόζεται όχι μόνο όταν, όσοι ανήκουν στον προηγούμενο βαθμό και είναι υπόχρεοι δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να παράσχουν διατροφή στο σύνολο ή μερικώς, αλλά και όταν αποδεικνύεται ότι και εκ της αυτής γραμμής μόνον ο ένας ή μερικοί έχουν οικονομική δυνατότητα, ο δε άλλος ή ενδεχόμενα οι περισσότεροι είναι άποροι ή βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να καταβάλουν διατροφή. Έτσι καθιερώνει την ευθύνη για διατροφή υπό μορφή διαδοχική και όχι παράλληλη ή σύγχρονη, είναι όμως παραδεκτή η επικουρική εναγωγή των κατά δεύτερο λόγο ευθυνόμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 219 του Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ` αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή διατροφής του στο σύνολό της, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο, ως κατόπιν δικαστικής αναγνωρίσεως φυσικό, εκτός γάμου, πατέρα εκείνου (αναιρεσείοντος), ενώ απορρίφθηκε η αυτή αγωγή κατά των επικουρικώς εναχθέντων δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων γονέων του πρώτου αναιρεσείοντος, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την αρ. 1428/2003 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που έγινε αμετάκλητη, αναγνωρίστηκε ότι ο α` εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας του ενάγοντος, ο οποίος γεννήθηκε από τις εκτός γάμου σχέσεις του πρώτου με την Ι. Ν. την 20-1-1985. Ο τελευταίος ολόκληρο το χρονικό διάστημα από τη γέννηση μέχρι και την ενηλικίωσή του, την 21-1-2003, αδυνατούσε να διατρέφει τον εαυτό του, αφού εστερείτο εισοδημάτων από περιουσία και δεν μπορούσε να εργαστεί λόγω της ανηλικότητας και της μαθητικής του ιδιότητας, καθόσον ήταν μαθητής δημοτικού αρχικά και του Γυμνασίου και Λυκείου στη συνέχεια. Αλλά και μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο δεν μπόρεσε να εργαστεί, προτιθέμενος να συνεχίσει τις σπουδές του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που όμως τελικά δεν πραγματοποίησε. Κατά συνέπεια δικαιούται διατροφή αρχικά από τους γονείς του, α ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις του καθενός. Η μητέρα του ενάγοντος εργαζόταν ως έκτακτη υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού και το 1996 οι αποδοχές της έφθαναν στο ποσό των 120.000 δρχ. και το έτος 2000 στο ποσόν των 180.000 δρχ. Διέμενε μαζί με το τέκνο της (ενάγοντα) στην οικία της μητέρας της, χωρίς να βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, πλην εκείνων που είναι αναγκαίες για τη συντήρηση και λειτουργικότητα της οικίας αυτής (ηλεκτροφωτισμός, θέρμανση, ύδρευση, καθαριότητα κ.λ.π.) και οι οποίες βάρυναν αναλόγως αυτήν και το τέκνο της. Ο πρώτος εναγόμενος μέχρι τα τέλη του 1999 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, διαδοχικά στα σούπερ-μάρκετ "............... ....................", με αποδοχές οι οποίες το 1992 που άρχισε την άνω εργασία του ανέρχονταν στο ποσό των 115.000 δρχ. και περί τα τέλη του 1999 οπότε έπαυσε να εργάζεται στο ποσόν των 270.000 δρχ. Από το έτος 2000 και μετέπειτα φέρεται να είναι άνεργος επιδοτούμενος από το Ταμείο Ανεργίας (βλ. προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του ΟΑΕΔ), αποδείχθηκε όμως ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εργαζόταν ως εργολάβος μαρμαράς.

Από την εργασία του αυτή κέρδιζε 400.000 δρχ. κατά μέσον όρο, το μήνα. Είναι έγγαμος και έχει δύο ανήλικα τέκνα. Διέμενε δε με τους γονείς του χωρίς να βαρύνεται με καταβολή ενοικίου, πλην των προαναφερθεισών δαπανών που είναι αναγκαίες για τη συντήρηση και λειτουργικότητα της οικίας αυτής. Με βάση τις ως άνω οικονομικές δυνατότητες των γονέων του ενάγοντος και τις εν γένει περιστάσεις η κατά μήνα διατροφή του ενάγοντος πρέπει να καθοριστεί: α) στο ποσόν των 30.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα από την επίδοση στον πρώτο εναγόμενο της από 27-1-1986 αγωγής που άσκησε η μητέρα του ενάγοντος για λογαριασμό του μέχρι την 31-8-1995, οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 18-7-1995 αίτηση για την επιδίκαση προσωρινής διατροφής, β) στο ποσόν των 50.000 δρχ. για το από την 1-9-1995 μέχρι και την 31-12-1999 χρονικό διάστημα και γ) στο ποσόν των 80.000 δρχ. για το μετέπειτα μέχρι την ενηλικίωση του (20-1-2003) χρονικό διάστημα. Τα ποσά αυτά είναι ανάλογα με τις ανάγκες του ενάγοντος, όπως αυτές προέκυψαν από τις συνθήκες της ζωής του και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, συντήρηση και εκπαίδευση του. Από το ποσά αυτά ο πρώτος εναγόμενος ήταν σε θέση να καταβάλει τα ποσά των 20.000 δρχ., 30.000 και 55.000 δρχ. αντίστοιχα, μηνιαίως, χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή ή άλλου προσώπου που ήταν υποχρεωμένος να διατρέφει.

Κατά τα υπόλοιπα ποσά των 15.000 δρχ., 20.000 και 25.000 δρχ. το μήνα συμμετείχε και η μητέρα του με παροχή στέγης σ` αυτόν καθώς και της προσφοράς της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για τη περιποίηση και τη φροντίδα του, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα, όπως και με μέρος από τα εισοδήματά της από την εργασία της. Με τις αρ. 20081/1986 και 24313/1995 αποφάσεις που εκδόθηκαν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει προσωρινή διατροφή στον ενάγοντα 10.000 δρχ. το μήνα με την πρώτη απόφαση και 16.000 δρχ. το μήνα με τη δεύτερη. Τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά είναι κατά πολύ μικρότερα εκείνων που δέχεται το Δικαστήριο τούτο ότι εδικαιούτο ο ενάγων, για το λόγο ότι επιδικάστηκαν ως εύλογη και όχι ως πλήρης διατροφή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1502 του ΑΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε εξοφλήσει όλα τα ποσά που επιδικάστηκαν με τις ως άνω αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων, όπως προκύπτει και από τις αποδείξεις που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος αυτός, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και επιπλέον δέχονται και οι μάρτυρες του ενάγοντος. Επομένως τα καταβληθέντα ως άνω ποσά πρέπει να αφαιρεθούν από τα οφειλόμενα από τον πρώτο εναγόμενο κατά παραδοχή της ένστασης του περί εξοφλήσεως, ως βάσιμης και κατ` ουσίαν. Κατόπιν τούτων ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα: α) για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της πρώτης αγωγής (27-6-1986 βλ. επισημείωση του δικαστ. Επιμελητή επί του σώματος αυτής), οπότε περιήλθε έκτοτε ο α` εναγόμενος σε υπερημερία μέχρι και την 31-8-1995, δηλαδή για χρονικό διάστημα 9 ετών και 2 μηνών ή συνολικά 110 μηνών το ποσόν των 10.000 δρχ. κατά μήνα (20.000-10.000) καταβλητέο εντός των πρώτων πέντε ημερών εκάστου μηνός και συνολικά το ποσόν των 1.100.000 δρχ. (110 μην. Χ 10.000) και σε ευρώ 3.228,17, β) για το χρονικό διάστημα από 1-9-1995 μέχρι την 31-12-1999 το ποσό των 14.000 δρχ. το μήνα (30.000 - 16.000), καταβλητέο εντός των πρώτων 5 ημερών εκάστου μηνός και για ολόκληρο το ως άνω χρονικό διάστημα των 4 ετών και 4 μηνών ή 52 μηνών το ποσόν των 728.000 δρχ. (52 μήν. Χ 14.000) και σε ευρώ 2.136,46, γ) για το τρίτο και τελευταίο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι την 20-1-2003 (ενηλικίωση του ενάγοντα) 39.000 δρχ. το μήνα (55.000 - 16.000) καταβλητέο εντός των πρώτων πέντε (5) ημερών εκάστου μηνός και συνολικά για 3 έτη ή 36 μήνες και 20 ημέρες το συνολικό ποσό των 1.432.000 δρχ. (36 μήνες Χ 14.000 +20/30 ημέρες) και σε ευρώ 4.202,49. Δηλαδή, συνολικά ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν των 3.260.000 δρχ. που αντιστοιχεί σε 9.567,12 ευρώ.

Οι υπόλοιποι εναγόμενοι οι οποίοι είναι γονείς του πρώτου, δεν έχουν υποχρέωση καταβολής διατροφής στον ενάγοντα (εγγονό τους) αφού όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος εναγόμενος (φυσικός πατέρας) έχει την οικονομική δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για τη διατροφή του ενάγοντος (τέκνου του) και επομένως δεν γεννάται αξίωση και κατ` αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1492 του ΑΚ. Κατά συνέπεια η αγωγή ως προς αυτούς (β` και γ`) είναι αβάσιμη κατ` ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Η περί παραγραφής ένσταση του πρώτου εναγομένου είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται το χρονικό σημείο της αφετηρίας της εν λόγω παραγραφής. Η με αρ. 1892/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των ως άνω αγωγών δεν είναι οριστική και η με αρ. 3 882/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, εκδόθηκε επί ασκηθείσης εφέσεως κατά της ως άνω μη οριστικής αποφάσεως, την οποία (έφεση) απέρριψε ως απαράδεκτη.

Συνεπώς δεν δημιουργείται απαράδεκτο από τη συζήτηση των ανωτέρω αγωγών που επαναφέρονται με κλήση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως εντελώς αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει μερικά δεκτή η τρίτη από 20-5-2003 αγωγή, μόνον ως προς τον πρώτο εναγόμενο και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 9.567,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους μηνιαία παροχή μέχρι την εξόφληση της, όπως ανωτέρω. Το αίτημα για την καταβολή τόκων επί των τόκων δεν είναι νόμιμο και πρέπει ν` απορριφθεί εφόσον δεν έχει ασκηθεί προηγούμενη αγωγή για τη καταβολή τόκων επί των οποίων ζητούνται τόκοι (αρθρ. 296 ΑΚ)". Με την ως άνω απόφασή του το Εφετείο, με την οποία έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου-εναγομένου φυσικού πατέρα του και απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα αγωγή αυτή κατά των δύο τελευταίων εναγομένων, φυσικών γονέων του πρώτου εναγομένου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1484, 1487, 1489, 1490, 1493, 346 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ` όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρονται: 1) Η ύπαρξη μεταξύ του εκτός γάμου γεννηθέντος αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου σχέσης τέκνου και γονέα αντιστοίχως, που αναγνωρίσθηκε με την 1428/2003 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 2) Η αδυναμία του αναιρεσείοντος να διατρέφει τον εαυτό του κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του, δηλαδή από τη γέννησή του (20.1.1985) μέχρι την ενηλικίωσή του (21.1.2003), διότι δεν είχε περιουσία και αδυνατούσε να εργασθεί, όπως και η προσδιοριστική του μεγέθους της διατροφής του περιουσιακή κατάσταση των γονέων του. 3) Η υποχρέωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου να καταβάλει, διατροφή στον αναιρεσείοντα με βάση τα εισοδήματα από την εργασία του ενόψει της παράλληλης υποχρέωσης που είχε να καταβάλει διατροφή σε δύο ακόμη ανήλικα τέκνα του και της μικρότερης συνεισφοράς της μητέρας του αναιρεσείοντος, και 4) η οικονομική δυνατότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου να ανταποκριθεί στην ανωτέρω υποχρέωσή του, γεγονός που απέκλειε έτσι τη δυνατότητα ευδοκιμήσεως της αγωγής κατά των δύο τελευταίων επικουρικώς εναχθέντων αναιρεσιβλήτων. Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος, έβδομος από το αναιρετήριο και πρώτος και τέταρτος από το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήττεται η αξιολόγηση των αποδείξεων και η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) και εν μέρει στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι γεννήθηκε υποχρέωση των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν για λογαριασμό του πρώτου από αυτούς τη διατροφή στον αναιρεσείοντα. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Με τον υπό στοιχεία 4, κατά το πρώτο μέρος του, από το κύριο δικόγραφο και τον δεύτερο από το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 30.9.2004 δήλωση-ομολογία του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκαζε (σε άλλη υπόθεση) κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προέβαλε αδυναμία του να καταβάλει τη διατροφή του αναιρεσείοντος εξώγαμου τέκνου του και παρέλειψε να υποχρεώσει τους δύο λοιπούς αναιρεσιβλήτους (γονείς του πρώτου) στην καταβολή της διατροφής, λόγω ευπορίας τους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος από το έτος 2000 φερόταν ως επιδοτούμενος από τα ταμεία ανεργίας, πλην όμως ασκούσε το επάγγελμα του εργολάβου - τεχνίτη μαρμάρων, κερδίζοντας κατά μέσο όρο 400.000 δραχμές μηνιαίως, ενώ η μητέρα του αναιρεσείοντος κατά τον ίδιο χρόνο κέρδιζε, ως έκτακτη υπάλληλος του Υπουργείου Πολιτισμού, 180.000 δραχμές το μήνα, ως αναγκαία δε δαπάνη διατροφής του τέκνου για τις επιμεριζόμενες με την αγωγή τρεις χρονικές περιόδους δέχθηκε τα ποσά των 30.000, 50.000 και 80.000 δραχμών μηνιαίως, από την κατανομή των οποίων μεταξύ των γονέων του αναιρεσείοντος υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσίβλητο να καταβάλει ποσά 20.000, 30.000 και 55.000 δραχμών ανάλογα με τις δυνάμεις του. Επομένως, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα με εκείνα που συγκροτούσαν τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. υπό στοιχείο 4 κατά το πρώτο μέρος του από το αναιρετήριο και δεύτερος από το πρόσθετο δικόγραφο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε την οικονομική δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για διατροφή του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και απέρριψε γι` αυτό την αγωγή έναντι των γονέων του δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, δεν άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος υπό στοιχείο 4 κατά το δεύτερο μέρος του, από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι και ο υπό στοιχείο 12 κατά το πρώτο μέρος του, .... από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο εξέλαβε ως μη επιδικασθείσα υπέρ του αναιρεσείοντος προκαταβλητέα δικαστική δαπάνη για την από 23.5.2003 αγωγή του, ενώ υπήρχε τέτοια δαπάνη 146 ευρώ, και ότι για τις αγωγές του 1987 και 1996 δέχθηκε (το Εφετείο) ότι προκατέβαλε ο πρώτος αναιρεσίβλητος τη δικαστική δαπάνη, καθ` όσον στην πρώτη μεν περίπτωση δεν προσδιορίζεται το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος εκ του ότι ορίσθηκε προκαταβλητέα δαπάνη στην από 23-5-2003 αγωγή του, την οποία είχε τη δυνατότητα με εκτέλεση της σχετικής διατάξεως να εισπράξει, και στη δεύτερη περίπτωση η κρίση του Εφετείου για προκαταβολή της δαπάνης των αγωγών του 1987 και 1996 ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.), ενώ δεν συνδέεται με την προβολή ή μη συγκεκριμένου ισχυρισμού των διαδίκων. Επίσης απαράδεκτος είναι και ο τελευταίος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται παρερμηνεία του περιεχομένου της εν λόγω αγωγής, από διαγνωστικό λάθος ως προς τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ενόψει του ότι αντικείμενο της παραμόρφωσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., είναι μόνον αποδεικτικά, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ., έγγραφα και όχι διαδικαστικά έγγραφα της αυτής ή άλλης δίκης. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω (ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας) "δικαστική ομολογία" του πρώτου αναιρεσιβλήτου ότι στερείται εισοδημάτων, ώστε να κάνει δεκτή την αγωγή κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, καθ` όσον η ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί, μόνον εφόσον συντελείται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή εντεταλμένου δικαστή (άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), προβαλλόμενη ως αναγνώριση δυσμενούς για τον ομολογούντα περιστατικού, κρίσιμου για τη θεμελίωση αγωγικού ισχυρισμού ή ενστάσεως του αντιδίκου του ομολογούντος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2010 αίτηση του Γ. Ν.-Π. με τους από 6-10-2011 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 5704/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.