Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Πατρότητα και προϋποθέσεις δικαστικής αναγνώρισης. Στοιχεία της σχετικής αγωγής που πρέπει να αποδείξουν οι ενάγοντες (μητέρα, τέκνο). (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 2702/2011)

Περίληψη: Πατρότητα και προϋποθέσεις δικαστικής αναγνώρισης. Στοιχεία της σχετικής αγωγής που πρέπει να αποδείξουν οι ενάγοντες (μητέρα, τέκνο). Πότε η πατρότητα τεκμαίρεται. Ο ενάγων οφείλει να αποδείξει τη βάση του τεκμηρίου, ήτοι της σαρκικής συνάφειας του εναγομένου με τη μητέρα. Κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο η ιατρική πραγματογνωμοσύνη, με την εξέταση του αίματος του τέκνου και των διαδίκων. Η άρνηση διαδίκου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για την πατρότητα. Ορθά ασκεί την αγωγή το τέκνο. Απορρίπτεται η έφεση.

[...] Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1479 ΑΚ, η μητέρα και το τέκνο της, που γεννήθηκε χωρίς γάμο αυτής και του πατέρα του, μπορούν να ζητήσουν με αγωγή, που στρέφεται κατά του πατέρα (άρθρο 1480 ΑΚ), την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου. Το τέκνο, εφόσον είναι ανήλικο, εκπροσωπείται στην περί αναγνωρίσεως της πατρότητας δίκη από τη μητέρα του που ενεργεί ως αντιπρόσωπος του. Οι προϋποθέσεις της δικαστικής αναγνωρίσεως της πατρότητας, που αποτελούν και στοιχεία της σχετικής αγωγής, είναι οι εξής: 1) Η ύπαρξη τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του και 2) Η σύλληψη του τέκνου από εκείνον, για το οποίον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι ο πατέρας του. Ο ενάγων (μητέρα ή τέκνο ή αμφότεροι) μπορεί να απαλλαγεί από το βάρος της αποδείξεως του δεύτερου από τους παραπάνω όρους, επικαλούμενος και αποδεικνύων το από το άρθρο 1481 § 1 ΑΚ προβλεπόμενο τεκμήριο πατρότητας, σύμφωνα με το οποίο η πατρότητα τεκμαίρεται, αν αποδειχθεί ότι αυτός, που φέρεται στην αγωγή ως πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στις 300 και 180 ημέρες (άρθρο 1468 ΑΚ, βλ. και ΑΠ 604/1992 ΕλλΔνη 1994.83, ΑΠ 344/1992 ΕλλΔνη 1993.1328). Στον υπολογισμό του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, για λόγους εύνοιας προς το παιδί, μετριέται τόσον η εναρκτήρια, όσον και η καταληκτική ημέρα αυτού, έτσι ώστε το διάστημα αυτό περιλαμβάνει 121 ημέρες. Το τεκμήριο αυτό καθιερώθηκε λόγω της δυσχέρειας της ευθείας απόδειξης της πατρότητας. Έτσι, στον ενάγοντα απομένει να αποδείξει τη βάση του τεκμηρίου, δηλαδή τη σαρκική συνάφεια του εναγομένου με τη μητέρα του τέκνου. Τούτο, είναι σύμφωνο και με τις διατάξεις του άρθρου 338 § 2 του ΚΠολΔ και με τις αρχές περί κατανομής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως (ΑΠ 1324/1974 ΝοΒ 23.754, ΕφΑΘ 5386/1989 ΑρχΝ 1990.665, ΕφΑΘ 1311/1987 ΝοΒ 35.930). Είναι αρκετή και η απόδειξη μιας μόνον συνευρέσεως κατά τον κρίσιμο χρόνο της συλλήψεως χωρίς να είναι απαραίτητος και ο επακριβής προσδιορισμός του. Η συνεύρεση (σαρκική συνάφεια) δεν απαιτείται να είναι πλήρης, αλλά αρκεί να έχει προχωρήσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του παιδιού. Επίσης, είναι αδιάφορο το πταίσμα του συνευρεθέντος ή μη, η με τη θέληση ή μη αμφοτέρων των συνευρεθέντων συνουσία και η ύπαρξη ή η ανυπαρξία βουλήσεως αυτών για τη σύλληψη (ΕφΑΘ 7779/1987 ΑρχΝ 38.763). Λόγω της φύσεως των αποδεικτέων για την ευδοκίμηση της αγωγής αναγνωρίσεως της πατρότητας γεγονότων, που καθιστά σχεδόν αδύνατη την από ίδια αντίληψη τρίτων, γνώση περιστατικών της σαρκικής συνάφειας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στοιχειοθετούν την απόδειξη περιστατικά, τα οποία, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και κατά λογική ακολουθίαν, οδηγούν εμμέσως αλλά σαφώς στο συμπέρασμα ότι έλαβε χώρα σαρκική επαφή (ΕφΑΘ 7779/1987 ΑρχΝ 38.763). Σε κάθε περίπτωση, όμως, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων και άλλων κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων κλπ.), χρήσιμη είναι και η ιατρική πραγματογνωμοσύνη, με την εξέταση του αίματος του τέκνου και των διαδίκων που φέρονται ως γονείς του, η οποία αποτελεί, κατ` άρθρον 615 ΚΠολΔ, αποδεικτικό μέσο, που έχει το χαρακτήρα ιδιόμορφης πραγματογνωμοσύνης επί της οποίας ισχύει, κατ` άρθρον 387 ΚΠολΔ, ελεύθερη εκτίμηση. Το καθιερούμενο με τη διάταξη αυτή τεκμήριο σε περίπτωση αρνήσεως διαδίκου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις για διαπίστωση της πατρότητας δεν είναι αμάχητο. Έχει την έννοια ότι θεωρούνται αποδεδειγμένοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για την ύπαρξη στο αίμα του εναγομένου στοιχείων που καθιστούν κατά την επιστήμη πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα του. Δεν δημιουργείται, όμως, αμάχητο τεκμήριο για την ίδια την πατρότητα (ΟλΑΠ 32/1990 ΕλλΔνη 1991.55 και Δίκη 21.1996, ΑΠ 3/2005 ΕλλΔνη 2005.822, ΕφΑΘ 9974/2002 ΕλλΔνη 2003.1002)...

Από την δέουσα επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα υπ` αριθ. 1626/2004 και στα από 21.11. 2005 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού και οι οποίες εκτιμώνται αναλόγως της γνώσεως και αξιοπιστίας εκάστου των ανωτέρω, την από 22.11.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Π.Μ., που διορίστηκε με την προαναφερθείσα υπ` αριθ. 1626/ 2004 προδικαστική απόφαση, την από 29 Μαρτίου 2010 συμπληρωματική έκθεση της που διατάχθηκε με την υπ` αριθ. 3851/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το καλοκαίρι του έτους 1994, στην Πολίχνη Μεσσηνίας, έλαβε χώρα η γνωριμία των διαδίκων, μέσω της ανιψιάς του εναγομένου και φίλης της ενάγουσας Μ.Παν. Πολύ γρήγορα η γνωριμία τους αυτή εξελίχτηκε σε συναισθηματικό δεσμό και ερωτική σχέση. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, παρουσία των γονέων της ενάγουσας και του πατέρα του εναγομένου, οι διάδικοι έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου. Στη συνέχεια ο εναγόμενος, μετακόμισε από τη Μεσσηνία στην Αθήνα, και φιλοξενήθηκε αρχικά στο σπίτι της αδελφής του, στη συνέχεια στο σπίτι της ενάγουσας. Τον Μάρτιο του έτους 1995 ο εναγόμενος μίσθωσε οικία στον Κολωνό, όπου συζούσε με την ενάγουσα και εργαζόταν ως οδηγός ταξί. Παράλληλα καθόλο αυτό το ίδιο διάστημα φυσικά οι διάδικοι είχαν τακτικά ολοκληρωμένες σαρκικές επαφές. Κατά το τέλος Ιουνίου του 1995 η ενάγουσα διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος. Άμεσα ανακοίνωσε το γεγονός αυτό στον εναγόμενο σύντροφο της και μαζί επισκέφθηκαν το νοσοκομείο «Αρεταίειο». 0 εναγόμενος αποδέχτηκε θετικά την εγκυμοσύνη και ανέφερε μάλιστα ότι αυτό θα είχε σαν συνέπεια να κάμψει την αντίδραση της μητέρας του, η οποία ήταν αντίθετη στο γάμο μεταξύ των διαδίκων. Όμως τον Ιούλιο του ίδιου έτους οι γονείς του εναγομένου, μαθαίνοντας το γεγονός της εγκυμοσύνης της ενάγουσας, ήρθαν στην Αθήνα από το Νομό Μεσσηνίας, όπου μόνιμα κατοικούσαν και στη συνέχεια πήραν τον εναγόμενο και επέστρεψαν στην οικία τους. Έκτοτε ο τελευταίος εξαφανίστηκε, αν και η ενάγουσα τον αναζήτησε και τελικά πληροφορήθηκε ότι είχε φύγει στη Γερμανία. Στη συνέχεια η ενάγουσα, την 1.2.1996 γέννησε στην Αθήνα ένα άρρεν τέκνο, το οποίο βαπτίστηκε με τό όνομα ............. Κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης του είναι το διάστημα από 1.4.1995 (300η ημέρα πριν από τον τοκετό) έως και 1.8.1995 (180ή ημέρα πριν από τον τοκετό). Κατά το διάστημα αυτό η μητέρα του ανηλίκου και ο εναγόμενος είχαν τακτικές σαρκικές επαφές μεταξύ τους και μάλιστα χωρίς προφυλάξεις, στα πλαίσια μόνιμης και σταθερής συμβίωσης, που υπήρχε μεταξύ τους, όπως αναφέρθηκε, από το καλοκαίρι του έτους 1994 έως το μήνα Ιούλιο του έτους 1995. Η μητέρα του ανηλίκου ισχυρίζεται ότι το τέκνο που γέννησε έχει βιολογικό πατέρα τον εναγόμενο. Από τις προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες διενεργήθηκαν κατόπιν λήψεως αίματος από τον εναγόμενο, το τέκνο και τη μητέρα του και αναλύσεως DNA των βιολογικών υλικών για να προσδιορισθούν οι τύποι STRs των δειγμάτων αίματος των προαναφερόμενων, μετά βεβαιότητας αποδεικνύεται το γεγονός ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας του ανήλικου, καθότι η πραγματογνώμονας αναφέρει ότι μετά από την ανάλυση των στοιχείων του αίματος επί 16 πολυμορφικών αυτοσωματικών περιοχών DNA - STR προέκυψε ότι είναι κατά 27.600.000.000.000.000.000 ήτοι 99,99999% πιο πιθανό το ανήλικο να είναι φυσικό τέκνο της ενάγουσας και του εναγομένου, παρά οποιουδήποτε άλλου τυχαία επιλεγμένου ζεύγους από τον Ελληνικό πληθυσμό, γεγονός που αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη ότι το ανήλικο είναι τέκνο των ανωτέρω. Το ποσοστό αυτό πιθανότητας είναι τόσο υψηλό ώστε αγγίζει τα όρια της πλήρους βεβαιότητας και από πλευράς αποδεικτικής αξίας ισοδυναμεί με πλήρη απόδειξη της πατρότητας.

Ύστερα από τα παραπάνω, ορθά αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας του ανηλίκου άρρενος τέκνου της ενάγουσας, το οποίο γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1.2.1996 και έλαβε το όνομα ...............

Ας σημειωθεί εν προκειμένω ότι ορθά ασκεί την αγωγή το τέκνο των διαδίκων .......... - ..........., αφού στο δικόγραφο αυτής αναφέρεται ότι την ασκεί η μητέρα του Ειρ.Π., ως νόμιμος αντιπρόσωπος του καθόσον αυτό είναι ανήλικο (γεννήθηκε την 1.2.1996). Πέραν τούτου, το δικαίωμα του ανηλίκου να αναζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του δεν έχει αποσβεσθεί, καθόσον τούτο αποσβήνεται κατ` άρθρο 1483 § 1 εδ. β` ΑΚ ένα έτος μετά την ενηλικίωση του. Ως εκ τούτου ορθά απορρίφθηκε πρωτοδίκως ο σχετικός ισχυρισμός και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο σχετικός λόγος έφεσης.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.