Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Μνηστεία. Δεν γεννά αξίωση για εξαναγκασμό γάμου. Ματαίωση του γάμου. Ό,τι δόθηκε ως δωρεά ενόψει της μνηστείας αναζητείται σύμφωνα με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 844/2011)

Περίληψη: Μνηστεία. Δεν γεννά αξίωση για εξαναγκασμό γάμου. Ματαίωση του γάμου. Ό,τι δόθηκε ως δωρεά ενόψει της μνηστείας αναζητείται σύμφωνα με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Φύση και τύπος της μνηστείας. Υπαναχώρηση απ΄ αυτήν. Αγωγή απόδοσης των ληφθέντων λόγω της μνηστείας. Προϋποθέσεις ορισμένου αυτής. Απόδοση είτε των ίδιων των αντικειμένων είτε της αξίας αυτών. Αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των περιστατικών που στοιχειοθετούν το αγωγικό αίτημα. Αυτή συνιστά αιτιολογημένη άρνηση. Αοριστία της αγωγής. Διάκριση αυτής και αναιρετικοί λόγοι που ελέγχουν την κρίση περί ορισμένου ή μη της αγωγής. Προϋποθέσεις παραδεκτού και ορισμένου του λόγου ότι παραβιάσθηκε ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής. Εννοια "πραγμάτων" κατ΄ αρ. 559 περ. 8 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις ορισμένου των λόγων της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 809/2009 απόφαση ΕφΠατρών).

[...] Κατά τα άρθρα 1346 εδ. α` και 1348 εδ. α` του ΑΚ "Η σύμβαση για μελλοντικό γάμο (μνηστεία) δεν γεννά αγωγή για εξαναγκασμό του. Αν ο γάμος ματαιώθηκε, καθένας από τους μνηστευμένους έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον άλλο, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθετί που του έδωσε ως δωρεά ή ως σύμβολο μνηστείας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αμοιβαία υπόσχεση γάμου, ως προϋπόθεση σύναψης της σύμβασης μνηστείας, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή αμφοτεροβαρώς ή ρητή ως προς τον ένα και σιωπηρή ως προς τον άλλο συμβαλλόμενο. Η υπαναχώρηση από τη σύμβαση μνηστείας με μονομερή, ρητή ή σιωπηρή δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλο, που δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό, δυνάμενη να συντελεσθεί και χωρίς σπουδαίο λόγο, δημιουργεί αμοιβαία υποχρέωση απόδοσης των ληφθέντων λόγω δωρεών ή ως συμβόλων μνηστείας, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.κ.), διότι λογίζονται ότι δόθηκαν υπό την προϋπόθεση του μέλλοντος γάμου.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 904, 908 Α.Κ., 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως των ληφθέντων λόγω δωρεάς ή ως συμβόλων μνηστείας, μετά τη λύση αυτής, αρκεί να αναφέρονται τα αδικαιολογήτως ληφθέντα αντικαταστατά ή μη, ενσώματα ή ασώματα, τα οποία αναζητούνται, εφόσον σώζονται, αυτούσια, έστω και αν πρόκειται περί χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, εάν δε δεν υπάρχει δυνατότητα αυτούσιας απόδοσης δημιουργείται δευτερογενής υποχρέωση απόδοσης της αξίας του ληφθέντος λόγω εξοικονόμησης ισόποσων δαπανών από το λήπτη (Ολ.ΑΠ 1773/1981). Η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των περιστατικών που θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα του αδικαιολογήτου πλουτισμού αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (βλ. και Ολ.ΑΠ 2/1987). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ. Α.Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τά αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 21.1.2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία γίνεται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι εκτίθενται σ`αυτή τα εξής: Κατά το θέρος του έτους 2000 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ατύπως σύμβαση μνηστείας, με ρητές αμοιβαίες υποσχέσεις τους για σύναψη γάμου μεταξύ αυτών, μετά την αποπεράτωση της ημιτελούς οικίας της αναιρεσείουσας - εναγομένης, για την κατασκευή της οποίας διέθεσε χωρίς αντάλλαγμα ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ποσό 32.400 ευρώ, κατόπιν δανειοδοτήσεώς του από την ...... ... Τράπεζα της Ελλάδος, πλην όμως η μνηστεία λύθηκε με πρωτοβουλία (υπαναχώρηση) της αναιρεσείουσας, η οποία έτσι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων και κατά το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο ζήτησε γι`αυτό να υποχρεωθεί να του καταβάλει η αναιρεσείουσα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με το ως άνω - και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου - περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1346 εδ. α`, 1348 εδ. α`, 904 επ., 346 του ΑΚ και δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται πώς δαπανήθηκαν από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη τα χρηματικά ποσά που δώρησε προς αυτή ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, αφού ο πλουτισμός της αναιρεσείουσας επήλθε με την αποφυγή μείωσης της περιουσίας της κατά τα ληφθέντα από αυτή δια δωρεών του αναιρεσιβλήτου προς αποπεράτωση της οικίας της χρηματικά ποσά, τα οποία και ήταν αποδοτέα γι`αυτό, χωρίς να ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού ποιός από τους διαδίκους προέβη στις δαπάνες αγοράς υλικών και αμοιβής εργατοτεχνιτών για την αποπεράτωση της ημιτελούς οικίας της αναιρεσείουσας. Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη (ως αόριστη) την αγωγή και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. υπό στοιχείο 1, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ ο συναφώς προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν θεμελιώνεται κατά την εκτίμηση του νομίμου και παραδεκτού της αγωγής εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρεται σε σφάλματα του δικανικού συλλογισμού κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος μετά από διερεύνηση της ουσίας της υποθέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Στην υπόψη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες πρωτοδίκως και κατ` έφεση και ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς - ενστάσεις της αναιρείουσας:

1) Ότι δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μνηστείας, αλλά συμφωνία ελεύθερης συμβίωσης, διότι εκείνη είχε θέσει ως προϋπόθεση προοπτικής του γάμου τη μετάθεση του αναιρεσιβλήτου στην Πάτρα και την αποδοχή της δημιουργίας οικογένειας, 2) Οτι το για την αποπεράτωση της οικίας της ύψος του ποσού που καταβλήθηκε σ`αυτή από τον αναιρεσίβλητο ήταν πολύ μικρότερο (4.956.218 δραχμές) από το αναφερόμενο στην αγωγή (32.400 ευρώ), 3) ότι οι εν λόγω δαπάνες δεν έγιναν με την προοπτική του γάμου των διαδίκων, αλλά για λόγους αβροφροσύνης, εντυπωσιασμού και επίδειξης του αναιρεσιβλήτου και 4) ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικώς, διότι οι παροχές και τα δώρα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος προς εκείνη (αναιρεσείουσα) δεν έγιναν με πρόθεση αναζητήσεώς τους. Από τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας -εναγομένης οι μεν υπό στοιχεία 1, 2 και 3 αποτελούν άρνηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή και όχι αναβλητικές, ανατρεπτικές ή διακωλυτικές ενστάσεις του αγωγικού δικαιώματος (του οποίου οι τυχόν ενστάσεις, θα προϋπέθεταν τη σιωπηρή ομολογία του), ο δε τελευταίος είναι μη νόμιμος ως ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, διότι δεν περιέχει περιστατικά, δυνάμενα να υπαχθούν στο νομικό κανόνα του άρθρου 281 του Α.Κ. και συνιστά γι`αυτό επίσης άρνηση της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο με το να παραλείψει να απαντήσει στους ως άνω αρνητικούς του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμούς που προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της πρωτοδίκως και κατ`έφεση η αναιρεσείουσα - εναγομένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 556 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολομ Α.Π. 32/1996). Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται:

α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν, γ) επί ευθείας παραβιάσεως το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί εκ πλαγίου δε παραβιάσεως εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή σε τί συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιά είναι τα αντικρουόμενα στοιχεία (Ολ.Α.Π. 20/2005, 32/1996). Με τους υπό στοιχείο 1 κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, ότι "παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1348, 904 και 281 ΑΚ και έτσι δεν έχει νόμιμη βάση, άλλως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες .... και κατά συνέπεια υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περίπτωση 19 Κ.Πολ.Δικ.", διότι παραλείποντας να λάβει υπόψη τους αναφερόμενους στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας "κατέληξε σε αυθαίρετες και αναιτιολόγητες κρίσεις". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 1348, 904 και 281 ΑΚ, ποίες είναι οι ελλείπουσες ή αντιφατικές αιτιολογίες και οι παραδοχές του Εφετείου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ` επιλογή, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, οι ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ). Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αποριφεθί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-11-2009 αίτηση της Σ. Κ. για αναίρεση της 809/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.