Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αποκτήματα γάμου. Στοιχεία της αγωγής όταν ο ενάγων επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου δια παροχών, όπως χρημάτων από την εργασία του και την επαγγελματική του δραστηριότητα (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 1173/2012)

Περίληψη: Αποκτήματα γάμου. Στοιχεία της αγωγής όταν ο ενάγων επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου δια παροχών, όπως χρημάτων από την εργασία του και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Όταν η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, ο δικαιούχος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτής, ούτε του ποσοστού της και του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας. Η ένδικη αγωγή είναι αόριστη αναφορικά με ορισμένα περιουσιακά στοιχεία και τον τρόπο απόκτησής τους. Μερικά δεκτές η αγωγή και η ανταγωγή των διαδίκων. Περιστατικά. Ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Αν η ανταγωγή ασκήθηκε με τις προτάσεις και στη συνέχεια περιορίστηκε το αίτημα της σε αναγνωριστικό, δεν γεννάται υποχρέωση του αντεναγομένου για καταβολή τόκων, αφού δεν υπάρχει προηγούμενη όχληση της αντεναγομένης-οφειλέτριας. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν πρότεινε κατά τρόπο ορισμένο την ένσταση του δεδικασμένου στο Εφετείο. Απορρίπτεται η αναίρεση κατά το άρθρο 559 αρ.1, 19, 8, 14, 19, 10, 11 και 16 ΚΠολΔ (επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 6207/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών).

[...] Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από την ίδια επίσης διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετής διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος. Η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 του ΑΚ).

Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, μετά όμως την αποτίμηση της υποχρέωσης για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ). Επομένως, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου δια παροχών, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπληρώσεως της υποχρέωσης του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, όπως μεταξύ άλλων είναι και η παροχή χρημάτων προερχομένων από την εργασία του και από την επαγγελματική του δραστηριότητα τότε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του με την οποία ζητάει από τον εναγόμενο να του αποδώσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του, δεν αρκεί μόνον η εις χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών. αλλά πρέπει να καθορίσει στο δικόγραφο της και το ποσό το οποίον όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους. Τα παραπάνω ισχύουν όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου, στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.

Οταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο δικαιούχος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας. Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 10-10-1990 αγωγής και όπως το περιεχόμενο της επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Αρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι αυτή στις 7-3-1970 τέλεσε νόμιμο γάμο με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα από τον οποίο απέκτησαν τρία παιδιά, ο οποίος λύθηκε με την 6747/1988 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έγινε αμετάκλητη τον Αύγουστο 1989. Οτι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και μέχρι την αμετάκλητη λύση του, ο εναγόμενος απέκτησε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία (κινητά, ακίνητα και τίμημα από την πώληση ακινήτου), συνολικής αξίας 830.500.000 δραχμών και ότι στην αύξηση της περιουσίας του συνέβαλε και η ίδια, κατά τα αναφερόμενα για κάθε περιουσιακό στοιχείο ποσοστά, με την παροχή σ` αυτόν του μισθού και της σύνταξης της για τις οικογενειακές ανάγκες, την παροχή των προσωπικών υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο, πέραν εκείνων που ήταν υποχρεωμένη να συνεισφέρει, για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, με την παροχή υπηρεσιών Γραμματέως στο Ιατρείο του και την προσφορά συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, για την απόκτηση συγκεκριμένων ακίνητων του, άλλως ότι συνέβαλε με τους ίδιους τρόπους για την απόκτηση συγκεκριμένων οκτώ (8) ακινήτων του, μέχρι τον Ιανουάριο 1983, που διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση τους.

Ζήτησε δε με την αγωγή αυτή να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της στα αποκτήματα του εναγομένου ανέρχεται στα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά επί της αξίας τους και συνολικά στο ποσό των 204.750.000 δραχμών, άλλως στο ποσό των 147.250,000 δραχμών και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, από τα παραπάνω ποσά, ποσό 50.000.000 δραχμών, όπως αυτό αναλύεται ειδικότερα στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της μέχρι την εξόφληση. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αόριστη μόνο αναφορικά με τα υπό στοιχεία (1) και (3) ακίνητα, για τα οποία η ενάγουσα προσδιορίζει τη συμμετοχή της στην απόκτησή τους σε 1/2 ποσοστό, είναι σαφής και ορισμένη μόνο κατά το 1/3 νόμιμο ποσοστό συμμετοχής της ενάγουσας στα αποκτήματα του εναγομένου, ενώ κατά το πέραν του 1/3 ποσοστό και μέχρι του επίδικου 1/2 ως προς αυτά είναι αόριστη. Τούτο δε διότι δεν προσδιορίζεται το μέγεθος της συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, αφού αυτή θεμελιώνει την αγωγή της στον πραγματικό υπολογισμό, ζητεί δηλ. να αναγνωρισθεί ότι της οφείλεται το 1/2 της αξίας των αποκτημάτων τούτων (με στοιχεία 1 και 3 ως άνω), πέραν συνεπώς του 1/3 ποσοστού που καθιερώνει ως τεκμήριο η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, χωρίς να προσδιορίζει την αποτίμηση της υποχρέωσης συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες ανάλογα με τις δυνάμεις της (άρθρο 1389 ΑΚ), ώστε να εξευρεθεί η πέρα από αυτή συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Εξάλλου αναφορικά με τα υπόλοιπα αποκτήματα η αγωγή είναι απόλυτα σαφής και ορισμένη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο όπως διεξοδικά θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω, αναφορικά μεν με το υπό στοιχείο 1 ακίνητο δέχθηκε, ότι η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου ανέρχεται σε 8,57% (ποσοστό μικρότερο του 1/3), αναφορικά δε με το υπό στοιχείο 3 ακίνητο ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του.

Ενόψει αυτού του γεγονότος και μετά την απόρριψη όλων, όπως παρακάτω, των λόγων της αναίρεσης, και των προσθέτων λόγων, που αναφέρονται στα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τις κύριες απαιτήσεις από αποκτήματα τόσο της ενάγουσας, όσο και του αντενάγοντος, ο συναφής περί αοριστίας πρώτος λόγος αυτής από τους αριθμούς 8 και 14 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, η επιταγή του αρθρ. 340 εδαφ. β` ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είχαν τελέσει νόμιμο γάμο στην Αθήνα στις 7/3/1970 και απέκτησαν τρία τέκνα την Π., που γεννήθηκε το έτος 1970 τον Σ. που γεννήθηκε το έτος 1974 και τον Α. που γεννήθηκε το έτος 1976. Οι σχέσεις των διαδίκων ως συζύγων δεν είχαν ομαλή εξέλιξη και μετά από επεισόδια που εκτυλίχθηκαν εντός του έτους 1982 από τον Ιανουάριο του έτους 1983 διεκόπη η έγγαμη συμβίωση των με αποχώρηση του εναγόμενου από τη συζυγική κατοικία. Κηρύχθηκε λυμένος ο γάμος των λόγω υπέρ τετραετούς διαστάσεως με την 6747/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω δικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 23/7/1989 και εκδόθηκε στις 26/7/1989 από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών το προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο διαζευκτήριο για την πνευματική λύση του γάμου των. Στην ενάγουσα είχε ανατεθεί μετά τη διάσταση των διαδίκων προσωρινώς η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων αυτών με την 422/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Μετά την ενηλικίωση του καθένα από τα δύο μεγαλύτερα τέκνα των διαδίκων αποχώρησαν από την κατοικία της μητέρας των ενώ για το μικρότερο τέκνο των διαδίκων, μετά από αίτηση του εναγόμενου, με την 20098/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεκλήθη η 422/1984 προηγούμενη απόφαση του και ανετέθη προσωρινώς η επιμέλεια του εν λόγω ανηλίκου στον άνω πατέρα του. Ο εναγόμενος που είχε γεννηθεί το έτος 1942 κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την εναγόμενη ήταν γιατρός είχε δε λάβει το πτυχίο του από την ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Ιούλιο έτους 1968 όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο από το πρωτότυπο αυτού.

Η ενάγουσα είχε γεννηθεί το έτος 1940, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου της με τον εναγόμενο ήταν δημόσιος υπάλληλος και υπηρετούσε στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού όπου είχε προσληφθεί μερικά χρόνια πριν από το γάμο της με τον εναγόμενο. Στον εναγόμενο πριν από την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα είχε περιέλθει κατά ποσοστό 4/12 εξ αδιαιρέτου με το νομίμως μεταγραφέν .../1962 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρτης Τηλέμαχου Γαρουφαλιά ένα οικόπεδο εμβαδού 145 τετραγωνικών μέτρων εντός της πόλεως Άρτης και του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου αυτής στη συνοικία Παντοκράτορας με πρόσοψη επί της οδού του ... αριθμό 14 μετά των επ` αυτού παλαιών ισογείων καταστημάτων που ήταν μισθωμένα σε τρίτους. Επίσης στον εναγόμενο πριν από τον άνω γάμο του είχε περιέλθει με το νομίμως μεταγραφέν στις 18/9/1969 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών υπ` αριθμ. .../28.8.1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Στασινόπουλου το αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια, χώλ, διάδρομο, μαγειρείο, λουτροαποχωρητήριο και εξώστες εμβαδού σε 74,70 τετραγωνικά μέτρα υπό στοιχεία Ε-2 διαμέρισμα του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου σε Β` εσοχή πολυκατοικίας κειμένης σε οικόπεδο εκτάσεως 307,60 τ.μ. στην Αθήνα στη θέση Κόκκινα Χώματα Αμπελοκήπων με πρόσοψη επί της οδού ... αριθμός 39 αντί αναφερόμενου τιμήματος από 400.000 δραχμές και το οποίο στη συνέχεια πώλησε ο εναγόμενος με το επίσης νομίμως μεταγραφέν από 1.2.1984 στα οικεία βιβλία του ιδίου άνω Υποθηκοφυλακείου .../31.1.1984 συμβόλαιο αγοραπωλησίας διαμερίσματος του Συμβολαιογράφου Αθηνών Πάνου Γεωργίου Λούμου στον Νικόλαο Καστανιά αντί του αναφερόμενου τιμήματος 2.800.000 δραχμές και με προεκτίμηση οικονομικού εφόρου του Γ` . Κεφαλαίου Αθηνών για 3.179.000 δραχμές.

Το ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο υπ` αριθμό κυκλοφορίας ... εργοστασίου .......... τύπου ΜΕRCEDES 230 φορολογ. ισχύος 16 ΗΡ είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα για πρώτη φορά στις 16/2/1977 και μετεβιβάσθηκε στο όνομα του εναγόμενου κατά ποσοστό 50% και στο όνομα της Τ. Π. του Ρ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στις 31.8.1982 ενώ στη συνέχεια πουλήθηκε από αυτούς και εκδόθηκε στις 7/10/1982 άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του αγοραστή Γ. Σ., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο 325071/19.9.2001 πιστοποιητικό Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Νομαρχίας Αθηνών. Επίσης ο εναγόμενος πριν από την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα είχε αποκτήσει από αγορά από τον Ε. Π. με το υπ` αριθ. .../19.7.1966 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Μανωλόπουλου που μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου ένα οικόπεδο έκτασης 212 τετραγωνικά μέτρα εκτός σχεδίου πόλεως στην θέση Ανάβρυτα ή Μάνδρα Πάλλη του Δήμου Αμαρουσίου αντί αναφερόμενου τιμήματος από δραχμές 25.000. Ο εναγόμενος κατά το διάστημα από Απρίλιο 1970 μέχρι και Απρίλιο 1971 ήταν ιατρός σε αγροτικό ιατρείο σε ορεινό χωριό (Ροδαυγή) στην περιφέρεια της Νομαρχίας Άρτης. Τα χρήματα που ελάμβανε ο εναγόμενος ως αμοιβή και για οδοιπορικά έξοδα όσο ήταν αγροτικός ιατρός δεν υπερέβαιναν τις 12.750 δραχμές ανά μήνα μικτά και τις 8.726 δραχμές μετ` αφαίρεση των κρατήσεων όπως προκύπτει από προσκομιζόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις προσωπικού αγροτικών ιατρείων και Υγειονομικών Σταθμών Νομού Αρτης Ιανουαρίου 1971 Φεβρουαρίου 1971, Μαρτίου 1971, Απριλίου 1971. Από το ότι την ίδια χρονική περίοδο που ήταν αγροτικός ιατρός εξυπηρετούσε ο εναγόμενος τους κατοίκους της περιοχής του αγροτικού ιατρείου με φάρμακα που διέθεσε σ` αυτούς είχε πρόσθετες απολαβές ο ίδιος που εκτιμάται ότι δεν υπερέβαιναν το ισόποσο των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του ως αγροτικού ιατρού ανεξάρτητα από το ότι από τον εξετασθέντα μάρτυρα Β. Δ. υπολογίζονται τα μηνιαία έσοδα του εναγόμενου όσο εργάζονταν ως αγροτικός ιατρός από το ότι του είχε πει ο ίδιος ο εναγόμενος σε 15.000 δραχμές μηνιαίως από την εργασία του στο αγροτικό ιατρείο και σε 15.000 δραχμές μηνιαίως από τα φάρμακα που διέθετε στο ίδιο διάστημα.

Στη συνέχεια ο εναγόμενος από το 1972 μέχρι το 1974 ήταν σε νοσοκομείο στην Αθήνα ως ειδικευόμενος ιατρός μαιευτήρας-χειρουργός και αμείβονταν όπως οι γιατροί που έκαναν ειδικότητα σε τέτοια νοσοκομεία, απέκτησε δε την ειδικότητα του μαιευτήρα γυναικολόγου όπως κατετέθη από τους μάρτυρες το έτος 1974. Ο εναγόμενος άνοιξε ιδιωτικό ιατρείο όσο ήταν ακόμη ειδικευόμενος ιατρός σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ... αριθμός .... (Αμπελόκηποι) το οποίο αγόρασε τον Οκτώβριο του έτους 1972. Συνέχισε ο εναγόμενος μετά την απόκτηση της ειδικότητας του μαιευτήρα γυναικολόγου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ειδικευόμενος ιατρός στο νοσοκομείο "...". Ήταν πολύ ικανός ο εναγόμενος ως ιατρός στην ειδικότητα του και απέκτησε παράλληλα σημαντική ιδιωτική πελατεία με την πάροδο των ετών ιδίως μετά το έτος 1976, έγινε δε γνωστός ανά την Ελλάδα διότι ήταν από τους πρώτους που προήλθαν στην ημεδαπή σε επιτυχή εφαρμογή της μεθόδου της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Δεν προσκομίστηκαν φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος σχετικά με τα έσοδα του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα ούτε κατά τα επόμενα έτη μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων.

Στο δικόγραφο της από 5/2/1990 υπ` αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 479/6.2.1990 αγωγής της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει διατροφή σε χρήμα ανά μήνα στην ίδια την ενάγουσα και σε καθ` ένα των ανηλίκων τέκνων του Σ. και Α. για ένα έτος, από την επίδοση της η ενάγουσα υπολόγισε ότι τα μηνιαία εισοδήματα του εναγόμενου από τη συμμετοχή του ως κύριου μέτοχου στην εταιρεία .....................και ως ιατρού που ασχολείτο σε εκείνο το μαιευτήριο και ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα και από το προσωπικό του ιατρείου στη ... αριθμό 194, καθώς και από ενοίκια που εισέπραττε από διαμερίσματα και καταστήματα που διατηρούσε στην Άρτα ανέρχονταν σε 15.000.000 δραχμές ανά μήνα συνολικά ενώ με την 240/990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 16/10/1989 αιτήσεως της ενάγουσας για επιδίκαση προσωρινής διατροφής υπέρ της ίδιας ατομικώς και για τα άνω υπό την επιμέλεια της ανήλικα τέκνα της υπολογίστηκαν τα μηνιαία έσοδα του εναγόμενου από την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος και τις εν γένει επαγγελματικές του δραστηριότητες σε ποσό κυμαινόμενο κατά μέσο όρο ανά μήνα μεταξύ των 4.000.000 δραχμών και 5.000.000 δραχμών κατά το χρόνο συζήτησης εκείνης της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 27/10/1989.

Προηγουμένως επί άλλης από 1/3/1984 αγωγής της ενάγουσας να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε αυτήν και στα τρία ανήλικα τέκνα των διατροφή σε χρήμα για διάστημα (10) δέκα μηνών από της επιδόσεως της είχε εκδοθεί η 2050/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή αυτών και έκρινε ότι ο ενάγων ως ιατρός γυναικολόγος με ιδιωτικό ιατρείο και ευρύτατη πελατεία που διενεργούσε τις πάσης φύσεως επεμβάσεις και τοκετούς στο μαιευτήριο με το οποίο συνεργαζόταν ως άμισθος επιστημονικός σύμβουλος κέρδιζε μηνιαίως περί τις 200.000 δραχμές. Η ενάγουσα σε άλλη από 1/3/1984 αίτηση της απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση απαιτήσεως της ιδίας και των τέκνων της για διατροφή των έναντι του αντιδίκου συζύγου της και πατέρα των ανηλίκων μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών επί διαμερίσματος και αγροτεμαχίων, ιδιοκτησίας του ανωτέρω υπολόγιζε τα μηνιαία εισοδήματα του εναγόμενου ως μαιευτήρα γυναικολόγου από ιατρικές επισκέψεις, τοκετούς και εγχειρήσεις σε 900.000 δραχμές.

Από τους μάρτυρες δεν προσδιορίστηκαν τα έσοδα του εναγόμενου ως προς το ύψος αυτών από την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα μέχρι τη λύση αυτού αλλά έγινε αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα και ότι για την αγορά ορισμένων τα πρώτα έτη της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων συνέβαλαν και οι γονείς του ενώ οι μάρτυρες που εξετάστηκαν από την πλευρά της ενάγουσας έκαναν λόγο για συνεισφορά και της ενάγουσας. Από την προσκομιζόμενη από 30.1.1991 βεβαίωση της Διεύθυνσης Χρηματικού της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού υπ` αριθμό πρωτοκόλλου 4107 προκύπτει ότι από τον Απρίλιο του έτους 1970 μέχρι την 22.7.1979 ήτοι μετά πάροδο τριμήνου αφότου αποχώρησε η ενάγουσα λόγω προώρου συνταξιοδότησης από την άνω υπηρεσία οι καταβληθείσες στην ανωτέρω ως μόνιμη υπάλληλο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού αποδοχές ανήλθαν: α) για το άνω εννεάμηνο του έτους 1970 σε δραχμές 33.049 (μικτά) και σε 25.038 δραχμές (καθαρά) β) για το έτος 1971 σε δραχμές 48.454 (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 42.628 δραχμές γ) για το έτος 1972 σε 55.552 (μικτά) δραχμές και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 49.766 δραχμές δ) για το έτος 1973 σε δραχμές 61.575 (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 55.153 ε) για το έτος 1974 σε 90.666 δραχμές (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 73.054 δραχμές στ) για το έτος 1975 σε 114.516 δραχμές (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 102.807 δραχμές ζ) για το έτος 1976 σε 114.591 δραχμές (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 129.832 δραχμές η) για το έτος 1977 σε 178.955 δραχμές (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 161.286 δραχμές θ) για το έτος 1978 σε 249.442 δραχμές (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 224.996 δραχμές και ι) για το διάστημα από 1.1.1979 μέχρι 22.7.1979 σε 169.509 δραχμές (μικτά) και μετ` αφαίρεση των κρατήσεων σε 151.841 δραχμές.

Από την προσκομιζόμενη υπ` αριθ. πρωτ. Τ 13306/90/7.1.1991 βεβαίωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι στην ενάγουσα που συνταξιοδοτήθηκε από 24/7/1979 με την 53140/1979 πράξη το σύνολο των ποσών που της καταβλήθηκαν ανήλθε α)από 24.7.1979 έως 31.12.1979 σε 30.819 δραχμές β) για το έτος 1980 σε 88.934 δραχμές γ) για το έτος 1981 σε 108.653 δραχμές δ) για το έτος 1982 σε 180.313 δραχμές ε) για το έτος 1983 σε 251.098 δραχμές στ) για το έτος 1984 σε 312.861 δραχμές ζ) για το έτος 1985 σε 370.608 δραχμές η) για το έτος 1986 σε 411.715 δραχμές θ) για το έτος 1987 σε 454.247 δραχμές ι) για το έτος 1988 σε 580.845 δραχμές ία) για το έτος 1989 σε 706.067 δραχμές ενώ από 1.1.1990 η μηνιαία σύνταξη που ελάμβανε η ενάγουσα υπερέβαινε τις 50.000 δραχμές και από 1/9/1990 τις 54.000 δραχμές. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος από την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού στις 23.7.1989 ήταν τα εξής: α) το προαναφερθέν διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο της επί της οδού ... αριθμός 194 πολυκατοικίας από (4) τέσσερα δωμάτια, προθάλαμο, λουτρό, κουζίνα, το δωμάτιο υπηρεσίας, αποχωρητήριο, διάδρομο κι εξώστη, το οποίο είχε όγκο ιδιόκτητο 288,96 κυβικά μέτρα και όγκο κοινοχρήστων 48,40 κυβικά μέτρα και ήταν επιφάνειας περί τα 92 τετραγωνικά μέτρα, το οποίο αγόρασε με το νομίμως μεταγραφέν στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών .../17.10.1972 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Σπ. Στασινοπούλου αντί πραγματικού τιμήματος από 700.000 δραχμές εν όψει της προ του έτους 1958 ανεγέρσεως αυτής της πολυκατοικίας β) επί του κειμένου στη Άρτα επί της οδού ... προαναφερθέντος ακινήτου, που είχε αποκτήσει κατά 4/12 εξ αδιαιρέτου πριν από το γάμο του μετά την κατεδάφιση των επ` αυτού παλαιών ισόγειων καταστημάτων και την υπαγωγή του στις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις με το υπ` αριθμό .../24.3.1976 συμβόλαιο σύστασης οροφοκτησίας του Συμβολαιογράφου Άρτης, Παναγιώτου Τσίκου το οποίο μετεγράφη νόμιμα και υπεγράφη από όλους τους συνιδιοκτήτες μεταξύ των οποίων πλην του εναγόμενου ήταν οι Α. χήρα Ι. Τ., Ε. Ι. Τ. και Α. Α. Τ. περιήλθε στον ενάγοντα ένα ισόγειο κατάστημα υπό στοιχεία τρία (3) εμβαδού 19,56 τετραγωνικών μέτρων μετά του ενός αυτού κλειστού εξώστη (πατάρι) και ένα διαμέρισμα αποτελούμενο από τρία δωμάτια, χώλ, οφίς, κουζίνα και λουτροκαμπινέ εμβαδού 68 τετραγωνικών μέτρων στο δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας από υπόγειο, τρεις ορόφους και δώμα που θα ανεγειρόταν με βάση τα σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Ζ. και κτίσθηκε κατά τα έτη 1977 και 1978 αποπερατωθείσα εντός του πρώτου τετράμηνου του έτους 1979.

Στον ενάγοντα αναλογούσε, από τα ποσά που απαιτήθηκαν για την άδεια κατεδάφισης, τη μελέτη του μηχανικού, την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τα συμβολαιογραφικά έξοδα και τις δαπάνες ανέγερσης της πολυκατοικίας πόσο από 1.500.000 δραχμές γ) ένα αγροτεμάχιο (οικόπεδο) στη θέση "Ανάβρυτα" ή "Μάνδρα Πάλλη" της περιφέρειας του Δήμου Αμαρουσίου εκτός σχεδίου πόλεως συνολικής εκτάσεως 848,60 τετραγωνικών μέτρων με πρόσοψη σε ιδιωτική οδό, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου υπ` αριθμό .../13.7.1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Κων. Κατσούδα αντί πραγματικού τιμήματος 1.800.000 δραχμών, από το οποίο πιστώθηκε το ποσό των 800.000 δραχμών, που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τρεις δόσεις 400.000 δραχμές στις 30.11.1979, 200.000 δραχμές στις 28/2/1980 και 200.000 δραχμές στις 30/6/1980 μετά την αποπληρωμή των οποίων συντάχθηκε εξοφλητική πράξη ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ή μέχρι τη λύση του γάμου των ανεγέρθη επί του εν λόγω οικοπέδου οικία από τον εναγόμενο. Η εξετασθείσα ως μάρτυρας Α. Κ., θεία της ενάγουσας, αόριστα έκανε λόγω για ανέγερση στο οικόπεδο στο Μαρούσι κτίσματος για κατοικία εμβαδού 100 τετραγωνικών μέτρων η δαπάνη ανέγερσης του οποίου υπολογίστηκε από τη μάρτυρα σε 10.000.000 δραχμές, ενώ ο εναγόμενος δέχεται με όσα αναφέρει στις προτάσεις του σε προηγούμενη συζήτηση που προσκομίζονται ότι στο έτερο αγροτεμάχιο εμβαδού 212 τ.μ στα Ανάβρυτα Αμαρουσίου που είχε αγοράσει πριν από το γάμο του με την ενάγουσα με το .../1966 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Μανωλόπουλου έχει ανεγείρει μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του με την αντίδικο του οικία που εξακολουθεί να υφίσταται, δ) ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 1.113,32 τετραγωνικών μέτρων στη θέση "Ξυλοκέριζα" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Νέας Μάκρης κοντά στην παραλία εκτός του σχεδίου της άνω κοινότητας μετά της επ` αυτού ισογείου προκατασκευασμένης λυόμενης οικίας εμβαδού 52,38 τετραγωνικών μέτρων για την ανέγερση της οποίας είχε εκδοθεί η .../13.6.1696 άδεια του γραφείου Πολεοδομίας Υπουργείου Δημοσίων Εργων δυνάμει του υπ` αριθμό .../25.8.1981 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Σπανδάγου ως αναπληρούντος τον Συμβολαιογράφο Αθηνών Νικόλαο Στασινόπουλο, νομίμως μεταγραφέντος αντί πραγματικού τιμήματος 5.000.000 δραχμών από το οποίο ποσό 3.000.000 δραχμών πιστώθηκε και ορίστηκε ότι θα καταβάλλονταν σε είκοσι μηνιαίες δόσεις από 150.000 δραχμές κάθε μία με έναρξη καταβολής από 7-10-1981 η πρώτη και την αντίστοιχη ημέρα κάθε επομένου μηνός οι υπόλοιπες.

Στο ακίνητο αυτό ο εναγόμενος προήλθε μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκου σε κατασκευή προσθήκης εμβαδού 80 τετραγωνικών μέτρων επί της εντός αυτού οικίας κατά τα έτη 1986-1987 και για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 ν. 1337/1983 προφανώς από την άνευ προηγουμένης οικοδομικής αδείας συνέχιση εκτέλεσης σχετικών με την άνω επέκταση οικοδομικών εργασιών στις 5/12/1987 κηρύχθηκε ένοχος και επιβλήθηκε στον ενάγοντα από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ποινή φυλάκισης είκοσι ημερών με την 95218/1990 απόφαση του, που προσκομίστηκε σε απόσπασμα. ε) ημιτριώροφη παλαιά οικοδομή από ημιυπόγειο αποτελούμενο από δωμάτιο, πλυντήριο, αποθήκη και χώρο εγκατάστασης καλοριφέρ, ισογείου αποτελούμενου, από δύο δωμάτια σαλλοτραπεζαρία, χώλ, μαγειρείο, οffice και αποχωρητήριο και από ανώγειο όροφο αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια λουτρό και μία αποθήκη μετά του οικοπέδου της εκτάσεως κατά πρόσφατη νεότερη μέτρηση 570 τετραγωνικών μέτρων στο Παλιό Ψυχικό Αττικής, επί της οδού ... αριθμός .. για την αγορά του οποίου, δυνάμει των νομίμως μεταγραφέντων .../ 25.9.1987 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιφιγένειας Χριστιά και .../26.10.1987 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη κατεβλήθη πραγματικό τίμημα 25.000.000 δραχμές για την αγορά των 3/4 εξ αδιαιρέτου αυτού στην πωλήτρια Θ. σύζυγο Ι. Τ. και πραγματικό τίμημα 7.500.000 δραχμές για την αγορά του 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτού στους πωλητές αυτού του ιδανικού μεριδίου Α. Φ. και Μ. Φ..

Την οικοδομή αυτή επισκεύασε και αναπαλαίωσε ο εναγόμενος κατά τα επόμενα έτη 1988 και 1989 και χρησιμοποιεί από το φθινόπωρο του έτους 1989 εφεξής ως κύρια κατοικία του στ) σε ανεγειρόμενη και ευρισκόμενη στο στάδιο επιχρισμάτων επταόροφη πολυκατοικία στην Αθήνα σε οικόπεδο στη θέση Αμπελόκηποι εμβαδού 373,79 τετραγωνικών μέτρων με προσόψεις επί των οδών ... αριθμός 43-45, Α. ... αριθμός 21 και ... αριθμός 10-12 που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002, 1117 Αστικού Κώδικα αγόρασε ο εναγόμενος την υπό στοιχεία Α1, διηρημένη ιδιοκτησία στο πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνεια 129 τετραγωνικών μέτρων, την υπό στοιχεία Β1 διηρημένη ιδιοκτησία στο δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 129 τετραγωνικών μέτρων και υπό στοιχεία Γ1 διηρημένη ιδιοκτησία στο τρίτο πάνω στο ισόγειο όροφο, επιφανείας 129 τετραγωνικών μέτρων, που θα διαμορφώνονταν ανάλογα για τη στέγαση επιστημονικού κέντρου και την άσκηση σ` αυτό από τον εναγόμενο του επαγγέλματος του ως ιατρού μαιευτήρα γυναικολόγου δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθ. .../4-7-1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου .......... , ως αναπληρώτρια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθήνας συζύγου ......... αντί του συνολικού τιμήματος 49.000.000 δραχμών από το οποίο ποσό 30.000.000 δραχμών πιστώθηκε και ορίστηκε ότι θα καταβάλλονταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών στις πωλούμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες και των αναλογούντων κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας σε τρεις δόσεις από 10.000.000 δραχμές κάθε μία κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Επίσης ο εναγόμενος κατά το διάστημα των ετών 1978-1982 απέκτησε μετοχές της ανώνυμης εταιρείας που εκμεταλλευόταν το Μαιευτήριο "........" η ονομαστική αξία εκάστης των οποίων δεν υπερέβαινε τις 1.000 δραχμές. Ο εναγόμενος περαιτέρω κατά το έτος 1994 αυτές τις 3.000 μετοχές εκποίησε αντί του ποσού των 1.000 δραχμών η καθεμία. Είναι ανακριβής η περικοπή της κατάθεσης της μάρτυρας Α. Κ. ότι είχε ο εναγόμενος 120 μετοχές αξίας 500.000 δραχμές κάθε μία, στην ανώνυμη εταιρεία που εκμεταλλευόταν μαιευτήριο και γυναικολογικό κέντρο "......", παρασυρόμενη από όσα ανέφερε η ενάγουσα, στην ένδικη αγωγή της ότι ο εναγόμενος απέκτησε στο χρονικό διάστημα 1978-1982, 120 μετοχές του Μαιευτηρίου Αθηνών ονομαστικής αξίας 98.000 δραχμές κάθε μία και πραγματικής αξίας 500.000 δραχμές κάθε μία. Το έτος 1985 κατέστη ο εναγόμενος για πρώτη φορά μέτοχος της εταιρείας .................... όταν απέκτησε 10 μετοχές ονομαστικής αξίας 2.000 δραχμών κάθε μία όπως προκύπτει από το 1188/1989 έγγραφο της .................. Α. Ε. Στη συνέχεια αγόρασε ο εναγόμενος 10.000 μετοχές του άνω Μαιευτηρίου και έγινε ο κυριότερος μέτοχος αυτής της ανώνυμης εταιρείας, όπως ανέφερε στην κατάθεση της η μάρτυρας Ι. Μ. και επιβεβαιώνεται και από όσα κατέθεσε ο μάρτυρας Β. Δ. που δεν γνώριζε από πότε άρχισε να αγοράζει ο εναγόμενος μετοχές στην εταιρία ............... αλλά είπε ότι αγόρασε 10.000 μετοχές αυτής της ανώνυμης εταιρείας ο εναγόμενος και με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυξήθηκε και ο αριθμός των μετοχών που ανήκαν στον εναγόμενο καθώς και ότι ο τελευταίος αγόρασε και νέες μετοχές αυτής της εταιρείας. Δεν προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ο ακριβής αριθμός των μετοχών της Ι. .................. Α.Ε. που ανήκαν κατά κυριότητα στον εναγόμενο κατά το χρόνο αμετακλήτου λύσεως του γάμου του με την ενάγουσα.

Το Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι απεδείχθη ακόμα από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα από την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο μέχρι τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των, τον Ιανουάριο του έτους 1983 συνεισέφερε στην κάλυψη των αναγκών της οικογένειας των με χρήματα που προέρχονταν από τις αποδοχές της, ως υπαλλήλου στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού κατά το από Απριλίου 1970 έως Ιούλιο 1979 διάστημα, για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω και από τα ποσά που ελάμβανε στη συνέχεια λόγω συντάξεως της από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κατά το από Ιουλίου 1979 έως Ιανουαρίου 1983 διάστημα αλλά παράλληλα και με υπηρεσίες που προσέφερε η ίδια στο συζυγικό οίκο, για την καθαριότητα των χώρων, το πλύσιμο και σιδέρωμα των ρούχων, των μελών της οικογένειας των, την παρασκευή φαγητού και τις συναφείς εργασίες για την περιποίηση και φροντίδα των ανηλίκων τότε τέκνων των και του εναγόμενου συζύγου της. Δεν αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκε σταθερά κατά το άνω διάστημα τρίτο πρόσωπο στη συζυγική κατοικία των διαδίκων ως οικιακή βοηθός. Δεν υπέπεσε στην αντίληψη των εξετασθέντων μαρτύρων ότι είχε προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες της ως οικιακή βοηθός διαρκώς ή για μεγάλο χρονικό διάστημα στην κατοικία των διαδίκων η Π. Σ. Θ., που ήταν συγγενής της ενάγουσας ή άλλο συγκεκριμένο άτομο. Η μάρτυρας Χ. Τ., που ήταν αδερφή του εναγόμενου, έκανε λόγο στην κατάθεση της ότι αυτός είχε προσλάβει την Π. Σ. για τις οικιακές εργασίες στην κατοικία των διαδίκων και ότι την απασχολούσε για αρκετά χρόνια. Δεν είχε ίδια αντίληψη η μάρτυρας αυτή, για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών εκ μέρους της κατονομαζόμενης αυτής γυναίκας διότι δεν έμενε μαζί τους ούτε επισκεπτόταν την ενάγουσα, μετά το γάμο της τελευταίας, με την οποία είπε ότι ήταν φίλες και συνάδελφοι στη στρατιωτική υπηρεσία.

Η ανωτέρω μάρτυρας είχε πρωτοδιορισθεί σε άλλη υπηρεσία στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού στην Αθήνα και στη συνέχεια υπηρέτησε στο Στρατολογικό Γραφείο στην Άρτα και δεν κατοικούσε στην Αθήνα. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης της παραδέχτηκε η μάρτυρας αυτή ότι δεν γνώριζε πόσο ασχολήθηκε η Π. Σ. ως οικιακή βοηθός στην κατοικία των διαδίκων αλλά υποστήριξε ότι απασχολήθηκε εκεί πάνω από δύο μήνες. Από όσα ανέφεραν στις καταθέσεις τους, οι κατά πρόταση της ενάγουσας εξετασθείσες μάρτυρες Ι. Μ. και Α. Κ. προκύπτει ότι η μητέρα της ενάγουσας συγκατοικούσε με τους διαδίκους στην κατοικία τους, αρκετά από τα έτη της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και έκαναν μαζί με την ενάγουσα τις οικιακές εργασίες παραδέχεται δε και στην έφεσή της, η ενάγουσα την παροχή τέτοιων υπηρεσιών από τη μητέρα της. Οι υποχρεώσεις της ενάγουσας όσο εργάζονταν στην προαναφερθείσα δημόσια υπηρεσία και οι αυξανόμενες ευθύνες της έναντι των τριών τέκνων της που απέκτησε διαδοχικώς πριν αποχωρήσει από την άνω υπηρεσία για να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα σε συνδυασμό με την ενασχόληση της και με τα ζητήματα του συζυγικού οίκου της περιόριζαν το χρόνο της για ενασχόληση της με την παροχή προσθέτων υπηρεσιών ως γραμματέα στο ιατρείο του εναγόμενου συζύγου της κατά τις απογευματινές ώρες τα πρώτα χρόνια λειτουργίας αυτού. Δεν κρίνεται από όσα ανέφεραν αορίστως οι κατά πρόταση της εξετασθείσες μάρτυρες χωρίς να έχουν ίδια αντίληψη ότι η ενάγουσα πήγαινε σταθερά μετά την έναρξη λειτουργίας του ιατρείου του εναγόμενου στο διαμέρισμα επί της ... εκεί όλες τις ημέρες που δεχόταν ο τελευταίος πελάτισσες του και παρείχε υπηρεσίες γραμματέα του μέχρι τη διαταραχή των σχέσεων τους. Δεν κρίνονται επίσης πειστικές οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων της ενάγουσας ως προς τα ζητήματα ότι αυτή κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και πριν τη διακοπή αυτής ελάμβανε χρήματα από συγγενείς της όπως η μητέρα της, ο αδερφός της Κ. που είχε μεταβεί και εργάζονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η από τους μάρτυρες θεία της Α. Κ. και ότι διέθεσε αυτά για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στο όνομα του εναγόμενου συζύγου της. Δεν γινόταν λόγος στην ένδικη αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη ότι συνέβαλε η ενάγουσα στα αποκτήματα του άνω συζύγου της με χρηματικές παροχές των συγγενών τους.

Μετά την έναρξη της αντιδικίας και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβλήθηκε από την ενάγουσα τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους της χωρίς να προσκομιστούν έγγραφα από τα οποία να πιστοποιείται ότι δόθηκαν στην ενάγουσα χρήματα για το σκοπό συνδρομής του συζύγου της στην απόκτηση κινητών ή ακινήτων μετά την τέλεση του γάμου των ή ότι καταβλήθηκαν από τους άνω οικείους της χρήματα για λογαριασμό της σε τρίτα πρόσωπα από τα οποία να αγόρασε ο ενάγων περιουσιακά του στοιχεία. Ηταν αποτιμητές σε χρήμα οι παρεχόμενες από την ενάγουσα προσωπικές υπηρεσίες της σε φροντίδες και περιποιήσεις των ανηλίκων τέκνων και του συζύγου της καθώς και σε εργασίες στο συζυγικό οίκο για ευπρεπισμό, καθαριότητα και παρασκευή φαγητού από την τέλεση του γάμου τους και μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Εκτιμάται ανάλογα με την αύξηση των υποχρεώσεων της ενάγουσας με την πάροδο των ετών ότι σε δραχμές 3.000 ανά μήνα ανερχόταν η αξία αυτών των υπηρεσιών κατά τα δύο πρώτα έτη του γάμου της με τον εναγόμενο, σε δραχμές 5.000 ανά μήνα ανέρχονταν η αξία αυτών των υπηρεσιών της τα επόμενα δύο έτη του γάμου τους, σε δραχμές 7.000 ανά μήνα ανήλθε η αξία αυτών των υπηρεσιών της κατά τα έτη από 1974 και μέχρι 1976, σε δραχμές 10.000 ανά μήνα ανερχόταν η αξία των εν λόγω υπηρεσιών της κατά τα έτη 1979, 1978 και τέλος σε δραχμές 15.000 ανά μήνα ανερχόταν η αξία των άνω υπηρεσιών της τα έτη 1981 έως τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Σημειώνεται ότι μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των και την αποχώρηση του εναγόμενου από την συζυγική κατοικία όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους αλλά κατατέθηκε και από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν και επιβεβαιώνεται και από τα δικόγραφα αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων για επιδίκαση προσωρινής διατροφής και αγωγών για τακτική σε χρήμα διατροφής υπέρ της ενάγουσας και των ανήλικων τότε τέκνων των, που ήταν υπό την επιμέλεια της, αλλά και τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και μέχρι τη λύση του γάμου των διαδίκων καταβαλλόταν στην ενάγουσα διατροφή σε χρήμα από τον εναγόμενο για την ίδια και για τα ανήλικα τέκνα της. Κατά την επιδίκαση της διατροφής σε χρήμα απετιμήθη η προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας προς τα τέκνα της, στην υποχρέωση συμμετοχής της ιδίας στις δαπάνες διατροφής των και δεν συνδέεται αιτιωδώς το ότι είχε η ενάγουσα μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο μέχρι την ενηλικίωση της θυγατέρας της Π. και μέχρι το έτος 1989 όσον αφορά τα άρρενα τέκνα της την επιμέλεια αυτών με την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από τον εναγόμενο από τον Ιανουάριο του έτους 1983 μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων.

Εκτιμάται ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην απόκτηση περιουσίας από τον εναγόμενο όσο διαρκούσε η έγγαμη συμβίωση των με τα εισοδήματα από τις αποδοχές της από την εργασία της στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού και από την εργασία της στην συζυγική οικία και για την περιποίηση των τέκνων της και του συζύγου της κατά το μέρος που υπερέβαινε τη σχετική από την έγγαμη συμβίωση υποχρέωση της εν όψει του αυξανόμενου αριθμού των μελών της οικογένειας της και των αναγκών της όπως προέκυψαν και προσδιορίζονταν από την ηλικία τους, την κατάσταση της υγείας τους τον τόπο κατοικίας τους, τις ασχολίες τους και τις εν γένει συνθήκες διαβιώσεως τους στο ποσό των 3.400 μηνιαίως από την τέλεση του γάμου τους μέχρι τέλους του έτους 1970, στο ποσό των 4.000 μηνιαίως κατά το έτος 1971, στο ποσό των 5.000 μηνιαίως κατά το έτος 1972, στο ποσό των 5.600 μηνιαίως κατά το έτος 1973, στο ποσό των 7.000 μηνιαίως κατά το έτος 1974, στο ποσό των 8.500 μηνιαίως κατά το έτος 1975, στο ποσό των 12.000 μηνιαίως κατά το έτος 1976, στο ποσό των 16.000 μηνιαίως κατά το έτος 1977, στο ποσό των 19.000 μηνιαίως κατά το έτος 1978, στο ποσό των 21.000 μηνιαίως κατά το έτος 1979. Εκτιμάται ότι μετά το έτος 1979 η ενάγουσα συμμετείχε με ποσό ανερχόμενο σε 20.000 δραχμές ανά μήνα πέραν του μέτρου υποχρεώσεων της συνεισφοράς στην κάλυψη δαπανών της οικογένειας της διότι αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στις οικιακές εργασίες της και τη φροντίδα των τέκνων της παρά το ότι ήταν μειωμένα τα ποσά τα οποία η ίδια ελάμβανε ως σύνταξη σε σχέση με αυτά των αποδοχών της ως υπαλλήλου εν ενεργεία. Τα έσοδα του εναγόμενου κατά το έτος 1979 και τα επόμενα έτη αυξήθηκαν ακόμα περισσότερο από εκείνα που αποκόμισε από το έτος 1977 και ύστερα ανεξάρτητα από το ότι τα έσοδα του εναγόμενου ως ιατρού και κατά τα προηγούμενα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης των υπερέβαιναν τις αποδοχές της ενάγουσας ως υπαλλήλου. Προκύπτει από όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ότι διέθεσαν χρήματα οι γονείς του εναγόμενου σε αυτόν κατά το διάστημα που διαρκούσε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων για να τον βοηθήσουν να αποκτήσει ορισμένα από τα ακίνητα που αγοράστηκαν και πουλήθηκαν μέχρι το 1981 από τον εναγόμενο και τις μετοχές που αγόρασε όσον αφορά εκείνες της ανώνυμης εταιρείας που εκμεταλλευόταν το μαιευτικό κέντρο "..".

Προσκομίζεται και σημείωμα υπό τύπο επιστολής από 7/10/1982 γραμμένο από τον πατέρα του εναγόμενου με ποσά που διατέθηκαν από αυτούς για την αγορά ορισμένων από τα ακίνητα που αγόρασε ο εναγόμενος από το έτος 1972 μέχρι και το έτος 1981 όπως και σημειώσεις γραμμένες από τον πατέρα του εναγόμενου με λογαριασμούς για τα χρήματα που καταβλήθηκαν από τους συνιδιοκτήτες για την ανέγερση της πολυκατοικίας στην οδό ... στην Άρτα με συνημμένες αποδείξεις των εργολάβων και τεχνιτών για τα χρήματα που έλαβαν από τον πατέρα του εναγόμενου για διάφορες εργασίες στην υπό κατασκευή άνω πολυκατοικία κατά τα έτη 1977, 1978 και 1979. Ήταν συνταξιούχοι δάσκαλοι οι γονείς του εναγόμενου και είχαν αποταμιεύσεις εκτός από την κατοικία τους στην Άρτα και αγροτικό ακίνητο με πορτοκαλιές και συνέδραμαν τον εναγόμενο που ήταν το μόνο τέκνο τους στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και πριν από το γάμο του με την εναγόμενη. Το διαμέρισμα στη ... 194 αγοράστηκε αντί του προαναφερθέντος τιμήματος από το οποίο ποσό 520.000 δραχμών διετέθη από χρήματα που δόθηκαν από τους γονείς του στον εναγόμενο, ποσό 120.000 δραχμές δόθηκε από τον τελευταίο από χρήματα που είχε συγκεντρώσει από τους μισθούς του ως αγροτικός ιατρός και τη διακίνηση φαρμάκων στην περιοχή που είχε υπηρετήσει μέχρι το προηγούμενο της αγοράς έτος σαν τέτοιος ιατρός και ποσό 60.000 δραχμών προερχόταν από την προαναφερθείσα συμβολή της ενάγουσας με χρήματα από τις αποδοχές της και με την αποτίμηση σε χρήμα της πλέον του μέτρου των υποχρεώσεων της παροχής των υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο και τη φροντίδα της για το ανήλικο τέκνο της και για το σύζυγο της.

Επομένως σε ποσοστό 8,57% ανήλθε η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του άνω περιουσιακού στοιχείου από το σύζυγο της κατά τη διάρκεια του γάμου των και όχι σε μεγαλύτερο ποσοστό όπως αβάσιμα ισχυρίζονταν η ίδια και υποστήριξαν υπερβάλλοντας ως προς το ποσοστό συμμετοχής της οι μάρτυρες που εξετάστηκαν κατά πρόταση της. Τα χρήματα που αναλογούσαν στο μερίδιο του εναγόμενου στο ακίνητο στην οδό ... στην Άρτα για τη δαπάνη ανέγερσης επ` αυτού μετά την υπαγωγή του στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας της πολυώροφου οικοδομής από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο καθώς και δώμα, στην οποία κατέστη ο εναγόμενος κύριος του υπό στοιχείου 3 καταστήματος και του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου καταβλήθηκαν εξ ολοκλήρου από χρήματα που διέθεσαν οι γονείς του εναγόμενου και δεν υπήρχε καμιά συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση αυτών των οριζοντίων ιδιοκτησιών από τον αντίδικο της στην άνω πολυκατοικία η ανέγερση της οποίας άρχισε το 1977 και ολοκληρώθηκε εντός του πρώτου εξαμήνου 1979. Το αγροτεμάχιο (οικόπεδο) στη θέση "Ανάβρυτα" Αμαρουσίου αγοράστηκε με χρήματα από τα οποία ποσό 1.000.000 δραχμών διετέθη από τους γονείς του εναγόμενου, ποσό 650.000 δραχμών διετέθη από έσοδα του εναγόμενου από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και ποσό 150.000 δραχμών που προερχόταν από συμβολή της ενάγουσας με χρήματα από τα έσοδα της από την εργασία της και με την αποτίμηση σε χρήμα, πλέον του μέτρου των υποχρεώσεων της, παροχής υπηρεσιών της στη συζυγική κατοικία και φροντίδων για την περιποίηση των τέκνων της και του συζύγου της. Επομένως σε ποσοστό 8,33% ανήλθε η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του άνω περιουσιακού στοιχείου από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια του γάμου των και όχι σε μεγαλύτερο ποσοστό όπως αβάσιμα η ίδια και οι από την πλευρά της εξετασθέντες μάρτυρες υποστηρίζουν. Το ακίνητο στην "Ξυλοκέριζα" στη Νέα Μάκρη Αττικής με την εντός αυτού εγκατεστημένη λυόμενη οικία αγοράστηκε με χρήματα από τα οποία οι γονείς του εναγόμενου διέθεσαν για το φόρο μεταβίβασης και τα έξοδα του συμβολαίου του δραχμές 400.000 και για το τίμημα 2.000.000 δραχμές, από τους οποίους ανελήφθη και η πληρωμή του από 700.000 δραχμές μέρους των δόσεων του τιμήματος που πιστώθηκε, ενώ από χρήματα που προερχόταν από έσοδα του εναγόμενου από την εργασία του πληρώθηκε μέρος του τιμήματος από 2.000.000 δραχμές και η ενάγουσα συμμετείχε κατά το υπόλοιπο ποσό από 300.000 δραχμές με χρήματα της και με την παροχή της προσωπικής εργασία της στο συζυγικό οίκο και με τις αποτιμητές σε χρήμα φροντίδες και περιποιήσεις στα τρία ανήλικα τέκνα της κατά το μέρος που υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρεώσεως συμμετοχής της στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών της κατά το οποίο και απαλλασσόταν ο εναγόμενος από την υποχρέωση πρόσληψης άλλου ατόμου για την παροχή των.

Επομένως σε ποσοστό 6% ανήλθε η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του άνω περιουσιακού στοιχείου από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των. Οι μετοχές της ανώνυμης εταιρίας που εκμεταλλεύονταν το μαιευτήριο κέντρο "...." αγοράστηκαν κατά το διάστημα των ετών 1978-1982 από τον εναγόμενο με χρήματα που κατά το μεγαλύτερο μέρος προέρχονταν από 199 χρυσές λίρες Αγγλίας που διέθεσαν οι γονείς του εναγόμενου και το υπόλοιπο ποσό 1.000.000 δραχμών διέθεσε ο ίδιος από τα έσοδα του από την απόκτηση του ιατρικού επαγγέλματος. Δεν αποδείχθηκε συμμετοχή της ενάγουσας στην αγορά των παραπάνω μετοχών ούτε με μετρητά ούτε με τη συμβολή της με την παροχή υπηρεσιών στον συζυγικό οίκο και με την ενασχόληση της στην ανατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, η δε πέραν των νομίμων ορίων συμμετοχή της στις οικογενειακές ανάγκες τους συνεισφορά της εξηντλήθη στο προαναφερθέν ποσοστό συμβολής της στην απόκτηση από το σύζυγο της των προαναφερθέντων ακινήτων. Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία και ειδικότερα την οικία από ημιυπόγειο, ισόγειο και ανώγειο όροφο στο Παλαιό Ψυχικό μετά του οικοπέδου της και τους τρεις ορόφους πάνω από το ισόγειο στην πολυκατοικία επί των οδών ..., Α. ... και ... στην περιοχή Αμπελοκήπων Αθηνών αγόρασε ο εναγόμενος μετά τετραετία και εξαετία αντιστοίχως από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων από χρήματα από τα έσοδά του ως επιτυχημένου γιατρού μαιευτήρα γυναικολόγου και δεν αποδείχθηκε ουδεμία συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση των άνω ακινήτων από τον εναγόμενο.

Επίσης χωρίς να συνδράμει καθόλου η ενάγουσα προχώρησε ο εναγόμενος στην επέκταση της οικίας στο ακίνητο στην "Ξυλοκέριζα" στη Νέα Μάκρη Αττικής όταν είχε διακοπεί η έγγαμη συμβίωση των, με δικά του δε αποκλειστικώς χρήματα καλύφθηκε η σχετική δαπάνη και δεν σχετιζόταν όπως επισημάνθηκε παραπάνω η άσκηση από την ενάγουσα της επιμέλειας επί του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων με την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου που υπήρξε με την αγορά των προαναφερθέντων ακινήτων εκ μέρους του και με την κατασκευή επεκτάσεως της οικίας του στο παραθαλάσσιο ακίνητο στη Νέα Μάκρη καθώς και με την απόκτηση εκ μέρους του από το έτος 1985 και μετά μετοχών της εταιρείας ............. , απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της ενάγουσας για το ότι συνέβαλε αυτή κατά συγκεκριμένο ποσοστό από 15% έως 1/3 στην απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων από τον εναγόμενο αφού δεν επικαλείται ούτε αποδείχθηκε ότι έδωσε αυτή στον εναγόμενο χρήματα για να καλύψει μέρος του τιμήματος απόκτησης των. Η αξία των ανωτέρω τριών ακινήτων στην απόκτηση των οποίων από τον εναγόμενο συνέβαλε κατά τα προαναφερθέντα και η ενάγουσα κατά τον κρίσιμο όπως προκύπτει από το άρθρο 1400 Αστικού Κώδικα χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων και εκείνου της ασκήσεως της αγωγής λαμβανομένου υπόψη και της μη διαφοροποίησης της λόγω του όχι ικανού χρόνου που διέδραμε μέχρι της πρώτης συζητήσεως κατά τον γενικώς ισχύοντα κανόνα (Κ.Πολ.Δ. 224) ότι για τον καθορισμό της αξίας κάθε παροχής κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά το οποίο παρέχεται η έννομη προστασία, ανέρχονταν εν όψει της θέσεώς τους, του εμβαδού τους, του χρόνου και του τρόπου κατασκευής τους, της χρήσεώς τους, της καταστάσεως τους κατά τα προαναφερθέντα και των εν γένει νομισματικών και οικονομικών συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί και επικρατούσαν τότε στην περιοχή των άνω ακινήτων, σε ποσό 10.000.000 δραχμών όσον αφορά το διαμέρισμα στην πολυκατοικία στη ... αριθμό 194, σε ποσό 35.000.000 δραχμών όσο αφορά το οικόπεδο στη θέση Ανάβρυτα στο Αμαρούσιο Αττικής και στο ποσό 40.000.000 δραχμών όσον αφορά το ακίνητο στην Ξυλοκέριζα Νέας Μάκρης Αττικής με την επ` αυτού λυόμενη οικία χωρίς την επέκταση αυτής.

Επομένως το οφειλόμενο από τον εναγόμενο μέρος για τη συμμετοχή της αντιδίκου του κατά τα ανώτερο στην επαύξηση της περιουσίας του διαρκούντος του γάμου του ανέρχονταν σε ποσό 1.542.600 δραχμές (18.000.000 Χ 8,57%) όσον αφορά το διαμέρισμα στη ... αριθμό 194, σε ποσό 2.915.500 δραχμές (35.000.000 Χ 8,33%) όσον αφορά το αγροτεμάχιο (οικόπεδο) στη θέση Ανάβρυτα ή Μάνδρα Πάλλη στο Αμαρούσιο Αττικής και σε ποσό 2.400.000 δραχμές (40.000.000 Χ 6%) όσον αφορά το οικόπεδο με το λυόμενο οικίσκο στην Νέα Μάκρη Αττικής και συνολικά στο ποσό των δραχμών 6.858.100 αντίστοιχο σε ευρώ 20.126,48 και όχι σε μεγαλύτερο ποσό, δεκτής καθιστάμενης κατά ένα μέρος ως βάσιμης κατ` ουσία της από το άρθρο 1400 παρ.1 εδάφιο τελευταίο Αστικού Κώδικα ενστάσεως του εναγόμενου ότι η συμβολή της αντιδίκου του στην αύξηση της περιουσίας του ήταν μικρότερη από την προβλεπόμενη σε 1/3 της αυξήσεως από το νόμιμο τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδάφιο 2 Αστικού Κώδικα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε διαφορετική αξία των αποκτηθέντων από τον εναγόμενο με συμβολή της ενάγουσας τριών άνω ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, (μεγαλύτερη από την πραγματική για το πρώτο, για το οποίο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν μεγαλύτερου εμβαδού από ότι ήταν στην πραγματικότητα, και μικρότερη αξία από την πραγματική από τα υπόλοιπα δύο) και ότι το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε η ενάγουσα στην απόκτηση των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων του αντίδικου της ήταν μεγαλύτερο από εκείνο κατά το οποίο πράγματι συνέβαλε και με βάση τις άνω παροχές έκρινε ότι έπρεπε να λάβει η ενάγουσα από την αξία των άνω αποκτημάτων των επιπλέον του ανωτέρω προκύπτοντος ότι πράγματι εδικαιούτο, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι βάσιμοι οι λόγοι της εφέσεως του εναγόμενου με τους οποίους αποδίδονται τα σφάλματα αυτά στην εκκαλουμένη ενώ είναι αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και μη υπολογισμό της αξίας των τριών άνω ακινήτων σε ακόμα μεγαλύτερα ποσά καθώς και μη ορθή αποτίμηση της συμβολής της σε ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό πλέον εκείνου που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων από τον αντίδικο της όσο διαρκούσε ο γάμος των.

Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι απεδείχθη ακόμα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η ενάγουσα απέκτησε εξ αγοράς από την Ε. σύζυγο Δ. Α. το γένος Ν. Ν. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../28.11.1975 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ........ το υπό στοιχεία Γ-2 διαμέρισμα του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας που ήταν κτισμένη από το έτος 1968 σε οικόπεδο στη θέση Κόκκινα Χώματα στους Αμπελόκηπους Αθηνών και επί της οδού ... αριθμός 39. Το διαμέρισμα που αγόρασε η ενάγουσα αποτελείτο από τέσσερα κύρια δωμάτια, χωλ, διάδρομο, ένα βοηθητικό δωμάτιο, μαγειρείο λουτροαποχωρητηριο είχε δε εξώστη προς τον ακάλυπτο χώρο και βεράντα προς την οδό ... και είχε επιφάνεια 109,50 τετραγωνικά μέτρα, όγκο ιδιόκτητο μέτρα κυβικά 342 και αναλογία όγκου κοινόχρηστων μέτρα κυβικά 49 και αναλογία συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 88 χιλιοστά. Σε ποσό 1.100.000 δραχμών ανήλθε το πραγματικό τίμημα που καταβλήθηκε για την αγορά στο όνομα της ενάγουσας του πιο πάνω διαμερίσματος, το οποίο ήταν στην ίδια πολυκατοικία στον πέμπτο όροφο της οποίας ήταν το διαμέρισμα υπό στοιχεία Ε-2, που είχε αγοράσει ο εναγόμενος με το .../28.8.1968 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Στασινοπούλου. Υπερτιμάται από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η αξία του εν λόγω διαμερίσματος. Πέρα από την υποκειμενική άποψη της ότι αγοράστηκε αντί 1.800.000 δραχμών το άνω διαμέρισμα δεν ανέφερε άλλα στοιχεία η μάρτυρας πρώτη εξαδέρφη του εναγόμενου ενδεικτικά του ότι γνώριζε τις τιμές των διαμερισμάτων στην περιοχή του άνω ακινήτου εκτός από το ότι είχε ενδιαφερθεί και η ίδια για τέτοια αγορά.

Ο εξετασθείς ως μάρτυρας αδελφός της ενάγουσας αντιφατικά ανέφερε στην κατάθεση του ότι η αξία του άνω διαμερίσματος ήταν 1.800.000 δραχμές και στη συνέχεια υποστήριξε ότι η αξία του ήταν αυτή που αναγράφονταν στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας στο οποίο αναγραφόταν η πώληση τιμήματος 800.000 δραχμών. Κατά τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας αυτού του διαμερίσματος μέρος του τιμήματος θα καταβάλλονταν σε δόσεις και ειδικότερα μέρους αυτού από 320.000 δραχμές θα κατέβαλε η αγοράστρια στην πωλήτρια μέχρι 30.12.1975 από ισόποσο δάνειο που είχε εγκριθεί από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο άλλως από ίδια αυτής χρήματα, έτερο επιμέρους ποσό από 200.000 δραχμές θα κατέβαλε η αγοράστρια μέχρι 30.1.1976 από συμπληρωματικό δάνειο που θα εχορηγείτο σε αυτή από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο άλλως από ίδια αυτής χρήματα και δραχμές 250.000 θα καταβάλλονταν στην πωλήτρια σε τέσσερις άτοκες τριμηνιαίες δόσεις από δραχμές 60.000 η κάθε μία από τις τρεις πρώτες πληρωτέες, την 1/3/1976,την 1/6/1976 και την 1/9/1976 και από 70.000 δραχμές η τελευταία που ήταν πληρωτέα την 1/12/1976. Με χρήματα από τα δάνεια που αποδείχτηκε από όσα κατέθεσε ο εξεταζόμενος ως μάρτυρας ο αδερφός της ενάγουσας στο ακροατήριο του παρόντος Εφετείου στη συνεδρίαση της 20/11/2003 καλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος από το τίμημα που κατέβαλε η ενάγουσα για την αγορά του άνω διαμερίσματος ενώ η μάρτυρας πρώτη ξαδέλφη του εναγόμενου δεν ήταν καλύτερα πληροφορημένη και κατέθεσε εξεταζόμενη ως μάρτυρας στην ίδια συνεδρίαση του Εφετείου ότι δεν ήξερε αν έλαβε και δεύτερο δάνειο η ενάγουσα σχετικά με την αγορά του άνω διαμερίσματος.

Τα υπόλοιπα χρήματα που καταβλήθηκαν για το τίμημα αγοράς αυτού του περιουσιακού της στοιχείου καταβλήθηκαν κατά ένα μέρος (300.000 δραχμές) από χρήματα που είχε αποταμίευση η ενάγουσα και κατά το υπόλοιπο ποσό 280.000 με χρήματα που δόθηκαν από τον εναγόμενο από έσοδα από την εργασία του ενώ δεν πείθεται το δικαστήριο ότι διέθεσαν οι γονείς του εναγόμενου χρήματα για την αγορά αυτού του διαμερίσματος στο όνομα της ενάγουσας εν όψει και των λοιπών προαναφερθεισών παροχών τους προς τον υιό τους για την απόκτηση από τον υιό τους των λοιπών ακινήτων και των μετοχών που αγόρασε πριν από την τέλεση του γάμου του και κατά τη διάρκεια αυτού μέχρι την έναρξη της διάστασης των διαδίκων. Επομένως ο εναγόμενος αντενάγων συμμετείχε στην απόκτηση του άνω διαμερίσματος που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων και τέκνων τους κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των κατά ποσοστό 25,45% και όχι κατά μεγαλύτερο ποσοστό όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος με την ανταγωγή του και κατέθεσε η εξετασθείσα ως μάρτυρας πρώτη εξαδέλφη του. Ετερο περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο ήταν το υπ` αριθμό 10 εμφαινόμενο στο από 12/9/1980 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού εργολήπτη δημοσίων έργων Ι. Β. υπό τα κεφάλαια στοιχεία ΒΓΔΗΙΒ αγροτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλεως στη θέση "Ανάβρυτα" ή "Μάνδρα Πάλλη" της περιφέρειας του Δήμου Αμαρουσίου εμβαδού 201 τετραγωνικών μέτρων με πρόσοψη κατά τη νότια πλευρά του επίσης οδού ... . Το αγροτεμάχιο αυτό ήταν όμορο με εκείνο που είχε αγοράσει στην ίδια περιοχή ο εναγόμενος το έτος 1979 με το .../1979 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Κατσούδα, η ενάγουσα το αγόρασε από την Γ. σύζυγο Σ. Α., το γένος Λ. και Ε. Θ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ` αριθμό .../13-9-1980 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Κατσούδα αντί πραγματικού τιμήματος από δραχμές 440.000 από το οποίο πιστώθηκε μέρος αυτού από 100.000 που ανέλαβε ως υποχρέωση η αγοράστρια να το καταβάλει στην πωλήτρια μέχρι την 30ή/11/1980.

Η ενάγουσα κατέβαλε το τίμημα για την αγορά του άνω αγροτεμαχίου εξ ολοκλήρου με χρήματα που προέρχονταν από το εφάπαξ ποσό που εισέπραξε λόγω της συνταξιοδότησής της και με χρήματα που έλαβε αναδρομικώς για το τελευταίο διάστημα που εργαζόταν ως υπάλληλος στην Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. Είχε διαθέσει ο εναγόμενος αντενάγων χρήματα από τα έσοδα του για την πληρωμή άλλων οφειλόμενων ποσών από αγορές ακινήτων περιουσιακών στοιχείων που είχε πραγματοποιήσει αυτός μέχρι πριν από την αγορά του άνω αγροτεμαχίου από την ενάγουσα σύζυγό του και για αγορά μετοχών της εταιρείας του μαιευτηρίου ..... και δεν συμμετείχε καθόλου στην απόκτηση του άνω αγροτεμαχίου από την αντίδικό του. Είναι αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αντενάγων - εναγόμενος και κατέθεσαν οι κατά πρόταση του εξετασθέντες μάρτυρες. Κατά το χρόνο λύσεως αμετακλήτως του γάμου των διαδίκων και εκείνο της ασκήσεως από τον εναγόμενο με τις κατατεθείσες στο γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 4/12/1990, πριν από την 13-12-1990 αρχικώς ορισθείσα ως δικάσιμο για συζήτηση της εναντίον του αγωγής, προτάσεις του, της ανταγωγής του, ανερχόταν η αξία του άνω διαμερίσματος εμβαδού 109,50 τετραγωνικών μέτρων στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό ... αριθμός .. , στο ποσό των δραχμών 15.000.000 εν όψει της θέσεως του, του εμβαδού του, της καταστάσεως του, του τρόπου κατασκευής και της χρήσεως του και των εν γένει νομισματικών συνθηκών και της γενικότερης επικρατούσης οικονομικής καταστάσεως όπως είχαν διαμορφωθεί στην περιοχή του εν λόγω ακινήτου.

Επομένως, το ποσό που οφείλεται από την αντεναγομένη - ενάγουσα για την κατά ποσοστό μικρότερο του 1/3 κατά μερική παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδάφ. γ` Α.Κ. ισχυρισμού της συμμετοχή του αντενάγοντος - εναγομένου στην επαύξηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου των ανερχόταν στο ποσό των δραχμών 3.817.500 (15.000.000 Χ 25,45%) ισάξιο σε ευρώ 11.203,23". Με βάση τις παραδοχές του αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί μερικά κατ` ουσίαν την καταψηφιστική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για το ποσό των 43.802,11 ευρώ και την αντίθετη ανταγωγή (αναγνωριστική) του τελευταίου κατ` αυτής για το ποσό 11.445,34 ευρώ, και εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, έκανε μερικά δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο- αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 20.126,48 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής αυτής, ενώ έκανε μερικά δεκτή και την ανταγωγή και αναγνώρισε ότι η αντεναγομένη-αναιρεσίβλητη οφείλει στον αντενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 11203,22 ευρώ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, πρώτο υπό στοιχεία 1Α, Β, Ε και δεύτερο υπό στοιχείο 2Α πρόσθετους λόγους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, διότι δεν προσδιορίζεται το ποσό των οικογενειακών αναγκών, ούτε το ποσό κατά το οποίο με βάση τις δυνάμεις της ήταν υποχρεωμένη η ενάγουσα να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των αναγκών αυτών και διότι αποτίμησε με αυξημένα ποσά τις οικιακές και προσωπικές της υπηρεσίες, "χωρίς να θέσει κανένα κριτήριο και καμία βάση για την κρίση της αυτή" Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο, κατά το τρίτο τμήμα του, της αναίρεσης του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συμβολή κάθε διαδίκου στα αποκτήματα του άλλου, δηλαδή, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος είναι πολλαπλάσια των εισοδημάτων της αναιρεσίβλητης, παρόλα αυτά γίνεται δεκτό όχι ότι αυτός συμμετείχε στα δικά της αποκτήματα, όπως θα έπρεπε να είχε γίνει δεκτό αλλά ότι η αναιρεσίβλητη συμμετείχε στα εισοδήματα του αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας όμως, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα, εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα παραπάνω αναφέρονται ότι δέχθηκε αυτό, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή όχι των παραπάνω διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, όλοι οι όροι των διατάξεων αυτών που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Κατά συνέπεια των αμέσως πιο πάνω εκτιθεμένων οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και, επομένως, απορριπτέοι. Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω, ο ίδιος πρόσθετος λόγος (δεύτερος υπό στοιχείο 2Α) με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτός της αοριστίας του, είναι και αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο, από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της αναίρεσης του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να μην προσδιορίζει το ποσό των οικογενειακών αναγκών, ούτε το ποσό κατά το οποίο με βάση τις δυνάμεις της ήταν υποχρεωμένη η ενάγουσα να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των αναγκών αυτών, δεν συμμορφώθηκε προς την προηγηθείσα αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι, όπως από την ίδια προκύπτει, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για τα πιο πάνω ζητήματα. Εξάλλου, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με την περιεχόμενη σ` αυτόν αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά ποιο τρόπο δόθηκε το ποσό των 60.000 δραχμών από την αναιρεσίβλητη ως συμμετοχή της στην αγορά του διαμερίσματος του αναιρεσείοντος επί της ... .. , δηλαδή ποιο μέρος αυτού δόθηκε σε χρήμα και ποιο ποσό αφορά παρασχεθείσες υπηρεσίες της, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή αφορά έλλειψη αναγόμενη στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, διατυπώνεται σαφώς. Ακόμη με τον ίδιο αμέσως παραπάνω λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει και την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι, ενώ το Εφετείο δέχεται, ότι η ενάγουσα προσπαθούσε να εξοφλήσει με δόσεις τα δικά της ακίνητα, δεν αιτιολογεί πως αυτή συμμετείχε με χρήματα της στην απόκτηση των ακινήτων του εναγομένου.

Ομως η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι στην προκείμενη περίπτωση και επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω τμήμα του, είναι απαράδεκτος. Επίσης ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος υπό στοιχείο 2Α, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις περιεχόμενες σ` αυτούς αιτιάσεις ότι δεν αιτιολογείται από την προσβαλλόμενη απόφαση από που προέκυψαν οι 300.000 δραχμές που αφορά συμμετοχή της ενάγουσας στην απόκτηση ακινήτου του εναγομένου, κατά ποιο τρόπο έγινε η καταβολή του τιμήματος του διαμερίσματος που η ενάγουσα αγόρασε το 1975 και εάν, από πού και ποίου ποσού η ενάγουσα έλαβε δάνεια, προκειμένου να καταβάλει το ποσό των 320.000 δραχμών, ενώ δεν αιτιολογείται επαρκώς και η δική του συμβολή, είναι απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, διατυπώνεται σαφώς. Τέλος, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατά τα τμήματα του υπό στοιχεία 5Α και 5Β, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσειων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υποβίβασε σε 440.000 δραχμές την αξία του αγροτεμαχίου στα Ανάβρυτα Αμαρουσίου Αττικής που απέκτησε η αναιρεσίβλητη, παρόλο που αυτός (αναιρεσείων) υποστήριξε ότι αυτή ανέρχεται σε 800.000 δραχμές και ο αρμόδιος έφορος σε 764.000 δραχμές. Και οι αιτιάσεις αυτές αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, γι` αυτό και οι πιο πάνω λόγοι είναι απαράδεκτοι.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους τέταρτο και έκτο, κατά το δεύτερο τμήμα τους, και πέμπτο, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγους της υπό κρίση αιτήσεως και το δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το υπό στοιχείο 2Β αυτού, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αφενός μεν ότι η ενάγουσα δεν ήταν δυνατό να συμβάλει στην απόκτηση του ακινήτου του στη Νέα Μάκρη το 1981 διότι οι σχέσεις τους ήταν πολύ τεταμένες και αφετέρου ότι τα ακίνητα που αυτός απέκτησε στα Ανάβρυτα και στη Νέα Μάκρη δεν ήταν οικόπεδα αλλά αγροτεμάχια. Ακόμη ότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα προέβη σε αποτίμηση των υπηρεσιών της ενάγουσας χωρίς να έχει προταθεί ποσό και χωρίς να προσδιορίζει το μέτρο και τον τρόπο αποτίμησης αυτών, ενώ δέχθηκε και συμβολή της στην απόκτηση των ακινήτων του, παρόλο που οι τότε αποδοχές της ήταν ισχνές. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν συνιστούν "πράγματα" με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής οι πρώτοι και επιχειρήματα αντλούμενα από τις αποδείξεις οι λοιποί, και, επομένως, οι εγκαλούμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέλος, με τον έκτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη γενόμενη απ` αυτόν ομολογία και δη ότι αυτός συνομολόγησε κάποια συμβολή της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματά του. Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιας ομολογίας του αναιρεσείοντος.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ` όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται από ποιά αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Με τους πέμπτο και έβδομο, κατά το δεύτερο τμήμα τους λόγους της αναίρεσης του και με τον τέταρτο κατά το τμήμα του υπό στοιχείο 4Β πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο προέβη σε αποτίμηση των οικιακών υπηρεσιών της ενάγουσας και ακόμη δέχθηκε χορήγηση δανείων στην ενάγουσα από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, χωρίς να διατάξει περί αυτών αποδείξεις. Επίσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος της αναιρεσίβλητης (... 39) ανήλθε σε 1.100.000 δραχμές, ενώ κατά την κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσείοντος ανήλθε σε 1.800.000 δραχμές. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά όμως, δεν αποτελούν "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.

Με τους ίδιους λόγους ο αναιρεσείων προβάλλει και την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ως άνω περιστατικά χωρίς απόδειξη, όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων. Επομένως κατά την ως άνω αιτίαση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.

V. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από τη παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών, κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρετικός λόγος για παραβίαση αυτών παρέχεται μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την εις αυτούς υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία όταν οι σχέσεις των συζύγων είναι τεταμένες δεν είναι δυνατό να συμμετέχει ο ένας σύζυγος στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, με το να δεχθεί, ότι, ενώ οι σχέσεις των διαδίκων συζύγων ήταν τεταμένες, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε συμμετοχή της ενάγουσας στην απόκτηση απ` αυτόν του ακινήτου στη Νέα Μάκρη. Με το λόγο όμως αυτό ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το μέρος του υπό στοιχεία 1Γ και 1Δ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας κατά τα οποία κατά τα έτη 1970 και εφεξής, ο μισθός μιας οικιακής βοηθού ήταν από 800 έως 1.000 δραχμές μηνιαίως, ενώ ο μισθός μιας ιδιωτικής υπαλλήλου πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως ανερχόταν στα ποσά που αναλυτικά εκτίθενται στον ίδιο λόγο. Ομως τα ως άνω εκτιθέμενα δεν αποτελούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, διδάγματα κοινής πείρας, αλλά πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν αντικείμενο απόδειξης, και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ` αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του σχετικά με την αξία του ακίνητου στα Ανάβρυτα Αμαρουσίου, που απέκτησε η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε υπόψη του το υπ` αρ. .../1980 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κατσούδα. Ομως, το Εφετείο, εκτός του ότι κάνει ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση του, βεβαιώνει και ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το αμέσως παραπάνω ζήτημα και "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το παραπάνω έγγραφο και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του αυτό, είναι αβάσιμος.

VIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως μιας αποφάσεως, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Με την έννοια του δεδικασμένου νοείται η δεσμευτικότητα της αναγνωριζόμενης στην απόφαση ως επελθούσης έννομης συνέπειας. Έτσι, η εσφαλμένη παραδοχή της αποφάσεως ως προς την ύπαρξη ή όχι τέτοιας δεσμευτικότητας δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως. Οχι όμως αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο επικαλούμενος το δεδικασμένο ήταν ο εκκαλών και δεν πρότεινε τη σχετική ένσταση με το δικόγραφο της έφεσης. Με τον τρίτο των προσθέτων λόγων αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι μολονότι με την έφεση του ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα των προσωπικών και οικιακών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης έχει κριθεί τελεσιδίκως με την 2050/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό την ύπαρξη δεδικασμένου. Ομως ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο τελευταίος δεν πρότεινε κατά τρόπο ορισμένο την ένσταση του δεδικασμένου στο Εφετείο, (δεν περιέχονται στο πιο πάνω δικόγραφο τα στοιχεία της ένστασης αυτής κατά πλήρη και ορισμένο τρόπο), ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

VIII. Αν το αίτημα της αγωγής περιοριστεί σε αναγνωριστικό δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, δηλονότι από της επίδοσης της καταψηφιστικής αγωγής, αφού η τελευταία θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί κατά το καταψηφιστικό αίτημα (295 παρ.1 ΚΠολΔ). Δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ολ.ΑΠ 13/1994 πλειοψ.). Περαιτέρω κατά το άρθρο 268 παρ.4 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 παρ.1 του ν.3994/2011, η ανταγωγή ασκείται είτε με χωριστό δικόγραφο, που επιδίδεται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση είτε με τις προτάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 237 που στην περίπτωση αυτή κατατίθενται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση είτε, όπου η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, προφορικά, κατά τη συζήτηση. Εξάλλου, στη δίκη κατά την οποία εξετάζεται ανταγωγή που ασκήθηκε με τις προτάσεις η όχληση επέρχεται από τη συζήτηση της ανταγωγής αν ο οφειλέτης δικαστεί κατ` αντιμωλία. Επομένως, αν η ανταγωγή ασκήθηκε με τις προτάσεις (και όχι με χωριστό δικόγραφο που επιδίδεται στον αντεναγόμενο) και στη συνέχεια περιορισθεί το αίτημα της σε αναγνωριστικό, δεν γεννάται υποχρέωση του αντεναγομένου για καταβολή τόκων της απαίτησης όχι μόνο κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, αλλά ούτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, αφού δεν υπάρχει η κατά τις τελευταίες διατάξεις απαιτούμενη προηγούμενη όχληση του αντεναγομένου-οφειλέτη.

Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, επειδή, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε μερικά δεκτή η ανταγωγή που ασκήθηκε με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, δεν επιδίκασε αυτή τόκους, με την αιτιολογία, ότι, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της-ανταγωγής-σε αναγνωριστικό με τις από 4-12-1991 προτάσεις (συμπληρωματικές) στον πρώτο βαθμό του αντενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δηλαδή με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν την προηγούμενη της πρώτης συζητήσεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (5-12-1991) της αγωγής και ανταγωγής, δεν έχει αυτή καταψηφιστικό χαρακτήρα λόγω έλλειψης όχλησης το σχετικό περί καταβολής τόκων αίτημα του αναιρεσείοντα για την ανταγωγική απαίτησή του, δεν είναι νόμιμο. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, αφού, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της ανταγωγής σε αναγνωριστικό, δεν υπάρχει η κατ` άρθρο 340 ΑΚ απαιτούμενη προηγούμενη όχληση της αντεναγομένης-οφειλέτριας. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν` απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Απορρίπτει την από 11-4-2009 αίτηση του Σ. Σ. Τ. για αναίρεση της 6207/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 24-9-2010 πρόσθετους λόγους. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.