Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αποκτήματα γάμου - Συμβολή συζύγου - Τεκμαρτή συμβολή κατά ποσοστό 1/3 (Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, αριθμός απόφασης 28/2012)

Περίληψη: Αποκτήματα γάμου. Συμβολή δικαιούχου. Πραγματικός υπολογισμός. Χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών κατά το ποσόν που υπερβαίνουν την υποχρέωση συνεισφοράς μεταξύ συζύγων. Αοριστία αγωγής ως προς την κύρια βάση της για αναγνώριση της συμβολής σε ποσοστό 65% στην αύξηση της περιουσίας της συζύγου. Κρίνεται ορισμένη ως προς την επικουρική της βάση της τεκμαρτής συμβολής κατά ποσοστό 1/3, για την οποία δεν απαιτείται η απόδειξη της συμβολής ούτε το ποσοστό αυτής. Επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου. Κρίσιμος χρόνος υπολογισμού. Ανέγερση οικοδομής επί οικοπέδου, που αποκτήθηκε από την εναγομένη με προικοδότηση. Μεταβίβαση του ακινήτου με γονική παροχή μετά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης. Η μεταγενέστερη διάθεση δεν επιδρά στην ενοχική αξίωση του ενάγοντος για απόδοση μέρους της επαύξησης της περιουσίας. Γάμος διάρκειας 36 ετών με 3 τέκνα. Μηχανικός πλοίων και εργαζομένη σε Νοσοκομείο. Δάνεια. Πραγματικά περιστατικά. Ισχυρισμοί εναγομένης συζύγου προς ανατροπή του τεκμηρίου. ‘Ενσταση. Βάρος απόδειξης. Παραγραφή της αξίωσης σε περίπτωση τριετούς διάστασης. Αναστολή της παραγραφής μέχρι την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου. Aναγνωρίζει τη συμβολή του ενάγοντος επί της επαύξησης της περιουσίας της εναγομένης συζύγου ως προς την επικουρική της βάση για συμβολή κατά το τεκμαρτό ποσοστό του 1/3.

[...] Νομίμως εισάγεται με την από 31-5-2010 και υπ` αριθμ. πρωτ. 24ΤΠ/2008/2-6-2010 κλήση του ενάγοντος η από 10-2-2008 και υπ` αριθμ. πρωτ. 24ΤΠ/2008 αγωγή του, κατόπιν εκδόσεως επ` αυτής της υπ` αριθμ. 6/2010 μη οριστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η συμπλήρωση της αναφερομένης στο διατακτικό της ελλείψεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεων των συζύγων Β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενα σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών, μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Πιο συγκεκριμένα, δεν αρκεί μόνον η αναφορά του ποσού που συνεισέφερε ο ενάγων και η εν χρήμα αποτίμηση των παραπάνω υπηρεσιών, αλλά πρέπει να καθορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο και το ποσό το οποίο όφειλε αυτός, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ), αφού οι χρηματικές παροχές και οι υπηρεσίες του, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του, συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους.

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Εξ άλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, εν όψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 460/2009, ΑΠ 486/2009, ΑΠ 546/2009, ΑΠ 852/2009, ΑΠ 1889/2007, ΑΠ 1418/2004, ΑΠ 1740/2002, ΑΠ 252/2002, ΑΠ 1658/2001, ΑΠ 926/2000, ΑΠ 1478/2000, ΑΠ 76/1997 οπ., ΕΑ. 2571/91 ΕλΔ 33 166, ΕΑ 6526/91 ΕλΔ 33 164, ΕΠ 1965/88 ΕλΔ 31 1487, Γ. Ν. Διαμαντόπουλο, Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου από τη σκοπιά του δικονομικού δικαίου, ΕλΔ 34 501 επ.). Εξάλλου, η ελλιπής ή ασαφής έκθεση των περιστατικών που κατά νόμο απαιτούνται για να είναι ορισμένη η αγωγή, η πραγματική, δηλαδή, και μάλιστα ποσοτική αοριστία της αγωγής συνεπάγεται ακυρότητα αυτής (ΑΠ 1490/06 ΕλΔ 47 1355). Τέλος γίνεται δεκτό ότι η επίκληση του τεκμαρτού υπολογισμού ενυπάρχει στον ισχυρισμό περί του πραγματικού (ΕΑ 6526/91 ΕλΔ 33 165).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της υπό κρίση αγωγής με αυτήν εκτίθενται τα εξής : Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην πόλη της Σάμου, στις 2-1-1963, από τον οποίο απέκτησαν τρία ήδη ενήλικα τέκνα. Η συμβίωση των διαδίκων έχει διακοπεί από την άνοιξη του έτους 1999, χωρίς έκτοτε να έχει επέλθει συμφιλίωση τους, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής να έχει ήδη συμπληρωθεί τριετία από την έναρξη της διάστασης. Για το λόγο τούτο ο ενάγων άσκησε την υπ` αριθμ. καταθ. 178/2006 αγωγή διαζυγίου η οποία εκκρεμεί ακόμη, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την εναγομένη κατά της υπ`αριθμ. 67/2007 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου με την οποία έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή διαζυγίου. Η εναγόμενη από την τέλεση του γάμου τους και για 14 χρόνια δεν εργαζόταν καθόλου και δεν είχε κανένα εισόδημα από οποιαδήποτε πηγή. Ο ενάγων εργαζόταν με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή. Η εναγόμενη άρχισε να εργάζεται το έτος 1977, τα εισοδήματα της όμως αναλώνονταν αποκλειστικά στην ικανοποίηση ατομικών της αναγκών. Όταν επήλθε η διάσταση ο ενάγων είχε ετήσια εισοδήματα 4.578.309 δρχ. και η εναγόμενη 4.646.800 δραχμές. Μετά την τέλεση του γάμου τους η περιουσία της ενάγουσας επαυξήθηκε, με συμβολή του ενάγοντος, κατά ποσοστό τουλάχιστον 65% , κατά το ποσό των 221.010 ευρώ.

Το τελευταίο αυτό ποσό συνιστά την πραγματική αξία της οικοδομής που περιγράφεται στην αγωγή η οποία ανηγέρθη διαρκούντος του γάμου των διαδίκων σε οικόπεδο που απέκτησε η εναγόμενη με το υπ` αριθμ. 13377/1982 προικοδοτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ`αριθμ. 16675/1985 διορθωτική πράξη, επίσης νομίμως μεταγεγραμμένη, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή με τιμές αναγόμενες στον χρόνο άσκησης της αγωγής. Στην αύξηση αυτή συνέβαλε ο ενάγων κατά ποσοστό τουλάχιστον 65% , με την παροχή του αντίστοιχου αυτού ποσού που απαιτείτο για την ανέγερση της (δαπάνη έκδοσης άδειας 4060 ευρώ, δαπάνης κατασκευής υπογείου 21.159, κατασκευή διαμερίσματος πρώτου ορόφου 62.240 ευρώ, κατασκευή φέροντα οργανισμού μελλόκτιστου κτιρίου 8000, δαπάνη διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 5000) συνολικού ύψους, 100.459, που αντιστοιχεί και στην αξία της οικοδομής κατά το χρόνο έναρξης της διάστασης, προερχομένων από τα εισοδήματα της εργασίας του και το προϊόν δανείου που ελήφθη επ`ονοματι της εναγόμενης , τις δόσεις του οποίου ανελλιπώς μέχρι το έτος 2003 κατέβαλε ο ενάγων. Η αξία δε της οικοδομής αυτής που αποτελεί και την επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά την διάρκεια του γάμου μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της συμπληρώσεως τριετίας με τιμές αναγόμενες στον χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται σε 221.010 ευρώ, όπως προαναφέρεται. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητεί με την αγωγή του να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το 65% του ποσού της αυξήσεως της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, όπως αυτή, κατά τα ανωτέρω, αποτιμάται σε χρηματική αξία, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στην οφειλόμενη στη δική του αποκλειστικά συμβολή αύξηση της περιουσίας της, ανερχομένου στο ποσό των 221.010X65% =143.656 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικώς ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το 1/3 του ποσού της αυξήσεως της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, όπως αυτή, κατά τα ανωτέρω, αποτιμάται σε χρηματική αξία, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στην οφειλόμενη στη δική του αποκλειστικά συμβολή αύξηση της περιουσίας της, ανερχομένου στο ποσό των 221.010X3=73.670 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή, με την οποία ασκείται αξίωση του ενάγοντος για συμμετοχή στα αποκτήματα της συζύγου του, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 18 αριθ. 1, και 22 του Κ.Πολ.Δ). Η αγωγή, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 του ΑΚ, σύμφωνα με τον πραγματικό υπολογισμό, δεν περιέχει όλα τα στοιχεία τα οποία, κατά τη μείζονα σκέψη είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της. Ειδικότερα, ο ενάγων δεν εκθέτει ποια ακριβώς ήταν τα εισοδήματα του σε μηνιαία και ετήσια βάση από τις πηγές που εκθέτει στην αγωγή του (μισθοί, συντάξεις, άλλες πηγές), ούτε ποιες ήταν οι οικογενειακές ανάγκες και οι δυνάμεις της συζύγου του ώστε να μπορεί να υπολογισθεί ποιος μέρος των εισοδημάτων του αποτελούσε την αναλογική του συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες και ποιο μέρος αυτών που πράγματι εισφέρθηκε αποτελούσε πραγματική του συμβολή για την επαύξηση της περιουσίας της συζύγου του.

Έτσι το αγωγικό δικόγραφο κατά το μέρος που επιχειρείται να στηριχθεί στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος περιέχει ελλείψεις που καθιστούν αυτό αόριστο, αφού για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του αποδώσει την πραγματική του συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της, θα έπρεπε να αναφέρει όλα τα ανωτέρω απαραίτητα στοιχεία, ήτοι το ύψος και την προέλευση των παροχών που ισχυρίζεται ότι εισέφερε, το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παροχές του ενάγοντος μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους, και τον αιτιώδη σύνδεσμο των παροχών αυτών με την αύξηση της περιουσίας της εναγομένης. Έτσι για την βάση της αγωγής που στηρίζεται στον πραγματικό και όχι στον τεκμαρτό υπολογισμό, δεν υπάρχουν στο αγωγικο δικόγραφο επαρκή στοιχεία απο τα οποία να μπορεί να προκύψει ως ποσοστό η συμμετοχή του στην ανέγερση της οικοδομής που συνιστά και την επαύξηση της περιουσίας της, καθιστώντας τον απευθείας προσδιορισμό της συμβολής του στο 65% της επαύξησης αυτής αυθαίρετο, την μεν αγωγή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ως προς τη νομική βασιμότητα της, την δε, εκ μέρους της εναγομένης, προβολή των αμυντικών της ισχυρισμών αδύνατη.

Τα παραπάνω ισχύουν, διότι στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης. Συνεπώς, λόγω της ανωτέρω ελλιπούς εκθέσεως των περιστατικών που κατά νόμο απαιτούνται για να είναι ορισμένη η αγωγή, η πραγματική, δηλαδή, και μάλιστα ποσοτική αυτή αοριστία της αγωγής συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, ως προς την στηριζόμενη στην πραγματική συμβολή του ενάγοντος βάση της, κατά την οποία πρέπει για το λόγο τούτο να απορριφθεί. Όμως, είναι ορισμένη η αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα το οποίο στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στα αποκτήματα της εναγομένης. Η αγωγή, της οποίαίτο αίτημα, κατά τη βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, περιορίζεται στο τεκμαρτό 1/3 της επαυξήσεως της περιουσίας της εναγομένης, μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας της υπόχρεης συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο δικαιούχος ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης. Άρα στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτής ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας. Κατά συνέπεια ως προς την βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία, ώστε αυτή να είναι ορισμένη, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ. 1 εδαφ.β` ΑΚ, 70, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το αίτημα περί αναγνώρισης οφειλής τόκων δεν είναι νόμιμο λόγω του ότι η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής δεν έχει ως συνέπεια την τοκοφορία (βλ. Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία II, Σελ 184 και τις εκεί παραπομπές και σε νομολογία). Επίσης μη νόμιμο είναι το αίτημα για κήρυξη της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής το οποίο δε νοείται σε αγωγή με αίτημα μόνο αναγνωριστικό. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων σύζυγος της δεν έχει συμβάλει καθόλου στην αύξηση της περιουσίας της, συνιστά ένσταση κατά το μέρος που προβάλλεται προς απόκρουση της τεκμαρτής συμβολής και συνεπώς η απόδειξη του βαρύνει την εναγόμενη. Επομένως η αγωγή αυτή για την οποία τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 214 Α Κ.Πολ.Δ (βλ. την από 22-8-2008 δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος περί αποτυχίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν.

Από τις ένορκες καταθέσεις των διαδίκων οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση τούτη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, εκ των οποίων όσα δεν λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικά ως δικαστικά τεκμήρια, τις υπ`αριθμ. 20400/2009 και 12774/26-10-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των συμβ/φων Ρόδου και Πάτρας αντίστοιχα Καλλιόπης Ροδίτη και Αργυρώς Κακούρα, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσια της δίκης αυτής κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντος (βλ. τις 225Γ/25-9-2009 και 440Γ/14-10-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σάμου Ευδοκίας Χριστοφή) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

Επισημαίνεται ότι οι επικαλούμενες στις προτάσεις του ενάγοντος ένορκες βεβαιώσεις με τους αριθμούς 2033/2008 και 416/2009 ενώπιον των συμβολαιογράφων Πειραιά Σοφίας Λυμπεροπούλου και Σπυρίδωνα Πρωτόπαπα αντίστοιχα δεν προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο, και συνεπώς εκ του λόγου τούτου δεν μπορεί να ληφθούν υπ` όψη : Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην πόλη της Σάμου, στις 2-1-1963, από τον οποίο απέκτησαν τρία ενήλικα ήδη τέκνα.

Αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην Σύρο, σε μισθωμένη κατοικία. Η συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε την άνοιξη του έτους 1999 και έκτοτε οι διάδικοι ζουν χωριστά. Ήδη ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί με την υπ`αριθμ. 30/13.3.2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της κατ` αυτής ασκηθείσης εφέσεως δυνάμει της υπ`αριθμ. 147/2009 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου η οποία επιδόθηκε την 7-10-2009 και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Κατά την τέλεση του γάμου η εναγόμενη δεν είχε περιουσιακά στοιχεία. Το έτος 1982, με το υπ` αριθμ. 13.377/14.6.1982 προικοδοτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωάννη - Κιράνη, νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ΡΘ με αριθμό 815 του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ`αριθμ. 16.675 /1985 διορθωτική πράξη του ιδίου, νομίμως επίσης μεταγεγραμμένη με αριθμό ..........στον τόμο ΥΔ των ιδίων βιβλίων, η εναγομένη απέκτησε οικόπεδο, πρώην ερειπωθείσα οικία, στη θέση Σπηλιές της πόλης της Σάμου, στο με αριθμό 85 οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 102,80 τ.μ.. Οι διάδικοι ακολούθως συναποφάσισαν να χτίσουν στο οικόπεδο αυτό κατοικία προκειμένου να εγκατασταθούν μόνιμα στη Σάμο.

Προς τούτο αφού έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες ελήφθη η υπ` αριθμ. 8/1986 ΤΠ 5242/22.11.1985 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σάμου και ξεκίνησε αμέσως μετά την επίλυση δικαστικής διαφοράς με όμορη ιδιοκτήτρια η ανέγερση οικοδομής, η οποία θα περιελάμβανε υπόγειο 47 τ.μ., διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφάνειας 77,60 τ.μ., διαμέρισμα α` όροφο 77,60 τ.μ. και δώμα 12 τ.μ.. Η δαπάνη για την έκδοση της αδείας αυτής ανήλθε στο ποσό των 4000 ευρώ περίπου. Τελικώς από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια αποπερατώθηκε, πριν τη διάσταση των διαδίκων, το υπόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 47.02 τ.μ. όπου και διέμενε το ζεύγος των διαδίκων μέχρι το χωρισμό τους. Για την ανέγερση του διαμερίσματος αυτού, το οποίο ήταν μία μέτρια κατασκευή σύγχρονης κατοικίας χωρίς να γίνουν ιδιαίτερες και πολυτελείς δαπάνες, αποδεικνύεται ότι δαπανήθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ περίπου.

Επίσης κατασκευάστηκε το διαμέρισμα του ισογείου, επιφανείας 77,60 τμ. το οποίο έφθασε μέχρι το στάδιο των δαπέδων, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 55.000 ευρώ περίπου. Δεν αποδεικνύεται ότι έγινε κάτι άλλο από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια (δεν αποδεικνύεται ότι έγινε πράγματι ο φέρων οργανισμός του Α ορόφου και το δώμα, τα οποία παραμένουν μελλόκτιστα και συνεπώς ουδεμία επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης επήλθε λόγω τέτοιων κατασκευών, διαρκούντος του γάμου των διαδίκων). Έτσι η όποια αύξηση του ενεργητικού της περιουσίας της εναγομένης περιορίζεται στις παραπάνω κατασκευές του υπογείου και ισογείου, καθώς και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου για την οποία δαπανήθηκε ποσό 3000 ευρώ. Η αξία που προσέδωσαν οι κατασκευές αυτές στο ακίνητο της εναγομένης, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, το συνολικό ύψος των δανείων που ελήφθησαν και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύεται ότι ανέρχεται για μεν την κατασκευή του διαμερίσματος του υπογείου στο ποσό των 20.000 ευρώ για δε την κατασκευή του ημιτελούς διαμερίσματος του ισογείου ορόφου στο ποσό των 60.000 ευρώ και για τις λοιπές εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 4.000 ευρώ, ήτοι συνολικά η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, αντιστοιχούσα στην αξία που προσδόθηκε στο ακίνητο της από την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 84.000 ευρώ.

Ο ενάγων για την ανέγερση των παραπάνω τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι συνέβαλε κατά το 1/3 δια εισοδημάτων από την εργασία του ως μηχανικός στα πλοία και στο Νεώριο της Σύρου και από τις συντάξεις που ελάμβανε από το NAT το ΙΚΑ και το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, ενώ προσέφερε και με τις προσωπικές του υπηρεσίες επιβλέποντας ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση αυτών, επιμελούμενος ως κύριος του έργου για το σύνολο των ζητημάτων που άπτονταν της κατασκευής. Ο ενάγων ειδικότερα εργαζόταν ως μηχανικός σε πλοία από το γάμο τους μέχρι το 1969, κατόπιν δε εργατικού ατυχήματος το έτος 1969 έλαβε από το έτος 1972 σύνταξη από το NAT ύψους τότε 5444 δραχμών μηνιαίως και εργαζόταν στο Νεώριο της Σύρου, διδάσκοντας μαθητές της Ναυτικής Σχολής. Έλαβε για το λόγο τούτο και δεύτερη σύνταξη από το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων μετάλλου, αρχικά προσωρινά και αργότερα οριστικά και συγκεκριμένα από 2-11-1987 μέχρι 31- 12-1987 18.350 δραχμές από 1-1-1988 μέχρι 31-10-1989 20.550 δραχμές, από 1-11-1992 σύνταξη νόσου με βασικό ποσό 16614 δραχμές και εφάπαξ βοήθημα 299.052 δραχμές.

Εξάλλου από το 1963 μέχρι το 1977 ο ενάγων ήταν ο μόνος που εργαζόταν στην οικογένεια και από τα εισοδήματα του και μόνο διαβιούσαν. Κατά τον χρόνο έναρξης της διάστασης οι διάδικοι είχαν ισάξια εισοδήματα περί τα 4.500.000 δραχμές ο καθένας. Ο ενάγων από τα εισοδήματα που είχε από την εργασία του συνέβαλε στην αποπληρωμή των δανείων, που ελήφθησαν για την αποπεράτωση των παραπάνω κτισμάτων Γ. συνολικού ποσού 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ και συγκεκριμένα τα παρακάτω : α) Δάνειο χρηματικού ποσού 1.100.000 δραχμών από τον ΑΟΕΚ β) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.607.522 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ........................... της Ελλάδος Α.Ε. γ) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.480.737 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ........................... της ................. Α.Ε. δ) Δάνειο χρηματικού ποσού 8.600.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ........................................ Α.Ε. Δάνειο χρηματικού ποσού 8.000.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ...............Α.Ε.

Έτσι έλαβε επ` ονόματι της προς ανέγερση των οριζοντίων ιδιοκτησιών δάνεια που ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί τόσο στη δαπάνη ανέγερσης, όσο και στην πραγματική αξία που προσέδωσαν τα κτίσματα που ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο της εναγομένης με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής.

Επισημαίνεται ότι η αξία αυτή δεν αποδεικνύεται ότι αυξήθηκε από την έναρξη της διάστασης μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Η εναγομένη εργαζόταν από το 1977 στο Νοσοκομείο της Σύρου και έκτοτε είχε εισοδήματα από την εργασίας της, ύψους με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής περί τα 900 ευρώ μηνιαίως, μέρος των οποίων μετά από αφαίρεση ποσού που κατευθυνόταν στην αναλογική προς τις δυνάμεις της κάλυψη των οικογενειακών αναγκών στην ανέγερση της οικοδομής είτε μεσα είτε δια της αποπληρωμής μέρους των δόσεων των παραπάνω δανείων.

Επίσης εισέφερε και την προσωπική της εργασία στον συζυγικό οίκο η οποία κατά το μέρος επίσης που υπερέβαινε την υποχρέωση της για συνεισφορά αποτελούσε συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας της. Ωστόσο, η εναγόμενη η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό της συμβολής του ενάγοντος κατά το 1/3, αφού τα εισοδήματα που αναφέρει ότι είχε από την εργασία της, και αποδεικνύονται κατά τα ανωτέρω και οι αποτιμώμενες σε χρήμα υπηρεσίες της, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε κατά ποίο ποσοστό υπερβαίνουν την παραπάνω υποχρέωση της για αναλογική της συμβολή στις οικογενειακές δαπάνες, δεν επαρκούν για την κάλυψη της δαπάνης ανέγερσης των κτισμάτων αυτών, και για την πληρωμή των δόσεων των στεγαστικών δανείων που έλαβε για το σκοπό αυτό, με δεδομένο ότι μέρος των εισοδημάτων της αναλογικά κατευθυνόταν υποχρεωτικά στην κάλυψη των δαπανών της πενταμελούς οικογενείας της, η οποία με δεδομένο ότι και τα τρία τέκνα των διαδίκων πραγματοποίησαν σπουδές, ήταν σημαντικού ύψους, ώστε να μην καταλείπονται στην εναγόμενη ιδιαίτερα περιθώρια αποταμίευσης και διοχέτευσης επαρκών χρηματικών μέσων για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης. Ειδικότερα δε δεν είναι δυνατόν δια των αποδειχθέντων αυτής παραπάνω εισοδημάτων και παροχών που δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί κατά ποιο μέρος τους, αφού αποτιμηθούν σε χρήμα υπερβαίνουν την υποχρέωση της για συμμετοχή στις ανάγκες της οικογένειας, να ανατραπεί η τεκμαιρόμενη κατά το 1/3 συμμετοχή του ενάγοντος στην ανέγερση της οικοδομής της.

Εξάλλου και τα τέκνα των διαδίκων στις ένορκες καταθέσεις που μνημονεύονται παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι η ανέγερση των κτισμάτων έγινε με δαπάνες αμφοτέρων των γονέων τους. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη μετά τη γέννηση του δικαιώματος του ενάγοντος, ήτοι μετά τη συμπλήρωση τριετίας από την έναρξη της διάστασης των διαδίκων με το υπ` αριθμ. 20757/18-10-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Δημόπουλου νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο .......... με αύξοντα αριθμό ...... μεταβίβασε με γονική παροχή α) στην μεν θυγατέρα τους .....................θυγατέρα ....... και .................. την δεύτερη Οριζόντια ιδιοκτησία, δηλαδή το υφιστάμενο ισόγειο και με το ίδιο συμβόλαιο β) στην άλλη θυγατέρα τους ........................σύζυγο ...................... θυγατέρα ............... και .............. μεταβίβασε με γονική παροχή την Τρίτη οριζόντια ιδιοκτησία τον μελλόκτιστο Α` όροφο και την τέταρτη οριζόντια ιδιοκτησία μελλόκτιστο δώμα. Επίσης με το υπ` αριθμ. 23458/13-6-2008: συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεμιστοκλή Δημόπουλου νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο .......με αύξοντα αριθμό ........... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον υιό τους ..............του .............. την ΠΡΩΤΗ οριζόντια ιδιοκτησία το υφιστάμενο υπόγειο.

Ωστόσο τα ακίνητα αυτά αποτελούν επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης καθώς κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας της εναγομένης και της γεννήσεως της αξιώσεως του ενάγοντος αυτά υπήρχαν στην περιουσία της εναγομένης. Συνεπώς η μεταγενέστερη διάθεση αυτών δεν επιδρά στην ενοχικής φύσεως αξίωση του ενάγοντος για απόδοση του μέρους της επαύξησης της περιουσίας της εναγομένης η οποία επήλθε διαρκούντος του γάμου και υπήρχε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Η αξία της περιουσιακής αυτής επαύξησης κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής αποδείχθηκε σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτενώς αναφέρονται ότι αποτιμάται στο ποσό των 84.000 ευρώ , το οποίο ανταποκρίνεται στην αξία που προσέδωσαν στο οικόπεδο της εναγομένης οι κτιριακές κατασκευές και εργασίες που αποδείχθηκε ότι έγιναν κατά τον κρίσιμο χρόνο και τεκμαίρεται -χωρίς να ανατραπεί τούτο επιτυχώς από την εναγόμενη- ότι έγιναν δια της συμβολής του ενάγοντος σε ποσοστό 1/3. Ειδικότερα η εναγόμενη, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο ενάγων δεν συνέβαλε καθόλου ή ότι συνέβαλε κατά ποσοστό λιγότερο του τεκμαιρομένου. Τούτο δεν κατέστη εφικτό αφού από όλα τα συνεκτιμηθέντα στοιχεία προέκυψε ότι μόνο ο ενάγων ως το έτος 1977 εργαζόταν και είχε εισοδήματα, από το έτος δε 1977 και δύο σύζυγοι είχαν περίπου ισάξια εισοδήματα, και συνέβαλαν δια των προσωπικών τους υπηρεσιών στις ανάγκες της οικογένειας. Κατά συνέπεια, ενόψει όλων όσων προαναφέρονται αποδείχθηκε ότι η περιουσία της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αυξήθηκε κατά το ποσό των 84.000 ευρώ και η συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας αυτής ανήλθε, σύμφωνα με τεκμήριο του άρθρου 1400 ΑΚ, το οποίο δεν κατάφερε να ανατρέψει η εναγόμενη, στο 1/3 αύξησης αυτής.

Συνεπώς η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 28.000 ευρώ (84.000:3) που αντιστοιχεί στην ανωτέρω κατά το 1/3 τεκμαιρόμενη συμβολή του στην επαύξηση της περιουσίας της. Εξάλλου η αξίωση του ενάγοντος δεν έχει παραγραφεί. Ειδικότερα η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά τη διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (ΑΚ 251), δηλαδή από τη συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφ` όσον όμως, υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την. λύση ή την ακύρωση αυτού (ΑΚ 256 αρ. 1, 1381,1438). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής (ΑΚ 257). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής απόφασης (ΕΑ 110/2010 ΕΦΑΔ 2011/194). Επομένως, εν προκειμένω η παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος στηριζόμενη στη συμπλήρωση τριετίας από την αρχόμενη κατά το έτος 1999 διάσταση, ανεστάλη μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης για τη λύση του γάμου, μετά την οποία (αμετάκλητη λύση του γάμου) τρέχει εκ νέου μη δυνάμενη να συμπληρωθεί πριν περάσουν δύο χρόνια από αυτή. Συνεπώς, πρέπει η αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ` ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 28.000 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών και να επιβληθεί κατόπιν τούτου μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος της εναγομένης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρο 178, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων (28.000) ευρώ. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο καθορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) €.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.