Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Διακοπή έγγαμης συμβίωσης. Διατροφή. Η υποχρέωση διατροφής κατά το άρθρο 1389 ΑΚ και κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ. Έννοια και διάκριση (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 551/2011)

Περίληψη: Διακοπή έγγαμης συμβίωσης. Διατροφή. Η υποχρέωση διατροφής κατά το άρθρο 1389 ΑΚ και κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ. Έννοια και διάκριση. Η πρώτη υπάρχει και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για τον λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, στην περίπτωση όμως αυτή περιορίζεται η έκτασή της. Στοιχεία της σχετικής ενστάσεως για την πληρότητά της. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 265/2009 απόφασης ΕφΘεσσαλονίκης).

[...] Με την κρινόμενη 265/1-9-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1048/21-5-2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 28216/15-6- 2007 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση διατροφής της δι` αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου συζύγου της. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 29980/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, κατ` αποδοχή της 4339/11-11-2008 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι` αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ` ουσίαν της υποθέσεως, η 1048/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική κατ` ουσίαν κρίση επί της αγωγής, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ` ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη Θεσσαλονίκη, στις 19-5-2001. Ο γάμος τους ήταν δεύτερος και για τους δύο, έγινε δε ενώ αυτοί διήγαγαν αντίστοιχα το 63° και 57° έτος της ηλικίας τους και είχαν ήδη αποκτήσει από τον πρώτο γάμο τους καθένας δύο τέκνα ενήλικα. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα του εναγομένου συζύγου στην περιοχή ... ενώ μαζί τους συμβίωναν και οι δύο ενήλικες θυγατέρες του εναγομένου από τον πρώτο γάμο του που ήταν φοιτήτριες. Τη συγκατοίκηση στην συζυγική στέγη και των θυγατέρων του αποδέχθηκε η ενάγουσα μέχρι να αποκατασταθούν αυτές. Η έγγαμη συμβίωσή τους αρχικά ήταν ομαλή και δεν παρουσίαζε προβλήματα παρά τις παράλογες οικονομικές αξιώσεις της ενάγουσας, τις οποίες όμως ικανοποιούσε ο εναγόμενος. Οι διάδικοι ζούσαν πολυτελώς σε διόροφο ρετιρέ άνω των 220 τ.μ. και καθημερινά είχαν οικιακή βοηθό. Ο εναγόμενος δαπανούσε για την ενάγουσα σύζυγό του μεγάλα χρηματικά ποσά για πολυτελή διαβίωσή της για ταξίδια στο εσωτερικό και το εξωτερικό, για την προσωπική της φροντίδα (κομμωτήρια, μασάζ, αισθητική κ.α.). Η ίδια δεν εργαζόταν, ούτε είχε εργαστεί ποτέ πριν τον δεύτερο γάμο της με τον εναγόμενο, αφού και ο πρώτος σύζυγός της ήταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση (εργολάβος μηχανικός).

Ο εναγόμενος ήταν έμπορος και διατηρούσε εκδοτικό οίκο και ήδη είναι συνταξιούχος ενώ είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία που του απέφερε ικανοποιητικά εισοδήματα. Ο εναγόμενος μάλιστα είχε φυλάξει στο σπίτι του και χρυσές λίρες ενώ επένδυε τα χρήματά του και σε εταιρίες που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Λόγω της ως άνω οικονομικής κατάστασής του δεν παρέλειπε ποτέ να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της ενάγουσας συζύγου του για επιλεγμένη διατροφή και την εν γένει συντήρησή της, ενώ διέθετε πάντοτε τα χρήματα που αυτή ζητούσε. Την πολυτελή διαβίωση της, ενάγουσας και τη μέριμνα του εναγομένου για να μην στερείται ποτέ ότι επιθυμούσε η ενάγουσα βεβαιώνουν όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακόμη και η μάρτυρας - κόρη της ενάγουσας Α. Χ.. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί αδιαφορίας του εναγομένου για την εν γένει συντήρησή της παραλείποντας να της διαθέτει χρήματα και κρύβοντας τις λίρες του απ` αυτήν. Δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν μανιώδης χαρτοπαίκτης και ότι από το πάθος της χαρτοπαιξίας δαπανούσε μεγάλα χρηματικά ποσά σε χαρτοπαικτικές λέσχες και καφενεία. Το γεγονός ότι μία φορά την εβδομάδα πήγαινε μαζί με φίλους του σε λέσχη και έπαιζε χαρτιά δεν αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι η πολυτελής διαβίωση που προσέφερε ο εναγόμενος στην ενάγουσα σύζυγό του δεν συμβιβάζεται με σπατάλη των χρημάτων του σε χαρτοπαικτικές λέσχες, αφού κάτι τέτοιο θα στερούσε την ενάγουσα από την πολυτελή διαβίωσή της.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος υποτιμούσε την εναγομένη σύζυγό του και ότι δεν επεδείκνυε σ` αυτήν εμπιστοσύνη για την οικονομική του κατάσταση, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της ανώτερο από τον εναγόμενο και τους οικείους του και επεδείκνυε, έναντι αυτού τυραννική συμπεριφορά. Ούτε αποδείχθηκε ότι λόγω της εχθρικής απέναντί της συμπεριφοράς της μεγάλης κόρης του εναγομένου Ε. επεδείκνυε και ο ίδιος (εναγόμενος) αντισυζυγική συμπεριφορά. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας δεν ήταν η αρμόζουσα απέναντι στον εναγόμενο σύζυγό της, καθ` όσον διακατεχόμενη η ίδια από αίσθημα κοινωνικής υπεροχής έναντι του συζύγου της και των οικείων του, εκδήλωνε αρνητική συμπεριφορά απέναντί τους και απέφευγε να έχει σχέσεις και επαφές μαζί τους, παρότι αυτοί δεν της είχαν δώσει καμιά αφορμή, επιδιώκοντας και αξιώνοντας να συναναστρέφονται μόνο με τους δικούς της συγγενείς. Ενδεικτικό της παραπάνω συμπεριφοράς της αποτελεί το γεγονός ότι δεν διατηρούσαν σχέσεις ούτε με τον αδελφό του εναγομένου συζύγου της που διέμενε στην ίδια με αυτούς οικοδομή, ενώ απομάκρυνε από την οικία τους ακόμη και τη γιαγιά από τη μητρική των ενηλίκων θυγατέρων του εναγομένου με την οποία αυτές συνεπεία του πρόωρου θανάτου της μητέρας τους είχαν αναπτύξει στενό συναισθηματικό σύνδεσμο. Επεδείκνυε καταπιεστική συμπεριφορά απέναντι στον εναγόμενο σύζυγό της και ρύθμιζε τα του οίκου τους με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο τις δικές της επιθυμίες και τα ατομικά της ενδιαφέροντα. Σε περιόδους έντασης και προστριβών με το σύζυγό της συνήθιζε να αποχωρεί από τη συζυγική οικία και να διαμένει προσωρινά στην οικία της θυγατέρας της.

Επίσης αξίωνε να επωμίζεται εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος τις οικογενειακές δαπάνες, να της διαθέτει καθημερινά οικιακή βοηθό, χρήματα για την αισθητική του προσώπου και του σώματος της (μασάζ, αισθητικό κ., α.), να πραγματοποιούν ταξίδια στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στις Η.Π.Α. όπου διέμενε μία κόρη της από τον πρώτο γάμο της, η ίδια δε (ενάγουσα) ενώ είχε περιουσιακά στοιχεία (2 διαμερίσματα στη ...) τα εκποίησε και το τίμημα αυτών που εισέπραξε το έδωσε στις δύο κόρες της για την οικονομική αυτοτέλειά τους, ενώ αξίωνε συνεχώς από τον εναγόμενο να της δίνει μεγάλα χρηματικά ποσά για να διάγει πολυτελή βίο αποκλειστικά με τα χρήματά του. Η ως άνω συμπεριφορά της, που ήταν εριστική και τυραννική έναντι του συζύγου της, τον οποίο απομάκρυνε ακόμη και από τον αδελφό του χωρίς λόγο και έθετε εμπόδια στην επικοινωνία των θυγατέρων του εναγομένου με τη γιαγιά τους (από τη μητρική γραμμή) αλλά και η παρουσία (συγκατοίκησης) στην ίδια οικία και των θυγατέρων του εναγομένου ήταν η αποκλειστική αιτία των προστριβών των διαδίκων. Παρά την υπομονή του εναγόμενου για να αποφεύγονται οι προστριβές και οι εντάσεις που η σύζυγός του δημιουργούσε, η ενάγουσα συνέχιζε να είναι απότομη και εριστική με αποτέλεσμα στις 30-8-2006 να διακόψει οριστικά την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο αποχωρώντας από τη συζυγική οικία χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος δείχνοντας τον αυταρχικό χαρακτήρα της όπως συνήθιζε να κάνει και άλλες φορές οπότε έφευγε από τη συζυγική οικία και διέμενε στην οικία της κόρης της. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος την ανάγκασε να φύγει από τη συζυγική οικία προκειμένου να εκτονωθεί η δημιουργηθείσα ένταση από την εχθρική απέναντί της συμπεριφορά της πρώτης κόρης του εναγομένου, είναι παντελώς αβάσιμος αφού μόνη η κατάθεση της μάρτυρος - κόρης της από τον α` γάμο της δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ικανό για να θεμελιώσει εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της ενάγουσας, με τον εναγόμενο σύζυγό της, δεδομένου όχι η προαναφερθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας δεν δικαιολογεί τέτοιο ισχυρισμό. Η ίδια (ενάγουσα) και στις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ομολογεί ότι αποχώρησε από τη συζυγική οικία, όμως αναφέρει ότι "ο εναγόμενος με ώθησε στη διάσταση παραπλανητικά πιεζόμενος από τα παιδιά του".

Η επικαλούμενη αναγκαστική αποχώρηση από τη συζυγική στέγη όμως είναι αντιφατική με την οικειοθελή αποχώρηση της λόγω παραπλάνησής της. Αντίθετα ο μάρτυρας του εναγομένου που γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως τις προσωπικές σχέσεις των διαδίκων κατηγορηματικά κατέθεσε ότι χώρισαν από τον κακό τυραννικό χαρακτήρα της ενάγουσας και τις κακές συνήθειές της, δηλαδή από αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα δεν υπάρχει εύλογη αιτία για την αιτούσα διατροφή ενάγουσα που να προκάλεσε την εκ μέρους της διακοπή της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο σύζυγό της και ως εκ τούτου, εφ` όσον η ίδια είναι εκείνη που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, δεν δικαιούται διατροφή ούτε ελαττωμένη. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ` αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι` αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β` Ολ. ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα και με την έννοια αυτή δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως τα διαδικαστικά έγγραφα της εκκρεμούς δίκης. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (α) την από 4-12-2007 βεβαίωση της ΔΟΥ ... για τα δηλωθέντα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου για το οικ. έτος 2007, (β) την δήλωση του εντύπου Ε-9 για την ακίνητη αυτού περιουσία έτους 2005, (γ) το από 12-9-2006 μισθωτήριο για το μισθωμένο από την αναιρεσείουσα διαμέρισμα έναντι μηνιαίου μισθώματος 450,00 Ευρώ, (δ) τις καταθέσεις των μαρτύρων, (ε) την αγωγή της αναιρεσείουσας με έκθεση επιδόσεώς της στον αναιρεσίβλητο, (στ) τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της αναιρεσείουσας, (ζ) την πρωτοβάθμια απόφαση και (η) την κατ` αυτής έφεση του αναιρεσίβλητου με την έκθεση επιδόσεως αυτής.

Από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα με στοιχ. (α)-(δ) αποδεικτικά μέσα, με ειδική μάλιστα αναφορά και αξιολόγησή τους στις αιτιολογίες της, με άμεση οικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος παράλληλα δεν προσήκει στα με στοιχ. (ε) - (η) διαδικαστικά έγγραφα, να ελέγχεται ως αβάσιμος. Η αυτή αναιρετική αιτίαση, ως και εκείνες από το άρθρο 559 αρ. 8, 10 ΚΠολΔ, προβαλλόμενες με το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς να συνδέονται με ορισμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ελέγχονται προεχόντως ως απαράδεκτες. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδεικνυόμενα, από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α Ολ.ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ` όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 1389 - 1392 εδ. 2, 1495 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή, ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για τον λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση.

Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ` αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή) μετ` ένσταση του εναγομένου για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ` αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής. Η πλήρης και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα (χωρίς εύλογη για εκείνη αιτία) διέκοψε την έγγαμη συμβίωση μετά του αναιρεσίβλητου συζύγου της δικαιολογούσε την κατ` ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων απόρριψη κατ` ουσίαν της κατά του αναιρεσίβλητου απευθυνόμενη αγωγή της αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγος) και 19 (πέμπτο σκέλος δεύτερου λόγου και τρίτος λόγος) ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Απορρίπτει την 265/1-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 1048/21-5-200 9 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.