Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου. Προϋποθέσεις και φύση αυτής. Συνιστά χρηματική ενοχή. Εννοιολογικός προσδιορισμός της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (Εφετείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 2565/2011)

Περίληψη: Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου. Προϋποθέσεις και φύση αυτής. Συνιστά χρηματική ενοχή. Εννοιολογικός προσδιορισμός της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Κρίσιμο χρονικό διάστημα στο οποίο κρίνεται η επαύξηση της περιουσίας. Προϋποθέσεις ορισμένου της συγκεκριμένης αγωγής. Κατανομή του βάρους της αποδείξεως. Χρηματικές παροχές που συμβάλλουν στην επαύξηση της περιουσίας του ετέρου συζύγου. Νόμιμο τεκμήριο του 1/3 της συμμετοχής στα αποκτήματα. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί, εκτός αν ανατραπεί.

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί ως εάν ήταν και αυτός παρών. Επομένως, αν ερημοδικεί ο εφεσίβλητος, το εφετείο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η έφεση και η κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν σ` αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, εφόσον δεν έχει γίνει νόμιμη κλήτευση του εφεσίβλητου, κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη (άρθρο 271 ΚΠολΔ). Εφόσον, όμως, ο εφεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η διαδικαστ`α προχωρεί, όπως αναφέρθηκε, ως εάν ήταν και αυτός παρών. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η από 8.10.2009 έφεση της ενάγουσας (στην από 19.10.2006 αγωγή) κατά της υπ` αριθ. 4024/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η συζήτηση της υπό κρίση έφεσης γίνεται με επιμέλεια της εκκαλούσας, η οποία, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ...28.4.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α., επέδωσε στον εναγόμενο - εφεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της από 29.3.2010 κλήσης αυτής, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, προς συζήτηση της ως άνω έφεσης, η οποία, επίσης, επιδόθηκε στον εφεσίβλητο (Βλ. την υπ` αριθ. .../28.12.2009 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Όμως, κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, ο εφεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, εφόσον η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513,516,518,520 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και Βάσιμο των λόγων αυτής, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως εάν ήταν και ο εφεσίβλητος παρών, να οριστεί δε και παράβολο ερημοδικίας (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα - εκκαλούσα, με την από 19.10.2006 αγωγή της ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε: α) ότι με τον εναγόμενο τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη ... Αττικής, στις 20.7.1975, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, και ότι από τον Ιούνιο 1998 η έγγαμη συμβίωση τους διακόπηκε οριστικά και έκτοτε βρίσκονται σε συνεχή διάσταση, η οποία τον Ιούνιο 2001 συμπλήρωσε τριετία, και β) ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους διέθετε το 50% ενός οίκου ευγηρίας aE,ias 400.000 δρχ., ενώ κατά το χρόνο που συμπληρώθηκε η τριετής διάσταση των διαδίκων αυτός είχε αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία αξίας 205.746.629 δρχ., τα οποία αποκτήθηκαν αποκλειστικά με χρήματα προερχόμενα από τη λειτουργία του Οίκου Ευγηρίας, όπου αυτή εργαζόταν, στην απόκτηση των οποίων συνέβαλε και η ίδια κατά ποσοστό 50% στα αναφερόμενα στην αγωγή υπό στοιχεία 1 και 2 ακίνητα, σε ποσοστό 75% στα υπό στοιχεία 3 και 4 περιουσιακά στοιχεία, που αφορούν σε τραπεζικές καταθέσεις, και κατά ποσοστό 50% στο υπό στοιχείο 6 περιουσιακό στοιχείο, που αφορά στην ατομική επιχείρηση - Οίκο Ευγηρίας που διατηρεί ο εναγόμενος. Ζήτησε, λοιπόν, η ενάγουσα, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι ο εναγόμενος της οφείλει το ποσό των 412.337 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Εξάλλου, ο ανωτέρω εναγόμενος (και ήδη εφεσίβλητος) άσκησε και αυτός ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την από 6.10.2004 αγωγή, με την οποία ισχυριζόμενος, ότι η εναγομένη στην εν λόγω αγωγή σύζυγος του κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης απέκτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή εκείνη περιουσιακά στοιχεία αξίας 303.769 ευρώ, στην απόκτηση των οποίων συνέβαλε αποκλειστικά ο ίδιος κατά ποσοστό 100%, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 303.769 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση του, με την οποία απέρριψε και τις δύο αγωγές. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα στην από 19.10.2006 αγωγή με την υπό κρίση έφεση της και για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνον ως προς τις διατάξεις αυτής, που αφορούν την απόρριψη της δικής της ως άνω αγωγής, και να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολο της.

Από το άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του ενός συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) Η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο, του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υπόχρεου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλ΄η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, ενώ στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, κατά την οποία προϋποτίθεται, ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί και κατά την οποία για τη γέννηση της αξιώσεως αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία έτη (ΑΠ 1557/2008), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 546/2009, ΑΠ 1653/2003,406/2003,1584/2001). Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρηματική αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, δηλαδή για την εξεύρεση της σε χρήμα αξίας τους, κρίσιμος είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή εκείνος της ασκήσεως της αγωγής και της τυχόν επερχόμενης διαφοροποιήσεως μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο του δικαστηρίου (ΑΠ 252/2002 ΕλλΔνη 44,130, ΕφΔωδ 83/2007, ΕφΑΘ 1249/2003 ΕλλΔνη 45,1066, ΕΑ 8505/2002 ΕλλΔνη 44,810).

Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου, το σύνολο της περιουσίας, που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απευθείας από αυτό το ποσοστό, κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο (ΑΠ 460/2009). Η μνεία της αξίας κτήσεως των επί μέρους αντικειμένων της περιουσίας του εναγομένου δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής. Είναι αρκετή η αναφορά της αξίας του κάθε πράγματος κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η οποία γίνεται πράγματι από τον ενάγοντα. Η ai,ia κτήσεως, στις περιπτώσεις που θεωρείται ενδεικτική για τη διαμόρφωση της ai,ias της τελικής περιουσίας, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας κατά την αποδεικτική διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο, με τον οποίο γίνεται ο υπολογισμός της αξίας της αρχικής ή της τελικής περιουσίας, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Κάποιος διαφορετικός τρόπος υπολογισμού ή μια ορθότερη εκτίμηση, μπορεί να προβληθεί από τον εναγόμενο ανταποδεικτικώς.

Επίσης, η αμφισβήτηση των θέσεων της αγωγής ως προς το περιεχόμενο ή την αξία της αρχικής ή της τελικής περιουσίας αποτελεί άρνηση και οι τυχόν ανακρίβειες ελέγχονται κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΕφΑΘ 7474/2005 ΕλλΔνη 47,848). Η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή από τον δικαιούχο στον υπόχρεο κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών για τη συντήρηση και λειτουργία του κοινού οίκου και την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, κατά το μέτρο που αυτές υπερβαίνουν την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση για συνεισφορά προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (ΑΠ 1254/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής σε αποκτήματα είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ` ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ 460/2009, ΑΠ 486/2009). Στην περίπτωση, κατά την οποία ο ενάγων σύζυγος δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό, δηλαδή ζητεί να του επιδικαστεί πέραν του 1/3 επί των αποκτημάτων του εναγομένου συζύγου του, τότε πρέπει αναγκαίος να προσδιορίζει στο δικόγραφο της αγωγής του, εκτός από τα άλλα στοιχεία, τον τρόπο της συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, την αξία αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου και της δικής του συμβολής.

Επομένως, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου διά παροχών, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπληρώσεως της υποχρέωσης του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, όπως μεταξύ άλλων είναι και η παροχή χρημάτων προερχομένων από την εργασία του και από την επαγγελματική του δραστηριότητα, τότε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο να του αποδώσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του, δεν αρκεί μόνον η σε χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών, αλλά πρέπει να καθορίσει στο δικόγραφο της και το ποσό, το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολό τους (βλ. ΑΠ 1740/2002, ΑΠ 926/2000 ΕλλΔνη 42,91).

Τα παραπάνω ισχύουν, όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου, στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Οταν, όμως, η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο δικαιούχος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται, ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης. Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 438/2007, ΑΠ 3/2003, ΑΠ 76/1997 ΝοΒ 46,780, ΕφΑΘ 2414/2008). Σημειώνεται, ότι εάν το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο, εκτός αν ο εναγόμενος, προς ανατροπή, ολική ή μερική, του τεκμηρίου συμμετοχής του ενάγοντος συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του, ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι ο τελευταίος δεν είχε καμία ή είχε ελάσσονα από το ένα τρίτο συμμετοχή σε αυτή (ΑΠ 460/2009). Ως προς την κατανομή του Βάρους απόδειξης, ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την τελική περιουσία και ποια ήταν η αξία της, ενώ το παθητικό της περιουσίας αυτής, ποιο και πόσο είναι, θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος (ΑΠ 84/2001). Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που διαφοροποιούν την τελική περιουσία, αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 460/2009).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρομένου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου) (ΑΠ 1254/2010). Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, που δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την προαναφερθείσα ένσταση της ύπαρξης στοιχείων (χρεών) διαφοροποιήσεως της τελικής καθαρής αξίας της αποκτηθείσας περιουσίας (ΑΠ 193/2010, ΑΠ 1223/2007, 661/2005, 662/2005). Εξάλλου, με την ως άνω διάταξη δεν επιβάλλεται ούτε συνάγεται από αυτή απαγόρευση διαθέσεως σε Βάρος του υπόχρεου στην ανωτέρω παροχή συζύγου, ώστε, τυχόν γενόμενη διάθεση πριν από τη γέννηση της σε βάρος του αξιώσεως των περιουσιακών του στοιχείων τα οποία ενδέχεται να συστήσουν το απόκτημα, δεν αντιβαίνει στην ανωτέρω διάταξη και δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ (ΑΠ 602/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ` αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 979/2003, ΕΔυτΜακ 77/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με ιην εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, και από όλα τα έγγραφα που η ενάγουσα νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη ... Αττικής στις 20.7.1975, από τον οποίον δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση τους διεκόπη οριστικά τον Ιούνιο του 1998 και από τότε βρίσκονται σε συνεχή διάσταση, η οποία τον Ιούνιο του 2001 συμπλήρωσε τα τρία χρόνια. Σημειώνεται, ότι με την υπ` αριθ. 5811/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δεν προκύπτει ότι είχε καταστεί αμετάκλητη κατά την άσκηση της αγωγής, ο μεταξύ των διαδίκων γάμος λύθηκε. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, ήτοι την 20.7.1975, ο εναγόμενος διέθετε το 50% ενός Οίκου Ευγηρίας, που στεγαζόταν σε μισθωμένο ακίνητο επί της οδού ... αρ. 1, στο ... Αττικής, αξίας 400.000 δραχμών, η οποία, αναγόμενη σε τιμές του χρόνου άσκησης της κρινομένης αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 40.890.000 δρχ. (ήτοι 120.000 ευρώ), ενώ η ενάγουσα δεν διέθετε καμία περιουσία. Κατά το χρόνο συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, ήτοι τον Ιούνιο του 2001, ο εναγόμενος είχε αποκτήσει και διατηρούσε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, αποτιμώμενα με τις τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής: 1) την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας εξοχικής κατοικίας, επιφάνειας μετά την επέκταση 75 τμ., που ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε το έτος 1994 από τον ίδιο, κτισμένης σε οικόπεδο εκτάσεως 284,57 τμ., το οποίο βρίσκεται στη θέση ..., και αποκτήθηκε δυνάμει του υπ` αριθ. .../8.8.1979 αγορα-πωλητήριου συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Ε.Τ., αντικειμενικής αξίας κατά την αγορά 1.000.000 δρχ. και αγοραίας αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγή λαμβανομένων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανερχόμενης στο ποσό των 150.000 ευρώ. Κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου το εν λόγω ακίνητο αποκτήθηκε από την ενάγουσα. 2) Την πλήρη κυριότητα και κατά το 1/2 εξ αδιαρέτου ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου (Γ2) της πολυκατοικίας, οποίο βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 3, στη..., επιφανείας 142,90 τμ, και το οποίο αποκτήθηκε δυνάμει του υπ` αριθ. .../10.6.1986 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Σ. Χ. αντικειμενικής αξίας κατά το χρόνο αγοράς 10.320.735 δρχ. και κατά χρόνο άσκησης της αγωγής 247.152,88 ευρώ και αγοραίας αξίας 530.000 ευρώ. Κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου και το εν λόγω ακίνητο αποκτήθηκε από την ενάγουσα. Σημειώνεται, ότι το συγκεκριμένο ακίνητο πωλήθηκε από τους διαδίκους στις 7.7.2005 και έλαβε έκαστος αυτών από 90.000.000 δρχ., ήτοι περίπου 265.000 ευρώ (Βλ. την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας Ε.Δ.). Το διαμέρισμα αυτό οι διάδικοι το αγόρασαν με εισοδήματα προερχόμενα από τον Οίκο Ευγηρίας, που λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση στο όνομα του εναγομένου και στον οποίο η ενάγουσα εργαζόταν ήδη πριν από το γάμο τους (1972) και καθόλη τη διάρκεια αυτού, με εξαίρεση το διάστημα από τον Ιούλιο του 1975 έως το Μάιο του 1977, μέχρι και το έτος 1991, έναντι μισθού ως διευθύντρια. 3) Ολόκληρη, πλέον, την επιχείρηση - Οίκο Ευγηρίας, που λειτουργούσε σε μισθωμένο διώροφο κτίριο εκτάσεως 534 τμ. στο ... Αττικής, δυναμικότητας 55 κλινών και απασχολούσε προσωπικό 12 ατόμων, την οποία ο εναγόμενος απέκτησε κατά το έτερο 1/2 στις 27.5.1977, με εξαγορά του μεριδίου του συνεταίρου του Α.Κ., έναντι του ποσού των 800.000 δρχ., δυνάμει του από 27.5.1977 ιδιωτικού συμφωνητικού. Το τίμημα αυτό καλύφθηκε με χρήματα του εναγομένου κατά το ποσό των 200.000 δρχ., κατά το ποσό των 150.000 δρχ. από την ενάγουσα, με χρήματα που της έστειλαν από τη Δράμα οι γονείς της για το λόγο αυτό, και κατά το υπόλοιπο από τα έσοδα της επιχείρησης - Οίκου Ευγηρίας του εναγομένου.

Επομένως, η συμμετοχή της ενάγουσας στην εξαγορά του ημίσεως της ως άνω επιχείρησης, κατά το οποίο επήλθε αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανήλθε σε ποσοστό 18,75% (ήτοι 150.000 χ 100 : 800.000). Η αξία της εν λόγω επιχείρησης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε 220.000 ευρώ. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι διάδικοι διατηρούσαν από κοινού στην ALPHA BANK επενδυτικό λογαριασμό σε αμοιβαία κεφάλαια ύψους 48.746.629 δρχ., που εξοφλήθηκε στις 10.4.1998, οπότε και τα ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος λίγο πριν από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Επίσης, κατά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης διέθεταν το ποσό των 12.000.000 δρχ. ή 35.217 ευρώ σε τραπεζική κατάθεση στην Ελβετία (σε ελβετικά φράγκα).

Όμως, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος διέθετε τα εν λόγω ποσά και κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινομένης αγωγής, ήτοι το έτος 2006, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια του γάμου, όπως η ίδια ομολογεί στην αγωγή της, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα και ένα οικόπεδο στην ..., εμβαδού 281,40 τμ., δυνάμει του υπ` αριθ. .../2. 11.1979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβ/φου Πειραιώς Π. Γ., αντικειμενικής αξίας 240.000 δρχ. και αγοραίας αξίας κατά το χρόνο άσκησης της παρούσας αγωγής 60.000 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα που εργάστηκε στον Οίκο Ευγηρίας του εναγομένου, μετά την τέλεση του γάμου και μέχρι το έτος 1991, αμειβόταν με μισθό που τα έτη 1977 και 1978 ανερχόταν μηνιαίως σε 18.000 δρχ., τα έτη 1979 και 1980 σε 26.000 δρχ., τα έτη 1981-1984 σε 34.000 δρχ., το 1985 σε 88.000 δρχ., το 1986 σε 100.000 δρχ., το 1987 σε 115.000 δρχ., το 1988 σε 155.000 δρχ., το 1989 σε 180.000 δρχ., το 1990 σε 200.000 δρχ. και το 1991 σε 220.000 δρχ.. Απασχόληση της ενάγουσας στον ανωτέρω Οίκο Ευγηρίας από το έτος 1992 έως το 1996 δεν αποδείχθηκε, αφού ο εναγόμενος είχε προσλάβει ως προϊσταμένη την Σ. Φ.. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι, καίτοι η ενάγουσα δεν εργάστηκε στον Οίκο Ευγηρίας μετά το έτος 1991, παρ` όλα αυτά ο εναγόμενος εξακολούθησε να καταβάλει τις ασφαλιστικές της εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι και το έτος 2001, προκειμένου να θεμελιώσει αυτή δικαίωμα σύνταξης. Εξάλλου, όσον αφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, η ενάγουσα συνεισέφερε μόνον μικρό μέρος των εισοδημάτων της, όπως άλλωστε και η ίδια ομολογεί στην αγωγή της, και παροχές σε είδος και συγκεκριμένα τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο, οι οποίες, ελλείψει τέκνων, ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, ενώ είχε και οικιακή βοηθό.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν προσέφερε υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο, πέραν της υπό των διατάξεων των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ υποχρεώσεως της προς συνεισφορά. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι από τα προαναφερόμενα εισοδήματα της από την εργασία της στον Οίκο Ευγηρίας, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 15.297.000 δρχ. ή 44.892 ευρώ, συνεισέφερε το 1/4 των αποδοχών της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, το 1/4 για τις προσωπικές της ανάγκες και το υπόλοιπο 1/2, που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 7.648.500 δρχ. ή 22.446 ευρώ, για την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας ουδόλως αποδείχθηκε, αφού τα ανωτέρω εισοδήματα της δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν συμβολή αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της, διότι αυτά, όπως και κάθε προσφορά της ενάγουσας σε είδος και κάθε υπηρεσία αυτής στη λειτουργία του Οίκου Ευγηρίας, διατέθηκε αποκλειστικά για την επαύξηση της δικής της περιουσίας, αφού αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, κατά τη διάρκεια του γάμου και μέχρι τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων και την άσκηση της κρινομένης αγωγής είχε αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 400.000 ευρώ (75.000 ευρώ το εξοχικό στον... + 265.000 ευρώ το διαμέρισμα στη ... + 50.000 το οικόπεδο στον...).

Επομένως, με τα προαναφερόμενα εισοδήματα από την εργασία της και τις εν γένει παροχές της στο συζυγικό οίκο και στον Οίκο Ευγηρίας η ενάγουσα δεν έχει συμβάλει στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου, διότι με αυτές αύξησε σημαντικά, όπως αναφέρθηκε, τη δική της προσωπική περιουσία και εκπλήρωσε την υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών τους. Κατά συνέπεια, η μόνη συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου περιορίζεται στη συμμετοχή αυτής κατά το ποσό των 150.000 δρχ. στην εξαγορά των εταιρικών μεριδίων του Α.Κ. από τον εναγόμενο και την απόκτηση του 1/2 του Οίκου Ευγηρίας. Κατά τα λοιπά, η ανωτέρω αύξηση της περιουσίας του εναγομένου αποδεικνύεται και δικαιολογείται πλήρως από τα εισοδήματα αυτού, που ήταν καταφανώς υπέρτερα αυτών της ενάγουσας, προερχόμενα από τρεις πηγές, ήτοι από την εργασία του ως Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο..., ως ελεύθερου επαγγελματία ιατρού - πνευμονολόγου, που διατηρούσε ιδιωτικό ιατρείο, και ως ιδιοκτήτη του Οίκου Ευγηρίας, στον οποίο απασχολείτο η ενάγουσα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και, συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι έφεσης, με τους οποίους η ενάγουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Όσον αφορά, όμως, στην απόκτηση του 1/2 του Οίκου Ευγηρίας από τον εναγόμενο υπήρξε πράγματι συμβολή της ενάγουσας ανερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, σε ποσοστό 18,75%. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η αξία της εν λόγω επιχείρησης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 220.000 ευρώ, η συμμετοχή της ενάγουσας κατά τον ίδιο χρόνο ανέρχεται στο ποσό των 41.250 ευρώ (220.000 χ 18,75%), κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του, η οποία λαμβάνεται υπόψη, έστω και χωρίς προβολή της στο παρόν Δικαστήριο από τον απολιπόμενο εναγόμενο - εφεσίβλητο, αφού η υπό κρίση αγωγή απορρίφθηκε κατά παραδοχή της συγκεκριμένης ένστασης και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή ένστασης του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο εφετείο.

Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκ-καλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, όπως βάσιμα παραπονείται η ενάγουσα - εκκαλούσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως, κατά το σχετικό μέρος αυτών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας ως βάσιμη κατ` ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο της με το οποίο απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή της ενάγουσας- εκκαλούσας, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και δικαστεί κατ` ουσίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 41.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας εκάστου διαδίκου, πρέπει δε να καταδικαστεί ο εναγόμενος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (άρθρα 178,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. [...]

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.