Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Χρόνος παραγραφής της συγκεκριμένης αξιώσεως. Παραγράφεται μετά δύο (2) έτη από την αμετάκλητη λύση του γάμου (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 5882/2011)

Περίληψη: Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Χρόνος παραγραφής της συγκεκριμένης αξιώσεως. Παραγράφεται μετά δύο (2) έτη από την αμετάκλητη λύση του γάμου. Παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης. Συνέπειες. Απόρριψη της αγωγής αποκτημάτων λόγω παραγραφής. Η ενάγουσα παραιτήθηκε από την αναίρεση κατά της απόφασης που έλυσε το γάμο, ενώ η αγωγή ασκήθηκε μετά το χρόνο παραγραφής της αξίωσης αυτής.

Στις §§ 1 και 2 του άρθρου 1400 του ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το ν. 1329/1983, ορίζεται στην πρώτη ότι: «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή» και στη δεύτερη ότι «Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια». Στο εδάφ. γ του ίδιοι άρθρου ορίζεται ότι: «Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα υπάρχει στις περιπτώσεις λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου, καθώς και στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως των συζύγων. Αποκτήματα στα οποία αναφέρεται η αξίωση αυτή είναι η αύξηση της περιουσίας που είχε ο σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου με τη συμβολή του άλλου συζύγου. Η εν λόγω αξίωση παραγράφεται, όπως ρητώς ορίζεται στο εδ. γ` του ανωτέρω άρθρου 1401 ΑΚ, δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου. Η διάταξη αυτή δεν ομιλεί για την παραγραφή της αξίωσης αυτής στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως. Από αυτό συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να αποστεί από τις καθιερούμενες με άλλες διατάξεις του αυτού Κώδικα ρυθμίσεις. Έτσι, στην ανωτέρω περίπτωση η παραγραφή αρχίζει μεν, με βάση τη ρυθμίζουσα την παραγραφή γενική διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, από τη στιγμή που η αξίωση γίνεται απαιτητή, δηλαδή από τη στιγμή που συμπληρώνεται η τριετία της διαστάσεως, αλλά εφόσον υφίσταται και διαρκεί ακόμη ο γάμος αναστέλλεται αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 256 αριθ. 1 ΑΚ, μέχρι να λυθεί ή ακυρωθεί ο γάμος, οπότε και τρέχει ο ανωτέρω χρόνος αυτής (βλ. Γ. Κουμάντο, Οικογ. Δίκ., 1988, σ. 210, Δεληγιάννη - Κουτσουράδη, Οικογ. Δύχ, 1987, § 195, σ. 119, Α. Γαζή, στο ΝοΒ 31. 1102, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ΕλλΔνη 29. 1319, Ηρώ Νικολακοπούλου-Στεφάνου, Οι συνέπειες του διαζυγίου, έκδοση 1986, σ. 101, ΕφΑΘ 2835/ 1991 ΕλλΔνη 1992. 159). Ο νομοθέτης Θέλησε να μην εξωθήσει τους συζύγους, έστω και αν βρίσκονται σε διάσταση, σε ένα δικαστικό αγώνα με την ελπίδα μιας αποκατάστασης της συμβίωσης (βλ. Γ. Κουμάντο, Οικογ. Δίκ, όπ. ανωτ, σ. 210, Κ. Λυμπερόπουλο, στην ΕλλΔνη 1991. 1103). Η αγωγή, με την οποία ασκείται η αξίωση από το άρθρο 1400 ΑΚ περί συμμετοχής στα αποκτήματα, πρέπει, όταν στηρίζεται σε λύση του γάμου, να περιέχει, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, και σαφή έκθεση των γεγονότων που κατά νόμο οδηγούν στην αμετάκλητη λύση του γάμου (ΑΠ 1030/1993 ΕλλΔνη 1994. 1571).

Το αμετάκλητο αποτελεί ιδιότητα της αποφάσεως, η οποία καθιστά τελείως απρόσβλητη την υπόσταση της. Διασφαλίζει δηλαδή απολύτως «το πραγματικό» από το οποίο πηγάζει η έννομη συνέπεια του δεδικασμένου (βλ. Α. Κονδύλη, Το δεδικασμένο κλπ, § 14, σ. 148, ΕφΑΘ 54/1991 Δ 23.133). Η εφετειακή απόφαση τερματίζει τελεσίδικα την κρίση της διαφοράς, ενώ η απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίπτοντας την αίτηση αναιρέσεως, δεν προσδίδει νέο περιεχόμενο στην τελεσίδικη απόφαση, αλλά απομακρύνει ένα εμπόδιο που θα μπορούσε εκ των υστέρων να ανατρέψει δημιουργημένο ήδη δεδικασμένο (βλ. Α. Γεωργιάδη - Κ. Κεραμέα, Γνωμ. ΝοΒ 33. 296, ΕφΑΘ 1716/1988 ΝοΒ 36. 576), το οποίο (δεδικασμένο) ορθά γίνεται δεκτό στη νομική φιλολογία και νομολογία ότι τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της επιτυχούς ασκήσεως των εκτάκτων ενδύχων μέσων (βλ. Λ. Κονδύλη, όπ. ανωτ, σ. 147, Κ. Κεραμέα, παρατηρήσεις, Δ 1. 302, τον ίδιο, Αστικό δικονομικό δίκαιο, σ. 301, Σ. Κουσούλη,Η νομική φύση του δεδικασμένου, ο. 74, Κ. Μπέη, Οι λόγοι αναψηλαψήσεως, σ. 58 επ, Gaul, Moglich-keiten, σ. 24 επ. Έρευνα 2. 480 επ, 17. 439 επ, ΕφΑΘ 54/1991, όπ. ανωτ.).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που ασκήθηκε γίνεται μόνο με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου (ΑΠ 909/1992 ΕλλΔνη 1994. 1032). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της) κατάργηση της δίκης (ΑΠ 776/2010 ΝΟΜΟΣ). Τούτο σημαίνει ότι παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης, οποτεδήποτε γενόμενη, εφόσον το δικαστήριο δεν έχει προχωρήσει στην προφορική συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή και όταν μέχρι την παραίτηση έχουν μεσολαβήσει με αίτηση του διαδίκου αναβολές της υπόθεσης με πράξη του δικαστηρίου επάγεται, από τότε που αυτή (παραίτηση) έγινε, την αναδρομική κατάργηση όλων των προηγηθεισών διαδικαστικών πράξεων, διαδίκων και δικαστηρίου, δεδομένου ότι η επακολουθούσα συζήτηση είναι απαράδεκτη, αφού δεν υπάρχει εισαγωγικό δικόγραφο γι` αυτήν (πρβλ. ΑΠ 614/1999 ΕλλΔνη 41. 136, ΕφΑΘ 10262/1981, ΑρχΝ 33. 357, Εφθεσ 367/1989 Αρμ 43. 558, ΕφΘεσ 934/1985 Αρμ 40. 228, ΕφΝαυπ 45/1969 ΝοΒ 17. 989, Βενάρδος στην ΕλλΔνη 22. 407 επ., Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ στο άρθρο 299§4).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 539 § 1, 545, 564 § 1, 605 και 147 § 7 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση, η οποία απαγγέλλει τη λύση του γάμου, γίνεται αμετάκλητη δια της παρόδου επτά μηνών (αν στην προθεσμία παρεμβάλλεται και ο μήνας Αύγουστος), από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου η οποία εκδόθηκε κατ` αντιμωλία (βλ. περί του υπολογισμού της προθεσμίας του αμετακλήτου Κουμάντο, στην Ερμ. ΑΚ, άρθρο 1438, αριθ. 87, Διαμαντάκο, ΕΕΝ ΜΑν 26, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 1438, αρ. 78).

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, με την από 7.2.2011 και αριθ. έκθ. καταθ. 24460/ 1286/2011 αγωγή της, ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον Πειραιά στις 8.7.1972, εκ του οποίου απέκτησαν δύο τέκνα, ήδη, ενήλικα. Οτι ο γάμος τους έχει λυθεί αμετάκλητα δυνάμει της υπ` αριθ. 1928/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της οποίας, η ενάγουσα αφού άσκησε αίτηση αναίρεσης, παραιτήθηκε κατά την συζήτηση της την 10.1. 2011, μετά από αναβολή από τη δικάσιμο της 2.11. 2009. Οτι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, οι διάδικοι στερούντο παντελώς περιουσίας. Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος απέκτησε δυνάμει του υπ` αριθ. 14429/1975 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ν.Μ.Π.**, νομίμως μεταγεγραμμενου στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κ.**, κατά πλήρη κυριότητα το υπό στοιχείο Δ-1 διαμέρισμα που βρίσκεται στην Κ.** Αττικής, στη συμβολή των οδών Λ.** και Ε.**, με πραγματικό τίμημα αγοράς ύψους 1.200.000 δραχμών ή 3521 ευρώ, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 135.000 ευρώ. Ότι η συμβολή της εναγόμενης στην αγορά του ακινήτου, συνίσταται στην καταβολή εκ μέρους της ποσού χρημάτων ύψους 600.000 δραχμών ή 1.671 ευρώ, προερχόμενο από τους γονείς της. Ότι δυνάμει του υπ` αριθ. 12.135/2000 συμβολαίου διανομής ακινήτου του συμβολαιογράφου Σ.** ..., νομίμως μεταγεγραμμενου στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Σ. **, σε συνδυασμό με το υπ` αριθ. 5848/1988 συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτου του ιδίου άνω συμβολαιογράφου, το υπ` αριθ. 5847/1982 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου άνω συμβολαιογράφου και το υπ` αριθ. 7740/1992 συμβόλαιο του ιδίου άνω συμβολαιογράφου, ο εναγόμενος έλαβε στην άμεση και αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο εμβαδού 494,54 τμ, που βρίσκεται μέσα στα εγκεκριμένα όρια του οικισμού του χωριού και κοινότητας ..., της νήσου ..., με την υπάρχουσα σε αυτό τριώροφη ημιτελή οικοδομή την οποία πλήρως αποπεράτωσε μέχρι το έτος 2001, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 550.000 ευρώ.

Ότι αρχές της δεκαετίας του 1990 ο εναγόμενος απέκτησε το με αριθμό κυκλοφορίας ** αυτοκίνητο μάρκας AUDI, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 5.000 ευρώ. Ότι τέλος ο εναγόμενος αγόρασε δυνάμει του υπ` αριθ. 47281/ 1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Π.** ..., νομίμως μεταγεγραμμενου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ***, αντί του ποσού των 4.000.000 δραχμών ή 11.738,81 ευρώ, ένα οικόπεδο κείμενο στη θέση «Α.Β.**» Πεντέλης, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της κοινότητας Ραφήνας του οικισμού Ν. Βουτσά, το οποίο πώλησε ο εναγόμενος αντί του ποσού των 33.000.000 δραχμών ή 96.845,19 ευρώ, δυνάμει του υπ` αριθ. 1739/25.6. 1998 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αγίας Παρασκευής ..., νομίμως μεταγεγραμμενου στα ουχεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, μέρος του οποίου (τμήματος) και δη ποσού 80.000 ευρώ, ο εναγόμενος δαπάνησε για την αποπεράτωση της άνω τριώροφης οικοδομής στην νήσο ..., το δε υπόλοιπο δαπανήθηκε για την προετοιμασία και την τέλεση γάμου της κόρης τους. Τέλος ότι ο εναγόμενος διατηρούσε κατά τη συμπλήρωση τριετίας από διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους (28.6.2006) τραπεζικές καταθέσεις ` ύψους συνολικού τουλάχιστον 500.000 ευρώ, τα οποία συγκέντρωσε από την εργασία του ως πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού καθ` όλη τη διάρκεια του γάμου τους. Ότι η ίδια συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και σε όλα τα κινητά και ακίνητα που αποκτήθηκαν και διατηρούνται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, πλην του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση «Α.Β.**» Πεντέλης εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της κοινότητας Ραφήνας του ουασμού Ν. Βουτσά το οποίο πώλησε, στο ποσό των 1.190.000 ευρώ, κατά ποσοστό 50% και δη στον μεν πρώτο ακίνητο που βρίσκεται στην Καλλιθέα στην καταβολή εκ μέρους της ποσού χρημάτων ύψους 600.000 δραχμών ή 1.671 ευρώ, προερχόμενο από τους γονείς της, ενώ στα λοιπά περιουσιακά στοιχεία με την παρουσία της κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου τους στα ταξίδια του, επί 9-10 μήνες έκαστο χρόνο, αλλά και με τη συνεισφορά της στις οικιακές εργασίες και το νοικοκυριό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από το άρθρο 1389 ΑΚ μέτρο υποχρεώσεως συνεισφοράς και δη κατά ποσοστό 50% επί της επαύξησης της περιουσίας του. Με τα δεδομένα αυτά, η ενάγουσα, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανέρχεται σε ποσοστό 50%, ήτοι στο ποσό των 595.000 ευρώ, άλλως και επικουρικά σε ποσοστό 1/3, ήτοι σε ποσό 396.666,66 ευρώ, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, αρμοδίως καθ` ύλη και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 7, 8,9 εδ. α`, 18 αριθ. 1 και 22 ΚΙΊολΔ), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι προηγήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 214Α ΚΠολΔ απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (βλ. την από 24.3.2011 δήλωση της ενάγουσας περί αποτυχίας της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, λόγω μη προσελεύσεως του εναγόμενου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1400 § 1 εδαφ. β` του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 340, 345, 346 του ΑΚ, 70, 176 του ΚΙΊολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία, δεδομένου ότι η ενάγουσα έχει κα- ταβάλει το τέλος δικαστικού ενσήμου που απαιτείται για το αντικείμενο της με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ` αριθ. Ι 2952138 διπλότυπο είσπραξης της Θ` ΔΟΎ Αθηνών με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων).

Ο εναγόμενος με τις νομοτύπως κατατεθειμένες προτάσεις του ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 1400 εδάφ. 3 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το ν. 1329/1983, καθόσον η υπ` αριθ. 1928/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έχει λυθεί ο μεταξύ των γάμος, έχει καταστεί αμετάκλητη στις 26.12.2008, όπως σημειώνεται στο διαζευκτήριο που εκδόθηκε στις 16.2.2011 από την Ιερά Μητρόπολη Πειραιά, άλλως στις 29.12.2008, ήτοι μετά παρέλευση επτά μηνών (συμπεριλαμβανομένου και του μήνα Αυγούστου) από την επίδοση αυτής στον εναγόμενο δυνάμει της υπ` αριθ. 5255β/26.5.2008 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., και έκτοτε έχει παρέλθει διετία μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής περί αποκτημάτων, την 18.2. 2011, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... στην πρώτη σελίδα της επιδιδόμενης ταύτης.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις (1401 και 261 ΑΚ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά η ενάγουσα προβάλλει κατά του εναγομένου αξίωση περί αποκτημάτων κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και από όσα συνομολογούνται απ` αυτούς, αποδεικνύεται ότι κατόπιν ασκήσεως της από 17.10. 2006 αγωγής του ενάγοντος περί λύσεως του γάμου του με την εναγόμενη, λόγω τετραετούς διάστασης, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 7578/2007 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του. Κατόπιν της από 17.12.2007 έφεσης του κατά της απόφασης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1928/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή του εκκαλούντος και ήδη εναγομένου και λύθηκε τελεσίδικα ο γάμος των διαδίκων, εν συνεχεία δε αυτή (εφετειακή απόφαση) επιδόθηκε στην ήδη ενάγουσα και τότε εφεσίβλητη με θυροκόλληση την 26.5.2008 (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον πρώτο υπ` αριθ. 5255Β/ 26.5.2008 έκθεση επίδοσης του Δυναστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Η ενάγουσα στη συνέχεια άσκησε την από 23.5.2008 αίτηση αναίρεσης της η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών την 17.6.2008 και ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησης η 2.11.2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 10.1.2011.

Κατά την ημερομηνία αυτή όμως, κατά την οποία παραστάθηκαν και οι δύο διάδικοι, η αναιρεσείουσα και ήδη ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως της για αναίρεση της υπ` αριθ. 1928/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (βλ. τα υπ` αριθ. 1/2011 πρακτυχά συνεδρίασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου). Η παραίτηση όμως από το δικόγραφο της αναίρεσης, οποτεδήποτε γενόμενη, εφόσον το δικαστήριο δεν έχει προχωρήσει στην προφορική συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή και όταν μέχρι την παραίτηση έχουν μεσολαβήσει με αίτηση του διαδίκου αναβολές της υπόθεσης με πράξη του δικαστηρίου επάγεται, από τότε που αυτή (παραίτηση) έγινε, την αναδρομική κατάργηση όλων των προηγηθεισών διαδικαστικών πράξεων, διαδίκων και δικαστηρίου, δεδομένου ότι η επακολουθούσα συζήτηση είναι απαράδεκτη, αφού δεν υπάρχει εισαγωγικό δικόγραφο γι` αυτήν (πρβλ. ΑΠ 614/1999 ΕλλΔνη 41. 136, ΕφΑΘ 10262/1981, ΑρχΝ 33. 357, ΕφΘεσ 367/1989 Αρμ 43. 558, ΕφΘεσ 934/1985 Αρμ 40. 228, ΕφΝαυπ 45/1969 ΝοΒ 17. 989, Βενάρδος, στην ΕλλΔνη 22.407 επ., Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ στο άρθρο 299 § 4) απορριπτόμενου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας, η οποία προβάλλει ως διακόπηκα της παραγραφής γεγονός την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ήτοι την παραίτηση της από το δικόγραφο της αναίρεσης την 10.1.2011, ισχυριζόμενη ότι έκτοτε ξεκίνησε νέα διετής παραγραφή, η οποία δεν παρήλθε μέχρι την άσκηση τη κρινόμενης αγωγής. Περαιτέρω δε αποδείχθηκε ότι από την επίδοση της άνω υπ` αριθ. 1928/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (26.5.2008) μέχρι και την 7.2.2011 δεν ασκήθηκε κανένα άλλο ένδικο μέσο, εκ μέρους των διαδίκων, πλην του ανωτέρω αναφερομένου (βλ. το υπ` αριθ. 1409/ 8.2.2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών - Γραφείο Ενδίκων Μέσων και το υπ` αριθ. 73/2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών - Γραφείο Ενδίκων Μέσων). Συνεπώς η υπ` αριθ. 1928/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη την 26.12.2008, καθόσον παρήλθαν επτά μήνες (καθ` όσον στην προθεσμία παρεμβάλλεται και ο μήνας Αύγουστος) από την επίδοση της υπ` αριθ. 1928/ 2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου η οποία εκδόθηκε κατ` αντιμωλία των διαδίκων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αγωγή στις 18.2.2011 (κατατέθηκε στις 9.2.2011 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 18.2.2011), δικάσιμος δε αυτής προσδιορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ήτοι μετά την παρέλευση διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων (26.12.2008). Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης του ενάγοντος (άρθρο 1401 ΑΚ) και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.