Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Απόφαση σταθμός του Αρείου Πάγου για τα πανωτόκια

Δεν καταργούνται οι απαιτήσεις των δανειοληπτών που δεν υπήχθησαν στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 2789/2000 για τα πανωτόκια και μπορούν να διεκδικήσουν δικαστικά τα επιπλέον ποσά που εισέπραξαν οι Τράπεζες, αποφάνθηκε ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 21/2011 απόφασή του. Οι αρεοπαγίτες υποστηρίζουν ότι αυτό προκύπτει από το πνεύμα του Ν. 2789/2000, αλλά και από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρύθμισης για τα πανωτόκια. Ο επίμαχος νόμος, συνεχίζει η δικαστική απόφαση, «αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου 2789/2000 είχαν επαυξήσει το χρέος τους». Παράλληλα, υπογραμμίζουν οι δικαστές, ο Ν. 2789/2000 δεν αποσκοπεί στην «περιαγωγή των δανειοληπτών σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεών τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως», δηλαδή καθ' υπέρβαση των αρχικά οφειλομένων ποσών, πριν την έναρξη ισχύος εφαρμογής του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000. Το δικαστήριο το απασχόλησε περίπτωση δανειοδότησης σεισμόπληκτης στο Λουτράκι Κορινθίας, η οποία το 1982 είχε λάβει δάνειο ύψους 3,4 εκατομμυρίων δραχμών. Το 1991, αν και είχε εξοφλήσει το δάνειο, αναγκάστηκε, για να μην βγει στον πλειστηριασμό το ακίνητό της, να πληρώσει επιπλέον τόκους τόκων (πανωτόκια) 9,2 εκατομμύρια δραχμές. Στη συνέχεια, η δανειολήπτρια αξίωσε από την τράπεζα να της επιστραφούν τα παρανόμως εισπραχθέντα πανωτόκια ως αδικαιολογήτως εισπραχθέν ποσό και να της καταβληθεί αποζημίωση για την ζημιά που δέχθηκε (συνολικά αξίωσε 12,9 εκατομμύρια δραχμές). Το Εφετείο έκρινε ότι ο Ν. 2789/2000 αποκλείει την αναζήτηση των καταβληθέντων για οποιαδήποτε αιτία, καθώς η άρνηση της τράπεζας να επιστρέψει τα παράνομα πανωτόκια είναι σύννομη στηριζόμενη στο άρθρο 30 του επίμαχου νόμου. Ωστόσο, οι αρεοπαγίτες αναίρεσαν την εφετειακή απόφαση. Για περισσότερς πηροφορίες σχετικά με πως μπορείτε να διεκδικήσετε τα αδικαιολογήτως καταβληθέντα χρήματά σας για τόκους τόκων, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης 21/2011: [...] Κατά το άρθρο 30 του Ν 2789/2000 : "1. Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31.12.1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : 2. "Ολες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία. 3. Υφιστάμενες ασφάλειες κάθε μορφής, που έχουν παρασχεθεί στα πιστωτικά ιδρύματα από τους οφειλέτες, εγγυητές ή τρίτους, εξακολουθούν να ισχύουν και ασφαλίζουν εφεξής το κεφάλαιο και τους τόκους που προκύπτουν από την αναπροσαρμογή κατά τις παραγράφους 1 και 2 πλέον των τυχόν τόκων της παραγράφου 5.4". Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεώς της η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 έχει την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ` αυτά καθ` υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1`, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ` εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι` αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000. Τούτο προκύπτει αφενός από την συστηματική θέση της διατάξεως του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2, το οποίο εντάχθηκε στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα τον πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεών τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ` υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν.2789/2000, οφειλομένων. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στη προκειμένη περίπτωση με την από 1-7-1998 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής : Ότι, με την υπ' αριθ. 1155/30-3-1982 ιδιωτική σύμβαση που καταρτίστηκε στο Λουτράκι Κορινθίας στις 30-3-1982 μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης με την επωνυμία <<ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" η τελευταία χορήγησε σ' αυτήν (ενάγουσα) ως σεισμόπληκτη τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 3.438.256 δρχ. εξοφλητέο κατά το σύστημα της σύνθετης χρεολυσίας σε 14 ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. Ότι η εναγομένη τράπεζα στις 24- 4-1987 έκλεισε το λογαριασμό του ως άνω δανείου, ο οποίος εμφάνιζε τότε χρεωστικό υπόλοιπο 5.902.437 δρχ. το οποίο της επιδικάστηκε με την υπ' αρ. 87/1998 απόφαση τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου η οποία κατέστη τελεσίδικη ύστερα από την απόρριψη με την 99/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης. Ότι ενώ αυτή (ενάγουσα) μέχρι την 18-10-1991 είχε εξοφλήσει ολόκληρη την οφειλή της εναγομένης αναγκάσθηκε για να αποφύγει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου της, να πληρώσει επί πλέον σ' αυτήν (εναγόμενη) κατά το χρονικό διάστημα από 18-10-1991 έως 17-5-1993 το ποσό των 9.279.860 ως τόκους τόκων. Επικαλούμενη περαιτέρω η ενάγουσα ότι το ως άνω καταβληθέν ποσό αντιπροσωπεύει τόκους από ανατοκισμό στον οποίο η εκκαλούσα τράπεζα προέβη παρανόμως ενόψει της ανυπαρξίας στην ένδικη σύμβαση σχετικής συμφωνίας η οποία θα παρείχε σ' αυτήν τέτοιο δικαίωμα, ζήτησε μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης τράπεζας στην προς αυτήν καταβολή του παραπάνω αχρεωστήτως κατά τ' άνω καταβληθέντος ποσού καθώς και αυτού των 12.985.671 δρχ. ως αποζημίωσή της για την ισόποση θετική ζημία την οποία έχει υποστεί από την παράνομη και υπαίτια άρνηση της εναγομένης να της επιστρέψει το παραπάνω αδικαιολογήτως εισπραχθέν ποσό. Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη και ειδικότερα ως προς μεν τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδάφ. β'του ν. 2789/2000 που αποκλείει την αναζήτηση των καταβληθέντων για οποιαδήποτε αιτία ,ως προς δε τη βάση από την αδικοπραξία διότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση του παρανόμου καθόσον η άρνηση της εναγομένης τράπεζας να επιστρέψει το καταβληθεν, για παράνομους τόκους από ανατοκισμό, ποσό, είναι σύννομη στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη του νόμου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατ'εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β' παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή , καθόσον την εφάρμοσε αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ενόψει του ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή το αναζητούμενο ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη τράπεζα από τη δανειολήπτρια αναιρεσείουσα λόγω μη νομίμου ανατοκισμού και επομένως καθ'υπέρβαση των αρχήθεν οφειλομένων και ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 ,ήτοι επρόκειτο για ποσό , το αδικαιολόγητο της καταβολής του οποίου δεν φέρεται ως προκύψαν από το περιορισμό της απαιτήσεως της τράπεζας, σύμφωνα με τις ευνοϊκές για τη καταβαλούσα ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και τρίτος (κατά το σχετικό τους μέρος), όπως αυτοί διευκρινίζονται και συμπληρώνονται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι. Επομένως πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους αυτούς λόγους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ.59/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.