Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Διαζύγιο - Δικαίωμα της συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα γάμου λόγω ηθικής συνεισφοράς (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών - αριθμός απόφασης 837/2012

Περίληψη: Δικαίωμα της συζύγου για συμμετοχή σε αποκτήματα γάμου λόγω υλικής συνεισφοράς μέσω οικονομικής βοήθειας από τους γονείς της καθώς και λόγω παροχής ηθικής στήριξης και συνδρομής προς τον σύζυγο για την απερίσπαστη ενασχόλησή του με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία, δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την τελική περιουσία, από τι αποτελείται και ποια είναι η αξία της (Α.Π. 447/2005). Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο ο' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 287/2011 ΝΟΜΟΣ). Περίπτωση παραδεκτής διεύρυνσης του αγωγικού αιτήματος αποτελεί η δυνατότητα του ενάγοντος να ζητήσει με τις προτάσεις του άλλο αντικείμενο από το αρχικό ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε μετά την άσκηση της αγωγής. Το νέο αίτημα ως προς τα παρεπόμενα του κυρίου αιτήματος υποβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεως μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση (ΑΠ 1575/1988 και Εφ.ΑΘ. 6554/1992 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ Κεραμέα- Κονδύλη - Νίκα Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας έκδ.2000 σελ. 493). Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΑΚ οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από το δίκαιο που ρυθμίζει τις προσωπικές τους σχέσεις αμέσως μετά την τέλεση του γάμου. Η διάταξη αυτή παραπέμπει στην προηγούμενη του άρθρου 14 του ίδιου κώδικα, (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη: Αναλ. Ερμ-Νομολ. ΑΚ άρθ. 15). Σύμφωνα με την τελευταία, οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται και από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους, ελλείψει κοινής ιθαγένειας τους, (περ. 2 του εν λόγω άρθρου). [Εφ.Τωαν 133/2006 και Πολυμ. Πρωτοδ. Αθηνών 12478/1995 ΝΟΜΟΣ]. Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με τον εναγόμενο τέλεσαν νόμιμο γάμο στο Περού και συγκεκριμένα στη ..... το έτος 1993 , ότι κατοίκησαν στη ....μέχρι το έτος 1994 οπότε μετακόμισαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα όπου συνέχισαν την έγγαμη συμβίωση τους μέχρι την 1-10- 2004 οπότε αυτή διακόπηκε με την αναχώρηση της από την Ελλάδα και την μόνιμη εγκατάσταση της στη ..... Περού μαζί με τα τρία τέκνα που είχαν αποκτήσει. Ότι η τριετής διάσταση της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο συμπληρώθηκεν στις 1-10-2007, ενώ ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. ..../5-2- 2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία δεν είχε καταστεί αμετάκλητη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, δεν είχε ατομική περιουσία ενώ κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (1-10- 2007), είχε αποκτήσει τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: α) Μία διώροφη μονοκατοικία μετά οικοπέδου στο Παλαιό Ψυχικό στη διασταύρωση των οδών ....................... και ........................, η οποία λεπτομερώς περιγράφεται στην αγωγή, με αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 4.200,000 ευρώ. β) Τρία συνεχόμενα οικόπεδα στο.................Αθηνών στην Περιοχή .................Σταδίου και τρία διαμερίσματα κείμενα σε συνεχόμενα οικόπεδα με τα ως άνω τρία οικόπεδα, τα οποία λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή, με συνολική αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 2.700.00 ευρώ. γ) Δύο μεζονέτες στο Κεφαλάρι σε συγκρότημα μεζονέτων επί της οδού ........... με συνολική αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 5.000.00 ευρώ. δ) Ένα πακέτο 5.835.739 κοινών ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρείας .......... που φέρει πλέον την επωνυμία «..........», το οποίο αντιστοιχεί στο 1/4 περίπου του μετοχικού κεφαλαίου αυτής (της εταιρείας) και συγκεκριμένα σε ποσοστό 24,87 % επί του συνόλου των μετοχών. Ότι η λογιστική αξία αυτής της εταιρείας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο συνολικό ποσόν των 73.108.738 ευρώ, και επομένως το πακέτο των μετοχών που απέκτησε ο εναγόμενος αντιστοιχεί στο ποσόν των 18.183.000 ευρώ. Ότι μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης τους και δή την 10-6-2005 ο εναγόμενος μεταβίβασε με πώληση στον ......................πακέτο 5.635.739 μετοχών, όπως γνωστοποίησε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.350/1985 έναντι τιμήματος 3.888.549,91 Ευρώ. Ότι την 26-6-2006, ο .....................μεταβίβασε με πώληση το ίδιο ακριβώς πακέτο των 5.635.739 μετοχών στην εταιρεία με την επωνυμία «.............», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο έναντι τιμήματος 7.608.247,65 Ευρώ. Ότι η τελευταία αυτή συναλλαγή αποτέλεσε αναστροφή της πώλησης από τον ................................ προς τον εναγόμενο σε εταιρεία συμφερόντων του εναγομένου όπως ανεγράφη την ίδια ημέρα, ήτοι την 26- 6-2006, σε σχετικό δημοσίευμα σε ειδική ιστοσελίδα (site) για το Χρηματιστήριο, δημοσίευση που η παραπάνω εταιρεία ουδέποτε διέψευσε. Ότι η συνολική σωζόμενη περιουσία που απέκτησε, ο εναγόμενος κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, (1-10-2007) ανέρχεται στο ποσό των 30.083.000 ευρώ. Ότι στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε και η ίδια με τον κάτωθι τρόπο: α) Καταβάλλοντας όλα τα εισιτήρια της οικογενείας για μεταβάσεις μετά επιστροφής στο Περού καθ' όλη την διάρκεια του έγγαμου βίου συνολικής αξίας 220.000 ευρώ , β) φιλοξενώντας φίλους του εναγομένου σε οικίες που διέθετε η οικογένεια της στο Περού με κόστος 8.000 ευρώ, γ) καταβάλλοντας για τις οικογενειακές ανάγκες το συνολικό ποσό των 876.000 ευρώ, δ) καταβάλλοντας για την δεξίωση του γάμου τους και για τις γέννες των τέκνων τους το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ , ε) με την ενασχόληση της για την εξεύρεση και διακόσμηση της συζυγικής τους οικίας που την εκτιμά στο συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, στ) με τη συμμετοχή της στην επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγομένου την οποία αποτιμά στο συνολικό ποσό των 13.200.000 ευρώ, ζ) με την παροχή της προσωπικής της εργασίας για τη φροντίδα της συζυγικής οικίας και την ανατροφή των τριών τέκνων που απέκτησαν από το γάμο τους την οποία αποτιμά κατά το μέρος που υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο που αντιστοιχεί στην συμβολή της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών στο συνολικό ποσό των 134.200 ευρώ και ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου , ανέρχεται σε ποσοστό 50% . Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (αρθρ. 223 ΚΠολΔ) η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει, με βάση τον πραγματικό υπολογισμό, το 50% της αύξησης της περιουσίας του, ήτοι το ποσό των 15.041.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση άλλως και όλως επικουρικά , με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού . Περαιτέρω η ενάγουσα ζητεί επικουρικά, με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ήτοι να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 10.027.665 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, άλλως και όλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα. Η ένδικη, δια της ανωτέρω αγωγής, αχθείσα προς κρίση διαφορά ανάγεται στις περιουσιακές, κατά την έννοια του άρθρου 15 ΑΚ, σχέσεις των συζύγων, αφού η υπόσταση της βασίζεται και επηρεάζεται από το γάμο των διαδίκων συζύγων (ΑΠ ) 428/94 ΕλλΔνη 36.308). Συνεπώς, ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου της ανωτέρω αγωγής και των παραδοχών των διαδίκων ότι η τελευταία, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κοινή συνήθης διαμονή τους βρισκόταν στην Ελλάδα, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 14 και 15 ΑΚ, εφαρμοστέο δίκαιο επί της εν λόγω διαφοράς είναι το ελληνικό δίκαιο. (Εφ. Ιωαν 133/2006). Συνακόλουθα με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως και ( παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 18 αρ. 1 και 22 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική -, διαδικασία και είναι, κατά την κύρια αυτής βάση που στηρίζεται στον πραγματικό, άλλως στον τεκμαρτό υπολογισμό σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1400, 340, 345,346 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ. Μη νόμιμη και απορριπτέα είναι η επικουρική βάση της αγωγής που φέρεται στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, καθότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητική και απαιτείται οταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία ή όταν η αγωγή απορριφθεί ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της. Προσέτι, μη νόμιμο και απορριπτέο κατέστη και το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό και επομένως οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που αυτές παράγουν, δεν κηρύσσονται προσωρινά εκτελεστές (ΕφΑΘ 2273/1975 Αρμ 29.675 με σημείωση, βλ. και Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ Ερμηνευτική και Νομολογιακή Ανάλυση, εκδ. 1997, άρθρο 907, αρ. 6, 19 σελ. 153, 157 με τις εκεί παραπομπές), Η γενόμενη προσπάθεια για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 214 Α' ΚπολΔ απέτυχε καθόσον ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στον ορισμένο τόπο και χρόνο, αν και προσκλήθηκε προς τούτο (όπως προκύπτει από την από 17-12- 2009 δήλωση αποτυχίας της απόπειρας συμβιβασμού της πληρεξούσια δικηγόρου της ενάγουσας σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .......30-9-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...............) ενώ λόγω του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου. Πρέπει συνεπώς κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα, υπ' αριθμ. 8/20-12-2010 ένορκη βεβαίωση του ...........................ενώπιον του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Προξένου της Ελλάδας στη Λίμα Περού, υπ' αριθμ. 9/20-12-2010 ένορκη βεβαίωση της...................ενώπιον του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Προξένου της Ελλάδας στη ....... Περού και υπ' αριθμ......./21 -12- 2010 ένορκη βεβαίωση του ........... που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. ........./3-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .............. ) λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (αρθρ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ - βλ, σχετ. ΑΠ 725/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), την υπ' αριθμ...../12-4-2007 ένορκη βεβαίωση της .................. ενώπιον του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Προξένου της Ελλάδας στη ..... Περού, την υπ' αριθμ, ..../12-4-2007 ένορκη βεβαίωση της ................................. ενώπιον του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Προξένου της Ελλάδας στη.....Περού, που ελήφθησαν υπ' όψην από την υπ'αριθμ. 700/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αφορούσε το διαζύγιο των διαδίκων καθώς υπήρξε νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. ..... β/3-4-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ....................... την υπ' αριθμ. ....../25-10-2007 ένορκη βεβαίωση της ............................................... που δόθηκε ενώπιον της ειρηνοδίκη Αθηνών για την εκδίκαση της υπόθεσης επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων επί της οποίας εκδόθηκε η 71/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. ........./12-10-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά .............................) την υπ' αριθμ, ../16-10-2009 ένορκη βεβαίωση της .......................................... ενώπιον του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Προξένου της Ελλάδας στη.......Περού για την εκδίκαση της υπόθεσης διατροφής των τέκνων των διαδίκων επί της οποίας εκδόθηκε η 1749/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. ......./7-10-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .............................] που λαμβάνονται υπόψην για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. ......./19-2-2010 ένορκη βεβαίωση του ......................... ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεώργιου Στεφανάκου, την υπ' αριθμ. ......./19-2-2010 ένορκη βεβαίωση της......................................ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεώργιου Στεφανάκου και την υπ' αριθμ. ....../19-2-2010 ένορκη βεβαίωση της .................. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεώργιου Στεφανάκου που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. .....5-2-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ) που λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (αρθρ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ - βλ. σχετ. ΑΠ 725/2006 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), την υπ' αριθμ. ......./13-4-2007 ένορκη βεβαίωση της .......................................ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεώργιου Στεφανάκουπου ελήφθη υπ' όψην α από την υπ' αριθμ. 700/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αφορούσε το διαζύγιο των διαδίκων καθώς υπήρξε νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (όπως τούτο προκύπτει από ( την υπ' αριθμ. ............/15-4-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ............................), που λαμβάνεται υπόψην για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων αμφισβητείται και από τα λοιπά έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν στις 19-6-1993 θρησκευτικό γάμο στη.....Περού σύμφωνα με τους κανόνες της Ορθοδόξης Ελληνικής Εκκλησίας και πολιτικό γάμο την 1-7-1993 στον ίδιο τόπο ( όπως τούτο προκύπτει από το από 4-8-1993 πιστοποιητικό γάμου της Ελληνικής Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής - Επισκοπή .......................και από το αντίγραφο της με αριθμ.............1994 ληξιαρχική πράξη γάμου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών. Οι διάδικοι κατοίκησαν προσωρινά στη ..... μέχρι τα μέσα του έτους 1994 έκτοτε δε εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα μέχρι την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους την 1-10-2004, οπότε αυτή διακόπηκε με την αναχώρηση της ενάγουσας από την Ελλάδα και την μόνιμη εγκατάσταση της στη ....... Περού μαζί με τα τρία τέκνα που είχε αποκτήσει το ζεύγος. Η τριετής διάσταση των διαδίκων συμπληρώθηκε στις 1-10-2007 ενώ ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. 700/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δεν είχε καταστεί αμετάκλητη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου με την ενάγουσα δεν είχε ατομική περιουσία ενώ κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων διατηρούσε στην ιδιοκτησία του τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία τα οποία απέκτησε κατά την διάρκεια του γάμου : α) Μία διώροφη μονοκατοικία συνολικής επιφάνειας 573,89 τ.μ.αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο μετά οικοπέδου επιφάνειας 762,47 τ.μ. που βρίσκεται στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής στη ..............., την οποία αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ ...../2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ευαγγελίας Σταυροπούλου μου μεταγράφηκε νόμιμα, η αξία της οποίας, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, κατά το χρόνo άσκησης της αγωγής αλλά και κατά τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.200.000 ευρώ όπως άλλωστε συνομολογεί με τις προτάσεις του και ο εναγόμενος) β) Τρία συνεχόμενα οικόπεδα στο Παγκράτι Αθηνών στην περιοχή .............................επιφάνειας 119,83 τμ, 120,04 τ.μ. και 185,93 τ.μ. και τρία διαμερίσματα κείμενα σε συνεχόμενα οικόπεδα με τα ως άνω τρία οικόπεδα επιφάνειας 147, 50 τ.μ., 38 τμ και 42 τ.μ. τα οποία αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ........../10-11-1999 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βύρωνα Αττικής Θεοδώρας Συκιώτη , του υπ' αριθμ......./14- 4-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας - Κωσταροπούλου Σταματάκου, του υπ' αριθμ....../14-4-2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας - Κωσταροπούλου Σταματάκου, του υπ' αριθμ ....../4-6-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας - Κωσταροπούλου Σταματάκου και του υπ' αριθμ ....../4-6-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Κωσταροπούλου Σταματάκου που μεταγράφησαν νόμιμα, η συνολική αξία των οποίων (αμέσως παραπάνω , περιουσιακών στοιχείων) κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και κατά την συζήτηση της κρινομένης αγωγής είναι 1.200.000 ευρώ. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο με βάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού έλαβε υπόψην του, την από 24-8- 2009 ιδιωτική εκτίμηση εμπορικής αξίας του εκτιμητή πολιτικού μηχανικού .............που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα αλλά και την από 18-2-2010 ιδιωτική εκτίμηση εμπορικής αξίας του κτηματομεσίτη ...................................... που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος .γ) Δύο μεζονέτες στο Κεφαλάρι, Αττικής σε συγκρότημα μεζονετών επί της οδού ............, επιφάνειας 152, 20 τ.μ και 161,20 τ.μ. .τις οποίες αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ......./17-12-1999 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αττικής Ευαγγελίας Γεωργακοπούλου και του υπ' αριθμ. ......./25-7-2003 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Σακαρέλλου που μεταγράφησαν νόμιμα, η συνολική αξία των οποίων (αμεσως παραπάνω) περιουσιακών στοιχείων) κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης , κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και κατά τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής είναι 2.900.000 ευρώ, στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο με βάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού έλαβε υπόψην του την από 24-8- 2009 ιδιωτική εκτίμηση εμπορικής αξίας του εκτιμητή πολιτικού μηχανικού .............που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα αλλά και την από Φεβρουαρίου 2010 ιδιωτική εκτίμηση εμπορικής αξίας της κτηματομεσίτριας ............που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος. Σημείο δε που απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του εναγομένου, για τη μία από τις δύο ως άνω μεζονέτες, επιφάνειας 161,20 τμ., αγόρασε με δάνειο ποσού 293.470 ευρώ που έλαβε από την τράπεζα ............... Και τούτο διότι, αφ΄ ενός μεν από το σχετικό υπ΄ αριθμ. ......./2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Σακαρέλλου, προκύπτει ότι ο εναγόμενος κατέβαλε το τίμημα αγοράς αυτής (μεζονέτας) ύψους 216.357 ευρώ τοις μετρητοίς (δi' εκδόσεως δίγραμμης επιταγής), αφετέρου δε, η προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εναγόμενο από 10-2- 2010 βεβαίωση της τράπεζας ............ αναφέρεται η λήψη δανείου εκ μέρους του εναγόμενου ύψους 293.470 ευρώ (δηλ. μεγαλύτερου από το τίμημα αγοράς της μεζονέτας) για την αγορά ποσοστού 1/3 διώροφης κατοικίας επί της οδού .......................και όχι της επίμαχης μεζονέτας που βρίσκεται στην οδό ............... αριθμ. ......... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το έτος 1994 αγόρασε 5.835.739 κοινές ονομαστικές μετοχές με δικαίωμα ψήφου της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρείας ............ που φέρει πλέον την επωνυμία «...............». Ο εναγόμενος την 10-6-2005 από τις παραπάνω μετοχές μεταβίβασε με πώληση στον ............... 5.635.739 μετοχές όπως τούτο γνωστοποίησε προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 5 παρ. 5 ΠΔ 51/92 έναντι τιμήματος 3.888.549,91 Ευρώ. Το παραπάνω - αντικατάλλαγμα, η εναγομένη- δεν αναφέρει στην αγωγή της ότι εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του ο εναγόμενος κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται στην υπό κρίση αγωγή της ότι σώζεται η αποκτηθείσα από την εκποίηση των μετοχών αξία και ότι αυτή δεν έχει αναλωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των διαδίκων, ώστε να θεωρηθεί απόκτημα του εναγομένου και να θεμελιωθεί αξίωση της ενάγουσας απ' αυτό (1628/2008 Εφ. Θεσ/νίκης, 155/07Π.Π. Σερρών ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΚρ 57/1991 ΕλλΔνη 1992. 158). Σε κάθε δε περίπτωση σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε στην αρχή της παρούσας, με την από 27-1-2011 αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, απαράδεκτος η ενάγουσα ζητεί να συμπεριληφθεί στην περιουσία του εναγομένου το τίμημα της πώλησης των ανωτέρω) μετοχών. (ΑΠ 1575/1988 και Εφ.ΑΘ, 6554/1992 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), Επομένως για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν περιλαμβάνεται το τίμημα της πώλησης των 5.635.739 μετοχών στην τελική περιουσία του εναγομένου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να είναι κάτοχος των αρχικών 5.835.739 μετοχών οι οποίες αντιπροσώπευαν περίπου το 1/4 του μετοχικού κεφαλαίου της «...........» και συγκεκριμένα ποσοστό 24,87% επί του συνόλου των μετοχών αυτής πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο ανακοίνωση της «......................» προς το Χρηματιστήριο Αθηνών που παρελήφθη την 13-6-2005 με αριθμό πρωτ. ................/2005 ο εναγόμενος την 10-6-200.. μεταβίβασε χρηματιστηριακά 5.635.739 κοινές ονομαστικές μετοχές με δικαίωμα ψήφου της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, στην τιμή των εξήντα εννέα λεπτών (0,69) εκάστη, συνολικής καθαρής αξίας 3.888.659,91 ευρώ Αγοραστής ήταν ο ..... περαιτέρω από τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και από την από 26-6-2008 ιδιωτική έκθεση του ορκωτού λογιστή ........... που προσκομίζει κι επικαλείται, η ενάγουσα προκύπτει ότι ο ................... στις 20.6-2006 μεταβίβασε χρηματιστηριακά τις ώς άνω 5.635.739 κοινές ονομαστικές μετοχές με δικαίωμα ψήφου της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο παραπάνω ανώνυμης εταιρείας στην τιμή του ενός ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (1,35) εκάστη συνολικής καθαρής αξίας 7.608.247,65 ευρώ. Αγοράστρια των παραπάνω μετοχών ήταν η εταιρεία «.............» με έδρα το Λουξεμβούργο. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η παραπάνω εταιρεία είναι συμφερόντων του εναγομένου και επομένως αυτός εξακολουθεί να κατέχει τις μετοχές που πούλησε στον ....................δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος στην ανωτέρω καθώς δεν προκύπτει από κάποιο δημόσιο έγγραφο ότι ο εναγόμενος ελέγχει την παραπάνω εταιρεία του Λουξεμβούργου κατέχοντας σε αύτη κάποια διευθυντική θέση ή έχοντας κάποιο μερίδιο των μετοχών της εταιρίας αυτής. Το δε γεγονός ότι η ......................» δεν διέψευσε δημοσίευμα της ηλεκτρονικής εφημερίδας............ της 26-6-2006 όπου αναφερόταν ότι : «πρόκειται , σύμφωνα με πληροφορίες, για αναστροφή πώλησης προς τον ............., προς την εταιρεία........... συμφερόντων του κ. ...............» δεν αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος έχει κάποια σχέση με την αγοράστρια εταιρία «.........» με έδρα το Λουξεμβούργο. Πρέπει επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να κατέχει 5.835.739 μετοχές της εταιρίας «...........» και συγκεκριμένα ποσοστό 24,87% επί του συνόλου των μετοχών της εταιρίας αυτής να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε τόσο από την παραπάνω αναφερόμενη ανακοίνωση της «....................» προς το Χρηματιστήριο Αθηνών που παρελήφθη την 13-6-2005 με αριθμό πρωτ. .........../2005 όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου ότι ο τελευταίος εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του 200.000 μετοχές της «...................................», κατά την κρίση του δικαστηρίου η λογιστική αξία των παραπάνω μετοχών ανέρχεται στο ποσό των 623.160 ευρώ (200.000 Χ 3,1158 ευρώ). Επομένως η τελική περιουσία του εναγομένου κατά την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων ήταν 8.923.160 ευρώ (4.200.000 + 1.200.000 + 2.900.000 + 623.160). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της με τον κάτωθι τρόπο: ότι τον συνόδευε σε ταξίδια στο εξωτερικό όπου το ζεύγος των διαδίκων ήταν καλεσμένο και από τον πρίγκηπα ......... , ότι παρέθετε ή ήταν παρούσα σε επαγγελματικά δείπνα με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος και φορείς της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας άλλων χωρών καθώς και ότι συμμετείχε σε φιλανθρωπικές και παρεμφερείς εκδηλώσεις με συζύγους και μέλη των οικογενειών των επαγγελματικών επαφών του εναγομένου και με οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες σε διεθνές επίπεδος οποίες ήταν πολύτιμα τα προσόντα της και δη η άνεση της να ομιλεί πέντε γλώσσες, η ανατροφή της αλλά και οι λαμπρές σπουδές της. Ειδικότερα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρείχε τις υπηρεσίες αυτές στο σύζυγο της επί έντεκα χρόνια που διάρκεσε η έγγαμη συμβίωση τους και αποτιμά την συνεισφορά της στο πλουτισμό του εναγομένου στο συνολικό ποσό των 13.200.000 ευρώ ήτοι 1.200.000 ανά έτος. Προκειμένου δε να αιτιολογήσει το μέγεθος της ενεργής συνεισφοράς της ιστορεί ότι ήταν δυνατόν από ορισμένες επιτυχημένες κοινωνικές επαφές να «κλειδώσουν» συμφωνίες που αντιστοιχουσαν σε πολλά εκατομμύρια...] Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος απέκτησε τις προαναφερόμενες μετοχές της «...........» τον πρώτο χρόνο της έγγαμης σχέσης, ήτοι το έτος 1994. Η ενάγουσα ισχυρίζεται προσέτι, ότι κατά τα έντεκα έτη του έγγαμου βίου συμμετείχε στην σύναψη συμφωνιών με ηγετικά πρόσωπα του παγκόσμιου πολιτικού και οικονομικού βίου και έτσι συνέβαλε με τις ικανότητες της στο να γίνουν επωφελείς συμφωνίες που αφορούσαν την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία της οποίας ο εναγόμενος ήταν από τον Νοέμβριο του έτους 2001 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2004 αντιπρόεδρος και από το Νοέμβριο του έτους 2004 διευθύνουν σύμβουλος . Είναι δε γνωστό, ότι μεταξύ των δραστηριοτήτων της παραπάνω εταιρίας, ήταν και η κατασκευή πολεμικών σκαφών και επομένως η ανάληψη τέτοιου είδους παραγγελιών απαιτούσε διαπραγματεύσεις σε διεθνές επίπεδο. Ο παραπάνω ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται στην υπό κρίση αγωγή το είδος και το μέγεθος του οφέλους του εναγομένου, μετόχου της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, από την παροχή ουσιαστικά στην εταιρία αυτή των προσωπικών υπηρεσιών της ενάγουσας που αφορούσαν στην συμβολή της στην επίτευξη επωφελών συμφωνιών καθώς και η αιτία για την οποία το όποιο όφελος αφορά τον ίδιο . (εναγόμενο), και όχι την ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει αυτοτελή περιουσία, διακρινόμενη από την ατομική περιουσία των μετόχων (Α.Π 1262/2010 ΕλλΔνη 2005, 1662 και ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) . Όσον αφορά τη συνεισφορά της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου καθ' όλη την διάρκεια του εγγάμου βίου πρέπει να αναφερθούν τα έξης: Με την αγωγή της η ενάγουσα πέραν του ανωτέρω κονδυλίου των 13.200.000 ευρώ που απορρίφθηκε ως αόριστο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ισχυρίζεται ότι συνέβαλε στον πλουτισμό του εναγομένου κατά το συνολικό ποσό του 1.388.800 ευρώ . Το παραπάνω ποσό κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, προέρχονταν από τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή της υπηρεσίες, και καταβολές, που δεν επιβάλλονταν όπως ισχυρίζεται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Επομένως και αληθή υποτιθέμενα τα παραπάνω ποσά που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, η συμμετοχή της στην αύξηση αύτη ανέρχεται σε ποσοστό 15,563993 %, καθώς αυτό είναι το ποσοστό που αναλογεί στην τελική περιουσία των 8.923.160 ευρώ που απέκτησε ο εναγόμενος κατά την διάρκεια του γάμου τους ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα πράγματι συνέβαλλε κατά το συνολικό ποσό των 1.388.800 ευρώ καθ' όλη την διάρκεια του έγγαμου βίου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της. Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό πέραν του 1/3 αυτής. Επομένως η κύρια βάση της αγωγής περί πραγματικού προσδιορισμού της συμμετοχής της ενάγουσας, στα αποκτήματα του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν . Ο εναγόμενος, δεν μπόρεσε να. αποδείξει ότι η ενάγουσα είχε μηδενική συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου τους, ούτε μπόρεσε να αποδείξει ως όφειλε ότι η αύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σε αυτόν, επειδή η ενάγουσα δεν συνέβαλε στην αύξηση αυτή επειδή δεν μπορούσε ή επειδή δεν ήθελε, η ενάγουσα καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, δεν εργαζόταν, αν και είχε πραγματοποιήσει ιδιαίτερα επιτυχημένες σπουδές, ούσα πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Πολιτικών Επιστημών της......Περού από όπου αποφοίτησε το έτος 1998 και κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων του Πανεπιστημίου της Βοστόνης στις πολιτικές επιστήμες και στις διεθνείς σχέσεις και διεθνή επικοινωνία. Κατάγεται από ιδιαίτερα εύπορη και επιφανή οικογένεια του Περού γεγονός που της έδωσε την δυνατότητα να δέχεται από τους γονείς της καθ' όλη την διάρκεια του έγγαμου βίου οικονομικές ενισχύσεις για τις ανάγκες τις οικογένειας της μέσω εμβασμάτιον που της εστελναν (οι γονείς της) από το Περού. Πρέπει να αναφερθεί, ότι ο πατέρας της ενάγουσας ήταν ........... .........του Περού και ιδιοκτήτης..........κλινικής. Το γεγονός της ως άνω οικονομικής ενίσχυσης, αποδεικνύεται από τα κάτωθι αναφερόμενα εμβάσματα πληρωμών, προερχόμενα από τους γονείς της προς την ενάγουσα αλλά και από εντολές πληρωμών των γονέων της προς τράπεζες ώστε να αποσταλούν χρήματα στην ενάγουσα σε ανύποπτο χρόνο κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου και δή: Tο από 18-6-2002 τραπεζικό έμβασμα της Τράπεζας με την επωνυμία «........» 5.650 δολαρίων ΗΠΆ από την μητέρα της ενάγουσας ................... στον υπ' αριθ. ..................... λογαριασμό της ενάγουσας στην ίδια τράπεζα, το από 25.9.1998 αποδεικτικό κατάθεσης χρημάτων (τραπεζικό έμβασμα) της Τράπεζας με την επωνυμία «...................», ποσού 2.0Ο0 δολαρίων ΗΠΑ στον υπ' αριθ. ................... λογαριασμό της ενάγουσας στην .......... Τράπεζα της Ελλάδος, την από 12-4- 1996 εντολή της μητέρας της ενάγουσας προς τον ............. (.............), αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας με την επωνυμία «...............», από την οποία προκύπτει εντολή μεταφοράς χρημάτων ποσού 5.000 δολαρίων ΗΠΑ από τον αριθ. .............. τραπεζικό λογαριασμό της μητέρας της ενάγουσας στον υπ' αριθ. ................... τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης σε τράπεζα στο Μαϊάμι, την από 2-5- 1995 εντολή της μητέρας της ενάγουσας προς τον ...................), αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας με την επωνυμία «.................», από την οποία προκύπτει η εντολή μεταφοράς χρημάτων ποσού 1.000 δολαρίων ΗΠΑ από τον υπ' αριθ.......... τραπεζικό λογαριασμό της μητέρας της ενάγουσας στον υπ' αριθ. ...............λογαριασμό της τελευταίας σε υποκατάστημα της .....Τράπεζας στο Κολωνάκι Αθηνών , την από 22-1-1997 εντολή της μητέρας της ενάγουσας προς τον ...... ..αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας με την επωνυμία «.......», από την οποία προκύπτει η εντολή μεταφοράς χρημάτων ποσού 15.000 δολαρίων ΗΠΑ από τον υπ' αριθμ. τραπεζικό λογαριασμό της μητέρας της ενάγουσας στον υπ' αριθ. .................. λογαριασμό της τελευταίας σε υποκατάστημα της ............ Τράπεζας στο Κολωνάκι Αθηνών και την από 8-5-1994 εντολή της μητέρας της ενάγουσας προς τον ........................, αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας με την επωνυμία «...................», από την οποία προκύπτει η εντολή μεταφοράς χρημάτων ποσού 1.500 δολαρίων ΗΠΑ. από τον υπ' αριθμ.............. τραπεζικό λογαριασμό της μητέρας της ενάγουσας στον υπ' αριθ. .................. λογαριασμό της τελευταίας στην ............ Τράπεζα στο Π. Ψυχικό Αττικής. Προσέτι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου ασχολήθηκε είτε ίδια προσωπικά είτε δίνοντας οδηγίες στους υπηρέτες, με την οικία που αύτη διοικούσε, με την ανατροφή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και αποκλειστικά με την εκπαίδευση τους την οποία είχε τη δυνατότητα να αναλάβει λόγω της αποδεδειγμένης γνωστικής της επάρκειας. Εξάλλου η ίδια αποκλειστικά είχε αναλάβει την εύρυθμη λειτουργία της συζυγικής οικίας φροντίζοντας πάντα με την βοήθεια των οικιακών βοηθών, ώστε να υπάρχει μια ομαλή λειτουργία του οίκου όσον αφορά την τροφοδοσία, την καθαριότητα αλλά και την εμφάνιση και διακόσμηση αυτής. Επιπλέον η ενάγουσα, χάρη στην έντονη προσωπικότητα της που ήταν αποτέλεσμα των σπουδών της αλλά και της ευχέρειας της να συναναστρέφεται με σημαίνοντα μέλη της οικονομικής και πολιτικής ηγεσίας όπως και μέλη της κυβερνήσεως , ενθάρρυνε και παρείχε αμέριστη συμπαράσταση στο σύζυγο της, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του εναγομένου με την εργασία του, οι ως άνω υπηρεσίες της, υπήρξαν σημαντικές και υπερέβαιναν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το μέτρο της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, δεδομένης και της μη συμμετοχής του εναγόμενου στη διαχείριση του κοινού τους οίκου και της αντιμετώπισης των καθημερινών αναγκών αυτού. Εξάλλου η εργασία του εναγομένου ως αντιπροέδρου και αργότερα ως διευθύνοντος συμβούλου της «.....................................» ήταν ιδιαίτερα υπεύθυνη και απαιτούσε την πλήρη αφοσίωση του σε αυτή . Το γεγονός δέ ότι ο εναγόμενος δεν επιβαρύνθηκε με τις φροντίδες των καθημερινών αναγκών, αποδεικνύεται και εκ του γεγονότος ότι τα τέκνα των διαδίκων γεννήθηκαν στο Περού, στην ιδιωτική κλινική του πατέρα της ενάγουσας χωρίς ο εναγόμενος να επιβαρυνθεί οικονομικά αλλά και να περισπαστεί από τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Έτσι η ενάγουσα με τη διαρκή παρουσία της στην οικογένεια, με την προαναφερόμενη υλική συμμετοχή, την ηθική στήριξη και συνδρομή του εναγομένου ανέλαβε αποκλειστικά όλες τις φροντίδες της οικογένειας και ο εναγόμενος παρέμεινε απερίσπαστος στην άσκηση της εργασίας του, με πλήρη άνεση και έντονη κοινωνική παρουσία εξοικονομώντας δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Αφού λοιπόν κατά τ' ανωτέρω αποδείχθηκε ότι υπάρχει συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου, η συμβολή αυτή, κατά το τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης, καθορίζεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας αυτής, δεδομένου ότι η ενάγουσα δικαιούται το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου (ΑΠ / 1048/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι το ποσό των 2.974.386,7 ευρώ α (8.923.160 Χ 1/3 ), αφού ο εναγόμενος δεν απέδειξε ως όφειλε μηδενική συμβολή της, απορριπτόμενης ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της προβαλλόμενης με τις έγγραφες προτάσεις του νόμιμης (αρθρ. 1400 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΑΚ) ένστασης περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του. Τούτο δε διότι, ο τελευταίος δεν απέδειξε ότι η αύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνο σε αυτόν, επειδή η ενάγουσα δεν ήθελε να συμβάλει στην αύξηση αυτή, καθώς σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του με την παροχή των ως άνω υπηρεσιών της, η οποία υπερέβαινε την υποχρέωση συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες κατά το επιβαλλόμενο μέτρο. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει εν μέρει δέκτη η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, και δοθέντος του ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται κατά τον τεκμαιρόμενο υπολογισμό σε ποσοστό 1/3 να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό των 2.974.386,7 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ανάλογο με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός (άρθρα, 106,178,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο. Δέχεται, κατά τα λοιπά εν μέρει, την αγωγή. Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των δυο εκατομμυρίων εννιακοσίων εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και εβδομήντα λεπτών (2,974.386,70 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Καταδικάζει τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των ενενήντα δύο χιλιάδων ευρώ (92.000) ευρώ.

πηγή: NOMOS

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.