Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας - Καταδολίευση δανειστών (Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης 884/2011)

Περίληψη: Προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη με πρόθεση εκ μέρους του βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση β) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και γ) αφερεγγυότητα του οφειλέτη. Για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 939-942 ΑΚ η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη με πρόθεση εκ μέρους του βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, β) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και γ) αφερεγγυότητα του οφειλέτη. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: «Κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου η υπ’ αριθ. ***/121/1997 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Με την εν λόγω διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση τις με αριθμούς ***, *** και *** τρεις τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως του ίδιου εναγομένου στις 20.1.1997, 31.1.1997 και 25.2.1997, για τα ποσά των 35.000.000, 25.000.000 και 2.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προς την ομόρρυθμη εταιρία ***, η οποία τις οπισθογράφησε προς την ανώνυμη εταιρία *** και κατόπιν περιήλθαν στην ενάγουσα, υποχρεώθηκε τόσο ο εκδότης των επιταγών όσο και οι παραπάνω εταιρίες να καταβάλουν στην πρώτη το συνολικό ποσό αυτών, δηλαδή 62.000.000 δραχμές, καθώς και 1.806.165 δραχμές για τόκους και 1.000.000 δραχμές για δικαστική δαπάνη. Η ενάγουσα στις 20.3.1997 κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο αυτή τη διαταγή πληρωμής, με την σχετική από 13.3.1997 επιταγή προς πληρωμή του συνολικού, μαζί με τα έξοδα εκτέλεσης, ποσού των 65.060.113 δραχμών. Ο πρώτος εναγόμενος στις 19.3.1997 δυνάμει του υπ’ αριθμ. ***/1997 συμβολαίου της συμ/φου ***, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο *** και αριθμό *** των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου, μεταβίβασε κατά κυριότητα στη δεύτερη των εναγομένων, η οποία ήταν τότε μνηστή του και δύο μήνες περίπου αργότερα έγινε σύζυγός του, δύο ακίνητα της ιδιοκτησίας του. Συγκεκριμένα, μεταβίβασε σ’ αυτήν ένα κατάστημά του σε οικοδομή επί των οδών *** και ***, στη ***, εμβαδού 17,45 τ.μ. και ένα αγροτεμάχιό του στην αγροτική περιοχή *** του *** λόγω πωλήσεως και αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 9.836.000 και 2.000.000 δραχμών αντίστοιχα, αποκτηθέντα απ’ αυτόν με το υπ’ αριθ. ***/1991 συμβόλαιο δωρεάς του συμ/φου *** και ***/1995 συμβόλαιο του ίδιου αυτού συμ/φου, επίσης αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν επίσης νόμιμα στα αυτά πιο πάνω βιβλία μεταγραφών. Η απαλλοτρίωση αυτή έγινε εν γνώσει του πρώτου εναγομένου για την ύπαρξη οφειλής του προς την ενάγουσα, τούτο δε συνάγεται από το γεγονός ότι κατά το Φεβρουάριο του 1997, δηλαδή ένα μήνα περίπου πριν από την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής είχε επισκεφθεί το διευθυντή του καταστήματος της (ενάγουσας) στη Βέροια προκειμένου να προβεί σε ρύθμιση αυτής (οφειλής). Περί αυτού κατέθεσε ρητά και με σαφήνεια ο μάρτυρας απόδειξης, δηλώνοντας και το πρόσωπο από το οποίο είχε την πληροφορία αυτή, κατά το νόμο (άρθρ. 409 παρ. 2 ΚΠολΔ). Έτσι, ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου για άγνοια της οφειλής του, την οποία συνδέει με την έκδοση των επιταγών χωρίς να τις έχει συμπληρώσει ως προς τα κύρια στοιχεία τους, είναι αναπόδεικτος και απορριπτέος, λαμβανόμενου υπόψη και του ότι αλυσιτελώς προβάλλει πως δεν συμπλήρωσε ο ίδιος τα εν λόγω στοιχεία τους, αφού η εν λόγω ενέργεια είναι δυνατό να γίνει από άλλον με τη συναίνεση και αποδοχή του εκδότη επιταγής, χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα εγκυρότητάς της. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε από τον πρώτο εναγόμενο με πρόθεση να βλάψει την ενάγουσα και τούτο, γιατί γνώριζε ότι με την ενέργεια αυτή περιερχόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απέμενε και συγκεκριμένα, δύο φορτηγά αυτοκίνητα αξίας 20.000.000 δραχμών περίπου, των οποίων στο τέλος της ίδιας χρονιάς 1997 μεταβίβασε το 50%, ασφαλώς δεν θα αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησής της και αποδέχθηκε την πιθανότατη αυτή συνέπεια της βλάβης της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και η δεύτερη εναγομένη είχε γνώση για το σκοπό που ο πρώτος της μεταβίβασε τα ακίνητα αυτά. Αυτό προκύπτει από το ότι κατά την επίσκεψη του πρώτου εναγομένου στην Τράπεζα της *** που προαναφέρθηκε, τον συνόδευσε και μάλιστα, εκείνος την συνέστησε στον διευθυντή της (Τράπεζας) ως μνηστή του και έτσι παρευρισκόταν στη μεταξύ εκείνων συζήτηση. Σημειωτέον δε, ότι σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών από τη σύνταξη του συμβολαίου τέλεσαν γάμο. Ενόψει όλων αυτών ο ισχυρισμός τούτων (εναγομένων) ότι γνωρίστηκαν κατά τη σύνταξη του (συμβολαίου) κρίνεται ως μη πειστικός και κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Όλα αυτά ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, ώστε να επιδιώξει την άρση των άμεσων συνεπειών της, αλλά και από την υπ’ αριθ. 253/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, το οποίο δικάζοντας κατά το ποινικό της μέρος την υπόθεση ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (κατ’ έφεση), έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι, τώρα εναγόμενοι, τέλεσαν την πράξη της καταδολίευσης δανειστών ο πρώτος και της άμεσης συνέργειας σ’ αυτήν η δεύτερη. Πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την 637/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, πλην όμως ο λόγος, για τον οποίο έγινε δεκτή η αναίρεση των κατηγορουμένων άπτεται πλημμέλειας σχετικής με την αιτιολογία (έλλειψη αυτής ως προς τα αιτήματα κλήτευσης μαρτύρων) και όχι βεβαίως με την ουσία. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ύστερα από σωστή εκτίμηση των αποδείξεων ορθά αποφάνθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση και διέταξε τη διάρρηξη της επίμαχης δικαιοπραξίας, ο δε αντίθετος (μόνος) λόγος της έφεσης και αυτή στο σύνολό της είναι απορριπτέοι ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι ...». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 - 942 ΑΚ, περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου. Ανεπάρκεια δε ή αντιφατικότητα στην αιτιολογία δεν υπάρχει ούτε ως προς το εάν η περιουσία που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση του ενδίκου ακινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, αφού το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως ότι η απαίτηση της τελευταίας ανέρχεται σε 65.060.113 δρχ, η δε περιουσία, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση του προπεριγραφομένου ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν υπερέβαινε το ποσό των 20.000.000 δρχ. Κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, καθ’ όσον για την πληρότητά του δεν αναφέρονται, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 αριθμός 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα διδάγματα που παραβιάσθηκαν, αλλά ούτε και εκτίθενται στον λόγο αναιρέσεως η αποδοθείσα στον κανόνα δικαίου έννοια, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη, και η κατά τη γνώμη των αναιρεσειόντων ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει. ΙΙ) Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν’ αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (ΑΠ Oλ 43/1990). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της λήψεως υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη για τα οποία δεν είχε διαταχθεί απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η κατά τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως, προτάθηκε στο Εφετείο αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε τέλος, για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη, αλλά ούτε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός. Άλλωστε, και ασχέτως αυτών, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη, κατ’ άρθρο 941 παρ. 2 ΑΚ, τεκμηρίου γνώσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας σχετικά με το ότι ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην ως άνω απαλλοτριωτική πράξη προς βλάβη της δανείστριάς του (αναιρεσίβλητης), ενώ από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει το αντίθετο, γι’ αυτό και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος. [Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης ΕφΘρ 279/2006.]

πηγή: NBonline.gr

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.