Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Υπερχρεωμένα νοικοκυριά (νόμος Κατσέλη) - Καθορισμός καταβολών μηδενικών ή μικρού ύψους (Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 1034/2012)

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 Ν 3869/2010, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στην πράξη ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας ή άλλου μέλους της οικογένειάς του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη βιοτικών στοιχειωδών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ. 2 αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου (άρθρο 8 παρ. 5), εφόσον διατυπώνεται σχετικό αίτημα από τον οφειλέτη. Το δικαστήριο προβαίνοντας σε εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Στη νέα αυτή δικάσιμο, είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφασή του, είτε προσδιορίζει εκ νέου καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτες-πιστωτές) ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια (βλ. Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών Ν 3869/2010 , έκδ. 2010, σελ. 138 και 139). Με την κρινόμενη αίτησή της η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά, όπως σαφώς συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αίτησης, τη ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού λήφθηκαν υπόψη η περιουσιακή της κατάσταση, όπως αυτή εκτίθεται και οι δυνατότητες συνεισφοράς του συζύγου, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Η εν λόγω αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 του Ν 3869/2010), εφόσον για το παραδεκτό της α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουνε σχετική εξουσία από το νόμο (βλ. άρθρο 2 του Ν 3869/2010 ), ο οποίος απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από το διαμεσολαβητή *** Δικηγόρο Θεσ/νίκης, μη έχοντας έννομης επιρροής του γεγονότος ότι η βεβαίωση του εξωδικαστικού συμβιβασμού φέρει χρόνο συντάξεως μεταγενέστερης της κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης (28.4.2011 και 4.4.2011 αντίστοιχα), καθότι θεωρείται ότι ο αναγραφόμενος χρόνος είναι ο χρόνος συντάξεως της σχετικής βεβαιώσεως και όχι της αποτυχίας αυτού, η οποία (αποτυχία) αυτού αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση δεδομένου και του γεγονότος ότι δεν αμφισβητείται από καμία πιστώτρια η εν λόγω αποτυχία, β) κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διατυπώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του Ν 3869/2010 (βλ. σχετικές βεβαιώσεις των γραμματέων του Δικαστηρίου αυτού και του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παραδεκτά εισάγεται για συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχουσών πιστωτριών, β) την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 παρ. 2 Ν 3869/2010 (βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κ.λπ.). Όσον αφορά τον ισχυρισμό της μετέχουσας πιστώτριας με την επωνυμία *** ότι αιτούσα δεν κατέθεσε εντός μηνός τα προβλεπόμενα έγγραφα στην παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν 3869/2010 και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη, τούτος είναι απορριπτέος, καθότι η μη κατάθεση από τον οφειλέτη των εν λόγω εγγράφων, τα οποία ουσιαστικά είναι αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία διαθέτει ο οφειλέτης σχετικά με την περιουσία του, τα εισοδήματά του, τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της αίτησης του οφειλέτη. Αυτό καθίσταται σαφές και από τη διαφορετική διατύπωση που ακολουθεί ο νομοθέτης ως προς την προσκομιδή των συγκεκριμένων εγγράφων, όπου στην εν λόγω παράγραφο αναφέρει ότι ο οφειλέτης καταθέτει, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου αναφέρει ότι ο οφειλέτης υποχρεούται (βλ. Ε. Κιουπτσίδου, Ανάτυπο, Αρμενόπουλος 63, Οκτώβριος 2010, σελ. 1479). Προφανώς σε περίπτωση δε μη προσκόμισης αυτών οι πιστωτές θα δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένη άρνηση για τα πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με τα εν λόγω έγγραφα (όπως εισοδήματα οφειλέτη, οικογενειακή κατάσταση κ.λπ.) και ο οφειλέτης, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, να κινδυνεύει να μην αποδείξει στο ακροατήριο τα εν λόγω περιστατικά, ενώ με την προκατάθεση αυτών (έγγραφα) διαφεύγει τον εν λόγω κίνδυνο. Επίσης απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης που υπέβαλε η από τις μετέχουσες πιστώτρια με την επωνυμία ***, καθότι η αιτούσα δεν συγκοινοποίησε μαζί με την αίτηση την κατάσταση της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και το σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, διότι τα εν λόγω στοιχεία συμπεριλαμβάνονται στην εν λόγω αίτηση και επομένως πληρούται ο σκοπός του νόμου. Εξάλλου με το άρθρο 85 παρ. 2 του Ν 3996/2011 καταργήθηκε η σχετική υποχρέωση στον οφειλέτη. Η εν λόγω αίτηση είναι ορισμένη, διότι αναφέρει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία (άρθρο 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν 3869/2010). Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται οι μηνιαίες δαπάνες, τούτος είναι απορριπτέος, καθότι στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται η οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος, όπως αναφέρεται, και εξ αυτής θα προκύψουν κατά την αποδεικτική διαδικασία οι μηνιαίες δαπάνες συντήρησης αυτής (της οικογένειας). Επίσης και ο ισχυρισμός περί μη υπάρξεως σχεδίου διευθετήσεως οφειλών και ως εκ τούτου κήρυξης της αίτησης ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας είναι απορριπτέος, διότι υφίσταται σχέδιο διευθετήσεως οφειλών με μηδενικές καταβολές, το οποίο είναι εφικτό. Περαιτέρω είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3 και 8 Ν 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 του Ν 3996/2011 και το άρθρο 20 του Ν 4019/2011, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτριών. Η πρώτη των πιστωτριών υπέβαλε την ένσταση ότι η αιτούσα από δόλο περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, διότι κατά το χρόνο λήψης των δανείων γνώριζε ότι δεν δύναται να αποπληρώσει αυτά. Η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να θεμελιώσουν δολιότητα σε βάρος της αιτούσας, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες στην προκείμενη περίπτωση) είχαν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων των υποψηφίων πελατών τους, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, και τις τυχόν δανειακές τους υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και την εν γένει οικονομική τους συμπεριφορά μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων, βλ. ΕιρΑθ 15/2011, Α. Κρητικός, Ν 3869/2010, έκδ. 2012, σελ. 57). Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ) αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα *** του ***, κάτοικος Θεσ/νίκης, οδός ***, γεννηθείσα το 1962, είναι έγγαμη με τον *** και έχουν μία κόρη 21 ετών, την ***, η οποία φοιτεί στο τέταρτο εξάμηνο του τμήματος *** (βλ. σχετικό πιστοποιητικό). Εργάζεται ως τηλεφωνήτρια στο τηλεφωνικό κέντρο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία *** αποκερδαίνοντας μηνιαία το ποσό των 380 ευρώ. Ο σύζυγός της είναι μηχανικός αυτοκινήτων και έχει συνεργείο αυτοκινήτων, το οποίο στεγάζει σε μισθωμένο χώρο επί της οδού *** στη *** και αποκερδαίνει μηνιαία το ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ. Η οικογένεια διαμένει σε μισθωμένη οικία επί της οδού *** για την οποία καταβάλει το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ μηνιαία. Οι απαιτούμενες οικογενειακές τους δαπάνες περιλαμβάνουν την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αιτούσας, του συζύγου της και της κόρης της. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, καθότι οι πιστώτριες δεν προβάλουν ισχυρισμό ότι η ανάληψη αυτών έγινε εντός του τελευταίου έτους, τα οποία δεν είναι εξοπλισμένα με εμπράγματη ασφάλεια: 1) από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία *** α) της χορηγήθηκε με την υπ’ αρ. *** σύμβαση δάνειο από το οποίο οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 45.786,13 ευρώ, β) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 4.424,60 ευρώ και γ) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση επιχειρηματικής πίστωσης εγγυήθηκε την εκπλήρωση αυτής (της σύμβασης), την οποία έλαβε ο σύζυγός της και απ’ αυτή οφείλεται μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 49.424,43 ευρώ. 2) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία *** της χορηγήθηκε πιστωτική κάρτα με αριθμό λογαριασμού *** από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 3.088,40 ευρώ. 3) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ***: 1) με την υπ’ αρ. *** σύμβαση της χορηγήθηκε καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 21.619,30 ευρώ, 2) με την υπ’ αρ. *** σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου εγγυήθηκε την εκπλήρωση αυτού και η οφειλή αυτού μαζί με τους τόκους και τα έξοδα ανέρχεται στο ποσό των 108.920,58 ευρώ, 3) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 1.975,66 ευρώ. 4) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 1.824,04 ευρώ. 5) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 8.651,91 ευρώ. Για την απαίτηση αυτή η εν λόγω τράπεζα λειτουργεί ως διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης της*** προς την οποία έχει εκχωρηθεί το προϊόν κατά το άρθρο 10 του Ν 3156/2003 . 6) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 5.069,49 ευρώ. Επίσης για την εν λόγω απαίτηση λειτουργεί ως διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης της *** προς την οποία έχει εκχωρηθεί το προϊόν κατά το άρθρο 10 του Ν 3156/2003 και 7) Με την υπ’ αρ. *** σύμβαση πιστωτική κάρτα από την οποία οφείλει μαζί με τους τόκους και τα έξοδα το ποσό των 2.862,90 ευρώ. Επίσης για την απαίτηση αυτή η εν λόγω τράπεζα λειτουργεί ως διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης της *** προς την οποία έχει εκχωρηθεί το προϊόν κατά το άρθρο 10 του Ν 3156/2003 . Η αιτούσα έχει πάψει να εξυπηρετεί τα παραπάνω δάνειά της και τις πιστωτικές κάρτες και έτσι περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τις πιστώτριες τράπεζες. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η αιτούσα σήμερα δεν δύναται με την παρούσα οικονομική κατάσταση της ίδιας, του συζύγου και της κόρης της να διαθέσει κανένα ποσό προς τις πιστώτριες, δεδομένου ότι το συνολικό οικογενειακό εισόδημα που ανέρχεται στο ποσό των χιλίων ογδόντα ευρώ (1.080) απαιτείται για την κάλυψη του ελαχίστου επιπέδου οικονομικής διαβίωσης αυτής (οικογένειας) (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν 3869/2010), δεδομένου, όπως προαναφέρεται, ότι η οικογένεια της αιτούσας διαμένει σε μισθωμένη οικία και καταβάλλεται μηνιαία το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ, και συντηρείται και η κόρη, η οποία σπουδάζει και δεν έχει ίδιο εισόδημα. Προσέτι αποδείχτηκε ότι η αιτούσα δεν διαθέτει κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο, εκτός από την ψιλή κυριότητα, η οποία σήμερα εκτιμάται στο ποσό των 20.000 ευρώ, ενός ισογείου διαμερίσματος, έκτασης 56 τ.μ. που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών *** και *** στη Θεσ/νίκη, στο οποίο διαμένουν οι γονείς της, οι οποίοι έχουν την επικαρπία αυτού και είναι 80 ετών περίπου και του οποίου η αιτούσα ζητά την εξαίρεσή του από την εκποίηση. Επειδή η παρούσα δυσμενής οικονομική κατάσταση της αιτούσας και της οικογένειάς της, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στη δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας, κρίνεται προσωρινή, δεδομένου ότι είναι μόνο 49 ετών και κατ’ ακολουθία δεν μπορεί να εκτιμηθεί για πόσο χρονικό διάστημα η αιτούσα θα παραμείνει στην ίδια οικονομική κατάσταση, το Δικαστήριο στα πλαίσια της ως άνω, κατ’ άρθρο 8 παρ. 5 δυνατότητάς του, θα πρέπει να ορίσει μηνιαίες μηδενικές καταβολές και συγχρόνως νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών, την 12 Δεκεμβρίου 2012, στον συνήθη τόπο και χρόνο συνεδρίασης του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι εντός του χρονικού διαστήματος μέχρι τη νέα δικάσιμο, θα βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική της κατάστασης. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις (δόσεις και χρόνο) εξαίρεσης της εκποίησης της κύριας κατοικίας αυτές θα οριστούν πιθανώς κατά την παραπάνω δικάσιμο. Ενόψει των παραπάνω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. [Δέχεται εν μέρει την αίτηση.]

Πηγή: ΧρηΔικ 1/2012, 133

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.