Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Έλεγχος ανώνυμης εταιρείας από τη μειοψηφία των μετόχων. Διορισμός ελεγκτή λόγω παραβάσεων (Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, αρθμός απόφασης 57/2006).

Περίληψη: Έλεγχος ανώνυμης εταιρείας από τη μειοψηφία των μετόχων. Διορισμός ελεγκτή λόγω παραβάσεων. Κατάθεση μετοχών ως προϋπόθεση νομιμοποίησης μετόχων να ζητήσουν τον έλεγχο. Δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης αν βρίσκονται στα χέρια του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου, ενώ δεν εκδόθηκαν νέες μετά την αύξηση κεφαλαίου. Προσωρινή διοίκηση ανώνυμης εταιρείας. Δεν συντρέχει περίπτωση διορισμού προσωρινής διοίκησης, αν γίνεται κακή διαχείριση. Δικονομία Πολιτική. Απόδειξη. Ενορκες βεβαιώσεις. Στην εκούσια δικαιοδοσία λαμβάνονται υπόψη αυτές που λήφθηκαν χωρίς κλήτευση.

[...] Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την υπ` αριθ. έκθ. κατάθ. 284/2005 κλήση η από 18-12-2003 και με αριθ. εκθ. καταθ. 964/2003 κρινόμενη αίτηση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 26-2-2004, κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 14-10-2004, οπότε και ματαιώθηκε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 εδ. α` και παρ. 2 του· Ν. 2190/1920, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το β.δ. 174/1963, δικαίωμα να ζητήσουν τον έλεγχο ανώνυμης εταιρίας έχουν μέτοχοι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 1/20 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Ο έλεγχος διατάσσεται, αν πιθανολογείται ότι με τις καταγγελλόμενες πράξεις παραβιάζονται οι διατάξεις των νόμων ή του καταστατικού της εταιρίας ή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης, οι πράξεις δε αυτές πρέπει να έγιναν σε χρόνο που δεν απέχει περισσότερο από μία διετία από τη χρονολογία της εγκρίσεως του ισολογισμού της χρήσεως εντός της οποίας τελέσθηκαν. Με την προαναφερόμενη διάταξη ρυθμίζεται το δικαίωμα διεξαγωγής έκτακτου ελέγχου της εταιρίας, με αίτηση της μειοψηφίας, διακρίνεται δε τούτο ανάλογα με το ποσοστό των αιτούντων και το είδος των καταγγελλομένων πράξεων.

Προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου από τη μικρή πλειοψηφία(1/20) είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιουδήποτε νόμου (είτε αφορά τις ανώνυμες εταιρίες είτε όχι, και ανεξάρτητα από την απόδειξη βλάβης ή μη των οικονομικών συμφερόντων της Α.Ε.), του καταστατικού ή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης, πράξη δε αποτελεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη οποιουδήποτε οργάνου της εταιρίας, που έλαβε χώρα στο πλαίσιο λειτουργίας της εταιρίας (βλ. ΑΠ 578/1979 ΝοΒ 27.1607, ΕφΑθ 763/1999 ΕλλΔνη 1999.1152, ΕφΘεσ 985/1999 ΕπισκΕΔ 2000.188, Ε. Περάκη, Το Δίκαιο της Α.Ε., Ε` Τόμος, 2002). Δηλαδή ο έκτακτος έλεγχος που ασκείται από την μικρή πλειοψηφία είναι έλεγχος νομιμότητας και περιορίζεται στην εξακρίβωση παραβάσεων σχετικών προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού της εταιρίας ή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της (βλ. ΑΠ 289/1999 ΕλλΔνη 40.1344, ΕφΘεσ 2401/1998, Αρμ 1998.1496, ΕπισκΕμπΔ 1999. 236, ΕφΠειρ 1329/1997, ΔΕΕ 1998.473, ΕφΘεσ 554/1996, ΔΕΕ 1996.499 βλ. επίσης και τους Ι. Μάρκου, Τα δικαιώματα ελέγχου της μειοψηφίας στην ανώνυμη εταιρία, Αρμ 1979. 476 επ., Ι. Παπαγιάννη, Το δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, έκδ. 1997, σ. 489 επ.). Επίσης, από την παρ. 2 του άρθρου 40 του Ν. 2190/1920 συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να διατάξει τον έλεγχο της ανώνυμης εταιρίας, δεν χρειάζεται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί των καταγγελλομένων πραγματικών περιστατικών, αλλά αρκεί να πιθανολογήσει την τέλεση αυτών και, κατά συνέπεια, την εκ τούτων παράβαση του νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων. Η πιθανολόγηση έχει έννοια δικονομική (άρθρο 347 ΚΠολΔ "Το Δίκαιο ΑΕ" Συλλ. Εργ. με επιμ. Περάκη, αρθρ. 40, σελ. 1082, 1083). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42α, 42β, 43, και 22α του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι ο ισολογισμός της ανώνυμης εταιρίας πρέπει να είναι συντεταγμένος με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να εξετάζεται απ` αυτόν εύκολα και με ασφάλεια η αληθής οικονομική κατάσταση της εταιρίας και να είναι δυνατός ο κατά νόμο έλεγχος από κάθε δικαιούμενο προς τούτο (βλ. ΕφΑθ 763/1999 ΕλλΔνη 1999. 1153, ΕφΑθ 4958/1994 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του άρθρου 40, οι αιτούντες μέτοχοι πρέπει, μέχρι την απόφαση επί της αιτήσεως τους, να τηρούν κατατεθειμένες τις μετοχές στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή στην Τράπεζα ........ ή σε άλλη αναγνωρισμένη Ελληνική Τράπεζα σε χρόνο όχι λιγότερο από 30 ημέρες από την υποβολή της αιτήσεως. Η υποχρέωση αυτή αναφέρεται στην συνήθη περίπτωση της κανονικής εκδόσεως και χορηγήσεως των μετοχών, οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή του αιτούντος τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου μετόχου και δεν σκοπεί στον αποκλεισμό του από την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου σε περίπτωση που δεν έχει προηγηθεί η νόμιμη έκδοση και κατοχή των μετοχών ή είναι πρακτικά ανέφικτη η κατάθεση των, όταν η ιδιότητα του μετόχου προκύπτει από άλλα στοιχεία (βλ. σχετικά ΕφΘεσ 985/1999 ΕπισκΕμπΔ 2000.188 με παρατηρήσεις Νικάκη, σ. 77 επ., ΕφΘεσ 2401/1998, ό.π,ΕφΙωαν 8/1993 ΕΕμπΔ 1995.60, ΕφΑθ 5949/1990 ΕλλΔνη 34.1634, ΜΠΚαλ 73/2000,ΔΕΕ 2000.403 επ., ΜΠΑθ 705/1998 ΕΕμπΔ 1998.316 επ, Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, έκδ. 4η, σ. 269 επ., Ι. Πασσιά, Ανώνυμες Εταιρίες, Τόμ Β, σ. 275). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 40 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2190/1920, όπως το εδ. αυτό αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 5 του νόμου 2339/1995, και 788 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση μειοψηφίας των μετόχων για τον έλεγχο της εταιρίας υποβάλλεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, το οποίο είναι αποκλειστικά αρμόδιο προς εκδίκαση της αίτησης Δικαστήριο και η αίτηση δικάζεται πάντοτε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 740 επ., του ΚΠολΔ), ανεξάρτητα από το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου της ελεγχόμενης εταιρίας (ΑΠ 9/1980 ΝοΒ 28.1129, ΕφΘεσ 985/1999, ό.ττ., ΕφΘεσ 2401/1998, ό.ττ., ΕφΑθ 4958/1994 ΕΕμπΔ 1996.88). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ που εφαρμόζεται και επί ανωνύμων εταιριών (βλ. ΕφΑθ 2424/1991 ΕΕμπΔ 93.425, ΕφΑθ 6377/1987 ΕλλΔνη 30.95, Γεωργιαδης - Σταθόπουλος, ΑΚ άρθρο 69 αρ. 2, 6, 132), το δικαστήριο διορίζει προσωρινή διοίκηση, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, όχι μόνον όταν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για την διοίκηση του νομικού προσώπου, αλλά και όταν τα συμφέροντα τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου.

Έλλειψη διοικήσεως του νομικού προσώπου και ειδικότερα των προσώπων που απαιτούνται για την διοίκηση του, υπάρχει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν διορίσθηκαν ακόμη τέτοια πρόσωπα ή όλα τα διορισθέντα μέλη της διοικήσεως λείπουν για οποιοδήποτε λόγο (θάνατο, παραίτηση, παύση, ακύρωση της εκλογής κ.λπ.), αλλά και στην περίπτωση, κατά την οποία ορισμένα μόνον απ` αυτά λείπουν ή κωλύονται στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους ή αρνούνται να τα ασκήσουν (ΕφΑθ 9778/1978 ΝοΒ 27.814, ΕφΑθ 1036/1970 ΑρχΝ 21.655). Τέλος, σύγκρουση συμφερόντων, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 69 ΑΚ υπάρχει, όταν τα πρόσωπα που ασκούν κατά τις καταστατικές διατάξεις τη διοίκηση, έχουν δικό τους ατομικό συμφέρον, σε υποθέσεις του νομικού προσώπου, αντίθετο με εκείνο του τελευταίου, το οποίο αντιπροσωπεύουν και έτσι κωλύονται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους στις υποθέσεις αυτές, λόγω της σύγκρουσης αυτής των συμφερόντων. Τέτοια σύγκρουση υφίσταται ιδίως στις περιπτώσεις των άρθρων 66 και 235 ΑΚ, αλλά και γενικότερα, σε κάθε περίπτωση που το αντίθετο με τα συμφέροντα του ν.π., ατομικό, συμφέρον των προσώπων που το διοικούν, δημιουργεί σ` αυτά κώλυμα να αντιπροσωπεύσουν το ν.π. και επιβάλλει την προσωρινή αναπλήρωση τους έως τη λήξη του κωλύματος (βλ. ΟλΑΠ 297/1972 ΝοΒ 20.1043, ΕφΘεσ 3570/1990 ΕλλΔνη 32.1310 -ΕμττΔ 92.76, ΕφΑθ 1173/1983 Αρμ. 38.127). Δεν συντρέχει, συνεπώς, περίπτωση διορισμού προσωρινής διοίκησης όταν γίνεται κακή διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου, ή όταν, προκειμένου για ανώνυμη εταιρία, πρόσωπα που αποτελούν την μειοψηφία των μετόχων, αποδίδουν σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου παράβαση των νόμων ή κακή διαχείριση ή άρνηση επιβαλλομένης ενέργειας η άρνηση να λογοδοτήσουν προς αυτούς ή όταν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων με ορισμένους μετόχους ή όταν πρόκειται για διενέξεις μεταξύ των μετόχων (βλ. ΟλΑΠ 297/1972 ό.π, ΑΠ 771/1971 ΕΕΝ 39.21, ΕφΠατρ 455/1994 ΕΕμπΔ 1994 582, ΕφΑθ 1173/1983 Αρμ. 38. 127, ΕφΑθ 621/1983 Αρμ 1984 213, ΜΠρΑθ 7954/2000 ΕλλΔνη 43. 250, ΜΠρΡοδ 55/1999 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 249/1996 ΕΕμπΔ 1997 524). Στην προκειμένη περίπτωση, ο καλών - αιτών εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση του, ότι είναι μέτοχος της καθ` ης και ότι εκπροσωπεί το 17,66% του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου αυτής, ζητά δε, ισχυριζόμενος ότι κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων έλαβαν χώρα, οι αναλυτικά αναφερόμενες στο δικόγραφο, παραβάσεις του νόμου και του καταστατικού της εταιρίας, να διαταχθεί η διενέργεια εκτάκτου ελέγχου της καθ` ής εταιρίας, όσον αφορά τις αναφερόμενες στην αίτηση πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου της και να διορισθούν ελεγκτές που θα διεξάγουν τον ως άνω έλεγχο.

Περαιτέρω ζητά να διοριστεί, για τους προαναφερόμενους λόγους, προσωρινή διοίκηση η οποία θα ασκεί τα καθήκοντα της μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος και να εκδοθεί το πόρισμα ελέγχου και τέλος να καταδικαστεί η καθ` ης στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι το αρμόδιο καθ` ύλην και κατά τόπο, κατά την προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. 786, 788 ΚΠολΔ και 40 παρ. 1 του Ν. 2190/1920, όπως αντικ. από το αρθρ. 13 παρ. 5 του Ν. 2339/95), είναι δε νόμιμη αναφορικά με τον αιτούμενο έκτακτο έλεγχο της καθ` ης, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 τταρ. 1 του Α.Ν. 148/1967, 40 παρ. 1 περ. α και παρ. 2 και 40α του Ν. 2190/1920 «Περί Ανωνύμων Εταιριών», καθώς και 746 ΚΠολΔ. Κατά το μέρος όμως που η αίτηση αφορά τον διορισμό προσωρινής διοίκησης της καθ` ης, ερειδομένη στην ιστορική βάση της κακής διαχείρισης των εταιρικών πραγμάτων από το υπάρχον διοικητικό συμβούλιο είναι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Πρέπει επομένως, κατά το μέρος που η αίτηση κρίθηκε νόμιμη, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι ασκήθηκε παραδεκτώς, μολονότι δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 40 του Ν. 2190/1920 (περί καταθέσεων μετοχών) διαδικασία, καθόσον, όπως αναφέρει ο αιτών στην αίτηση του, αυτός δεν έχει στην κατοχή του τις πιο πάνω μετοχές, διότι αφενός, από την ημέρα της εκδόσεως των μετοχών που αντιπροσωπεύουν εταιρικό κεφάλαιο ύψους 288.000.000 αυτές βρίσκονται στα χέρια του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της καθ΄ ης και αφετέρου διότι, μετά την σταδιακή αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου από 288.000.000 δραχμές σε 337.600.000 δραχμές, το Δ.Σ. με ευθύνη του δεν προέβη στην έκδοση νέων μετοχικών τίτλων. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται, από την υπ` αριθ. 23820/6-2-2004 ένορκη βεβαίωση του Δ.Ο. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Α.Η., για να χρησιμεύσει σε προϋφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων δίκη και η οποία λαμβάνεται υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. Β. Βαθρακοκοίλης, Τόμος Β΄ υπ` αρθρ. 339 ΚΠολΔ, σελ. 636), καθώς και από τις υπ` αριθ. 15200, 15201/4-6-2004, 15216, 15217, 15220 και 15221/15-6-2004 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Β.Χ., χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αιτούντος, οι οποίες όμως λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της αρχής της ελεύθερης απόδειξης και του ανακριτικού συστήματος που εφαρμόζεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (βλ. Β. Βαθρακοκοίλης, Τόμος Β`, υπ΄ άρθρ. 339 ΚΠολΔ, σελ. 637 και Τόμος Δ`, υπ` αρθρ. 759 σελ. 454), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ` αριθ. 4183/18-11-1982 καταστατικού ανωνύμου εταιρίας της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ.Π., που εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε της εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 4296/10-12-1982), συνεστήθη η καθ` ης ανώνυμη εταιρία από μετατροπή της ατομικής επιχείρησης «........... ....» του ...., πατέρα του αιτούντος. Ο αιτών είναι μέτοχος της καθ` ης ανώνυμης εταιρίας και κύριος 51.391 μετοχών, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστης, οι οποίες αντιπροσωπεύουν ποσοστό 17% του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, το οποίο μετά από σταδιακές αυξήσεις, ανέρχεται σήμερα σε 302.300.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 302.300 μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. εκάστης. Στις 30-5-1997 εκδόθηκαν οριστικοί τίτλοι που αντιπροσωπεύουν συνολικά 288.000 ανώνυμες μετοχές επί εταιρικού κεφαλαίου 288.000.000 δρχ., εκ των οποίων 48.960 μετοχές ανήκουν στον αιτούντα, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχουν ακόμη εκδοθεί οριστικοί ή προσωρινοί τίτλοι για το υπόλοιπο, κατά τα ως άνω, εταιρικό κεφάλαιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο αιτών, ο οποίος δεν είχε συμμετάσχει στις Γενικές Συνελεύσεις της καθ` ης των ετών 1998 έως 2000 λόγω απουσίας του στο εξωτερικό, θέλοντας πλέον να συμμετάσχει στην ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση της 30ης-6-2001, ζήτησε αρχικά προφορικά και κατόπιν δια εξωδίκου εγγράφου από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύμβουλο της καθ` ης ...., να του παραδώσει τις ανωτέρω μετοχές κυριότητας του, οι οποίες ουδέποτε είχαν περιέλθει στην κατοχή του και τις οποίες ο ως άνω Πρόεδρος του Δ.Σ. κρατούσε ως θεματοφύλακας αυτών. Ο ανωτέρω όμως δήλωσε δια εξωδίκου απαντήσεως του ότι δεν γνωρίζει που βρίσκονται οι ως άνω μετοχές, παρόλο που αυτές βρίσκονταν στο συρτάρι του γραφείου της καθ` ης, αρνούμενος κατ` αυτόν τον τρόπο να τις παραδώσει στον αιτούντα. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να συμμετάσχει ο αιτών στην ως άνω .... και να ασκήσει το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου, ζήτησε με αίτηση του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) να επιτραπεί η συμμετοχή του σ` αυτήν.

Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ` αριθ. 950/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία επέτρεψε στον αιτούντα να μετάσχει στην ως άνω .... και να ψηφίσει με τις προαναφερόμενες μετοχές που του ανήκαν. Για τον ίδιο άλλωστε ως άνω λόγο, ήτοι λόγω της πραγματικής αδυναμίας του αιτούντος να καταθέσει τις ως άνω μετοχές στο ταμείο της εταιρίας ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα, και την ως εκ τούτου μη δυνατότητα αυτού να συμμετάσχει και στην επόμενη ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση της 30ης-6-2002, επετράπη η συμμετοχή του σ` αυτήν με την υπ` αριθ. 1133/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, κατόπιν υποβολής εκ νέου σχετικής αίτησης του αιτούντος ενώπιον αυτού. Εξάλλου όπως αποδείχθηκε, οι κατά τα ως άνω μετοχές του αιτούντος βρίσκονται μέχρι και σήμερα στα χέρια του ως άνω Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Συμβούλου της καθ` ης ..., χωρίς ποτέ αυτές να έχουν παραδοθεί σ` αυτόν (αιτούντα). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών, πριν από την κατά τα ως άνω .... της 30ης-6-2001, η οποία μετά από αλλεπάλληλες αναβολές ορίσθηκε για την 21η-12-2001, άσκησε εμπρόθεσμα το εκ του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν. 2190/1920 προβλεπόμενο δικαίωμα της μειοψηφίας περί παροχής πληροφοριών από το Δ.Σ., προκειμένου να προετοιμασθεί προσηκόντως για τη συμμετοχή του στην ως άνω Γ.Σ. Για το λόγο αυτό απέστειλε προς το Δ.Σ. την από 22-6-2001 αίτηση του, με την οποία ζητούσε απ` αυτό συγκεκριμένες πληροφορίες για τα αναλυτικά αναφερόμενα σ` αυτήν θέματα. Κατά την ως άνω μετ` αναβολή .... ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της καθ` ης ανέγνωσε την απάντηση του Δ.Σ. προς τον αιτούντα, με την οποία όμως δίνονταν ασαφείς και ελλιπείς πληροφορίες για τα ζητούμενα από τον αιτούντα θέματα, πλην ενός και συγκεκριμένα αυτού που αφορούσε τα ποσά τα οποία κατά την τελευταία 2ετία κατεβλήθησαν για οποιαδήποτε αιτία από την εταιρία στα μέλη του .... ή τους διευθυντές ή άλλους υπαλλήλους αυτής, ως και κάθε άλλη παροχή προς τα πρόσωπα αυτά ή κάθε από οποιαδήποτε αιτία υφιστάμενη σύμβαση της εταιρίας με αυτούς. Κατά τον ίδιο άλλωστε ως άνω τρόπο η καθ` ης αρνήθηκε ουσιαστικά να παράσχει στον αιτούντα τις, κατά τα ως άνω, αιτούμενες πληροφορίες τις οποίες αυτός εκ νέου ζήτησε με την από 21-6-2002 αίτηση του την οποία υπέβαλε ενώπιον του .... ενόψει της ετήσιας τακτικής Γενικής Συνέλευσης της 30ης-6-2002. Ενόψει της κατά τα ως άνω άρνησης του Δ.Σ. της καθ` ης να παράσχει τις αιτούμενες από τον αιτούντα πληροφορίες, αυτός ζήτησε με αίτηση του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) να υποχρεωθεί αυτή να του παράσχει δικαστικά τις αιτηθείσες, κατά τα ως άνω, πληροφορίες. Επί της ως άνω αιτήσεως εκδόθηκε υπ` αριθ. 2344/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ` ης να παράσχει στον αιτούντα όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και η οποία στη συνέχεια κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 227/2004 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι, στους ισολογισμούς της 31ηΜ2-2000 και της 31ης-12-2001 και συγκεκριμένα στο κονδύλιο του ενεργητικού υπό τον τίτλο «χρεώστες διάφοροι», το οποίο για το έτος 2000 ανέρχεται στο ποσό των 332.997.512 δρχ. και για το έτος 2001 στο ποσό των 277.598.436 δρχ., καθώς και στο κονδύλιο του ενεργητικού υπό τον τίτλο «λογαριασμοί διαχείρισης προκαταβολών και πιστώσεων» το οποίο για το έτος 2000 ανέρχεται στο ποσό των 206.787.173 δρχ. και για το έτος 2001 στο ποσό των 209.174.133 δρχ., δεν αναφέρεται αναλυτικά και με σαφήνεια σε τι ακριβώς αυτά συνίστανται, πως αυτά επιμέρους αναλύονται, καθώς και ποιο είναι το επιμέρους οφειλόμενο ποσό για κάθε απαίτηση και ανά οφειλέτη. Πιθανολογήθηκε δε ότι τα κονδύλια αυτά ενδεχομένως να απεικονίζουν πλασματικά ποσά τα οποία να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον αθροιζόμενα αυτά ξεπερνούν το 50% του ενεργητικού των ως άνω ισολογισμών. Επίσης πιθανολογήθηκε ότι, από το έτος 1999 έως και τις 31-12-2001, οπότε και έκλεισε ο υπ` αριθ. ................. τραπεζικός λογαριασμός που τηρούνταν στην τράπεζα «.. ....» και ο οποίος ήταν ατομικός λογαριασμός της ...., κόρης του κατά τα ως άνω Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Συμβούλου της καθ` ης ...., κατατίθεντο, κατόπιν υποδείξεως της διεύθυνσης της καθ` ης, οι προκαταβολές των πελατών του ξενοδοχείου, οι οποίοι προέβαιναν σε τηλεφωνικές κρατήσεις. Πιθανολογήθηκε όμως ότι τα χρηματικά ποσά που κατατίθεντο στον ανωτέρω λογαριασμό, τα οποία θα έπρεπε κανονικά να βρίσκονται είτε στα ταμεία της καθ` ης είτε σε τραπεζικό λογαριασμό δικό της, δεν καταχωρούνταν ως έσοδα στα βιβλία της εταιρίας και έτσι πιθανόν κατ` αυτόν τον τρόπο να μην απεικονίζεται η αληθής κατάσταση του κονδυλίου «ταμείο» στους ως άνω ισολογισμούς. Από όλα τα ανωτέρω πιθανολογείται ότι παραβιάστηκαν συγκεκριμένες διατάξεις που αφορούν την περίοδο των διαχειριστικών ετών 2000 και 2001 και ειδικότερα των νόμων που διέπουν την τήρηση των λογιστικών βιβλίων, και των άρθρων 42α παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/ 1920 και 35 παρ. 1 του καταστατικού της καθ` ης, η οποία απαιτεί την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων να εμφανίζει με· απόλυτη σαφήνεια την πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης, της χρηματοοικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρίας και για το λόγο αυτό πρέπει να διαταχθεί η διενέργεια εκτάκτου ελέγχου νομιμότητας τόσο ως προς τις ως άνω πιθανολογούμενες παραβάσεις όσο και, ιδίως, ως προς την προσήκουσα τήρηση των επισήμων βιβλίων και στοιχείων της καθ` ης κατά τις ως άνω χρήσεις και για το αν αυτά απεικονίζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον αποδείχθηκε ότι, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, αφενός οι καταγγελλόμενες πράξεις έγιναν σε χρόνο που δεν απέχει πλέον της διετίας από την χρονολογία της εγκρίσεως του ισολογισμού της χρήσεως εντός της οποίας τελέσθηκαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, και να διαταχθεί ο αιτούμενος έλεγχος της καθ` ης για τις πιο πάνω καταγγελλόμενες πράξεις. Ο έλεγχος αυτός θα διεξαχθεί, από τον αναφερόμενο στο διατακτικό ελεγκτή ανωνύμων εταιριών, ο οποίος περιλαμβάνεται στον οικείο κατάλογο των άρθρων 40 και 40 α` του νόμου 2190/1920, εφόσον δεν προέκυψε ότι η καθ` ης εταιρία έχει τακτικό ελεγκτή από το σώμα των Ορκωτών Λογιστών (άρθρο 40 ε` του νόμου 2190/1902, βλ. και Εφθεσ 985/1999, ό.ττ.). Ο ανωτέρω οφείλει να περατώσει το ανατιθέμενο σ` αυτόν έργο όσο το δυνατόν ταχύτερα και να υποβάλει το αναφερόμενο στο διατακτικό πόρισμα του (έκθεση) στα προβλεπόμενα, από το άρθρο 40γ του Ν. 2190/20, πρόσωπα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ` ης, κατόπιν σχετικού αιτήματος της αιτούσας, καθόσον είναι υπαίτια για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης (άρθρο 746 εδ β` του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε ως απορριπτέο. ΔΕΧΕΤΑΙ, κατά τα λοιπά, την αίτηση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον έλεγχο της καθ` ης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «..-..- ....... .. ....», που εδρεύει στη Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, για τις στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενες και από τον αιτούντα καταγγελλόμενες πράξεις και τα πρόσωπα που τις διέπραξαν. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την καθ` ης να ανεχθεί τη διενέργεια ελέγχου από τον πιο κάτω ελεγκτή, παρέχουσα σ` αυτόν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία και βιβλία. ΔΙΟΡΙΖΕΙ ελεγκτή προς διενέργεια του ελέγχου αυτού την .... που περιέχεται στον κατάλογο του άρθρου 40 Α` του Ν. 2190/1920. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επίδοση της παρούσας στον ανωτέρω ελεγκτή με επιμέλεια του αιτούντος. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ` ης στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αιτούντος, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ.

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.