Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Πειθαρχικό δίκαιο δημοσίων υπαλλήλων (Συμβούλιο της Επικρατείας, αριθμός απόφασης 329/2012)

Περίληψη: Η πρόβλεψη στο νόμο της δυνατότητας επιβολής μείζονος πειθαρχικής ποινής στον παρανομήσαντα δημόσιο υπάλληλο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, που απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα εκάστοτε πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά συνάδει και με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή (άσκηση προσφυγής από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κατά τελεσιδίκου αποφάσεως πειθαρχικού συμβουλίου), η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει ήδη κριθεί από υπηρεσιακό - πειθαρχικό συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, στο δε Συμβούλιο της Επικρατείας δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση τους περί των βαρύτερων πειθαρχικών ποινών του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης –σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής τόσο από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης όσο και από τον πειθαρχικώς τιμωρηθέντα κατά της αυτής αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου, η υπόθεση κρίνεται ενιαίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

[...] 1. Επειδή, για την άσκηση της πρώτης κρινόμενης προσφυγής (με αριθμ. καταθ. 3961/6.7.2009) δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ενώ, περαιτέρω, για την άσκηση της δεύτερης κρινόμενης προσφυγής (με αριθμ. καταθ. 4165/20.7.2009) έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1083403/2009 ειδικό έντυπο παραβόλου). 2. Επειδή, με την πρώτη από τις κρινόμενες προσφυγές, ζητείται από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης η εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 10.3.2009 απόφασης του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθ’ ο μέρος με την απόφαση αυτή επιβλήθηκε στη ..., ιατρό του Ε.Σ.Υ., ήδη Διευθύντρια του Παιδιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου «Ο ’γιος Παντελεήμων», για το αναφερόμενο στην απόφαση αυτή πειθαρχικό παράπτωμα, η ποινή της προσωρινής παύσης για ένα (1) έτος αντί της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Περαιτέρω, με τη δεύτερη υπό κρίση προσφυγή ζητείται από την εν λόγω ιατρό ... (και όχι ..., όπως εσφαλμένως αναγράφεται στο οικείο δικόγραφο, βλ. το από 6.5.2010 σχετικό υπόμνημα της προσφεύγουσας) να εξαφανισθεί η ως άνω υπ’ αριθμ. 10.3.2009 προσβαλλόμενη απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., άλλως να της επιβληθεί η ελάχιστη δυνατή ποινή. 3. Επειδή, οι δύο υπό κρίση προσφυγές πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, δεδομένου ότι αφορούν στην επιβολή πειθαρχικής ποινής στην ίδια ιατρό του Ε.Σ.Υ. για το αυτό αδίκημα. 4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η ..., ιατρός του Ε.Σ.Υ., ήδη Διευθύντρια του Παιδιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου «Ο ’γιος Παντελεήμων», κηρύχθηκε, με την από 25.6.2003 (υπόθεση 4η) απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., κατά πλειοψηφία αθώα για το αποδοθέν σε αυτή πειθαρχικό παράπτωμα της αμελούς και ατελούς εκπλήρωσης καθήκοντος και, ειδικότερα, ότι στις 12.9.2000 χορήγησε ενδοφλεβίως, ως αντίδοτο της παρακεταμόλης, το φάρμακο Parvolex σε υπερβολική ποσότητα στον επτάχρονο ..., ο οποίος είχε εισαχθεί στην Παιδιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Σάμου επειδή είχε πιει το περιεχόμενο ενός φιαλιδίου του αναλγητικού φαρμάκου Depon, με αποτέλεσμα ο εν λόγω ασθενής να αποβιώσει στις 15.9.2000 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου Παίδων «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», στο οποίο είχε μεταφερθεί στις 13.9.2000 από το ως άνω Νοσοκομείο Σάμου. Για την ίδια δε ως άνω πράξη εκδόθηκε, σε βάρος της εν λόγω ιατρού, αρχικά η υπ’ αριθμ. 253/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου και, στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεώς της κατά της εν λόγω αποφάσεως, η υπ’ αριθμ. 66/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία η ήδη προσφεύγουσα ιατρός κηρύχθηκε ένοχη για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της επιβλήθηκε η ποινή της φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών με τριετή αναστολή για το ότι «αν και είχε από το νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση την 12-9-2000 και περί ώρα 23.00΄ - 23.30΄ στη Σάμο από αμέλεια επέφερε το θάνατο άλλου, και ειδικότερα ως υπαίτιος του ότι αν και είχε από το νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παράσχει με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, τη βοήθειά της στον επτά ετών ..., ο οποίος είχε πιει όλο σχεδόν το μπουκάλι παιδικού DEPON, μεριμνώντας να βρει το ενδεδειγμένο αντίδοτο, που ήταν το PARVOLEX και να υπολογίσει τις σωστές δόσεις αντιδότου, που έπρεπε να τεθούν σε τρεις παιδικούς ορούς δεξτρόζης, παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωσή της αυτή και χορήγησε το πιο πάνω αντίδοτο σε υπερδεκαπλάσια δόση από την κανονική. Πιο συγκεκριμένα ο υπολογισμός των δόσεων έπρεπε να γίνει ως εξής: 1η δόση με έγχυση, χρονικής διάρκειας 30΄, 3600 mgr (χιλιοστογραμμάρια) PARVOLEX (δηλ. 150 mgr επί 24 κιλά το βάρος του παιδιού), τα οποία ισοδυναμούν με 1,8 αμπούλες ή 18 ml PARVOLEX (αφού η μία αμπούλα περιέχει 2.000 mgr αντιδότου), 2η δόση με έγχυση, χρονικής διάρκειας 4 ωρών, 1200 mgr (χιλιοστογραμμάρια) PARVOLEX (δηλ. 50 mgr επί 24 κιλά βάρος του παιδιού), τα οποία ισοδυναμούν 0,6 αμπούλες ή 6 ml PARVOLEX (αφού η μία αμπούλα περιέχει 2.000 mgr αντιδότου), 3η δόση με έγχυση, χρονικής διάρκειας 16 ωρών, 2400 mgr (χιλιοστογραμμάρια) PARVOLEX (δηλαδή 100 mgr επί 24 κιλά το βάρος του παιδιού), τα οποία ισοδυναμούν 1,2 αμπούλες ή 12 ml PARVOLEX (αφού η μία αμπούλα περιέχει 2.000 mgr αντιδότου). Για τον ορθό υπολογισμό των δόσεων όφειλε να διαβάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις οδηγίες χρήσεως του φαρμάκου PARVOLEX ή την ετικέτα της αμπούλας και υπολογίζοντας ορθά, να χορηγήσει στον Δημήτριο Φερμανή την ως άνω ενδεδειγμένη ποσότητα του αντιδότου. Αντί αυτού όμως αυτή χορήγησε στο Δημήτριο Φερμανή, ως πρώτη δόση του φαρμάκου PARVOLEX, ποσότητα υπερδεκαπλάσια της ενδεδειγμένης και συγκεκριμένα 36.000 mgr PARVOLEX που αντιστοιχούν σε 18 αμπούλες ή 180 ml του εν λόγω φαρμάκου αντί του ορθού 1,8 ή 18 ml ως πρώτη δόση και ενώ άρχισε να χορηγεί και τη δεύτερη δόση του προαναφερόμενου αντιδότου και σε ποσότητα 12.000 mgr ή 6 αμπουλών ή 60 ml αυτού, δηλαδή σε ποσότητα υπερδεκαπλάσια της ενδεδειγμένης που ήταν 1.200 mgr ή 0,6 αμπούλες ή 6 ml ως δεύτερη δόση και πριν ολοκληρωθεί η έγχυση της δεύτερης αυτής δόσης, ο Δημήτριος Φερμανής υπέστη, εξαιτίας της χορηγηθείσας σε αυτόν υπερδεκαπλάσιας πρώτης δόσης αντιδότου PARVOLEX αλλεργικό σοκ και μεταφέρθηκε εσπευσμένα περί ώρα 04.00΄ της 13-9-2000 με το ΕΚΑΒ στην Αθήνα στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» και απέθανε περί ώρα 11.00΄ της 15-9-2000 αφού προηγουμένως εμφάνισε γενικευμένους σπασμούς και υπέστη σημαντικό οίδημα στον εγκέφαλο. Το αποτέλεσμα αυτό του θανάτου του επτάχρονου Δημήτρη Φερμανή οφειλόμενο στην υπερδεκαπλάσια χορήγηση σ’ αυτόν της πρώτης δόσης αντιδότου από την κατηγορουμένη, δεν προβλέφθηκε από αυτή αν και μπορούσε και όφειλε με βάση τις γνώσεις και εμπειρίες που είχε από το επάγγελμά της να το προβλέψει ως δυνατό, συνεπεία του απρόσεκτου, πρόχειρου και επιπόλαιου υπολογισμού των δόσεων του αντίδοτου PARVOLEX». Αίτηση δε αναιρέσεως που άσκησε η προσφεύγουσα κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 66/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 333/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, κατόπιν του σχετικού υπ’ αριθμ. Υ10α/Γ.Π.12133/2.2.2009 εγγράφου του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του Ε.Σ.Υ. επανέλαβε την πειθαρχική διαδικασία και με την από 10.3.2009 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είχε δεχθεί η προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στην προσφεύγουσα πειθαρχικού παραπτώματος της αμελούς και ατελούς εκπλήρωσης καθήκοντος, έκρινε αυτήν ομόφωνα ένοχη για το εν λόγω παράπτωμα, ενώ, περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τη βαρύτητα του παραπτώματος και την υπηρεσιακή συμπεριφορά της ήδη προσφεύγουσας Βασιλικής Καζματζή, όπως αυτή προέκυπτε από τα σχετικά έγγραφα του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου (αριθμ. πρωτ. 736/13-2-09), του Επιστημονικού Συμβουλίου του ίδιου Νοσοκομείου (αριθμ. πρωτ. 121/16-2-09) και του Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του αυτού Νοσοκομείου (έγγραφο από 16-2-09), της επέβαλε, κατά πλειοψηφία, την ποινή της προσωρινής παύσης για ένα (1) έτος. 5. Επειδή, ο ν. 1397/1983, με τον τίτλο «Εθνικό Σύστημα Υγείας» (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 143), όριζε στο άρθρο 24 ότι: «1. Οι θέσεις του ιατρικού προσωπικού των νοσοκομείων οποιασδήποτε νομικής μορφής και των κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού κέντρων υγείας, εκτός από τα νοσοκομεία των ενόπλων δυνάμεων και των Α.Ε.Ι., συνιστώνται ως θέσεις γιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. 2. Οι γιατροί αυτοί είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί και απαγορεύεται να ασκούν την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός από αυτά που έχουν σχέση με συγγραφική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα και να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική θέση ... », και στο άρθρο 25 παρ. 1 ότι: «Στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας συνιστάται κλάδος γιατρών Ε.Σ.Υ.». Περαιτέρω, στο άρθρο 63 του ν. 2071/1992 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 123) ορίζεται ότι: «1. Οι θέσεις του ιατρικού προσωπικού των νοσοκομείων ν.π.δ.δ. και των κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού κέντρων υγείας, εκτός από τα νοσοκομεία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Α.Ε.Ι., συνιστώνται εφεξής ως θέσεις ιατρών πλήρους και αποκλειστικής ή μερικής απασχόλησης. ... 2. Οι υπηρετούντες μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, καθώς και οι ιατροί, οι οποίοι έχουν κριθεί επιτυχώς να καταλάβουν θέση, πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί. ... 3. Οι παραπάνω μόνιμοι ιατροί είτε υπηρετούν σε οργανικές θέσεις είτε σε προσωποπαγείς θέσεις απαγορεύεται να ασκούν την ιατρική ή οδοντιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός από αυτά που έχουν σχέση με συγγραφική, καλλιτεχνική ή διδακτική δραστηριότητα, και να κατέχουν οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική θέση, πλην εκείνων, που προβλέπονται κατ’ εξαίρεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 4. Οι ιατροί που διορίζονται για πρώτη φορά σε θέσεις του κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που προκηρύσσονται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου είναι δημόσιοι λειτουργοί επί θητεία και ισχύουν γι’ αυτούς οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού μόνο σε ό,τι αφορά την άσκηση ελεύθερου ή άλλου επαγγέλματος. 5. ...». Οι ιατροί του Ε.Σ.Υ. εντάχθηκαν και πάλι σε καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με τις διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 2194/1994 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 34) και 34 παρ. 1 του ν. 2519/1997 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 165). Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι ιατροί του Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης είναι μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, που απολαύουν της κατά το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος προστασίας (ΣτΕ 1756/2008, πρβλ. ΣτΕ 2381/2004 , 1889/2005 ). 6. Επειδή, στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3329/2005 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 81), που διέπει την επίδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου επιβολής της πειθαρχικής ποινής (ΣτΕ 3594/2002), ορίζονται τα εξής: «2. ... Το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο δικάζει σε πρώτο βαθμό τα πειθαρχικά αδικήματα που μπορεί να επισύρουν μέχρι και την ποινή της αφαίρεσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος και σε δεύτερο βαθμό κρίνει τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν από την ποινή προστίμου ισόποσου με τις αποδοχές τεσσάρων μηνών και άνω, έως και την ποινή της διακοπής του δικαιώματος για την υποβολή υποψηφιότητας κατάληψης θέσης ανώτερου βαθμού. Οι τελεσίδικες αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και οι οριστικές αποφάσεις του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. 3. Την προβλεπόμενη, στις προηγούμενες παραγράφους, ένσταση και έφεση δικαιούνται να ασκήσουν: α) Ο λειτουργός ή υπάλληλος, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα που του κοινοποιήθηκε η απόφαση. β) Κατά του λειτουργού ή υπαλλήλου, ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της απόφασης. ...».

7. Επειδή, το άρθρο 1 του ν. 3074/2002 (ΕτΚ, τ. Α΄, φ. 296) ορίζει στην παρ. 1 ότι συνιστάται θέση Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της διοίκησης, την παρακολούθηση και αξιολόγηση του έργου των ελεγκτικών σωμάτων της δημόσιας διοίκησης και τον εντοπισμό των φαινομένων διαφθοράς και της κακοδιοίκησης και στην παρ. 2 ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης α) μπορεί να διατάσσει, αυτεπαγγέλτως, τη διενέργεια επιθεωρήσεων, ελέγχων και ερευνών από το Σώμα Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.) και από τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου των Υπουργείων και άλλων υπηρεσιών, β) παρακολουθεί τη δράση του Σώματος Επιθεωρητών-Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και των ιδιαίτερων Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου του προηγούμενου εδαφίου, ειδικότερα δε παρακολουθεί την πορεία των ελέγχων που διενεργούνται και ενημερώνεται για τα πορίσματα αυτών οποτεδήποτε το ζητήσει, γ) αξιολογεί το έργο των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου, δ) μπορεί να διεξάγει ελέγχους, επανελέγχους, επιθεωρήσεις και έρευνες στο Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλες υπηρεσίες, διεξάγει δε ο ίδιος ή με τους Βοηθούς του ή τους Ειδικούς Επιστημονικούς Συνεργάτες του ή τα αρμόδια όργανα του εδαφίου α’ ένορκη διοικητική εξέταση και σε κάθε περίπτωση μπορεί να ασκήσει ή να διατάξει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή τη λήψη άλλων διοικητικών μέτρων, μπορεί δε επίσης να παραπέμπει υποθέσεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση πειθαρχικού οργάνου στο αμέσως ανώτερο πειθαρχικό όργανο, ασκώντας τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα (όπως το εδάφιο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 3200/2003 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 281), ε) διεξάγει έλεγχο των ετήσιων δηλώσεων οικονομικής κατάστασης (πόθεν έσχες) όλων των μελών των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου, στ) συγκαλεί και προεδρεύει του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 Συντονιστικού Οργάνου Επιθεώρησης και Ελέγχου και μπορεί να ελέγχει τραπεζικούς λογαριασμούς υπαλλήλων της περ. α’ μετά από παραγγελία του εισαγγελέα στο πλαίσιο διενεργούμενης σε βάρος τους προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης, ζ) μπορεί να ελέγχει καταγγελίες, οι οποίες υποβάλλονται στο Γραφείο του, σχετικά με φαινόμενα κακοδιοίκησης στους φορείς της περ. α’ και στα Σώματα Ελέγχου αυτών, και η) συντάσσει ετήσια έκθεση, στην οποία παρουσιάζει τις σημαντικότερες υποθέσεις, που σχετίζονται με φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιοίκησης και αδιαφανών διαδικασιών στο χώρο της δημόσιας διοίκησης. Στην παρ. 3 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, που διαθέτει υψηλή επιστημονική κατάρτιση και απολαμβάνει ευρείας κοινωνικής αποδοχής (περ. α’), επιλέγεται δε από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του ίδιου Υπουργού (περ. β’). Με το άρθρο 9 του ν. 3094/2003 (ΕτΚ, τ. Α΄, φ. 10) προστέθηκε εδάφιο δεύτερο στην περ. β’ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και ορίσθηκε ότι η θητεία του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης είναι πενταετής και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Στην παρ. δ’ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 ορίζεται, περαιτέρω, ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και οι Βοηθοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Τέλος, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης παύεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για ανικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής. Περαιτέρω, στην περίπτωση δ’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του εν λόγω ν. 3074/2002, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 3200/2003 και από την παρ. 10 του άρθρου 6 του ν. 3491/2006 (ΕτΚ, τ. Α΄, φ. 207) και αντικαταστάθηκε τελικά από το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3613/2007 (ΕτΚ, τ. Α΄, φ. 263), προβλέπεται ότι: «Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά όλων των τελεσίδικων αποφάσεων όλων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου για πειθαρχικά αδικήματα που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, καθώς και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά όλων των άλλων τελεσίδικων αποφάσεων μονομελών ή πειθαρχικών οργάνων. Η προσφυγή υπογράφεται από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και κατά τη συζήτηση παρίσταται μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η προθεσμία για την άσκηση των προαναφερόμενων ενστάσεων και προσφυγών αρχίζει από την υποχρεωτική κοινοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων στο Γραφείο του». 8. Επειδή, στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει». Τέλος, στο άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) … β) … γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) …». 9. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 2944/2001 (ΕτΚ, τ. Α΄, φ. 222) ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των υπαλληλικών προσφυγών, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 103 του Συντάγματος, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. 2. Για την εκδίκαση των πιο πάνω προσφυγών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 41-44 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α’), όπως ισχύουν κάθε φορά». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 21 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι: «α. Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από υπάλληλο, η κοινοποίηση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου (παρ. 2 του άρθρου 21 περί κοινοποιήσεως επί αιτήσεως ακυρώσεως). β) Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από όργανο της κρατικής διοίκησης, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. γ) Σε περίπτωση προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η κοινοποίηση γίνεται προς τον υπάλληλο. Αν συντρέχει η περίπτωση του εδαφίου δ της προηγούμενης παραγράφου (παρ. 2 του άρθρου 21), η κοινοποίηση γίνεται και προς τον Υπουργό. δ) Αντίγραφο της πράξης του Προέδρου η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20 του παρόντος κοινοποιείται προς τον κατά τα προηγούμενα εδάφια προσφεύγοντα ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 41 του ίδιου διατάγματος ορίζεται: «1. Οι κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος προσφυγές υπαλλήλων ασκούνται μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης. 2. Όλες οι λοιπές προσφυγές, εκτός από αυτές που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, ασκούνται, εφόσον ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, από μεν τον υπάλληλο μέσα σε εξήντα ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης, από δε το διοικητικό όργανο που έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή μέσα σε εξήντα ημέρες από την περιέλευση της απόφασης σε αυτό». Ενώ, στο άρθρο 43 παρ. 1 του αυτού διατάγματος ορίζεται ότι: «1. Στην περίπτωση των παραπάνω προσφυγών το Συμβούλιο δικάζει και κατά νόμο και κατ’ ουσίαν και μπορεί να διατάξει και νέες αποδείξεις ή να ζητήσει διοικητικώς πληροφορίες, χωρίς να αποκλείεται και το δικαίωμα του υπαλλήλου να επικαλεσθεί οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία». Περαιτέρω, στο άρθρο 44 του εν λόγω διατάγματος ορίζεται ότι: «Στη δίκη της προσφυγής δεν επιτρέπεται παρέμβαση, εκτός από την περίπτωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσεως οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 49 καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 51 για την τριτανακοπή».

10. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε την αρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης να ασκεί, χωρίς άλλες δικονομικές διατυπώσεις, προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 3613/2007 για όσα πειθαρχικά παραπτώματα, κατά τη γνώμη του, πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού του υπαλλήλου. Στην περίπτωση που το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλαμβάνεται της προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να επιβάλει, το πρώτον αυτό, την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, αφού εκτιμήσει εξυπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, σε αναφορά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Γενικού Επιθεωρητή και τις απόψεις του διωκομένου υπαλλήλου. Η πρόβλεψη από το νόμο της δυνατότητας επιβολής μείζονος πειθαρχικής ποινής στον παρανομήσαντα δημόσιο υπάλληλο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε μια τέτοια περίπτωση, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, που απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα, εκάστοτε, πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά και συνάδει με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει ήδη κριθεί από υπηρεσιακό – πειθαρχικό συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, στο δε Συμβούλιο της Επικρατείας δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση του, και των βαρύτερων πειθαρχικών ποινών του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης (πρβλ. ΣτΕ 1506/1955, 230/1935). Κατά τη γνώμη όμως του Συμβούλου Γ. Ποταμιά η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 3613/2007 είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα διότι αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Ειδικότερα, η επίδικη διάταξη πλήσσει, κατά τη γνώμη αυτή, τη θεσμική εγγύηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία τα θέματα υπηρεσιακής καταστάσεως ενός μονίμου υπαλλήλου (σύνταξη υπηρεσιακών εκθέσεων αξιολόγησης, πειθαρχικός έλεγχος, παραπομπή σε υπηρεσιακό συμβούλιο κλπ.) επιφυλάσσονται κατά το Σύνταγμα στην αποκλειστική αρμοδιότητα υπηρεσιακών αρχών και οργάνων που προΐστανται του υπαλλήλου και τελούν σε ιεραρχική υπηρεσιακή σχέση προς αυτόν και όχι σε διοικητικά όργανα που δεν έχουν κανένα υπηρεσιακό δεσμό με τον διωκόμενο υπάλληλο και δεν έχουν αντίστοιχο υπηρεσιακό status με αυτό των μονίμων υπαλλήλων, όπως είναι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, ο οποίος είναι μετακλητός υπάλληλος (βλ. ΣτΕ 1849/2008 Ολομ.) και τελεί σε σχέση πολιτικής εμπιστοσύνης προς το πολιτικό όργανο που τον διορίζει. 11. Επειδή, περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., το οποίο επελήφθη σε πρώτο και τελευταίο βαθμό υποθέσεως ιατρού του Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ήτοι, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 5, μόνιμου δημόσιου λειτουργού, που απολαύει της κατά το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος προστασίας, και παράλληλα ασκηθεί προσφυγή από τον ίδιο ιατρό του Ε.Σ.Υ. κατά της αυτής αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., η εκδίκαση της οποίας υπάγεται, καταρχήν, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, επιβάλλεται, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, η υπόθεση να κριθεί από ένα και το αυτό Δικαστήριο. Τούτο υπαγορεύεται από το γεγονός ότι πρόκειται περί δίκης με το ίδιο αντικείμενο αφού προσβάλλεται η ίδια απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., που αφορά τον ίδιο ιατρό του Ε.Σ.Υ., η οποία εξεδόθη με βάση την αυτή πειθαρχική αγωγή. Και ναι μεν κύριοι διάδικοι στην ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη τυπικά είναι ο ασκήσας την προσφυγή Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δεδομένου ότι το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του Ε.Σ.Υ., που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι όργανο της κρατικής διοίκησης (ΣτΕ 585/2008), ενώ στη δίκη για την οποία αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο διάδικοι είναι ο ασκήσας την προσφυγή ιατρός του Ε.Σ.Υ. και ο καθ’ ου η προσφυγή Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η ενιαία όμως κρίση της διαφοράς, προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, επιβάλλει το ενιαίο της δίκης και από πλευράς υποκειμένων. Έτσι, στη μια και ενιαία δίκη ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου κύριοι διάδικοι είναι τόσο ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όσο και ο τιμωρηθείς ιατρός του Ε.Σ.Υ.. Περαιτέρω, σύμφωνα και με την αρχή του φυσικού δικαστή (άρθρο 8 παρ. 1 του Συντάγματος) που επιβάλλει τον καθορισμό του αρμοδίου εκάστοτε δικαστηρίου, κατά γενικές και αφηρημένες κατηγορίες, ασυνδέτως προς τις δικαζόμενες υποθέσεις ή τα πρόσωπα των διαδίκων, σε περίπτωση που μια υπόθεση οδηγείται σε διάσπαση, με παράλληλη εκδίκασή της από δύο διαφορετικά δικαστήρια, ένα ανώτερο και ένα κατώτερο, τότε θα πρέπει η διαφορά να εκδικασθεί ενιαία από το ανώτερο δικαστήριο. Τούτο επιβάλλεται, άλλωστε, και από την αρχή non bis in idem, υπό την έννοια ότι ο διωκόμενος υπάλληλος δεν επιτρέπεται να δικάζεται για το αυτό πειθαρχικό παράπτωμα παράλληλα από διαφορετικά δικαστήρια, αλλά πρέπει να χωρήσει μία ενιαία δικαστική κρίση από το ανώτερο δικαστήριο. Επομένως, όταν ασκηθεί προσφυγή από τον τιμωρηθέντα υπάλληλο κατά της αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., η εκδίκαση της οποίας υπάγεται, καταρχήν, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, καθώς και προσφυγή από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κατά της αυτής αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ. ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αρμόδιο δικαστήριο κατά νόμο για να κρίνει την υπόθεση, στο σύνολό της, καθίσταται το Συμβούλιο της Επικρατείας μη περιοριζόμενο ως προς την επιβλητέα πειθαρχική ποινή. 12. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, αρμόδιο δικαστήριο να κρίνει στην προκειμένη περίπτωση τόσο την προσφυγή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης όσο και την προσφυγή της Βασιλικής Κασματζή είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Περαιτέρω, κύριοι διάδικοι στην ενιαία αυτή δίκη είναι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και η προσφεύγουσα ιατρός, η οποία δεν περιορίζεται να υποστηρίξει μόνο την ορθότητα και το κύρος της αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ. ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά δύναται, όπως εν προκειμένω, να ζητήσει και την εξαφάνιση της εν λόγω αποφάσεως ή άλλως την επιβολή της ελάχιστης δυνατής ποινής. 13. Επειδή, από το συνδυασμό των ως άνω εκτεθεισών διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 2 του ν. 3329/2005 και 41 παρ. 1 και 2 του π.δ. 18/1989, συνάγεται ότι η προθεσμία των εξήντα ημερών, η οποία ισχύει για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., με την οποία επιβάλλεται σε ιατρό του Ε.Σ.Υ. η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά αποφάσεως του εν λόγω Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία ζητείται η επιβολή το πρώτον της επίμαχης αυτής ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση άσκησης προσφυγής, κατά την οποία ζητείται η επιβολή της ποινή της οριστικής παύσης, όπως, εν προκειμένω, ζητείται από τον προσφεύγοντα Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, όταν παράλληλα ασκείται προσφυγή και από τον ιατρό του Ε.Σ.Υ. κατά της αυτής αποφάσεως του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., με την οποία ζητείται να εξαφανισθεί η εν λόγω απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ., ή άλλως να του επιβληθεί η ελάχιστη δυνατή ποινή, στη μια και ενιαία δίκη που διεξάγεται, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 11, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η προθεσμία και για την άσκηση της εν λόγω προσφυγής του ιατρού του Ε.Σ.Υ. είναι, ενόψει της αρχής της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, που απορρέει από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 και της παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος (ΣτΕ 2808/2002 Ολομ.), εξήντα ημέρες.

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η από 10.3.2009 προσβαλλόμενη απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ. κοινοποιήθηκε στην ήδη προσφεύγουσα Βασιλική Καζματζή στις 20.5.2009 (βλ. το από 20.5.2009 αποδεικτικό επίδοσης της Προϊσταμένης Τμήματος Γραμματείας του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου «Ο ’γιος Παντελεήμων»). Υπό τα δεδομένα αυτά και ενόψει των γενομένων δεκτών στην προηγούμενη σκέψη, η κατατεθείσα στις 20.7.2009, στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, προσφυγή της ... έχει ασκηθεί, ενόψει και της αναστολής των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων καθ’ όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (ΣτΕ 2808/2002 Ολομ.), εμπροθέσμως. 15. Επειδή, στο άρθρο 114 (υπό τον τίτλο «Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη») του, ισχύοντος κατά το χρόνο επανάληψης της επίμαχης πειθαρχικής διαδικασίας, Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που έχει κυρωθεί με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 26), ορίζονται τα εξής: «1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. 2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. ... 3. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. 4. Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος, το οποίο δικαιολογεί κατά το άρθρο 109 παρ. 2 την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρου 143 του παρόντος. … 5. Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε. 6. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 143 (υπό τον τίτλο «Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας») του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 114 του παρόντος, μπορούν να ζητήσουν τα όργανα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 123 του παρόντος, όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση και ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη δημοσίευσή της. 2. Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο οικείο υπηρεσιακό ή στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά περίπτωση, στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος. 3. Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να απαλλαγεί ο υπάλληλος. …». Τέλος, στο άρθρο 123 (υπό τον τίτλο «Παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο») του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Αν ο Υπουργός κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα τιμωρείται με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητας του, παραπέμπει την υπόθεση στο υπηρεσιακό συμβούλιο. … Η παραπομπή είναι υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση αρμόδιας υπηρεσίας. 2. Ο Υπουργός ή ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας όταν λάβει γνώση πειθαρχικού παραπτώματος που τελέσθηκε από υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο εποπτεύεται από αυτόν, παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου». Ομοίου δε περιεχομένου διατάξεις περιείχε στα άρθρα 114, 143 και 124 και ο προηγούμενος Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που είχε κυρωθεί, όπως ήδη εκτέθηκε, με το άρθρο πρώτο του ν. 2683/1999 (ΕτΚ, τ. Α’, φ. 19). 16. Επειδή, όπως συνάγεται από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, που έχουν ανάλογη, εν προκειμένω, εφαρμογή σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 77 του ν. 2071/1992, σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος το οποίο δικαιολογεί την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, ο αρμόδιος Υπουργός δύναται να ζητήσει την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας εντός έτους από τη δημοσίευση της ως άνω αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης (ΣτΕ 2371/2004). 17. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε στη σκέψη 4, η υπ’ αριθμ. 66/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία η προσφεύγουσα ιατρός κρίθηκε ένοχη για ανθρωποκτονία από αμέλεια και τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, με τριετή αναστολή, κατέστη αμετάκλητη μετά τη δημοσίευση, στις 7.2.2008, της υπ’ αριθμ. 333/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, νομίμως ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ζήτησε στις 2.2.2009 (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. Υ10α/Γ.Π.12133/2.2.2009 έγγραφό του προς το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του Ε.Σ.Υ., το οποίο πρωτοκολλήθηκε στο εν λόγω Πειθαρχικό Συμβούλιο στις 3.2.2009), ήτοι εντός έτους από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, και ως εκ τούτου τα περί αντιθέτου προβαλλόμενα από την προσφεύγουσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. 18. Επειδή, στο μεν άρθρο 107 (υπό τον τίτλο «Πειθαρχικά παραπτώματα»), του ισχύοντος, εν προκειμένω, ως άνω αναφερθέντος προηγούμενου Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 2683/1999), ορίζεται ότι: «1. Πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν ιδίως: α) … στ) η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος, ζ) … 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ», στο δε άρθρο 109 (υπό τον τίτλο «Πειθαρχικές ποινές») ορίζεται ότι: «1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) … ε) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και στ) η οριστική παύση. 2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α) παράβαση του άρθρου 107 παρ. 1 (α) του παρόντος κεφαλαίου, β) παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους, γ) αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται από πρόσωπο του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί, κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, ο υπάλληλος, δ) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός ή εκτός της υπηρεσίας, ε) παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας κατά τις κείμενες διατάξεις, στ) αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους, ζ) εξαιρετικώς σοβαρή απείθεια, η) άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί η αρχή στην οποία αυτός ανήκει ή επιτροπή, μέλος της οποίας είναι αυτός, θ) εμμονή σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 8. 3. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 77 (υπό τον τίτλο «Πειθαρχικά αδικήματα και πειθαρχικές ποινές») του ν. 2071/1992 ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Πειθαρχικά αδικήματα των ιατρών Ε.Σ.Υ. είναι τα προβλεπόμενα από τις πειθαρχικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και τα επόμενα: α) … 2. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 2519/1997) Πειθαρχικές ποινές είναι: α) … δ) Προσωρινή παύση μέχρι δύο χρόνια. ε) Οριστική παύση … 3. … 7. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί για τα αδικήματα της παρ. 4 του άρθρου 207 του π.δ. 611/1977, τα αδικήματα της παρ. 1 περ. β', γ', δ' του νόμου αυτού, για τα αδικήματα της χρησιμοποίησης θέσης για εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων ή τρίτων, της ατελούς ή μη έγκαιρης εκπλήρωσης των καθηκόντων τους, καθώς και για τα αδικήματα της παρ. 4 του άρθρου 207 του π.δ. 611/1977. 8. ... 9. Πειθαρχικές διατάξεις που αφορούν την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την ιατρική δεοντολογία εξακολουθούν να ισχύουν. … 10. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου των δημόσιων υπαλλήλων. 11. …». 19. Επειδή, από το συνδυασμό των αναφερθεισών στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων και ιδίως εκείνων του άρθρου 107 παρ. 2 του ν. 2683/1989 και του άρθρου 77 παρ. 1, 7 και 10 του ν. 2071/1992 (της παραγράφου 7 του εν λόγω άρθρου 77 θεωρουμένης ότι παραπέμπει, στην προκειμένη περίπτωση, στην παρ. 2 του άρθρου 109 του ν. 2683/1989 και όχι στην παρ. 4 του άρθρου 207 του π.δ. 611/1977), συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 77 του ν. 2071/1992, καθ’ ο μέρος προβλέπει την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης για τα αναφερόμενα σ’ αυτή πειθαρχικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και για το αποδοθέν στην προσφεύγουσα ιατρό πειθαρχικό παράπτωμα της ατελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων της, δεν εθίγη ως ειδική από τις μεταγενέστερες διατάξεις του ν. 2683/1989 (ΣτΕ 3254/2006, 1517/2003). Συνεπώς, υπό τα δεδομένα αυτά, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την ήδη προσφεύγουσα ιατρό, ότι το ως άνω αποδοθέν σ’ αυτή πειθαρχικό παράπτωμα δεν μπορούσε να επισύρει την επιβολή σε βάρος της τής πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης και, ως εκ τούτου, μη νομίμως επαναλήφθηκε η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της. 20. Επειδή, κατά την έννοια των εκτεθεισών, στη σκέψη 15, διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 114 του ν. 3528/2007, όταν σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου διαπιστώνεται ρητά, χωρίς αμφιβολίες, η ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, αυτά γίνονται δεκτά στην πειθαρχική δίκη όπως στην ποινική απόφαση. Η αυτή δέσμευση γεννάται και για το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν δικάζει επί προσφυγής, κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εφόσον η ύπαρξη ή ανυπαρξία αυτών έχει διαπιστωθεί αμετακλήτως από ποινική απόφαση (ΣτΕ 1305/2008, πρβλ. ΣτΕ 1312/2009 κ.ά.). 21. Επειδή, το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν επιλαμβάνεται της εκδικάσεως προσφυγής ουσίας, δικάζει την πειθαρχική υπόθεση κατά το νόμο και την ουσία, δεσμευόμενο μόνο, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ως προς προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών γεγονότων από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, το Συμβούλιο της Επικρατείας προσδίδει το ίδιο τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στα διαπιστούμενα από αυτό πειθαρχικά παραπτώματα, ενώ, περαιτέρω, προβαίνει και στην επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής κατ’ εκτίμηση όλων των στοιχείων του φακέλου της πειθαρχικής υποθέσεως και της εν γένει υπηρεσιακής εικόνας του διωκομένου (πρβλ. ΣτΕ 1305, 1756/2008, 3524/2006, 1889/2005 κ.ά.). Με τα δεδομένα αυτά, αλυσιτελώς προβάλλεται: α) με το δικόγραφο της υπό κρίση προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι ακυρωτέα για έλλειψη νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας, καθ’ ο μέρος με την εν λόγω απόφαση επιβλήθηκε στην πειθαρχικώς διωκόμενη ιατρό η ποινή της προσωρινής παύσης ενός έτους αντί της ποινής της οριστικής παύσης, και β) με το δικόγραφο της υπό κρίση προσφυγής της εν λόγω ιατρού, ότι δεν ελήφθησαν ιδιαιτέρως υπόψη από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών του Ε.Σ.Υ., για την επιμέτρηση της επιβληθείσας σε βάρος της πειθαρχικής ποινής, τα προσκομισθέντα έγγραφα του Επιστημονικού Συμβουλίου και του Διοικητή του Νοσοκομείου που αναφέρονται στην αξιολόγηση της προσφοράς και δράσης της στο εν λόγω Νοσοκομείο Σάμου. 22. Επειδή, κατ’ εκτίμηση όλων των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων ιδιαιτέρως της προμνησθείσας αμετάκλητης ποινικής απόφασης, η οποία είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, αφού στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε και η πειθαρχική δίωξη κατά της προσφεύγουσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της ατελούς εκπλήρωσης του καθήκοντός της (άρθρο 77 παρ. 7 του ν. 2071/1992), ενόψει δε του βαθμού της υπαιτιότητας της προσφεύγουσας και της θέσης ευθύνης που αυτή κατείχε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της διάπραξης του εν λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, στην ιεραρχία των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (αναπληρώτρια διευθύντρια του Παιδιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου), θεωρεί προσήκουσα την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης (άρθρο 77 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 2071/1992). Αν και κατά τη γνώμη του Συμβούλου Γ. Ποταμιά εκτιμωμένης της πολύ καλής υπηρεσιακής εικόνας της προσφεύγουσας, όπως αυτή προκύπτει από τον υπηρεσιακό της φάκελο (βλ. α) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 736/13-2-09 έγγραφο του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου, β) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 121/16-2-09 έγγραφο του Επιστημονικού Συμβουλίου του ίδιου Νοσοκομείου, γ) το από 16-2-09 έγγραφο του Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του αυτού Νοσοκομείου και δ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. 164/17.11.2009 έγγραφο του Ιατρικού Συλλόγου Σάμου), προσήκουσα πειθαρχική ποινή για το ανωτέρω αποδοθέν σ’ αυτή πειθαρχικό παράπτωμα είναι η ποινή της προσωρινής παύσης δύο ετών (άρθρο 77 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2071/1992). 23. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου με την υπό κρίση προσφυγή της ..., η προσφυγή αυτή πρέπει να απορριφθεί ενώ, περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και να επιβληθεί στη ... η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης.

Διά ταύτα: Συνεκδικάζει τις υπό κρίση προσφυγές του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και της ... Δέχεται την προσφυγή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Απορρίπτει την προσφυγή της .... Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 10.3.2009 απόφαση του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών του Ε.Σ.Υ.. Επιβάλλει στη ..., ιατρό του Ε.Σ.Υ., Διευθύντρια του Παιδιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Σάμου «Ο Άγιος Παντελεήμων», την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου. Επιβάλλει στην προσφεύγουσα ... τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

πηγή: dsanet.gr - Ισοκράτης

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.