Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Παράνομη λειτουργία ραδιοφωνικών σταθμών (Συμβούλιο της Επικρατείας, αριθμός απόφασης 1206/2012)

Περίληψη: Παράνομη η λειτουργία των ραδιοφωνικών σταθμών. Με τις διατάξεις του ν. 3592/2007 παρατείνεται εκ νέου, επ' αόριστον, το καθεστώς λειτουργίας των παρανόμως λειτουργούντων σταθμών και η ανοχή της λειτουργίας τους καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο -και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος- νομοθετικό καθεστώς. Παραβίαση των αρχών του Κράτους Δικαίου και της ισότητας αφού τίθενται οι νομοταγείς πολίτες σε μειονεκτική θέση έναντι των αυθαιρετούντων. Τα άρθρα 5, 5α και 14 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν κατ' αρχήν την ελευθερία έκφρασης τελούν υπό τον περιορισμό των ανωτέρω αρχών. Εξ' άλλου από την αυθαίρετη λειτουργία του σταθμού και εν γένει από το νομοθετικό πλαίσιο που προϋπέθετε διαγωνιστική διαδικασία ο αιτών δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι σχηματίστηκε σταθερή πεποίθηση του περί την λειτουργία του σταθμού και αρά δεν παραβιάστηκε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

[...] 1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το παράβολο (έντυπο παραβόλου 1091748/2007). 2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, ζητείται η ακύρωση : α. της πράξης 407/28.7.2009 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), με την οποία επεβλήθη στο ραδιοφωνικό σταθμό ΗΙΤ FM, ιδιοκτησίας του αιτούντος, η κύρωση της οριστικής διακοπής λειτουργίας, και β. της πράξης 458/29.9.2009 του ΕΣΡ, με την οποία απερρίφθη αίτηση θεραπείας κατά της ως άνω πράξης. 3. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο ραδιοφωνικός σταθμός HIT FM λειτουργούσε στο νομό Ροδόπης στη συχνότητα των 92,9 ΜΗz την 1η.11.99, σύμφωνα δε με το άρθρο 53 του ν. 2778/99, θεωρείται ότι λειτουργεί νομίμως και δικαιούται να εκπέμπει από αυτή τη συχνότητα και μόνον. Με την απόφαση 55/25.2.2004 του Ε.Σ.Ρ., χορηγήθηκε στον εν λόγω σταθμό άδεια δικτύωσης με το ραδιοφωνικό σταθμό «Ράδιο Σφαίρα» 102,2 FM του νομού Αττικής, προκειμένου ο σταθμός HIT FM να μεταδίδει το πρόγραμμα του τελευταίου αυτού σταθμού επί πέντε το πολύ ώρες ημερησίως, κατά τα οριζόμενα στο ν. 2328/1995. Όπως, όμως, διαπιστώθηκε στη συνέχεια, ο σταθμός HIT FM δεν υλοποιούσε την ανωτέρω δικτύωση από τη συχνότητα των 92,9 ΜΗz, αλλά από τη συχνότητα των 99,1 ΜΗz. Για την παράβαση αυτή, το Ε.Σ.Ρ. επέβαλε στον αιτούντα, ιδιοκτήτη του σταθμού HIT FM, αρχικώς την κύρωση της σύστασης να παύσει να εκπέμπει από τη συχνότητα των 99,1 ΜΗz (πράξη 492/2005) και, λόγω μη συμμόρφωσης του σταθμού προς τη σύσταση και την υποχρέωση εκπομπής από τη συχνότητα των 92,9 ΜΗz, δύο πρόστιμα, ύψους 5.000 και 10.000 ευρώ (βλ., αντιστοίχως, πράξεις 178/2006 και 404/2006 του ΕΣΡ). Στη συνέχεια, κατόπιν του εγγράφου 35896/Φ. 386//4.10.2006 της Διεύθυνσης Φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), το Ε.Σ.Ρ., με την πράξη 504/14.11.2006, επέβαλε ως διοικητική κύρωση την οριστική διακοπή λειτουργίας του σταθμού HIT FM, με την αιτιολογία ότι ο εν λόγω σταθμός εξακολουθεί να εκπέμπει μη νομίμως το πρόγραμμα του σταθμού «Ράδιο Σφαίρα» από άλλη συχνότητα (87,8 ΜΗz) και ότι δεν συμμορφώνεται προς τις προηγούμενες πράξεις του Ε.Σ.Ρ. Η εκτέλεση της πράξης 504/14.11.2006 του Ε.Σ.Ρ. ανεστάλη με την απόφαση 208/2007 της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό τον όρο ότι ο αιτών θα χρησιμοποιεί μόνον τη συχνότητα των 92,9 MHz. Τέλος, το ΕΣΡ, με την πράξη του 407/28.7.2009 (πρώτη προσβαλλόμενη), επέβαλε εκ νέου τη διοικητική κύρωση της οριστικής διακοπής λειτουργίας του εν λόγω σταθμού, με την αιτιολογία ότι, κατόπιν του νεωτέρου εγγράφου της ΕΕΤΤ 30728/Φ. 386/23.6.2009, διαπιστώθηκε ότι ο σταθμός συνέχιζε να εκπέμπει το πρόγραμμα του ραδιοφωνικού σταθμού «Ράδιο Σφαίρα» του νομού Αττικής από διαφορετική και πάλι συχνότητα, δηλ. από τους 100,4 ΜΗz. Κατά της πράξης αυτής ο αιτών άσκησε στις 26.8.2009 αίτηση θεραπείας, η οποία απερρίφθη με την πράξη 458/29.9.2009 του ΕΣΡ (δεύτερη προσβαλλόμενη), με την εξής αιτιολογία: πρώτον, ότι δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία που να αναιρούν τη βάση των γενομένων δεκτών με την προηγούμενη απόφαση του ΕΣΡ, δεύτερον, ότι ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι είχε καταγγείλει από το μήνα Μάιο του 2007 τη σύμβαση δικτύωσης με το ραδιοφωνικό σταθμό «Ράδιο Σφαίρα» του νομού Αττικής δεν ασκεί επιρροή, εφόσον έχει νομίμως διαπιστωθεί η αναμετάδοση του προγράμματος αυτού από μη νόμιμη συχνότητα και, τρίτον, ότι, με την απόφαση 210/2009 του ΕΣΡ, επεβλήθη στο σταθμό «ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΡ 100,4» Κομοτηνής κύρωση λόγω μη υποβολής της ροής προγράμματος και όχι λόγω αναμετάδοσης του προγράμματος του ραδιοφωνικού σταθμού «Ράδιο Σφαίρα», επομένως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο τρίτος αυτός σταθμός αναμεταδίδει το πρόγραμμα του «Ράδιο Σφαίρα». 4. Επειδή, όπως κρίθηκε με την απόφαση 274/2012 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η πράξη 504/14.11.2006 του Ε.Σ.Ρ. αντικαταστάθηκε από την πρώτη νυν προσβαλλόμενη πράξη της αυτής αρχής (407/28.7.2009), η οποία εμπροθέσμως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στις 11.11.2009. Αντιθέτως, με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη 458/29.9.2009 του Ε.Σ.Ρ. απερρίφθη αίτηση θεραπείας του αιτούντος κατά της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, χωρίς νέα κατ΄ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη αυτή πράξη στερείται εκτελεστότητας και απαραδέκτως προσβάλλεται. 5. Επειδή, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 5040/1987 Ολομ., 1145/1988 Ολομ., 2501/2004 7μ., 250/2009, 3578/2010 Oλομ.), με το άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (το οποίο δεν επέφερε συνταγματική μεταβολή από την εξεταζόμενη άποψη), δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ίδρυσης ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, αλλά η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικαιώματος αφήνεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την ρύθμιση του εν λόγω θέματος, τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου. Το κρατικό μονοπώλιο ραδιοφωνικών εκπομπών καταργήθηκε με το ν. 1730/1987 (Α΄ 145), με τον οποίο επετράπη η ίδρυση και λειτουργία τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, κατόπιν διοικητικής αδείας που εχορηγείτο αυτοτελώς (όχι δηλαδή στο πλαίσιο διαγωνιστικής διαδικασίας), βάσει προϋποθέσεων και κριτηρίων που έτασσε ο νόμος. Κατ΄ εφαρμογή του νόμου αυτού εκδόθηκε μεγάλος αριθμός αδειών ραδιοφωνικών σταθμών. Παράλληλα, από το έτος 1989 άρχισαν να λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί χωρίς διοικητική άδεια. Στο πραγματικό αυτό δεδομένο (της ίδρυσης και λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών χωρίς άδεια) αναφέρεται η εισηγητική έκθεση του ν. 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις» (Α΄ 159), κατά την οποία, μετά τη χορήγηση, μέχρι το έτος 1989, 275 αδειών τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, «το κρατικό ενδιαφέρον για την τοπική ραδιοφωνία ουσιαστικά σταμάτησε, με αποτέλεσμα όλο το ραδιοφωνικό τοπίο να καταστεί ανεξέλεγκτο». Με τον προαναφερθέντα ν. 2328/1995 θεσπίσθηκε νέο λεπτομερές σύστημα ρυθμίσεων, προβλέπον τα της χορήγησης, κατόπιν διαγωνιστικών διαδικασιών, αδειών ίδρυσης και λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών [των οποίων η χρήση συνιστά «δημόσια λειτουργία»], τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η σχετική αίτηση, τα κριτήρια βαθμολόγησης, τη διαδικασία χορήγησης των αδειών και την τετραετή ισχύ των χορηγουμένων αδειών (άρθρα 6 και 7). Σύμφωνα με την πάγια ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2328/95, ο Υπουργός Τύπου (και ήδη, μετά το άρθρο 19 του ν. 3051/2002, το ΕΣΡ) προκηρύσσει, κάθε Σεπτέμβριο και όποτε υπάρξουν διαθέσιμες συχνότητες, συγκεκριμένες θέσεις αδειών κατά νομό, οι οποίες αντιστοιχούν σε συχνότητες και σε θέσεις εκπομπής που καθορίζονται με την κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικονωνιών και Τύπου και ΜΜΕ του άρθρου 6 παρ. 4 του αυτού νόμου [ήτοι την απόφαση διαμόρφωσης του χάρτη ραδιοσυχνοτήτων ανά νομό]. Σύμφωνα δε με το έγγραφο 7652/18.10.20011 του ΕΣΡ προς το ΣτΕ, χάρτες συχνοτήτων έχουν εκδοθεί για το σύνολο των νομών της χώρας (βλ. ειδικώς για το νομό Ροδόπης, ΚΥΑ 75792/30.11.2000, ΦΕΚ Β΄ 1557), προκηρύξεις, όμως, για την έκδοση αδειών λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών εκδόθηκαν μόνον για τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης. Τέλος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο αυτό έγγραφο του ΕΣΡ, τα έτη 2001 και 2002 χορηγήθηκαν άδειες τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών εντός των ορίων του νομού Αττικής, ενώ, για το νομό Θεσσαλονίκης, παρά την έναρξη των διαγωνιστικών διαδικασιών, δεν εκδόθηκαν τελικώς άδειες τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών (βλ. και ΣτΕ 2066-67-68/2008). 6. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 53 παρ. 1 του ν. 2778/1999 (Α΄295/30.12.1999), ορίσθηκαν τα εξής: «Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, που λειτουργούσαν την 1η Νοεμβρίου 1999, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2328/1995 για την προκήρυξη συγκεκριμένων θέσεων αδειών λειτουργίας τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, οι ανωτέρω ραδιοφωνικοί σταθμοί εξακολουθούν να θεωρούνται νομίμως λειτουργούντες εντός των ορίων του αντίστοιχου νομού, εφόσον υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής στη σχετική διαγωνιστική διαδικασία και μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν οι άδειες λειτουργίας για το νομό αυτό ή μέχρι την έκδοση σχετικής απορριπτικής απόφασης …». Στην εισηγητική έκθεση της σχετικής διάταξης αναφέρεται ότι έχουν εκδοθεί χάρτες συχνοτήτων και προκηρύξεις για ορισμένους νομούς της χώρας και ότι προβλέπεται σε σύντομο χρονικό διάστημα να ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες και στους υπόλοιπους νομούς, κατά τρόπον ώστε η προσπάθεια να εδραιωθεί «[η] νομιμότητα και [η] διαφάνεια, εκτός από το τηλεοπτικό, και στο ραδιοφωνικό τοπίο να έχει πλέον εισέλθει στην τελική ευθεία». Περαιτέρω, με το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β΄ του ν. 3444/2006 (Α΄ 46) ορίσθηκε ότι οι προκηρύξεις για τη χορήγηση [τηλεοπτικών και] ραδιοφωνικών αδειών έπρεπε να εκδοθούν έως 30.6.2006, η προθεσμία, όμως, αυτή παρετάθη έως 30.6.2007, με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548/2007 (Α΄ 68). Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 7 εδ. β΄ του ν. 3592/2007 (Α΄ 161) ορίσθηκαν τα εξής: «Ως νομίμως λειτουργούντες ραδιοφωνικοί σταθμοί νοούνται αυτοί που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 25/1988 (ΦΕΚ 10 Α΄), των άρθρων 6 και 7 του ν. 2328/1995, όπως ισχύει, και του άρθρου 24α του ν. 2075/1992 (ΦΕΚ 129 Α΄), όπως ισχύει, καθώς και αυτοί που θεωρούνται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄), της παρ. 29 του άρθρου 12 του ν. 3310/2005 (ΦΕΚ 30 Α΄)» [το οποίο αφορούσε τις άδειες σταθμών του νομού Αττικής], «της παρ. 7 του άρθρου 15 του ν. 3444/2006, και κάθε άλλης σχετικής διάταξης, όπως ισχύουν», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του αυτού ν. 3592/2007, «Η ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ιδιωτικών τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, που μεταδίδουν το πρόγραμμα τους με αναλογικό σήμα ελεύθερης λήψης, που εκπέμπουν στην περιοχή των συχνοτήτων 87,5 έως 107,7 Μεγακύκλους (MHZ) με διαμόρφωση κατά συχνότητα (FM), επιτρέπεται μετά από άδεια του Ε.Σ.Ρ., κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η συνέχιση της λειτουργίας των ήδη νομίμως λειτουργούντων ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών, κατά τα αναφερόμενα στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 5, προϋποθέτει τη συμμετοχή τους στη διαγωνιστική διαδικασία και τη χορήγηση της σχετικής άδειας. Μέχρι την έκδοση της σχετικής άδειας, θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως στη γεωγραφική περιοχή που εκπέμπουν, εφόσον υποβάλουν υποψηφιότητα στη διαγωνιστική διαδικασία». Με το άρθρο 20 παρ. 5 του αυτού ν. 3592/2007, η προθεσμία για την έκδοση προκηρύξεων αδειών ραδιοφωνικών σταθμών [που είχε παραταθεί έως τις 30.6.2007, με τον προαναφερθέντα ν. 3548/2007] παρετάθη έως τις 31.12.2007, τέλος, δε, με τις διατάξεις του άρθρου δεύτερου παρ. 1 του ν. 3640/2008 (Α΄ 22) και των άρθρων 9 του ν. 3723/2008 (Α΄ 250), 38 του ν. 3775/2009 (Α΄ 122), 29 παρ. 4 του ν. 3838/2010 (Α΄ 49) και 49 παρ. 8 του ν. 3905/2010 (Α΄ 219), η εν λόγω προθεσμία παρετάθη διαδοχικώς έως τις 31.12.2011.

7. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, παρά την επιταγή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2328/1995, για την προκήρυξη θέσεων αδειών για όλους τους νομούς της χώρας, αναλόγως των υπαρχουσών συχνοτήτων, δεν προκηρύχθηκαν θέσεις αδειών για τους λοιπούς νομούς, πλην των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, η δε διαδικασία προκήρυξης για τους δύο αυτούς νομούς απέληξε στην έκδοση αδειών ραδιοφωνικών σταθμών μόνον για το νομό Αττικής. Στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778/1999, νομιμοποιήθηκε η λειτουργία όλων των ραδιοφωνικών σταθμών που λειτουργούσαν χωρίς άδεια την 1η Νοεμβρίου 1999, ορίσθηκε δε ότι η νομιμοποίηση ισχύει, αφενός, για τους σταθμούς νομών όπου δεν είχαν ακόμη εκδοθεί προκηρύξεις, μέχρι την έκδοση της προκήρυξης συγκεκριμένων θέσεων αδειών ανά νομό, και, αφετέρου, για τους σταθμούς νομών όπου τέτοιες προκηρύξεις έχουν εκδοθεί ή θα εκδοθούν, εφόσον οι σταθμοί έχουν υποβάλει ή θα υποβάλουν αίτηση συμμετοχής στη διαγωνιστική διαδικασία και μέχρι τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας για το νομό αυτό, ή μέχρι την έκδοση σχετικής απορριπτικής απόφασης, οπότε, κατά την προφανή έννοια του νόμου, οι μη αδειοδοτηθέντες σταθμοί υπεχρεούντο να διακόψουν τη λειτουργία τους. Κατά την αναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη εισηγητική έκθεση της διάταξης αυτής, η ρύθμιση δικαιολογείται από το ότι ο νομοθέτης προέβλεπε ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές με τη χορήγηση αδειών ραδιοφωνικών σταθμών διαδικασίες. Κατ΄ αρχήν, λοιπόν, θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η ρύθμιση του άρθρου 53 του ν. 2778/1999, αλλά μόνον για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα κατ΄ ανώτατο όριο επί μία τετραετία, δεδομένου ότι οι πάγιες διατάξεις του ν. 2328/1995 προέβλεπαν ότι οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών και οι ανανεώσεις αυτών ισχύουν για μία τετραετία (βλ. άρ. 7 παρ. 11 του ν. 2328/1995). Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778/1999 κατέστη οπωσδήποτε αντισυνταγματική μετά την πάροδο τετραετίας από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εφόσον οι κατ΄ ανοχή του νομοθέτη λειτουργούντες χωρίς άδεια ραδιοφωνικοί σταθμοί συνέχισαν να λειτουργούν επ΄ αόριστον. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 5 παρ. 7 εδ. β΄ και 8 παρ. 1 εδ. β΄- γ΄ του ν. 3592/2007 νομιμοποιήθηκε η συνέχιση λειτουργίας των λειτουργούντων χωρίς άδεια, από την 1η Νοεμβρίου 1999, ραδιοφωνικών σταθμών, υπό την προϋπόθεση που ορίζει το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β΄- γ΄ του αυτού νόμου, ότι, δηλαδή, οι σταθμοί αυτοί θα υπέβαλαν υποψηφιότητα στη διαγωνιστική διαδικασία που έπρεπε – κατά το άρθρο 20 παρ. 5 του αυτού νόμου – να προκηρυχθεί έως 31.12.2007 [προθεσμία η οποία, ωστόσο, δεν τηρήθηκε εκ νέου, με αποτέλεσμα να παραταθεί διαδοχικώς για τέσσερα ακόμη έτη, χωρίς και πάλι να εκδοθούν προκηρύξεις]. Επομένως, δώδεκα έτη μετά τη δημοσίευση του παγίου ν. 2328/1995, η διαγωνιστική διαδικασία αδειοδότησης ραδιοφωνικών σταθμών για τους περισσότερους (πλην Αττικής και Θεσσαλονίκης) νομούς της χώρας συνέχιζε να μην έχει καν προκηρυχθεί μέχρι τη δημοσίευση του ν. 3592/2007, ο δε τελευταίος αυτός νόμος δεν έθεσε εύλογη προθεσμία ολοκλήρωσης των διαδικασιών αδειοδότησης, μετά την οφειλόμενη – κατά το άρθρο 20 παρ. 5 αυτού – έκδοση των σχετικών προκηρύξεων έως 31.12.2007, ούτε όρισε συγκεκριμένο και εύλογο χρόνο λήξης της ανοχής λειτουργίας των παρανόμως λειτουργούντων σταθμών. Κατά συνέπεια, με τις ως άνω διατάξεις του ν. 3592/2007 παρατείνεται εκ νέου, επ΄ αόριστον, το καθεστώς λειτουργίας των παρανόμως λειτουργούντων σταθμών και η ανοχή της λειτουργίας τους καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο – και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος – νομοθετικό καθεστώς. Υπό τα δεδομένα αυτά, η επ΄ αόριστον ανοχή της λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, και πάλι εκ μόνου του λόγου ότι λειτουργούσαν αυθαιρέτως την 1η.11.1999, αντίκειται στο Σύνταγμα, τούτο δε για δύο λόγους. Πρώτον, διότι οι διατάξεις αυτές αντιβαίνουν προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά, όπως, εν προκειμένω, τις αριθμητικά περιορισμένες ραδιοφωνικές συχνότητες για τη μετάδοση ραδιοφωνικού προγράμματος με αναλογικό σήμα. Δεύτερον, διότι η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει και προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτει σε εξόχως μειονεκτική θέση τα πρόσωπα εκείνα τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και τη βούληση να ιδρύσουν ραδιοφωνικό σταθμό, δεν το έπραξαν αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν το νόμο, σε σχέση με πρόσωπα τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοφωνικής συχνότητας, ίδρυσαν χωρίς άδεια ραδιοφωνικό σταθμό. Ενόψει των προαναφερθέντων, οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 7 εδ. β΄ και 8 παρ. 1 εδ. β΄- γ΄ του ν. 3592/2007 ήταν αντίθετες προς το Σύνταγμα, ήδη από το χρόνο της θέσπισής τους (πρβ. Ολομ. 3578/2010, επί του παρεμφερούς καθεστώτος των τηλεοπτικών σταθμών). 8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, το Τμήμα φέρεται ομοφώνως προς την άποψη ότι η λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού του αιτούντος που εξέπεμπε στο νομό Ροδόπης δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 53 παρ. 1 του ν. 2778/1999, το οποίο είχε ήδη καταστεί, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, αντίθετο προς το Σύνταγμα, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 7 εδ. β΄ και 8 παρ. 1 εδ. β΄ - γ΄ του ν. 3592/2007, οι οποίες ήταν εξαρχής αντίθετες προς το Σύνταγμα. Επομένως, η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης παρίσταται αλυσιτελής, διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, ακόμη και εάν η πράξη αυτή εκτοπισθεί από την έννομη τάξη, η συνέχιση της λειτουργίας του σταθμού του αιτούντος δεν ήταν επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα και η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί. Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, η παροχή έννομης προστασίας κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της - κυρωθείσης με το ν.δ. 53/74 (Α΄ 256) - Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υπό τους όρους που θέτει ο νόμος και ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση των ενδίκων μέσων και την πρόοδο της δίκης, εφόσον αυτές συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν τα όρια πέραν των οποίων αυτές ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (ΑΕΔ 33/95, ΣτΕ Ολομ. 3087/2011, Ολομ. 1583/2010, 2531/2005, 647/2004 κ.α.)? σύμφωνα δε με το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/89, αυτονόητη προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αιτούντος, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, εάν ήταν εξαρχής ή κατέστησαν μεταγενεστέρως αντίθετες προς το Σύνταγμα οι διατάξεις βάσει των οποίων ο επίμαχος σταθμός δικαιούται να λειτουργεί, παρά την έλλειψη διοικητικής άδειας, και στις οποίες ο αιτών στηρίζει το συμφέρον του για την ακύρωση της πράξης διακοπής λειτουργίας του εν λόγω σταθμού, διότι, στην περίπτωση αυτή, το συμφέρον του αιτούντος δεν είναι «έννομο». Ανεξαρτήτως δε του εάν ο αιτών επιδιώκει με έννομο συμφέρον την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, πάντως, ενόψει των προεκτεθέντων, ενόψει δηλαδή του ότι ο επίδικος σταθμός λειτουργεί χωρίς άδεια με βάση τις ανωτέρω, αντίθετες προς το Σύνταγμα, διατάξεις, νομίμως με την προσβαλλόμενη πράξη διετάχθη πράγματι, από το αρμόδιο για τη χορήγηση αδειών λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών - και, επομένως, και για τη διακοπή λειτουργίας τους – Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (βλ. άρθρο 8 παρ. 1 του – ισχύοντος κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης - ν. 3592/2007), η διακοπή της λειτουργίας του εν λόγω σταθμού, ασχέτως της ειδικότερης αιτιολογίας που φέρει η πράξη αυτή και του γεγονότος ότι, εν προκειμένω, η διακοπή λειτουργίας επιβάλλεται ως κύρωση λόγω παράβασης των τεχνικών προδιαγραφών που διέπουν τη λειτουργία του σταθμού. Ως εκ τούτου, αβασίμως προβάλλεται, με το υπόμνημα που κατέθεσε ο αιτών μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και εντός της χορηγηθείσης προς τούτο προθεσμίας, ότι, εάν το Δικαστήριο δεν ελέγξει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης του ΕΣΡ και της αιτιολογίας που αυτή φέρει, προσβάλλεται το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας που κατοχυρώνουν τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως ισχύει και μετά την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, δεν θεσπίζει ατομικό δικαίωμα ίδρυσης ραδιοφωνικού σταθμού (βλ. και ΣτΕ 250/2009). Εξάλλου, τα άρθρα 5, 5α και 14 του Συντάγματος κατοχυρώνουν κατ΄ αρχήν την ελευθερία έκφρασης, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν – βλ. Ολομ. ΣτΕ 1213/2010), υπό την επιφύλαξη, όμως, των συνταγματικών αρχών της ισότητας και του κράτους δικαίου, που παραβιάζονται με την επ΄ αόριστον ανοχή της λειτουργίας ραδιοφωνικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτουργούν παρανόμως, χωρίς διοικητική άδεια. Αβασίμως, κατά συνέπεια, προβάλλεται με το υπόμνημα ότι η συνέχιση της λειτουργίας του σταθμού του αιτούντος επιβάλλεται από το κατοχυρωμένο από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις δικαίωμα της ανάπτυξης της προσωπικότητας και της πληροφόρησης. Τέλος, ο ραδιοφωνικός σταθμός του αιτούντος άρχισε να λειτουργεί σε χρόνο κατά τον οποίον δεν επιτρεπόταν η λειτουργία ραδιοφωνικών σταθμών χωρίς άδεια, εφόσον ήδη με βάση το ν. 1730/87 ήταν απαραίτητη τέτοια άδεια, ενώ και η - βάσει του άρθρου 53 του ν. 2778/1999 - ανοχή λειτουργίας των παρανόμως λειτουργούντων σταθμών ήταν προσωρινή, εφόσον παρέμενε η πάγια πρόβλεψη του νόμου για τη χορήγηση αδειών μετά από διαγωνιστική διαδικασία (βλ. άρθρο 7 του ν. 2328/1995), η έκβαση της οποίας υπέρ του αιτούντος δεν μπορούσε να είναι βέβαιη. Ούτε, άλλωστε, δημιουργείται δικαίωμα του αιτούντος να αξιώσει τη συνέχιση λειτουργίας του σταθμού του εκ του ότι, για όσο χρόνο λειτούργησε ο σταθμός, ο αιτών τήρησε τις υποχρεώσεις άλλων νομοθεσιών (π.χ. φορολογικής) ή τις υποχρεώσεις που προβλέπει η ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία για τους νομίμως λειτουργούντες ραδιοφωνικούς σταθμούς. Υπό τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλεται με το υπόμνημα ότι η συνέχιση λειτουργίας του σταθμού επιβάλλεται και από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου προς την Διοίκηση. 9. Επειδή, η συνταγματικότητα των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 2778/1999 και των άρθρων 5 παρ. 7 εδ. β΄ και 8 παρ. 1 εδ. β΄-γ΄ του ν. 3592/2007, που αφορούν την παράταση λειτουργίας των παρανόμως λειτουργούντων ραδιοφωνικών σταθμών, δεν έχει κριθεί με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αυτό πρέπει να παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, και να ορισθεί εισηγητής ο Σύμβουλος Κ. Πισπιρίγκος. Δ ι ά τ α ύ τ α Απέχει να αποφανθεί οριστικώς. Παραπέμπει το αναφερόμενο στο αιτιολογικό ζήτημα στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

πηγή: dsanet.gr - Ισοκράτης

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.