Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Νόμιμος τίτλος προς ταμειακή βεβαίωση - Οριστικοποίηση πράξης επιβολής τελών (Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 484/2012)

Περίληψη: Τέλος επί της τιμής των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ήδη τέλος ετοιμότητας. Οι διαφορές που ανακύπτουν από τον καταλογισμό του είναι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες, ως φορολογικές διαφορές σε πρώτο βαθμό στην αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής. Για να αποτελέσει η πράξη επιβολής του ανωτέρου τέλους και των συναφών προσαυξήσεων νόμιμο τίτλο προς ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη αυτών, απαιτείται προηγουμένως η οριστικοποίησή της, η οποία επέρχεται με τη νόμιμη κοινοποίησή της στον υπόχρεο, για να καταστεί δυνατή η άσκηση κατ’ αυτής προσφυγής και με την πάροδο, ακολούθως, άπρακτης της προθεσμίας προς άσκηση αυτής. Επομένως, εάν η φορολογική αρχή βεβαιώσει ταμειακώς τα εν λόγω τέλη και τις επ’ αυτών προσαυξήσεις, χωρίς να έχει προηγηθεί η κοινοποίηση της καταλογιστικής αυτών πράξης και παρέλθει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής προθεσμία, η ταμειακή αυτή βεβαίωση είναι άκυρη.

Διατάξεις: άρθρα 63, 69, 217, 224, 225 ΚΔΔ (Ν 2717/1999 ), 1 - 4 ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ), 1 - 2 Ν 1316/1983 , 55 Ν 2000/1991 , 40 [παρ. 4] Ν 2065/1992 , 48 [παρ. 3] Ν 3370/2005 [...]

2. Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999 , ΦΕΚ Α΄ 97) και τα άρθρα 1 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 του Ν 1805/1998 , ΦΕΚ Α΄ 199) και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ΠΔ 331/1985 , ΦΕΚ Α΄ 116), οι διαφορές από τον καταλογισμό φόρων, δασμών, τελών και συναφών δικαιωμάτων του Δημοσίου, καθώς και των σχετικών χρηματικών κυρώσεων, αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, η εκδίκαση των οποίων, κατόπιν ασκήσεως προσφυγής, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο.

3. Επειδή, με το άρθρο 1 του Ν 1316/1983 (ΦΕΚ Α΄ 3) ιδρύθηκε «Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με έδρα την Αθήνα και επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ » (ΕΟΦ)» (παρ. 1) και ορίστηκε (παρ. 3) ότι «Ο ΕΟΦ λειτουργεί κάτω από την εποπτεία του Κράτους που ασκείται από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας». Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν 1965/1991 (Α΄ 146), «Ο ΕΟΦ έχει ως πρώτιστο σκοπό την προάσπιση και την προαγωγή της δημόσιας υγείας, καθώς και την εξασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος γενικότερα στο χώρο του φαρμάκου και άλλων συναφών προϊόντων... μεταξύ των οποίων και τα ιατρικά βοηθήματα, σύμφωνα με την περ. ι΄ της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου. 2. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του υπό τον τίτλο « Πόροι» άρθρου 11 του ως άνω Ν 1316/1983 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Πόροι του ΕΟΦ είναι: α) Η πάγια επιχορήγηση από τον τακτικό Κρατικό Προϋπολογισμό... β) ... γ)... δ) Πάγιο τέλος που καταβάλλεται κάθε χρόνο από τα φαρμακευτικά εργοστάσια και εργαστήρια παρασκευής ή αντιπροσώπους οίκων εξωτερικού για τα είδη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του νόμου αυτού για τα οποία πήραν άδεια κυκλοφορίας ή κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Το τέλος αυτό προορίζεται για κάλυψη δαπανών δειγματοληψιών και αναλύσεων... ε)... στ)... ζ) Από 1.1.1983 για τα καλλυντικά και τα είδη που εξομοιώνονται με αυτά... καταργούνται τα τέλη των εδαφίων γ και δ της παραγράφου αυτής και αντικαθίστανται με εισφορά 1% επί της καθαρής χονδρικής τιμής πώλησης των παραπάνω ειδών και μόνο για όσα κυκλοφορούν και διατίθενται στην Ελλάδα... η) ...» Εξάλλου, στην ανωτέρω περ. ζ΄ προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν 3370/2005 , (Α΄ 176) το εξής εδάφιο: «Τα τέλη του εδαφίου δ΄ για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα αντικαθίστανται με τέλος ετοιμότητας των υπηρεσιών του ΕΟΦ για την εποπτεία της αγοράς και την κάλυψη των εξόδων εργαστηριακών εξετάσεων, που συνίσταται σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης ως χονδρικής τιμής ως εξής: Για ετήσιες πωλήσεις: α) μέχρι 100.000 ευρώ 1%...». Περαιτέρω, στην υπό τον τίτλο «Διαδικασία είσπραξης πόρων» παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 11, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις της με το άρθρο 24 παρ. Α΄περ. 6 του Ν. 1579/1985 (Α΄ 217), το άρθρο 36 παρ. 4 και 12 του Ν 1759/1988 (Α΄ 50) και το άρθρο 6 παρ. 7 του Ν. 1965/1991 , ορίζονται τα εξής: «α) Οι πόροι που καθορίζονται από τα εδάφια β΄ γ΄ δ΄... της παρ. 1 του άρθρου αυτού κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδας με τον τίτλο «Λογαριασμός Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων», ο οποίος τελεί κάτω από τη διοίκηση και διαχείριση του ΕΟΦ. β) Οι πόροι που καθορίζονται από τα εδάφια στ΄ και ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού καταβάλλονται από τους υπόχρεους... με βάση καταστάσεις που έχουν την έννοια υπεύθυνων δηλώσεων. Οι καταστάσεις είναι μηνιαίες και καταχωρίζονται σε αυτές τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί και η συνολική αξία των προϊόντων που... υπόκεινται στις παραπάνω εισφορές. Οι εισφορές αυτές που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω καταστάσεις, καταβάλλονται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. ...Αντίγραφο της μηνιαίας αυτής κατάστασης μαζί με το αποδεικτικό είσπραξης της ΔΟΥ υποβάλλεται στον ΕΟΦ. Διαφορές που τυχόν προκύπτουν κατά τον έλεγχο των παραπάνω εισφορών από τις υπηρεσίες του ΕΟΦ ... βεβαιώνονται και εισπράττονται κατά τη διαδικασία είσπραξης δημόσιων εσόδων (ΚΕΔΕ)... Η καθυστέρηση καταβολής... των εισφορών των εδαφίων στ΄ και ζ΄ συνεπάγεται την επιβολή προστίμου... Κάθε έλεγχος βιβλίων, τιμολογίων και λοιπών στοιχείων των υπόχρεων σχετικά με τη διασφάλιση της απόδοσης των πόρων του ΕΟΦ, διενεργείται από υπαλλήλους του ή εντεταλμένα όργανά του με κάθε μορφής συνδρομή από τις κατά τόπους αρμόδιες οικονομικές εφορίες ή με ορκωτούς λογιστές... Όλες οι καθυστερούμενες οφειλές προς τον ΕΟΦ είναι έντοκες, με το νόμιμο κάθε φορά τόκο υπερημερίας, βεβαιώνονται δε και εισπράττονται με τη διαδικασία είσπραξης δημοσίων εσόδων (ΚΕΔΕ)». Εξάλλου, στην παρ. 6 του ως άνω άρθρου 6 του Ν 1965/1991 ορίστηκε ότι: «η παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν 1316/1983» (που προέβλεπε ότι «για την είσπραξη εσόδων του ΕΟΦ εφαρμόζονται οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Κώδικα «Περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων»...) «καθώς και κάθε άλλη διάταξη σχετική με την είσπραξη των εσόδων του ΕΟΦ αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τα πάσης φύσεως έσοδα του ΕΟΦ, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν έχουν εισπραχθεί, όπως προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, εισπράττονται ως έσοδα του Δημοσίου και θα εμφανίζονται τον τακτικό προϋπολογισμό με ίδιο κωδικό αριθμό εισόδου, στο όνομα και για λογαριασμό του ΕΟΦ. Τα έσοδα αυτά θα αποδίδονται στον ΕΟΦ μέσω του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με την εγγραφή, κατ’ έτος, ισόποσης σχετικής πίστωσης. Το προϊόν της αποδόσεως κατατίθεται στον ήδη υπάρχοντα ειδικό λογαριασμό ταμειακής διαχειρίσεως του ΕΟΦ στην Τράπεζα Ελλάδος. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Υπουργού Υγείας... ύστερα από πρόταση του ΔΣ του ΕΟΦ, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής των ανωτέρω, καθώς και το ποσοστό που θα παρακρατείται από τα έσοδα αυτά υπέρ του Δημοσίου, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ισχύοντος κάθε φορά ποσοστού παρακράτησης στην είσπραξη εσόδων ΝΠΔΔ ...». Ακολούθως, με το άρθρο 55 του Ν 2000/1991 (Α΄ 206) ορίστηκαν τα εξής: «1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου ο πόρος του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ) που προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ. 1 στοιχ. στ΄ του Ν 1316/1983 ... γίνεται έσοδο του Ελληνικού Δημοσίου και εισάγεται απευθείας στον Κρατικό Προϋπολογισμό τηρουμένης της υπό της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν 1316/1983 ή άλλης τυχόν διατάξεως της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένης διαδικασίας προσδιορισμού, βεβαιώσεως και εισπράξεως και μη αποκλειόμενης πάντως και της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ), ως ισχύει, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών καθορίζουσας και τυχόν απαιτούμενη διαδικασία. Ο πόρος αυτός διατίθεται για τη μερική κάλυψη των δαπανών του προϋπολογισμού για επιχορηγήσεις του τομέα υγείας, πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης. 2. Από την ισχύ του παρόντος, από τον τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος ειδικό λογαριασμό με τον τίτλο «Λογαριασμός Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων», ποσό δραχμών πενήντα δισεκατομμυρίων (50.000.000.000) μεταφέρεται οίκοθεν, από την Τράπεζα της Ελλάδος και χωρίς άλλη διατύπωση, στον τηρούμενο στην ίδια Τράπεζα λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου με τον αριθμό 200 «Ελληνικό Δημόσιο - Συγκέντρωση Εισπράξεων και Πληρωμών», ως δημόσιο έσοδο. 3. ...». Στη συνέχεια με το άρθρο 40 παρ. 4 του Ν 2065/1992 (Α΄ 113) ορίστηκε ότι «Η παρ. 1 του άρθρου 55 του Ν 2000/1991 (ΦΕΚ Α΄ 206) καταργείται από της ισχύος της» και ότι «Η παρ. 6 του άρθρου 6 του Ν 1965/1991 (ΦΕΚ Α΄ 146), με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν 1316/1983 (ΦΕΚ Α΄ 3), καθώς και κάθε άλλη διάταξη σχετική με την είσπραξη εσόδων του ΕΟΦ, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που δεν έχουν εισπραχθεί, όπως προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, εισπράττονται ως έσοδα του Δημοσίου και εμφανίζονται στον τακτικό προϋπολογισμό με ίδιο αριθμό εσόδου. Από τα έσοδα αυτά αποδίδεται στον ΕΟΦ, μέσω του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την εγγραφή κατ’ έτος ισόποσης σχετικής πίστωσης, ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). Το υπόλοιπο των εν λόγω εσόδων παραμένει στον κρατικό προϋπολογισμό για μερική κάλυψη των δαπανών του, στους τομείς Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας... καθορίζεται η διαδικασία επιστροφής από το Δημόσιο στους δικαιούχους αχρεωστήτως εισπραχθέντων εσόδων του ΕΟΦ ...». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 12 περ. Α του Ν 2955/2001 (ΦΕΚ Α΄ 256) «Από 1.1.2002 το ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί των πάσης φύσεως εσόδων του ΕΟΦ, όπως αυτό προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 40 του Ν 2065/1992 ,ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης των εσόδων αυτών, τροποποιείται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%)».

4. Επειδή, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι το τέλος επί της τιμής των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ήδη από το β΄ εξάμηνο του έτους 2005, βάσει της παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν 3370/2005 τέλος ετοιμότητας, που επιβάλλεται κατ’ άρθρο 11 παρ. 1 περ. ζ΄ του Ν 1316/1983 , όπως ισχύει, εγγεγραμμένο και εισπραττόμενο ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, για την κάλυψη των δαπανών του οποίου και διατίθεται και μέσω του οποίου περαιτέρω και περιέρχεται εν μέρει στον ΕΟΦ, αποτελεί δικαίωμα του Δημοσίου κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των Κωδίκων Διοικητικής και Φορολογικής Δικονομίας (ΣτΕ 1771/2005 ) και επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές οι διαφορές που αναφύονται από τον καταλογισμό των εν λόγω τελών είναι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες, ως φορολογικές διαφορές σε πρώτο βαθμό στην αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής. (ΣτΕ 1062/2006 , 2051/2008, 1771/2005, 3718/2005).

5. Επειδή, στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β)... γ)...», στο άρθρο 224 ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2...» και στο άρθρο 225 ότι: «Το Δικαστήριο αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής». Εξάλλου, στο άρθρο 69 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Κατ’ εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν κατά ορισμένο μόνο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται σε ισχύ. 3. Κατά τα λοιπά, σε κάθε περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 200 έως και 205». Ακολούθως, κατά το ΝΔ 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Α΄ 90), τα δημόσια έσοδα, προκειμένου να εισπραχθούν, βεβαιώνονται στις αρμόδιες για την είσπραξη υπηρεσίες δυνάμει του νομίμου τίτλου με τον οποίο έχει προσδιοριστεί το ποσό και η αιτία της σχετικής οφειλής, βάσει δε της βεβαιώσεως αυτής αποστέλλεται στον οφειλέτη «ατομική ειδοποίηση» (άρθρα 1-4). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και των όσων έγιναν δεκτά σε προηγούμενη σκέψη σύμφωνα με την οποία η αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξης επιβολής του τέλους επί της τιμής των ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ήδη τέλους ετοιμότητας και των συναφών κυρώσεων δημιουργεί διαφορά ουσίας υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων και εισαγόμενη ενώπιον τούτων με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής για να αποτελέσει η πράξη επιβολής των ανωτέρω τελών και των συναφών προσαυξήσεων νόμιμο τίτλο προς ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη αυτών, απαιτείται προηγουμένως η οριστικοποίησή της, η οποία επέρχεται με τη νόμιμη κοινοποίησή της στον υπόχρεο, για να καταστεί δυνατή η άσκηση κατ’ αυτής προσφυγής και με την πάροδο, ακολούθως, άπρακτης της προθεσμίας προς άσκηση αυτής. Επομένως, εάν η φορολογική αρχή βεβαιώσει ταμειακώς τα εν λόγω τέλη και τις επ’ αυτών προσαυξήσεις, χωρίς να έχει προηγηθεί η κοινοποίηση της καταλογιστικής αυτών πράξεως και παρέλθει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής προθεσμία, η ταμειακή αυτή βεβαίωση είναι άκυρη.

6. Επειδή, στην παρ. 7 του άρθρου 28 του Ν 2579/1998 ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις που υπηρεσίες του Δημοσίου εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ΝΔ 356/1974, επιμελούνται για την είσπραξη εσόδων άλλων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δημιουργούνται δεν νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δημόσιο, αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο».

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Σε βάρος της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας εκδόθηκε η .../8.1.2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, με την οποία καταλογίστηκαν: α) ποσό 8.216,80 ευρώ για πάγιο τέλος του άρθρου 11 περ. δ΄ του Ν 1316/1983 ετών 2001 έως και α΄ εξάμηνο του έτους 2005, β) ποσό 3.580,00 για τέλος ετοιμότητας άρθρου 48 παρ. 3 του Ν 3370/2005 β΄ εξαμήνου έτους 2005, γ) ποσό 3.486,75 ευρώ για τόκους υπερημερίας, ήτοι συνολικά ποσό 15.283,55 ευρώ, ενώ περαιτέρω με την ίδια απόφαση διατάχθηκε να καταλογιστούν σε βάρος της εφεσίβλητης και τόκοι υπερημερίας επί του ανωτέρω ποσού τελών 11.796,80 ευρώ από 1.1.2007 έως την ημερομηνία σύνταξης της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 της 1079647/8351-25/0016/1992 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 40 παρ. 4 του Ν 2065/1992 . Ακολούθως με το .../21.2.2007 έγγραφο του Διευθυντή Οικονομικών του ΕΟΦ, που απεστάλη στην εφεσίβλητη με επιστολή, ενημερώθηκε αυτή για την ανωτέρω οφειλή της που με τους εν τω μεταξύ τόκους υπερημερίας είχε ανέλθει στο συνολικό ποσό των 15.493,31 ευρώ, ενώ με την .../30.3.2007 πράξη ο Προϊστάμενος ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών βεβαίωσε ταμειακώς, βάσει της αποσταλείσας σε αυτόν από τον ΕΟΦ .../21.2.2007 τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης το ανωτέρω ποσό τελών και τόκων υπερημερίας και στη συνέχεια απέστειλε στην εφεσίβλητη προς ενημέρωσή της την .../2.4.2007 ατομική ειδοποίηση χρεών,καλώντας τη να καταβάλει την οφειλή της αυτή έως 30.4.2007. Με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, έγινε δεκτή η από 26.4.2007 ανακοπή που άσκησε η ήδη εφεσίβλητη και ακυρώθηκε η .../30.3.2007 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω πράξη διενεργήθηκε χωρίς νόμιμο τίτλο, δεδομένου ότι η .../8.1.2007 απόφαση του ΔΣ του ΕΟΦ ουδέποτε κοινοποιήθηκε νομίμως στην εφεσίβλητη εταιρεία και ως εκ τούτου ουδέποτε κινήθηκε η προθεσμία άσκησης προσφυγής κατ’ αυτής. Ήδη το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη έφεση υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 28 του Ν 2579/1998 , η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρο 285 ΚΔΔ), εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι στην ένδικη διαφορά νομιμοποιείται παθητικώς μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την ανακοπή, καθ’ ο μέρος δι’αυτής επιδιώκετο η ακύρωση της ανωτέρω ταμειακής βεβαίωσης σε ποσοστό άνω του 50% του βεβαιωθέντος χρέους ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του.

8. Επειδή, τα ένδικα τέλη, τα οποία εγγράφονται και εισπράττονται ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού για την κάλυψη δαπανών του οποίου και διατίθενται και μέσω του οποίου περαιτέρω περιέρχονται εν μέρει στον ΕΟΦ, αποτελούν δικαίωμα του Δημοσίου και κατά συνέπεια, στις σχετικές δίκες νομιμοποιείται παθητικώς μόνο το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο ΕΟΦ (πρβλ. ΣτΕ 1771/2005 , 3182/2008), απορριπτομένου του αντιθέτου λόγου της έφεσης ως αβασίμου.

9. Επειδή, περαιτέρω με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι, τόσο το τέλος ετοιμότητας, όσο και το πάγιο τέλος για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, καθώς και οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 11 παρ. 5 του Ν 1316/1983 τόκοι υπερημερίας δεν αποτελούν φορολογική απαίτηση του Δημοσίου ή αυτοτελή χρηματική κύρωση για παράβαση φορολογικής νομοθεσίας, ή άλλο συναφές με φόρο δικαίωμα του Δημοσίου και συνεπώς δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 69 του Ν 2717/1999 , αλλά στην παρ. 1 του άρθρου αυτού σύμφωνα με την οποία η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως. Κατά συνέπεια, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι, για να συγκροτηθεί νόμιμος τίτλος για την είσπραξη των ως άνω τελών και τόκων υπερημερίας, δεν απαιτείται η από την κοινοποίηση ή γνώση της πράξης επιβολής αυτών πάροδος άπρακτης της εξηκονθήμερης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής, αλλά η καταλογιστική πράξη του ΔΣ του ΕΟΦ από της εκδόσεώς της αποτελεί νόμιμο τίτλο προς ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη των ανωτέρω τελών και τόκων υπερημερίας. Ο λόγος όμως αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε τα ως άνω τέλη, εφόσον εγγράφονται και εισπράττονται ως έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού για την κάλυψη των δαπανών του οποίου και διατίθενται, αποτελούν δικαίωμα του Δημοσίου, οι διαφορές δε που αναφύονται από τον καταλογισμό των εν λόγω τελών αποτελούν φορολογικές διαφορές, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής. (ΣτΕ 1062/2006 ). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 69 του Ν 2717/1999 και για να είναι νόμιμη η ταμειακή βεβαίωση των εν λόγω τελών, απαιτείται να έχει προηγουμένως οριστικοποιηθεί η καταλογιστική πράξη με την οποία αυτά επιβάλλονται, η οριστικοποίηση δε της πράξης αυτής επέρχεται με την κοινοποίησή της στον υπόχρεο και την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής προσφυγής.

[Επειδή, κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί και κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων να απαλλαγεί το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης (άρθρο 275 παρ. 1 του ΚΔΔ).]

πηγή: nbonline.gr

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.