Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Παραγραφή εν επιδικία - Δεν εφαρμόζεται στις διοικητικές διαφορές (ΣτΕ 2655/2013 Τμ. Στ΄)

Περίληψη: Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων κατά τη διάρκεια της επιδικίας δεν έχουν εφαρμογή στις εκδικαζόμενες από τα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 67 Ν 2479/1997. Με το άρθρο 29 παρ. 4 Ν 3202/2003 ορίζεται ότι για την παραγραφή αξιώσεων κατά των ΟΤΑ έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου καθώς και ότι καταργείται κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ. Η παραγραφή εν επιδικία, η οποία προϋποθέτει την αδράνεια των διαδίκων δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις διοικητικές διαφορές. Ως αγωγή από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι νοείται και η αγωγή που ασκήθηκε ως καταψηφιστική στη συνέχεια όμως το αίτημά της μετατράπηκε σε αναγνωριστικό.

Διατάξεις: άρθρα 67 Ν 2479/1997, 29 [παρ. 4] Ν 3202/2003

[...] 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, ζητείται η αναίρεση της 3156/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, μετά την αναίρεση της 3019/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με την 1127/2003 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την αναπομπή της υποθέσεως στο Διοικητικό Εφετείο, αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων Δήμος οφείλει να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 124.391 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα από την εκτέλεση συμβάσεως προμήθειας δυο απορριμματοφόρων οχημάτων.

3. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσίβλητη εταιρία, δυνάμει της από 8.10.1992 συμβάσεως (διεπομένης, κατά τα ρητώς αναφερόμενα σε αυτήν, από τις διατάξεις του ΠΔ/τος 28/1980 και του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα), ανέλαβε να προμηθεύσει στον αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων δύο ειδικά απορριμματοφόρα οχήματα, έναντι συνολικού τιμήματος 32.604.800 δραχμών, με ημερομηνία παράδοσης την 17.2.93. Στις 20.10.92 η προμηθεύτρια εταιρία, με επιστολή της προς το Δήμο, ζήτησε να της επιτραπεί να εξοπλίσει τα εν λόγω οχήματα με διαφορετική από τη συμφωνηθείσα υπερκατασκευή, το αίτημα της όμως απορρίφθηκε από τη Δημαρχιακή Επιτροπή. Ομοίως δεν έγινε αποδεκτό το από 17.2.93 αίτημα της για παράταση της ημερομηνίας παράδοσης. Τελικώς, στις 29.3.93 η αναιρεσίβλητη έστειλε τα δυο οχήματα στο μηχανοστάσιο του Δήμου και κάλεσε την οικεία Επιτροπή Παραλαβής να τα παραλάβει. Κατά τον γενόμενο έλεγχο, διαπιστώθηκε από την εν λόγω Επιτροπή ότι τα οχήματα δεν έφεραν τις συμφωνηθείσες υπερκατασκευές παρά το ότι υπήρχαν οι πινακίδες τους, αλλά τις υπερκατασκευές που είχε ζητήσει η εταιρία με την ως άνω επιστολή της, κατόπιν δε αυτού υποβλήθηκε καταγγελία και ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του νομίμου εκπροσώπου της για απάτη, συγχρόνως όμως αποφασίστηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο (απόφαση .../28.2.94) η παραλαβή των οχημάτων, με την επιβολή προστίμου 5%, λόγω παρεκκλίσεως από τους όρους της συμβάσεως. Η απόφαση αυτή του Δημοτικού Συμβουλίου ακυρώθηκε ως μη νόμιμη με την από 22.4.94 πράξη της Νομαρχίας Αθηνών. Στη συνέχεια, ο Δήμος απέστειλε στην αναιρεσίβλητη την από 14.7.94 ειδική πρόσκληση με την οποία την κάλεσε να αποκαταστήσει εντός ευλόγου χρόνου τις εν λόγω υπερκατασκευές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση, σε εκτέλεση δε της προσκλήσεως αυτής η εταιρία παρέλαβε τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν προς φύλαξη σε χώρο του Δήμου στην Ιερά Οδό, και μετά τις γενόμενες μετατροπές ώστε να φέρουν τα συμφωνηθέντα τεχνικά χαρακτηριστικά, τα παρέδωσε εκ νέου στον ίδιο χώρο στις 5.8.1994. Για την παραλαβή των οχημάτων συντάχθηκε τελικώς από την Επιτροπή Παραλαβής του Δήμου το από 21.11.1994 πρωτόκολλο, που υπεγράφη με παρατηρήσεις δύο εκ των τριών μελών της, τα οποία διατύπωσαν επιφυλάξεις ως προς την παραλαβή των οχημάτων λόγω παρελεύσεως μακρού χρόνου από τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας παραδόσεώς τους. Ακολούθως, το πρωτόκολλο απεστάλη, με το από 10.1.1995 διαβιβαστικό έγγραφο του Δημάρχου, στο Δημοτικό Συμβούλιο για έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 67 παρ. 5 του ΠΔ 28/1990, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε λόγω αναβολής λήψεως της σχετικής αποφάσεως από το Δημοτικό Συμβούλιο. Έκτοτε, και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της αναιρεσίβλητης, ο Δήμος δεν προέβη στην καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος. Κατόπιν αυτών, η εταιρία, με αγωγή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι υπέστη θετική ζημία ίση με την αξία των οχημάτων, καθώς και διαφυγόν κέρδος 9.781.440 δραχμών. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την 3019/1998 απόφαση του, αφού χαρακτήρισε το ασκηθέν ένδικο βοήθημα ως προσφυγή, με την αιτιολογία ότι κάθε διαφορά από την εκτέλεση διοικητικής σύμβασης εισάγεται ενώπιον του μόνον με προσφυγή, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της ενδικοφανούς διαδικασίας του άρθρου 270 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΠΔ 410/1995). Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου αναιρέθηκε με την 1127/2003 απόφαση του Στ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 7 του Ν 1406/83 (Α΄ 182), 270 του ΠΔ 410/1995 - (Α΄ 231), και 58-59 του ΠΔ 28/1980 (Α΄ 23), ... «Στις περιπτώσεις, που η σχετική νομοθεσία δεν προβλέπει την έκδοση εκτελεστής πράξεως, όπως, κατά τα ανωτέρω, στο στάδιο πληρωμής του προμηθευτή ύστερα από την παραλαβή των υλικών, τότε,..., το ένδικο μέσο με το οποίο μπορεί ο προμηθευτής να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του είναι η κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν 1406/1983 ευθεία αγωγή για αποζημίωσή του, που δικάζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Διοικητικό Εφετείο». Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκρινε ότι, με τα δεδομένα που δέχθηκε το εκδόσαν την 3019/98 απόφαση Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, ήτοι ότι μετά την παραλαβή των οχημάτων στις 21.11.1994, ο Δήμος φέρεται ότι καθυστέρησε την εξόφληση του τιμήματος, η κρίση του Εφετείου ότι το ενώπιον του ασκηθέν δικόγραφο είχε το χαρακτήρα προσφυγής και ήταν απορριπτέο ως απαράδεκτο, λόγω μη τηρήσεως της ενδικοφανούς διαδικασίας του άρθρου 270 του ΔΚΚ δεν αιτιολογείται νομίμως. Και τούτο διότι με τα ανωτέρω δεδομένα, ελλείψει εκτελεστής διοικητικής πράξεως κατά της οποίας και μόνον θα μπορούσε να ασκήσει την ένσταση του άρθρου 270 παρ. 2 του ΔΚΚ και τελικώς προσφυγή, η προμηθεύτρια εταιρία μπορούσε να ασκήσει κατά του Δήμου ευθεία αγωγή προς αποζημίωσή της. Με τις σκέψεις αυτές έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση. Το επιληφθέν στη συνέχεια, Διοικητικό Εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη τα προεκτεθέντα και ειδικότερα ότι: α) η ήδη αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της 73324 από 14.7.1994 ειδικής πρόσκλησης του Δημάρχου παρέδωσε στις 5.8.1994 τα οχήματα στον ειδικό χώρο του Δήμου στην Ιερά Οδό (αριθμ.151) σύμφωνα με συνταγείσα απόδειξη παραδόσεως αυτών, β) ότι μετά από τον έλεγχο της ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής των οχημάτων, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι αυτά φέρουν τις συμβατικές τεχνικές προδιαγραφές, συντάχθηκε τελικώς το από 21.11.1994 πρωτόκολλο παραλαβής, υπογραφέν τόσο από τα μέλη της Επιτροπής παραλαβής με τις προαναφερθείσες επιφυλάξεις των δύο εξ αυτών «ως προς την παραλαβή των οχημάτων λόγω παρελεύσεως μακρού χρόνου από τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας παραδόσεως τους» όσο και από την αναιρεσίβλητη και γ) ότι το Δημοτικό Συμβούλιο στο οποίο διαβιβάστηκε το ως άνω από 21.11.1994 πρωτόκολλο προς έγκριση δεν έλαβε εγκριτική απόφαση περί τούτου, και αφού δέχθηκε ότι η παράλειψη αυτή του Δημοτικού Συμβουλίου δεν αναιρεί το γεγονός της γενόμενης παραλαβής κατά την ως άνω ημερομηνία, «όπως, άλλωστε, αναφέρεται και στην ως άνω αναιρετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία τυγχάνει δεσμευτική για το Δικαστήριο», έκρινε ότι από της ημερομηνίας αυτής (29.11.1994) γεννήθηκε η αξίωση της εταιρίας και η αντίστοιχη υποχρέωση του Δήμου για την καταβολή του τιμήματος. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, το οποίο έχει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον από το τέλος του έτους 1994 εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής στις 8.7.1997 δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία. Η ως άνω αξίωση δεν υπέκυψε, κατά το δικάσαν δικαστήριο, ούτε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 270 παρ. 8 του ΠΔ/τος 410/1995 διετή παραγραφή εν επιδικία, καθόσον οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων κατά τη διάρκεια της επιδικίας δεν έχουν εφαρμογή στις εκδικαζόμενες από τα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 67 του Ν 2479/1997 (Α΄ 67). Τέλος, το Διοικητικό Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο Δήμος οφείλει στην αναιρεσίβλητη και το ποσό των 9.781.440 δρχ. ως διαφυγόν κέρδος, αναγνώρισε την υποχρέωση του να καταβάλει σε αυτήν το συνολικό ποσό των 42.386.240 δραχμών (και ήδη 124.391 ευρώ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

4. Επειδή, προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δέχθηκε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω 1127/2003 απόφασή του, αποφάνθηκε δεσμευτικά για το ότι τα οχήματα παραλήφθηκαν από το Δήμο στις 21.11.1994, διότι η αναιρετική αυτή απόφαση, κατά τον αναιρεσείοντα Δήμο, παράγει δεδικασμένο μόνον ως προς το ζήτημα του χαρακτήρα του ασκηθέντος ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου ενδίκου βοηθήματος ως αγωγής και όχι ως προς το ζήτημα της παραλαβής ή μη των οχημάτων, ζήτημα, το οποίο όφειλε να κρίνει το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο εξ υπαρχής. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το δικάσαν δικαστήριο διατύπωσε δική του κρίση ως προς «το γεγονός της γενομένης παραλαβής κατά την ως άνω ημερομηνία» των οχημάτων και μόνον επικουρικώς αναφέρθηκε σε δεσμευτικότητα, κατά τούτο, της 1127/03 αναιρετικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.

5. Επειδή, προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 5 του ΠΔ 28/1980, κρίνοντας ότι το Δημοτικό Συμβούλιο «όχι νόμιμα παρέλειψε να λάβει απόφαση έγκρισης ή μη του πρωτοκόλλου» παραλαβής των οχημάτων. Ο λόγος όμως αυτός όπως διατυπώνεται, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικάσαν δικαστήριο δεν έχει εκφέρει κρίση ότι μη νομίμως το Δημοτικό Συμβούλιο παρέλειψε να λάβει απόφαση για έγκριση ή μη του πρωτοκόλλου παραλαβής.

6. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι το δικάσαν δικαστήριο δεν εξέτασε τους προβληθέντες από το Δήμο ενώπιόν του ουσιώδεις ισχυρισμούς, ότι η αναιρεσίβλητη δεν εκπλήρωσε τον όρο 6 των τεχνικών προδιαγραφών, κατά τον οποίο αυτή όφειλε να προσφέρει με τα αυτοκίνητα και την έγκριση τύπου ώστε να εξασφαλισθεί η άδεια κυκλοφορίας των οχημάτων αυτών, εν πάση δε περιπτώσει, η αιτιολογία περί παράδοσης των οχημάτων είναι πλημμελής, αφού τα αρμόδια όργανα του Δήμου δεν ενέκριναν την εκπρόθεσμη παράδοση, η δε Επιτροπή παραλαβής, μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου παράδοσης των οχημάτων, ήταν κατά χρόνο αναρμόδια. Ο λόγος όμως αυτός, όπως διατυπώνεται είναι απορριπτέος. Και τούτο διότι, πέραν του γεγονότος ότι, όπως γίνεται δεκτό στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, «μετά από τον έλεγχο της ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής των οχημάτων διαπιστώθηκε ότι αυτά φέρουν τις τεχνικές προδιαγραφές της συμβάσεως και συντάχθηκε τελικώς το από 21.11.1994 οικείο πρωτόκολλο» (με τις παρατηρήσεις των δυο εκ των τριών μελών της Επιτροπής, μόνον όσον αφορά το εμπρόθεσμο της παραδόσεως αυτών), οι ανωτέρω ισχυρισμοί με τους οποίους ο Δήμος αμφισβήτησε ενώπιον του Εφετείου τη νομιμότητα της, κατά τα ανωτέρω, γενομένης παραλαβής των οχημάτων από όργανό του, είχαν προβληθεί, για το λόγο αυτό, απαραδέκτως, ο δε περαιτέρω ισχυρισμός ότι τα αρμόδια όργανά του δεν ενέκριναν την εκπρόθεσμη παράδοση των οχημάτων προβάλλεται αορίστως.

7. Eπειδή, στο άρθρο 3 του ΝΔ 31/1968 «περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων» (Α΄ 281) ορίζεται ότι: «Αι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμεναι εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκότεραι των επί του δημοσίου ισχυουσών». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 91 του ΝΔ 321/1969 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού, Α΄ 205), το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο γενέσεως της επίδικης αξίωσης, ορίζεται ότι: «Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, είναι πέντε ετών, εφ’ όσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής» και στο άρθρο 93 του ίδιου ΝΔ/τος ορίζεται ότι: «Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους, καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις». Οι ρυθμίσεις αυτές επαναλήφθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 αντιστοίχως, του επακολουθήσαντος Ν 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού...» (Α΄ 247), στο άρθρο 93 του οποίου (που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 107 αυτού και επί απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την ισχύ του, εάν τα επαγόμενα την αναστολή η τη διακοπή της παραγραφής γεγονότα έχουν συντελεσθεί μετά την ισχύ αυτού), ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου η των διαιτητών β)...». Eξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 75 παρ. 2 του Kώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999, Α΄ 97) «Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής ως προς τον εναγόμενο επέρχονται μόνον από την επίδοση της σε αυτόν... Κατ΄ εξαίρεση, η παραγραφή διακόπτεται σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης». Τέλος, με την παρ. 4 του άρθρου 29 του Ν 3202/2003 (Α΄ 284), προστέθηκαν στο άρθρο 304 του ΠΔ 410/1995 (Α΄ 231, «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας») ως προς την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ τα εξής:«Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται».

8. Επειδή, όπως συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ 31/1968, για την παραγραφή αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού, εφόσον δεν υπάρχουν ευνοϊκότερες περί παραγραφής διατάξεις που διέπουν τους ΟΤΑ. Δοθέντος δε, ότι κατά το άρθρο 56 παρ.1 του ΝΔ 496/1974 «περί λογιστικού των ΝΠΔΔ» (Α΄ 204) οι ΟΤΑ εξαιρούνται από την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού περί πενταετούς παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφαρμόζονται και στις αξιώσεις κατά των ΟΤΑ (ΣτΕ 3329/2012, ΑΠ 420/2002, 1310/2009). Με το δε άρθρο 29 παρ. 4 του Ν 3202/2003 ρητώς ορίστηκε τούτο, ότι δηλαδή για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, καθώς και ότι καταργείται κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ).

9. Επειδή, στο άρθρο 270 παρ. 8 του ΠΔ/τος 410/1995 ορίζεται ότι: «Κάθε αξίωση του αναδόχου προμηθειών της παραγράφου 2 και επομένων του άρθρου 266, εργασιών και μεταφορών κατά του εργοδότη ή αντίθετα του εργοδότη κατά του αναδόχου, όταν η τελευταία αυτή δεν στηρίζεται σε απόφαση της αρμόδιας αρχής και για τις οποίες έγινε προσφυγή στο εφετείο, παραγράφεται αν κατά το διάστημα της επιδικίας πέρασε διετία χωρίς να διακοπεί η παραγραφή ...». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η παραγραφή εν επιδικία, η οποία προϋποθέτει την αδράνεια των διαδίκων, δεν μπορεί πάντως να εφαρμοστεί στις διοικητικές διαφορές (πρβλ. ΣτΕ 1766/2010, 1749/2009, 849/2003, 1743/2000 κ.α.). Αυτό επαναλαμβάνεται και στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 22 του Ν 2479/1997 (Α΄ 67), σύμφωνα με το οποίο «οι ισχύουσες διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων κατά τη διάρκεια της επιδικίας δεν εφαρμόζονται στις εκδικαζόμενες από τα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεις».

10. Επειδή, ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το δικάσαν δικαστήριο η προβληθείσα με το από 26.1.2004 υπόμνημά του, ένσταση παραγραφής, με την αιτιολογία ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν είχε υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν 2362/1995, ούτε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 270 παρ. 8 του ΠΔ/τος 410/1995 διετή παραγραφή εν επιδικία, με τη σκέψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 67 του Ν 2479/1997, οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων κατά τη διάρκεια της επιδικίας δεν έχουν εφαρμογή στις εκδικαζόμενες από τα διοκητικά δικαστήρια υποθέσεις. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ειδικότερα, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης δεν είναι ορθή, διότι ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ είναι διετής, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικός ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης από τον, κατά το αρθρο 270 παρ. 8 του ΠΔ 410/1995, χρόνο παραγραφής εν επιδικία. Εν προκειμένω δε κατά τα προβαλλόμενα, η διετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της από 8.7.1997 αγωγής, έστω και αν γίνει δεκτό ότι η αξίωση της ενάγουσας γεννήθηκε στις 21.11.1994, ταυτόχρονα δηλαδή με την υπογραφή του πρωτοκόλλου παραλαβής των οχημάτων. Εξάλλου, εσφαλμένα, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Δήμου γίνεται επίκληση στην αναιρεσιβαλλομένη του άρθρου 67 του Ν 2479/1997, διότι αυτό καταργήθηκε από το άρθρο 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2732/1999). Περαιτέρω, κατά τον αναιρεσείοντα, από την τελεσιδικία της 3019/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου (23.6.1998), μέχρι την 11.2.2004 κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση μετ΄ αναπομπή στο αυτό δικαστήριο, είχε πάντως συμπληρωθεί χρόνος μεγαλύτερος όχι μόνον της διετίας αλλά και της πενταετίας, και επομένως, η ένδικη αξίωση ήταν, σε κάθε περίπτωση, παραγεγραμένη.

11. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 8, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ είναι πενταετής και αρχίζει από το πέρας του δικαστικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση. Επομένως, ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο από τη γένεση της αξιώσεως στις 21.11.1997 έως την κατάθεση της αγωγής στις 8.7.1994, είχε παρέλθει διετία και ως εκ τούτου είχε παραγραφεί η αξίωση της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος. Περαιτέρω, αλυσιτελώς προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ.22 του Ν 2479/1997 καταργήθηκε από το άρθρο 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, συνδυαστικά εφαρμοζόμενο με το άρθρο 75 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, διότι η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 75 παρ. 2 αποκλείει ακριβώς τη δυνατότητα παραγραφής εν επιδικία, εφόσον ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. Τέλος, αβασίμως προβάλλεται ότι από τη δημοσίευση της 3019/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου (23.6.1998), έως τις 11.2.2004, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση μετ΄ αναπομπή στο αυτό δικαστήριο, είχε πάντως συμπληρωθεί χρόνος μεγαλύτερος όχι μόνον της διετίας αλλά και της πενταετίας, και επομένως, η ένδικη αξίωση ήταν, σε κάθε περίπτωση, παραγεγραμένη. Και τούτο διότι, η παραγραφή της αξίωσης, η οποία άρχισε εκ νέου μετά τη δημοσίευση της απορριπτικής της αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρίας αποφάσεως 3019/1998 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διεκόπη με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως της εταιρίας στις 3.2.1999, επί της οποίας εκδόθηκε η δεχόμενη την αίτηση αυτή 1127/2003 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ακολούθως δε εκδόθηκε η μετ΄αναπομπή της υποθέσεως, ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 3156/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ΄ αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίστηκε ότι ο αιτών Δήμος οφείλει να της καταβάλει το πόσο των 42,386.240 δρχ. και ήδη 124.391 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής σ’ αυτόν.

12. Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι για το ποσό της επιδικασθείσας αποζημίωσης οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, είναι εσφαλμένη, διότι η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη αγωγή ασκήθηκε μεν ως καταψηφιστική, στη συνέχεια όμως το καταψηφιστικό αίτημα μετατράπηκε σε αναγνωριστικό και στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΒΔ/τος 26.6.-10.7.1944, δεν οφείλονται τόκοι. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως κρίθηκε με την 7/2011 απόφαση του ΑΕΔ, κατά την έννοια του άρθρου 21 του ΚΔ/τος 26.6.-10.7.1944, το οποίο εφαρμόζεται και στους ΟΤΑ (βλ. ΣτΕ 3218/2009), ως αγωγή από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι νοείται και η αγωγή που ασκήθηκε ως καταψηφιστική, στη συνέχεια, όμως, το αίτημά της μετατράπηκε σε αναγνωριστικό.

13. Επειδή, μετά την κατά τα ανωτέρω, απόρριψη των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη.

[Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.]

Καραγιάννης και Συνεργάτες, Δικηγορικό Γραφείο, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.