Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Προστασία καταναλωτή - Έννοια καταναλωτή (Εφετείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 459/2011)

Περίληψη: Γενικοί Όροι Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.). Πότε θεωρούνται άκυροι. Καταχρηστικοί όροι. Εννοια καταναλωτή. Καταναλωτής θεωρείται και ο εγγυητής υπέρ συμβάσεως πιστώσεως από τράπεζα σε έμπορο.

[...] Η απόφαση κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου παραπάνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι ΓΟΣ που, μεταξύ άλλων, επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο. Οι παραπάνω, αναφερόμενες ενδεικτικά, περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου από τον νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, με τα αναφερόμενα σ` αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (ΟλΑΠ 6/2006 ΔΕΕ 2006. 665, ΕλλΔνη 2006.419). Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργηση του. Δηλαδή ερευνάται, ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005. 460, 1219/2001, 1030/2001, 296/2001, ΔΕΕ 2001. 1128, 1125 και 1112 αντίστοιχα, ΕφΑΘ 5253/2003 ΕΕμπΔ2003. 643, ΑρχΝ 2004. 201, ΔΕΕ 2004. 797, ΧρΙΔ 2004. 134). Εξάλλου, ως «ρήτρες εκπτώσεως» νοούνται οι ρήτρες εκείνες όταν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος καθίσταται αμέσως έκπτωτο του δικαιώματος του ή υποχρεούται προς παραίτηση από δικαίωμα του. Κατ` αρχήν, οι ρήτρες εκπτώσεως δεν φέρουν χαρακτήρα ποινικής ρήτρας. Όμως υπόκεινται σε έλεγχο αν είναι καταχρηστικές, βάσει της παραγράφου 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 και του ενδεικτικού καταλόγου καταχρηστικών ρητρών που περιέχεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 ν. 2251/1994. Συνήθως τέτοιες ρήτρες επάγονται δυσμενή αποτελέσματα για τον καταναλωτή και καταρχήν θεωρούνται ανίσχυρες λόγω αντίθεσης τους στις άνω διατάξεις (ΑΠ 1219/2001 ό.π.).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 4 του παραπάνω νόμου ορίζεται, ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Αναγκαίες προϋποθέσεις, προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου, είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής, άλλωστε, θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως αν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 2 αρ. 1 ν. 1961/1991). Καταναλωτής, επομένως, θεωρείται και ο εγγυητής σε σύμβαση με την οποία χορηγείται πίστωση σε έμπορο από τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα (πρβλ. ΕφΘεσ 2788/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 730/2005 ΕπισκΕΔ 2005. 741, 1. Καράκωστα, Προστασία του καταναλωτή Ν. 2251/1994, σελ. 35 και 100 επ., Ε. Περάκη, Η έννοια του καταναλωτή κατά το νέο νόμο 2251/1994, ΔΕΕ 1995. 32 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, πρωτοδίκως και κατ` έφεση προβαλλόμενος (πέμπτος λόγος της έφεσης), ότι η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε είναι άκυρη, διότι η καθ` ης, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση της, την υποχρέωσε να παραιτηθεί από τα δικαιώματα της με την υπογραφή των όρων της εν λόγω σύμβασης: «όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα», «ο εγγυητής αποδέχεται από τώρα τη μεταβολή οποιουδήποτε όρου της παρούσας» και «η τράπεζα δεν έχει καμία ευθύνη προς τον εγγυητή για ενδεχόμενα πταίσματα των υπαλλήλων, στελεχών ή οργάνων της», και δέσμευσε υπέρμετρα την ελευθερία της και υπερέβη τα όρια της καλής πίστης, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, όπως ορθά και πρωτοδίκως απορρίφθηκε, καθόσον η ανακόπτουσα δεν αναφέρει αν η καθ` ης τράπεζα έκανε χρήση των εν λόγω όρων και τι συνέπειες είχε αυτό στις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση της εγγύησης. Τέλος, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας πρωτοδίκως και κατ` έφεση προβαλλόμενος (τελευταίος λόγος της έφεσης), ότι η καθ` ης κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση ακύρως και καταχρηστικώς, έξι μήνες μετά την έναρξη λειτουργίας της, ενώ γνώριζε ότι με την ενέργεια της αυτή έθετε σε άμεσο κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης τον πρωτοφειλέτη και την ίδια και χωρίς να υποβοηθά τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της, δεδομένου ότι αυτή ήταν εξασφαλισμένη με την εγγύηση της ιδίας, προς περαιτέρω δε εξασφάλιση της απαίτησης της μπορούσε να ζητήσει και άλλα μέτρα (πλην της εγγύησης), όπως π.χ. εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της ψιλής κυριότητας ακινήτου, που ανήκε στην ίδια, και ως εκ τούτου μόνος σκοπός της άνω καταγγελίας ήταν η πρόκληση σοβαρής οικονομικής ζημίας στην ίδια και τον σύζυγο της πιστούχο, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, όπως ορθά και πρωτοδίκως απορρίφθηκε, διότι τα επικαλούμενα και περιεχόμενα σ` αυτόν πραγματικά περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του δικαιώματος της καθ` ης η ανακοπή σε αντίθεση προς τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο, διότι μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στην ανακόπτουσα, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως π.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη συμφέροντος, όμως, δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, ο οποίος έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτηση του σε βάρος της εγγυήτριας, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (βλ. και ΑΠ 1472/2004 δημοσ. ΝΟΜΟΣ). Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής ως αβάσιμοι και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

πηγή: http://lawdb.intrasoftnet.com/nomos

Δικηγορικό Γραφείο "Δημήτριος Χ. Καραγιάννης", Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.