Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις. Το νομικό πρόσωπο του συνεταιρισμού είναι διαφορετικό εκείνου της ομάδας παραγωγών στην οποία συμμετέχουν τα μέλη του (όλα ή μερικά) - Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας, αριθμός απόφασης 53/2012

Περίληψη: Αγροτικός συνεταιρισμός - Ικανότητα δικαστικής παράστασης κι ενεργητική νομιμοποίηση πρωτοβάθμιας συνεταιριστικής οργάνωσης ή ομάδας παραγωγών σε αγωγή αποζημίωσης για ζημία από την αποθήκευση οπωροκηπευτικών - Διάκριση των υποκειμένων αυτών κατά το ουσιαστικό δίκαιο - Παρακαταθήκη. Παράδοση αχλαδιών σε ψυγεία της εναγομένης προς φύλαξη και συντήρηση. Αλλοίωση αυτών, πώλησή τους σε πολύ χαμηλή τιμή, ζημία και προσβολή της φήμης του ενάγοντος. Αόριστη αγωγή, διότι δεν αναφέρεται ποιός ήταν ο συμβαλλόμενος με τον εναγόμενο και φορέας των αξιώσεων κατ' αυτού. Σύσταση και λειτουργία αγροτικού συνεταιρισμού. Έχει εμπορική ιδιότητα. Διάκριση από τις ομάδες παραγωγών που αποτελούν αυτοτελή νομική οντότητα με αυτοτελή νομική προσωπικότητα. Η μεν πρώτη οργάνωση έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και συνεπώς ικανότητα δικαστικής παράστασης, η δε δεύτερη ομάδα έχει ικανότητα δικαστικής παράστασης έστω ως ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα. Ασάφεια ως προς το πρόσωπο της ενάγουσας και αοριστία της ιστορικής βάσης της αγωγής που οδηγεί σε αμφιβολίες, ως προς το ποιό υποκείμενο τελικώς νομιμοποιείται ενεργητικώς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 3, 3 § 1, 5 § 1, 10, 14 και 16 του 2810/2000 «Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις» σε συνδυασμό με τις διατάξεις των: α) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου «για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών», β) του Κανονισμού (ΕΚ) 1432/2003 της Επιτροπής «σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του συμβουλίου όσον αφορά «την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών και την προαναγνώριση των ομάδων παραγωγών» και γ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1433/03 της Επιτροπής «σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 του Συμβουλίου όσον αφορά «τα επιχειρησιακά ταμεία, τα επιχειρησιακά προγράμματα και ταμεία και την χρηματοδοτική ενίσχυση», δ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96 του Συμβουλίου «για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά» προκύπτουν τα εξής: α) οι πρωτοβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις (ΑΣΟ) είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν εμπορική ιδιότητα, αναπτύσσουν δε κάθε είδους δραστηριότητα για την επίτευξη των σκοπών τους στο πλαίσιο του νόμου και του καταστατικού τους, έχουν δικό τους καταστατικό που πρέπει να υπογράφεται από επτά τουλάχιστον φυσικά πρόσωπα, δικά τους όργανα διοίκησης (ΓΣ και διοικητικό συμβούλιο) υπαγόμενο στον εποπτικό έλεγχο του Υπουργείου Γεωργίας. Μέλη των πρωτοβάθμιων συνεταιριστικών οργανώσεων μπορούν να είναι μόνο φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται σε οποιοδήποτε κλάδο ή δραστηριότητα της αγροτικής οικονομίας που εξυπηρετείται από τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού, πληρούν τους όρους του καταστατικού του και αποδέχονται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του. Μέλη του συνεταιρισμού μπορούν να γίνουν και νομικά πρόσωπα, εφόσον τούτο προβλέπεται από το καταστατικό του συνεταιρισμού και με την προϋπόθεση ότι τα νομικά αυτά πρόσωπα, έχουν, σύμφωνα με το καταστατικό τους, την άσκηση επιχείρησης αγροτικής παραγωγής η οποία εξυπηρετείται από τις κατά το καταστατικό του (του συνεταιρισμού) δραστηριότητες. Τα μέλη του συνεταιρισμού (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) υποχρεούνται στην καταβολή χρηματικού ποσού συμμετοχής (συνεταιριστική μερίδα) και υποχρεούνται επικουρικώς έναντι των τρίτων μέχρι του καθοριζομένου από το καταστατικό του συνεταιρισμού ποσού. Για την σύσταση αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης απαιτείται έγκριση του καταστατικού της με απόφαση του Ειρηνοδικείου της έδρας του συνεταιρισμού και καταχώριση αυτής στο βιβλίο μητρώου αγροτικών συνεταιρισμών του οικείου Ειρηνοδικείου. β) Οι ομάδες παραγωγών (ΟΠ) στον τομέα των οπωροκηπευτικών αποτελούν νομικά πρόσωπα τα οποία συνιστώνται με πρωτοβουλία των παραγωγών, αναφερομένων στο ίδιο άρθρο επτά κατηγοριών οπωροκηπευτικών. Σκοπός της ΟΠ είναι ιδίως να εξασφαλισθεί ο προγραμματισμός της παραγωγής και η προσαρμογή στην ζήτηση των προϊόντων αυτών, ιδίως από ποσοτική και ποιοτική άποψη, η προώθηση ή συγκέντρωση της προσφοράς της παραγωγής των μελών της οργάνωσης κ.λπ. Κάθε ομάδα παραγωγών έχει δικό της καταστατικό που προβλέπει την υποχρέωση των παραγωγών μελών της να εφαρμόζουν στους τομείς γνώσης της παραγωγής, εμπορίας και προστασίας του περιβάλλοντος τους κανόνες που θεσπίζονται από την οργάνωση παραγωγών, να μετέχουν μόνο σε μία ομάδα παραγωγών κατά κατηγορία παραγομένων προϊόντων. Από τα παραπάνω συνάγεται περαιτέρω ότι το νομικό πρόσωπο του συνεταιρισμού είναι διαφορετικό εκείνου της ομάδας παραγωγών στην οποία συμμετέχουν τα μέλη του (όλα ή μερικά από αυτά). Διαφορετικά επίσης νομικά πρόσωπα είναι η ΟΠ και ο συνεταιρισμός, έστω και αν ο τελευταίος αυτός έχει συσταθεί ως κλαδικός, με την έννοια ότι μέλη αυτού, κατά το καταστατικό του είναι μόνο οι παραγωγοί ορισμένου προϊόντος από εκείνα που υπάγονται στον κλάδο των οπωροκηπευτικών και έχει αναγνωρισθεί ως ΟΠ, ανεξαρτήτως του ότι στην περίπτωση αυτή τα όργανα διοίκησης του συνεταιρισμού και της ομάδας παραγωγών ταυτίζονται, αφού κάθε ένα από αυτά είναι χωριστό υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διότι έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Επομένως ικανό να είναι διάδικος και νομιμοποιούμενο ενεργητικώς να απαιτήσει αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ ή χρηματική ικανοποίηση κατά το άρθρο 932 ΑΚ, όταν συνεπεία αδικοπραξίας τρίτου μειώνεται το κύρος, η πίστη και το μέλλον των νομικών προσώπων, είναι εκείνο το νομικό πρόσωπο που ζημιώνεται ή υφίσταται την περιουσιακή ζημία ή την ηθική βλάβη - ΟΠ ή συνεταιρισμός - (πρβλ. ΕφΠατ 1005/2003 ΑχΝομ 2004. 10). Τη διακριτότητα της ομάδας παραγωγών και συνεταιρισμού θέσπισε και ο μεταγενέστερος της επίδικης διαφοράς νόμος 4015/2011 περιγράφοντάς τους στο άρθρο 1 ως ξεχωριστές μορφής συλλογικής αγροτικής οργάνωσης. Μάλιστα με βάση και το νομοθέτημα αυτό η Ομάδα Παραγωγών «είναι κάθε ένωση που συγκροτούν παραγωγοί αγροτικών προϊόντων, η οποία έχει νομική οντότητα ή αποτελεί σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας, όπως για παράδειγμα ΑΣ ή μέρος ΑΣ με αντικείμενο δραστηριότητας ένα συγκεκριμένο προϊόν ή μια ομάδα ομοειδών προϊόντων και ανταποκρίνεται στις σχετικές διατάξεις του εθνικού και κοινοτικού δικαίου». Ως ξέχωρη νομική οντότητα ή σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας η ομάδα παραγωγών, υπάγεται (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου) σε διαδικασία αναγνώρισης, οι δε σχέσεις μεταξύ των μελών που συγκροτούν μία ΟΠ, όπως και οι σχέσεις της ΟΠ με τρίτους ρυθμίζονται από το καταστατικό της.

Επιπλέον καταχωρίζεται σε Μητρώο και έχει δικά της όργανα, αναλόγως προς τα ισχύοντα και για τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς. Η ανωτέρω νομοτυπική διαμόρφωση της Ομάδας Παραγωγών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ακόμη και με το νέο δίκαιο η ομάδα παραγωγών είναι υποκείμενο ίδιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και έχει ικανότητα δικαστικής παράστασης έστω και ως ένωση προσώπων που δεν έχει νομική προσωπικότητα (άρθρο 62, εδ. β΄ ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση αγωγή ως ενάγων φέρεται ο «Αγροτικός Συνεταιρισμός Δένδρων Τ.** - Ομάδα παραγωγών» αυτού με τον διακριτικό τίτλο «Α.**» και ιστορείται στην αγωγή ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2008 έως 14.8.2008 παρεδόθησαν στα ψυγεία της πρώτης εναγόμενης για συντήρηση 256.836 κιλά αχλάδια (κρυστάλια), τα οποία από πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της (λοιπών εναγομένων) αλλοιώθηκαν, ώστε να πωληθούν σε ιδιαιτέρως χαμηλές τιμές, είτε να μην καταστεί καν δυνατή η πώληση, με αποτέλεσμα την επέλευση περιουσιακής ζημίας ύψους 351.618,54 € και την προσβολή της φήμης και της αξιοπιστίας του νομικού προσώπου και την εντεύθεν θεμελίωση αξίωσης για ηθική βλάβη ύψους 800.000 €. Η υπό κρίση αγωγή εμφανίζει ασάφεια ήδη ως προς το ζήτημα του ποιό είναι πράγματι το πρόσωπο που εμφανίζεται ως δικαιούχος της επίδικης αξίωσης. Η (αυτό)παρουσίαση του ενάγοντος ως «Αγροτικός Συνεταιρισμός Δένδρων Τ.**-Ομάδα παραγωγών» αυτού με τον διακριτικό τίτλο «Α.**» προσανατολίζει στο ότι ενάγων είναι η ομάδα παραγωγών με τον διακριτικό τίτλο «Α.**» (η οποία βέβαια δημιουργήθηκε στα πλαίσια του Αγροτικού Συνεταιρισμού Τ.**, όπως εμφαίνεται στην επωνυμία της αλλά κατά νόμο – όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη- είναι διάφορη αυτού και έχει ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις). Στο ιστορικό της αγωγής αλλά και στις προτάσεις δεν διευκρινίζεται, όμως, εάν όντως υπάρχει ομάδα παραγωγών, εάν δηλαδή έχει συσταθεί με νόμιμο τρόπο και αν τα δικά της όργανα (που κατά νόμο είναι διάφορα του συνεταιρισμού) συμβλήθηκαν κατά τη σύμβαση που υπογράφτηκε με την πρώτη εναγόμενη. Αντίθετα, μολονότι η ύπαρξη της ομάδας παραγωγών εμφανίζεται δεδομένη (χωρίς όμως κατά τα ανωτέρω να περιγράφεται νόμιμος τρόπος σύστασης και λειτουργίας της) η ενεργητική της νομιμοποίηση ως υποκειμένου της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου είναι αμφίβολη, καθώς ο συνεταιρισμός φέρεται να διεκδικεί και αυτός τη νομιμοποίηση χωρίς και πάλι να προκύπτει εάν τη διεκδικεί ως κατά κανόνα νομιμοποίηση (εάν δηλαδή ο συνεταιρισμός ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος της ουσιαστικής αξίωσης, αυτός δηλαδή που συμβλήθηκε δια των δικών του οργάνων και για δικό του λογαριασμό με την εναγόμενη και υπέστη στη συνέχεια την αδικοπραξία) ή κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση. Ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή ότι τα όργανα του συνεταιρισμού συμβλήθηκαν για λογαριασμό του τελευταίου, ο οποίος είναι και ο φορέας των αξιώσεων από τυχόν πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων επιμέλειας της αντισυμβαλλομένης του, κάτι που εάν συνέβαινε η αναφορά στην ομάδα παραγωγών θα στερούνταν νοήματος, καθώς η ομάδα παραγωγών είναι διάφορη του συνεταιρισμού (συνεπώς δεν διαλαμβάνεται με σαφήνεια στην αγωγή πραγματικό κατά κανόνα νομιμοποίησης, ούτε του συνεταιρισμού).

Περαιτέρω δεν διαλαμβάνεται ούτε νόμιμη περίπτωση κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης του συνεταιρισμού, δηλαδή περίπτωση κατά την οποία ο συνεταιρισμός χωρίς να είναι φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης έχει από το νόμο εξουσία διεξαγωγής της δίκης (βλ. για την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση Νίκα, Πολιτική Δικονομία Ι 2003 § 23 αρ. 5, τον ίδιο, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ άρθρο 68 αρ. 4). Κάτι τέτοιο βέβαια προσπαθεί ο ενάγων να περιγράψει – ισχυριστεί στην προσθήκη μετά τη συζήτηση (σε απάντηση του ισχυρισμού των εναγομένων) ότι δηλαδή εν τέλει ο συνεταιρισμός έχει εξουσία να διεξάγει τη δίκη: α) σύμφωνα με το άρθρο 669 ΑΚ, για λογαριασμό των μελών του χωρίς να διευκρινίζεται εάν ως τέτοια νοούνται οι αγρότες ή η ομάδα παραγωγών, η οποία «ανήκει» στο συνεταιρισμό, β) κατ’ άρθρο 72 ΚΠολΔ ως πλαγιαστικώς, δηλαδή, ενάγων. Οι διατάξεις όμως αυτές δεν μπορούν να βρουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθώς αφενός το άρθρο 669 αφορά αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων και εργοδοτών, αφετέρου η πλαγιαστική αγωγή προϋποθέτει αξίωση του συνεταιρισμού κατά οφειλέτη (δεν διευκρινίζεται ποιος είναι αυτός), ο οποίος με τη σειρά του έχει αξίωση κατά των εναγομένων, την οποία επειδή αδρανεί να ασκήσει, αναλαμβάνει πλέον να ασκήσει ο ενάγων ως μη δικαιούχος διάδικος (βλ. Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 72). Η απρόσφορη αυτή καταφυγή σε απόπειρα θεμελίωσης (κατ’ εκτίμηση έστω του δικογράφου) περίπτωσης κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης του συνεταιρισμού (η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προβλέπεται σε συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις από τον ίδιο το νόμο) όχι μόνο δεν ήρε την ασάφεια ως προς την κατά κανόνα νομιμοποίηση, αλλά την επέτεινε. Αναπόδραστη συνέπεια της ανωτέρω ασαφούς, ανεπαρκούς και αντιφατικής έκθεσης των πραγματικών περιστατικών είναι η απόρριψη της αγωγής λόγω της αοριστίας ώστε κατά τη νέα άσκησή της να εκτεθούν με σαφήνεια τα στοιχεία που κατά τα ανωτέρω περιγράφησαν ανεπαρκώς, ώστε να διαλαμβάνεται στην αγωγή τουλάχιστον: α) εάν η ομάδα παραγωγών με τον διακριτικό τίτλο «Α.**» είναι υπαρκτή νομική οντότητα, εάν δηλαδή έχει συσταθεί με νόμιμο τρόπο, β) αν τα δικά της όργανα συμβλήθηκαν κατά τη σύμβαση που υπογράφτηκε με την πρώτη εναγόμενη και αν αυτή είναι ο φορέας των αξιώσεων από τυχόν πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων επιμέλειας της αντισυμβαλλομένης - πρώτης εναγόμενης. Σημειώνεται ότι η ομάδα παραγωγών νομιμοποιείται ενεργητικά ακόμη και αν δεν συμβλήθηκε η ίδια αλλά ο συνεταιρισμός, αλλά για δικό της λογαριασμό – ως αντιπρόσωπός της (πρβλ. ΑΠ 351/1979 ΝοΒ 1979. 1427, Νίκα, ό.π. § 23 αρ. 3), γ) εάν αντίθετα ο συνεταιρισμός είναι ο ενεργητικά νομιμοποιούμενος, σε ποια περιστατικά βασίζεται η νομιμοποίησή του (στην ανυπαρξία εν τέλει ομάδας παραγωγών και ύπαρξη μόνο συνεταιρισμού ή σε κάποιο άλλο νόμιμο λόγο). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αγωγή και να καταδικαστεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, λόγω της ήττας του (η απόρριψη λόγω απαραδέκτου θεωρείται ήττα βλ. Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα – Ορφανίδου, άρθρο 176 αρ. 1) κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Η εξέταση της ανταγωγής που οι εναγόμενοι άσκησαν με τις προτάσεις παρέλκει, διότι αυτή ασκήθηκε «για την περίπτωση που κριθεί ότι ενεργητικά νομιμοποιείται με την υπό κρίση αγωγή η ομάδα παραγωγών «Α.** του συνεταιρισμού δένδρων Τ.**», γεγονός που δεν έλαβε χώρα, λόγω της απόρριψης της αγωγής λόγω αοριστίας ως προς τη νομιμοποίηση.

Για τους λόγους αυτούς Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Απορρίπτει την αγωγή. Απέχει από την εξέταση της δια των προτάσεων ασκηθείσας ανταγωγής.

πηγή: dsanet.gr

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.