Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Σύμβαση factoring (Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης: 880/2010)

Περίληψη: Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring). Σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων. Λειτουργία αυτής. Καταγγελία της συμβάσεως πρακτορείας. Τύπος και συνέπειες αυτής. Περιεχόμενο και λειτουργία της συμβάσεως factoring. Διακρίσεις της συμβάσεως αυτής. Ειδικότερα ο εννοιολογικός προσδιορισμός του γνήσιου και μη γνήσιου factoring, όπως και αυτού με ή χωρίς προεξόφληση. Κατάχρηση δικαιώματος. Προϋποθέσεις αυτής. Δικονομία πολιτική. Αναιρετικοί λόγοι. Εννοια "πραγμάτων" κατ΄ αρ. 559 περ. 8 ΚΠολΔ. Σύμβαση υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους. Τύπος αυτής. Κατά κανόνα συνιστά αναιτιώδη σύμβαση. Προϋποθέσεις παραδεκτού του λόγου περί παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου. Αναιρετικοί λόγοι που ελέγχουν την κρίση περί αοριστίας της αγωγής. Στη σύμβαση εκχωρήσεως ο οφειλέτης της απαίτησης μπορεί να προτείνει ένσταση συμψηφισμού κατά του εκδοχέα. Προϋποθέσεις. Σύμβαση εκχωρήσεως μελλοντικών απαιτήσεων. Αναγγελία της εκχωρήσεως. Συνέπειες. Αναγγελία προεκχώρησης. Συνέπειες αυτής. Πραγματογνωμοσύνη. Πότε το δικαστήριο υποχρεούται και πότε δικαιούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 6778/2007 ΕφΑθ).

[...] Με την κρινόμενη 325/11-3-2008 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 39/9-2-2001, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 6778/9-10-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την ... αγωγή της δι` αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ......... ....." και ήδη ".......................... ............" εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Ζ, που αποτέλεσαν αντικείμενο της συνομολογηθείσης, μετ` αυτής συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 3282/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 8290/10-10-2006 και (ii) 8292/10-10-2006 εφέσεις των διαδίκων, η 6778/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ` αυτών κατ` ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ` ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε ότι: "Μεταξύ των αντικειμένων της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας Τράπεζας είναι και η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων. Έτσι η ενάγουσα και η Ζ συνήψαν την με αριθμό 105 από 24-7-2003 γραπτή σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring). Βάσει αυτής, η δεύτερη συμβληθείσα Ζ, που δεν είναι διάδικος, ανέθεσε στην πρώτη, σύμφωνα με τον όρο 2.1 της σύμβασης, κατ` αποκλειστικότητα, έναντι αμοιβής τη διαχείριση, παρακολούθηση και είσπραξη βραχυπρόθεσμων επιχειρηματικών απαιτήσεων της, οι οποίες προκύπτουν από διάθεση εμπορευμάτων ή και παροχή υπηρεσιών και υφίστανται κατά τη σύναψη της σύμβασης ή πρόκειται να γεννηθούν κατά τη διάρκεια αυτής έναντι οφειλετών της. Στις ανωτέρω υπηρεσίες που ανέλαβε η ενάγουσα περιλαμβανόταν και η εκ μέρους της χρηματοδότηση της Ζ, η χορήγηση προκαταβολών έναντι απαιτήσεων της ή με προεξόφληση τέτοιων απαιτήσεων με. δικαίωμα αναγωγής, με ανώτατο όριο χρηματοδότησης, σύμφωνα με την παράγραφο Δ2 της ως άνω σύμβασης το ποσό των 600.000 ευρώ, έτσι όπως τροποποιήθηκε δυνάμει των με αριθμό ... και με αριθμό ... πρόσθετων τροποποιητικών πράξεων. Δυνάμει της ως άνω σύμβασης καθώς και των πρόσθετων τροποποιητικών αυτής πράξεων, η Ζ εκχώρησε με διαδοχικές εκτελεστικές της αρχικής σύμβασης, συμβάσεις στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, και απαιτήσεις της έναντι της εναγομένης εταιρείας, που αφορούν τιμολόγια πώλησης φαρμάκων στην τελευταία, τα οποία φάρμακα και αυτή παρέλαβε. Η εκχωρήτρια Ζανήγγειλε προς την εναγομένη, τη σύμβαση πρακτορείας με την από 29-7-2003 επιστολή της, κατά τις υποδείξεις της ενάγουσας, και την προσκάλεσε να υπογράψει την επιστολή αυτή και να δηλώσει αν συμφωνεί με το περιεχόμενο τους, πράγμα που η εναγομένη έπραξε, υπογράφοντας υπό την επωνυμία με την οποία εμφανίζεται στις συναλλαγές. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή αναγγέλθηκε στην εναγομένη ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της Ζ, μεταβίβασε η δεύτερη με εκχώρηση στην Τράπεζα κάθε υφιστάμενη και μέλλουσα απαίτηση της από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών προς την επιχείρηση της εναγομένης. Επίσης γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη με την ως άνω επιστολή ότι κάθε πληρωμή αναφορικά με τις παραπάνω απαιτήσεις θα γίνεται αποκλειστικά στην ενάγουσα ....... με τους εξής τρόπους: α) με κατάθεση μετρητών στα καταστήματα της ενάγουσας, 2) με έμβασμα προς την ενάγουσα, Διεύθυνση Factoring γ) με επιταγές σε διαταγή της ενάγουσας και αποστολή προς Διεύθυνση Factoring, επισημαίνοντας ιδιαίτερα ότι μόνο η ενάγουσα θα έχει δικαίωμα έκδοσης εξοφλητικής απόδειξης και μόνο η προς αυτήν καταβολή οδηγεί στην εξόφληση των πιο πάνω εκχωρηθεισών απαιτήσεων έναντι της εναγομένης. Με την επιστολή αυτή, που υπογράφηκε ως άνω, η Ζ γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι το υπόλοιπο των ανεξόφλητων τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των 208.178,58 ευρώ, συμφωνά με επισυναπτόμενη κατάσταση και ότι η περίοδος πίστωσης χάριτος ανέρχεται σε 180 ημέρες. Με την αναγγελία αυτή αποκόπηκε κάθε ενοχικός δεσμός της εναγομένης προς την εκχωρήτρια και οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις αποκτήθηκαν από την ενάγουσα πράκτορα - εκδοχέα, που δικαιούται αυτή μόνη να τις εισπράξει. Τα εμπορεύματα τα οποία πώλησε και παρέδωσε η Ζ στην εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-2003 έως και 27-2-2004 εμφαίνονται κατ` είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος, συνολική αξία, ανάλυση ΦΠΑ και τελική αξία στα ακόλουθα έγγραφα.... Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω κατά την αναγγελία της εκχώρησης στις 29-7- 2003, η εναγομένη εταιρεία αναγνώρισε το υπόλοιπο μέχρι την ημέρα εκείνη οφειλόμενο ποσό των διακοσίων οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (208.176,58 ευρώ) από ανεξόφλητα μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο τιμολόγια. Επιπλέον, μετά την ως άνω αναγγελία και την αναγνώριση του οφειλόμενου ποσού και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της ενάγουσας με την δικαιοπάροχό της Ζ, η οποία της εκχώρησε τα ανωτέρω τιμολόγια προς την εναγόμενη εταιρεία, δημιουργήθηκε ανεξόφλητο υπόλοιπο από οφειλόμενο τίμημα εκ συμβάσεων πώλησης, ύψους εξακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα δύο Ευρώ (635.452.00 €), που μαζί με το αναγνωρισμένο κατά την αναγγελία υπόλοιπο, ανερχόταν στο ποσό των οκτακοσίων σαράντα τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι οκτώ Ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (843.628,58 Ε). Έναντι δε της ως άνω συνολικής οφειλής, η εναγόμενη εταιρεία πραγματοποίησε καταβολές, συνολικού ύψους μέχρι και το Μάιο του 2004, οπότε και έγινε η τελευταία καταβολή εκ μέρους της, τριακοσίων πενήντα δύο χιλιάδων είκοσι εννέα Ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (352.029,82 Ε), και ως εκ τούτου το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε ανεξόφλητο ανήλθε στο ύψος των τετρακοσίων ενενήντα μιας χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα οκτώ Ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (491598,76 Ε), το οποίο αφορά τίμημα από συμβάσεις πώλησης με τιμολόγια, τα οποία εκχωρήθηκαν νόμιμα στην ενάγουσα, νομιμοτόκως από την επομένη της παρόδου των εκατόν ογδόντα (180) ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, ως ειδικότερα αναλύεται στην κατωτέρω κατάσταση, προθεσμία που ετέθη στην εναγόμενη εταιρεία ως χρόνος πίστωσης και αυτή απεδέχθη (δήλη ημέρα), και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Η αναλυτική κατάσταση με αναφορά ως προς τον αριθμό του κάθε παραστατικού και την αξία του, ημ/νία έκδοσης και λήξης έχει ως εξής... Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι κατά τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου του έτους 2003 της γνωστοποιήθηκε και από την εκχωρήτρια Ζ, αλλά και από την ενάγουσα ότι καταργήθηκε η υφιστάμενη σύμβαση εκχωρήσεως. Ειδικότερα η από 24-7-2003 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, οι όροι της οποίας γνωστοποιήθηκαν στην εναγομένη, όπως συνομολογεί και η ίδια, είναι εγγραφή και σύμφωνα με τον Δ6 όρο αυτής συμφωνήθηκε να είναι αορίστου διαρκείας, λύνεται δε, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνεται οποτεδήποτε από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων αζημίως με την τήρηση προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, τα δε απορρέοντα από την σύμβαση δικαιώματα και υποχρεώσεις και δη τα σχετιζόμενα με την είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων θα εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι την ολοκληρωτική εκκαθάριση όλων των εκκρεμοτήτων. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αποδεικνύεται ότι έγινε καταγγελία της σύμβασης αυτής και (συνεπώς αυτή εξακολουθεί να υφίσταται. Περαιτέρω η ενάγουσα απέστειλε επιστολές προς την εναγομένη, με τις οποίες γνωστοποιούσε το ύψος της οφειλής της σύμφωνα με τα εκχωρηθέντα σε αυτήν τιμολόγια προς είσπραξη και την οχλούσε για τις επιμέρους καθυστερήσεις στην καταβολή τιμολογίων των οποίων η περίοδος πίστωσης είχε παρέλθει. Προσάγονται δε προς απόδειξη μετ` επικλήσεως από την ενάγουσα οι από 10-5-2004, 28-5-2004, 8-6-2004, 18-6- 2004, 17-9-2004 και 5-10-2004 επιστολές της τελευταίας προς την εναγόμενη, οι οποίες και παρελήφθησαν από αυτήν (βλ. την από 23-6-2004 ημερήσια λίστα και 22-9-2004 εξερχόμενων επιστολών από το ΕΛΤΑ, καθώς και το από 5-10-2004 έγγραφο της ταχυμεταφοράς ..........., με τα οποία πιστοποιείται ότι η εναγομένη παρέλαβε επιστολές από την ενάγουσα). Σύμφωνα δε και με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ... " ...οι συμβάσεις που υπογράφει η Τράπεζα ρητώς αποκλείουν κάθε δυνατότητα προφορικής τροποποίησης τους..." ( βλ. πρακτικά, σ. 90). Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης της λόγω καταργήσεως της ένδικης συμβάσεως με μεταγενέστερη προφορική τροποποιητική συμφωνία και ως εκ τούτου ο πρώτος υπό στοιχ. α` λόγος της από 9-10-2006 έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης κρίνεται απορριπτέος ως κατ` ουσίαν αβάσιμος. Εν προκειμένω από την εναγομένη ζητήθηκε η επίδειξη των εξής εγγράφων: α) των εις χείρας της ενάγουσας ευρισκομένων μηνιαίων αναλυτικών καθολικών καρτελών που επέδειξε στην εναγομένη κατά την συνάντησή τους στις 28-9-2004 και φέρονται ότι είναι αντίγραφα των βιβλίων της τελευταίας β) αναλυτικά αντίγραφα των παραστατικών των πληρωμών που αναφέρονται στην από 5-10-2004 ανάλυση του λογαριασμού οφειλέτη που της απέστειλε η ενάγουσα και τις οποίες (πληρωμές), όπως εκθέτει, δεν πραγματοποίησε η ίδια αλλά η εκχωρήτρια Ζ γ) αντίγραφα των τιμολογίων, που αφορούν τις αγορές της εναγομένης από την Ζ και βρίσκονται εις χείρας της ενάγουσας, δ) αντίγραφα των παραστατικών που πιστοποιούν το πραγματικό ύψος της οφειλής της χρηματοδοτήσεως της Ζ μέσω της συμβάσεως πρακτορείας των επιχειρηματικών απαιτήσεων της Ζ από απαιτήσεις της τελευταίας κατά της εναγομένης. Το υπό κρίση αίτημα προς επίδειξη των ως άνω εγγράφων είναι απορριπτέο για τους εξής λόγους: Σχετικά με τα υπό στοιχεία α` έγγραφα ήτοι "τα αντίγραφα των αναλυτικών καθολικών καρτελών", ελλείπει το έννομο συμφέρον της εναγομένης - αιτούσας, διότι η ίδια συνομολογεί στην αίτηση της ότι έλαβε γνώση αυτών την 28.09.2004, οπότε και της επιδείχθηκαν και άρα η εκ νέου επίδειξη τους καθίσταται άνευ αντικειμένου. Αναφορικά με τα υπό στοιχεία β` έγγραφα προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως της ότι η αιτούσα γνωρίζει το περιεχόμενο τους το οποίο και συνομολογεί. Κατά συνέπεια ελλείπει το έννομο συμφέρον, διότι ως προκύπτει από την ίδια την αίτησή της, αυτή διαθέτει όλα τα στοιχεία που τα αφορούν και ειδικότερα την πληρωμή ενός συγκεκριμένου ποσού σε μία συγκεκριμένη ημέρα και με συγκεκριμένο τρόπο (πιστωτικά τιμολόγια, είσπραξη μετρητών, επιταγές), τα οποία όμως η αιτούσα ήδη γνωρίζει. Πλην αυτού τα υπ` αύξοντ. αριθ. 4, 14, 15 και 16 έγγραφα είναι ενσωματωμένα σε φωτοτυπημένα αντίγραφα στην προσκομιζόμενη από αυτή υπ` αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του ορκωτού λογιστή Φ. Αναφορικά με τα αιτούμενα υπό στοιχ. γ τιμολόγια που αφορούν τις αγορές της αιτούσας από την Ζ και τα οποία έχουν εκχωρηθεί στην ενάγουσα, αυτά έχουν ενσωματωθεί στην κρινόμενη αγωγή και συνεπώς η αιτούσα γνωρίζει το περιεχόμενο τους και συνεπώς ελλείπει το έννομο συμφέρον για την αιτούμενη επίδειξη τους. Όσον αφορά τα υπό στοιχ. δ` έγγραφα το αίτημα περί επιδείξεως τους δεν είναι ορισμένο, γιατί η αιτούσα δεν προσδιορίζει με ακρίβεια ποια είναι τα αιτούμενα έγγραφα από τα οποία πιστοποιείται το πραγματικό ύψος της οφειλής της χρηματοδοτήσεως της Ζ μέσω της συμβάσεως πρακτορείας των επιχειρηματικών απαιτήσεων της Ζ από απαιτήσεις της τελευταίας κατά της εναγομένης. Συνεπώς ο ανωτέρω 5ος λόγος της έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Η εκκαλούσα-εναγομένη με τους 3° και 4° λόγους της έφεσης της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφτηκε με την εκκαλουμένη η παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού. Ειδικότερα, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα στον κοινοποιηθέντα προς αυτή (εναγομένη) λογαριασμό ύψους 491598,75 ευρώ, δεν συμπεριέλαβε σειρά τιμολογίων επιστροφών φαρμάκων και εκπτωτικών των ετών 2003 και 2004, που εξέδωσε η εκχωρήτρια Ζ προς αυτήν και μειώνουν την οφειλή της, συνολικής αξίας 323,083,27 ευρώ. Η εναγομένη ισχυρίζεται επίσης ότι προέβη κατά το έτος 2003 και έτος 2004 σε πωλήσεις φαρμάκων προς την εκχωρήτρια Ζ, βάσει των αναφερόμενων αναλυτικά στις προτάσεις της τιμολογίων, στα οποία περιγράφονται συγκεκριμένα κατά ποσότητα, τιμή και είδος τα πωληθέντα φάρμακα. Ότι το οφειλόμενο ποσό εξ αυτών των τιμολογίων ανέρχεται στο ύψος των 74.994,27 ευρώ, το οποίο προτείνει σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση. Ότι ομοίως η εναγόμενη έχει ανταπαιτήσεις εξ επιταγών επί τη βάσει των οποίων εξεδόθησαν οι υπ` αριθ. ...διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για ποσό 115.000 ευρώ πλέον δικαστικής δαπάνης 3.140 ευρώ και 25.000 ευρώ πλέον δικαστικής δαπάνης 970 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικού ποσού 144.110 ευρώ, το οποίο επίσης προτείνει σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση. Επ` αυτού: Τα κατωτέρω αναφερόμενα υπ` αριθμ. παραστατικού ..., ποσού 5,09, 2.161, 12, 17.529,90, 74,24, 1.555,54 και 441,36 ευρώ αντιστοίχως τιμολόγια επιστροφής φαρμάκων, τα υπ` αριθ. ... εκπτωτικά τιμολόγια ποσού 17.624,70 ευρώ, καθώς και τα υπ` αριθ. ...τιμολόγια - δελτία αποστολής φαρμάκων, ποσού 5.182,08 ευρώ και 289,30 ευρώ αντίστοιχα διαπιστώνεται ότι εκδόθηκαν πριν την αναγγελία της σύμβασης factoring στην εναγομένη. Συνεπώς ο ενοχικός δεσμός μεταξύ της εναγομένης και της εκχωρήτριας ήταν υπαρκτός και ενεργός ακόμα και παραδεκτά μόνο οι αξιώσεις αυτές της εναγομένης έναντι της εκχωρήτριας Ζ, που δημιουργήθηκαν πριν από την αναγγελία της εκχώρησης, που συντελέστηκε στις 27-7-2003 προτείνονται κατ` αρθ. 463, 440 και 442 ΑΚ σε συμψηφισμό με περαιτέρω συνέπεια το οφειλόμενο από την εναγομένη ποσό των 491598,76 να μειώνεται κατά 44883,33 ευρώ, Συνεπώς, η τελική οφειλή της εναγομένης ανέρχεται σε 446715,43 ευρώ .... Όσον αφορά τις αξιώσεις της εναγομένης, τις οποίες αυτή προτείνει προς συμψηφισμό και οι οποίες προέρχονται από επιταγές, ως προς το μέρος αυτό η ένσταση συμψηφισμού κρίνεται απορριπτέα ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρονται τα στοιχεία των επιταγών (εκδότης, λήπτης, πληρώτρια Τράπεζα και ημερομηνία πληρωμής), γιατί η αοριστία της ένστασης δεν θεραπεύεται με την επίκληση εγγράφων, όπως εν προκειμένω των προαναφερθεισών δ/γών πληρωμής, στα οποία αναφέρονται τα ως άνω ελλείποντα ουσιώδη στοιχεία από την ιστορική βάση της ένστασης (αρθ. 262 παρ 1 ΚΠολΔ). Υπό τα ως άνω δε αποδειχθέντα τόσο οι παραπάνω λόγοι έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης, όσο και η έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας, με τον μοναδικό λόγο της οποίας αυτή υποστηρίζει ότι οι ως άνω αξιώσεις της εναγομένης δεν έπρεπε να συμψηφιστούν, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ` ουσίαν. Η εκκαλούσα - εναγομένη με τον 1° λόγο της έφεσης της κατά το β` σκέλος της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφτηκε με την εκκαλουμένη η παραδεκτώς πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της περί καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων αξιώσεων εκ μέρους της ενάγουσας (αρθ.281 ΑΚ), με την οποία αυτή επί λέξει ισχυρίστηκε ότι "η προκειμένη αγωγή ασκείται καθ` ημών καταχρηστικώς και μάλιστα εν γνώσει της αντιδίκου των γενομένων καταβολών προς την δήθεν εκχωρήτρια, καθόλο το διάστημα της φαινόμενης διάρκειας της δήθεν εκχωρήσεως." Επ` αυτού: Τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα παραπάνω περιστατικά δεν αρκούν για την ορισμένη θεμελίωση της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, γιατί δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να συνάπτονται με τον επίμαχο ισχυρισμό και τα οποία να είναι δημιουργικά καταστάσεως στο έκτοτε χρονικό διάστημα, η ανατροπή της οποίας να συνεπάγεται συγκεκριμένες ιδιαιτέρως επαχθείς επιπτώσεις για την εκκαλούσα. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την εν λόγω ένσταση της εκκαλούσας, ως αόριστη και πρέπει ν` απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο υπό στοιχ. 1β` λόγος της έφεσης της. Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τις ενστάσεις της εναγομένης και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 446.715,43 ευρώ νομιμοτόκως ως εξής ήτοι:..." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα με στοιχ. (ii) εκκαλούσα (εναγομένη) και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ` αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι` αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι) Κύριο δικόγραφο και δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου. Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δι` αυτών ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές. Ομοίως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού απαραδέκτου, αορίστου ή μη νόμιμου, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως και όταν λήφθηκε υπό και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων - Factoring είναι, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1905/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. ..., μια σύμβαση μεταξύ ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, που είναι είτε τράπεζα, είτε ανώνυμη εταιρία, και μιας επιχείρησης - εμπορικής εταιρίας ή και φυσικού προσώπου, που ασχολείται κατ` επάγγελμα με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Περιεχόμενο της σύμβασης είναι ότι η εταιρία factoring (εφεξής πράκτορες ή factor) αναλαμβάνει να παρέχει στην επιχείρηση του πελάτη της (εφεξής προμηθευτής), για το διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την προεξόφληση, τη λογιστική και νομική παρακολούθηση, καθώς και την είσπραξη των χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών της (εφεξής οφειλέτες). Πρόκειται για νέο χρηματοδοτικό μηχανισμό με τον οποίο επιδιώκεται σκοπός χρηματοδοτικός ή διαχειριστικός ή ασφαλιστικός (εγγυητικός), σωρευτικά ή διαζευκτικά, με αντίστοιχες λειτουργίες. Κατά ρητή δε πρόβλεψη του νόμου (άρθρο 1 § 1 του ν. 1905/1990), η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως και το έγγραφο αποτελεί συστατικό τύπο, ενώ η έλλειψη του συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης. Η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή είναι μία "σύμβαση πλαίσιο", με την οποία καθορίζονται οι όροι συνεργασίας των μερών, όπως το είδος του factoring (γνήσιο ή μη γνήσιο, εμφανές ή αφανές), το ανώτατο ποσό (πλαφόν) μέχρι το οποίο δέχεται ο πράκτορας να χρηματοδοτήσει τον προμηθευτή, η αμοιβή και οι προμήθειες του πράκτορα, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η εκχώρηση των απαιτήσεων. Η λειτουργία της σύμβασης αυτής επιτελείται με τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα και τις πιστώσεις από τον τελευταίο του λογαριασμού του πρώτου με τα αντίστοιχα ποσά, αμέσως μετά την εκχώρηση ή μετά την είσπραξη των απαιτήσεων, ανάλογα με το είδος του factoring, που έχει συμφωνηθεί. Δεδομένου του διαρκούς χαρακτήρα της ενοχής που δημιουργείται με τη σύμβαση factoring, της συνεχούς εκχωρήσεως απαιτήσεων του προμηθευτή στον πράκτορα και της αντίστοιχης πίστωσης του προμηθευτή με τα ποσά που εισπράττονται ή πρόκειται να εισπραχθούν (ανάλογα με το συμφωνηθέν είδος factoring), μείον αμοιβές, προμήθειες, προεξοφλητικούς τόκους, η εξυπηρέτηση της σύμβασης factoring, γίνεται συνήθως με την τήρηση από τον πράκτορα ενός ανοικτού λογαριασμού στο όνομα του προμηθευτή. Περαιτέρω, η σύμβαση factoring, ως συμβατικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε από την πράξη, εμφανίζεται στις συναλλαγές με διάφορες μορφές, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι: α) γνήσιο και μη γνήσιο factoring, β) εμφανές και αφανές, γ) factoring με ή χωρίς προεξόφληση και δ) εσωτερικό και διεθνές factoring. Ειδικότερα γνήσιο χαρακτηρίζεται το factoring, όταν ο πράκτορας αγοράζει το σύνολο των υπαρχουσών και μελλουσών απαιτήσεων του προμηθευτή κατά των πελατών του και αναλαμβάνει συγχρόνως τον κίνδυνο μη πληρωμής τους λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών, ενώ για μη γνήσιο factoring γίνεται λόγος, όταν τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη δεν αναλαμβάνει ο πράκτορας, αλλά τον διατηρεί ο προμηθευτής. Εξάλλου, η διάκριση του factoring με ή χωρίς προεξόφληση έχει ως κριτήριο το χρόνο εξόφλησης των απαιτήσεων από τον πράκτορα προς τον προμηθευτή. Αν ο πράκτορας εξοφλεί τις απαιτήσεις (πιστώνει με το ποσό τους το λογαριασμό του προμηθευτή), κατά το χρόνο που γίνονται αυτές ληξιπρόθεσμες, δεν υπάρχει προεξόφληση. Αντίθετα, αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται αμέσως μετά την εκχώρηση, δηλαδή τη χορήγηση στον πράκτορα αντιγράφων των τιμολογίων ή καταστάσεων με τις εκχωρούμενες αξιώσεις, τότε πρόκειται για σύμβαση factoring με προεξόφληση. Η ήδη αναιρεσείουσα υποστήριξε πρωτοδίκως ως εναγομένη και σε δεύτερο βαθμό ως εκκαλούσα ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ της Ζ και της αναιρεσίβλητης, σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων αναδρομικώς καταργήθηκε από της καταρτίσεώς της και παρεπομένως και η εκχώρηση, με ανενεργή την προς τούτο αναγγελία της, προβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό της ελλείψεως παθητικής της ιδίας και στην πραγματικότητα ενεργητικής της αναιρεσίβλητης νομιμοποιήσεως. Προς επιβεβαίωσης του ισχυρισμού της αυτού από ουσιαστική άποψη, ο οποίος απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, προέβαλε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "1. Η Τράπεζα - πράκτωρ παρ` ότι όφειλε να προβαίνει σε διασταυρώσεις στοιχείων από το λογιστήριό της, ουδένα έλεγχο ουδέ μια διασταύρωση αλλά ούτε και τηλέφωνο έκανε. Την διασταύρωση όμως την είχε ανάγκη δι ο και ευρέθησαν εις χείρας της πλαστές καρτέλλες των συναλλαγών της με την Ζ. 2. Τα τιμολόγια που της απέστειλε η Ζ δεν είχαν την σφραγίδα που πιστοποιούσε την εκχώρησή τους, ενώ τα εις την αγωγή της τράπεζας ενσωματωμένα την φέρουν. Επομένως σκοπίμως εξαιρούνται της σφραγίσεως τα προς αυτήν αποστελλόμενα πρωτότυπα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ενημέρωση και επιβεβαίωση της διακοπής της σχέσεως και καταργήσεως της εκχωρήσεως, σημαίνει ότι γίνεται επί σκοπώ παραπλανήσεώς της. Η παραπλάνησή της μπορούσε να συνεχίζεται εφ` όσον εξασφαλίζετο η μη διενέργεια ελέγχου. Κάτι τέτοιο όμως μόνο η Τράπεζα ηδύνατο να εξασφαλίσει. 3. Η Ζ εξέδιξε δια την εκκαθάρισιν του τιμήματος των πωλήσεων πιστωτικά τιμολόγια. Αυτά απεστέλλοντο κανονικά και εγίνοντο μετά την εκκαθάριση οι πληρωμές. Όλα αυτά τα πιστωτικά τιμολόγια δεν κατεχωρήθησαν στον λογαριασμό της Τράπεζας πλην δύο. 4. Δεν της απεστάλη ποτέ μηνιαία ενημέρωση για το υφιστάμενο χρεωστικό της υπόλοιπο παρά την αντίθετη (πλην αναληθή) κατάθεση επ` ακροατηρίω του κου ..., πράγμα που σημαίνει ότι ουδείς ενδιαφέρετο να εισπράξει από εκείνη. 5. Η έλλειψη δικαιολογητικών διασταυρώσεως οδήγησε στην χρήση πλαστών αναλυτικών καθολικών καρτελλών των οποίων διεπιστώθη η ύπαρξη. 6. Η Τράπεζα εδήλωσε ψευδώς ότι δεν κατέχει τα πλαστά αναλυτικά καθολικά ενώ ως απεδείχθη όχι μόνο τα κατείχε αλλά και τα χρησιμοποίησε. 7. Παρά το γεγονός ότι το προοδευτικό υπόλοιπο της οφειλής της διωγκούτο, δεν υπήρχε ενδιαφέρον οχλήσεώς της και δεν εγένετο όχλησή της, ως εάν η πληρωμή να ανεμένετο από αλλού. 8. Οι πληρωμές που εμφάνισε η Τράπεζα ως δικές της αρχίζουν από Φεβρουάριο 2004 μέχρι και τέλος Απριλίου 2004, και δεν γίνονται από την ιδία, όπως αποδεικνύεται απ` τα βιβλία της και την ένορκη εξέταση του Φ. 9. Η άρνηση της Τραπέζης να επιδείξει τα αντίθετα έγγραφα, και μάλιστα τα παραστατικά πληρωμών καθιστά προφανή την αιτία αποκρύψεως. 10. Βασική προϋπόθεσις του factoring είναι ότι ο εκχωρούμενος οφειλέτης πληρώνει ανελλιπώς τον πράκτορα. Ενταύθα η προϋπόθεση αυτή αγνοείται, παρ` ότι προβλέπεται στην αναγγελία, ενώ οι πληρωμές έρχονται από αλλού. 11. Ο εξετασθείς μάρτυς της Τράπεζας παρά την πρόβλεψη αυτή, κατέθεσε συστηματικά άγνοια για τις πληρωμές, κι ότι δεν υπήρχε ενδιαφέρον για το ποιος τις έκανε. 12. Οι επιστολές που ισχυρίζεται ότι έστειλε η Τράπεζα δεν ελήφθησαν, πλην των δύο τελευταίων". Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, προφανές είναι ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα και επομένως η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου κατά σειρά λόγου πλημμέλεια της μη λήψεώς τους (υπόψη) από το δικαστήριο της ουσίας δεν στοιχειοθετεί τον προτεινόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ και ελεγχόμενο ως αβάσιμο λόγο αναιρέσεως, για την ίδρυση του οποίου απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, αυτοτελής ισχυρισμός κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, στην οποία δεν εμπίπτουν τα πραγματικά επιχειρήματα. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη, η προβαλλόμενη κατά τρόπο γενικό και αόριστο με το πρώτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, με την έννοια της λήψεως υπόψη ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, που δεν προτάθηκαν, οι οποίοι παραλείπονται παντελώς να προσδιορισθούν, εναντιούμενης στην πραγματικότητα της αναιρεσείουσας κατά τούτο ανεπιτρέπτως στην αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του υπάρχοντος στην διάθεσή του αποδεικτικού υλικού και περί πραγμάτων κρίση του. Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη η προτεινόμενη με το τρίτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου και το δεύτερο σκέλος του πέμπτου και τελευταίου κατά σειρά λόγου και τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Φ και στην πραγματικότητα της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας ... ένορκης βεβαιώσεως του, ως και την ... ενώπιον της συμβ/φου Πειραιώς Αγγελική Τσαλπαθώρου - Βραχνού ένορκη βεβαίωση του ... οι οποίες συνδέονται κυρίως με τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό της ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης. Και τούτο για τον λόγο ότι από την ρητή αναφορά στις αιτιολογίες της αποφάσεως ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ` αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα. ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική όταν, η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση, δεν δικαιολογεί και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει εις αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα συναίσθημα αδικίας. Κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την έννοια της λέξεως "πράγμα" του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Η αναιρεσείουσα προέβαλε επιπρόσθετα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, με θεμελίωσή της στα αυτά πραγματικά που επικαλέσθηκε για τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ αυτής και της Ζ σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων αναδρομικώς καταργήθηκε από της καταρτίσεώς της και παρεπομένως και η εκχώρηση, διαλαμβάνοντας ότι κατέβαλε έκτοτε στην εκχωρήτρια Ζ. Η εν λόγω ένσταση και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη και κατ` ορθή νομική αξιολόγηση ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε "η προκειμένη αγωγή ασκείται καθ` ημών καταχρηστικώς και μάλιστα εν γνώσει της αντιδίκου των γενομένων καταβολών προς την δήθεν εκχωρήτρια καθόλο το διάστημα της φαινόμενης διάρκειας της δήθεν εκχωρήσεως. Τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για την ορισμένη θεμελίωση της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, γιατί δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να συνάπτονται με τον επίμαχο ισχυρισμό και τα οποία είναι δημιουργικά καταστάσεως στο έκτοτε χρονικό διάστημα, η ανατροπή της οποίας να συνεπάγεται συγκεκριμένες ιδιαιτέρως επαχθείς επιπτώσεις για την εκκαλούσα". Με το έκτο σκέλος του τέταρτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι` αυτής αποφάσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι κατά τον έλεγχο της βασιμότητας και του αντίστοιχου λόγου εφέσεως (i) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (αναδρομική κατάργηση της συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και εκχωρήσεως) και (ii) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (καταβολές προς την εκχωρήτρια). Με βάση τη νομική παραδοχή ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως απαιτείται ο αυτοτελής ισχυρισμός να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλυσιτελώς διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφόσον τα θεμελιωτικά της εν λόγω ενστάσεως και λόγου εφέσεως πραγματικά περιστατικά αξιολογήθηκαν ως αβάσιμα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες και ανεπιτυχώς πληττόμενες αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τις οποίες απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμος ο ερειδόμενος στα αυτά πραγματικά περιστατικά ισχυρισμός της περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης. ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των εγγράφων, τα οποία αφορούν την εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή αναγνώριση γίνεται εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνωρίσεως, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (ΑΚ 361). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελώς αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (ΑΚ 260) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β`, 437, 156). Αν όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφο τύπος (ΑΚ 873 361). Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνεται "Η εκχωρήτρια Ζ ανήγγειλε προς την εναγομένη, τη σύμβαση πρακτορείας με την από 24-7-2003 επιστολή της, κατά τις υποδείξεις της ενάγουσας, και την προσκάλεσε να υπογράψει την επιστολή αυτή και να δηλώσει αν συμφωνεί με το περιεχόμενό τους, πράγμα που η εναγόμενη έπραξε υπογράφοντας υπό την επωνυμία με την οποία εμφανίζεται στις συναλλαγές. Με την επιστολή αυτή, που υπογράφηκε ως άνω, ηΖγνωστοποίησε στην εναγομένη ότι το υπόλοιπο των ανεξόφλητων λογαριασμών ανέρχεται στο ποσό των 208.178,58 ευρώ, σύμφωνα με επισυναπτόμενη κατάσταση και ότι η περίοδος πίστωσης χάριτος ανέρχεται σε 180 ημέρες", με καταληκτικό αυτής συμπέρασμα "Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, η εναγόμενη εταιρεία αναγνώρισε το υπόλοιπο μέχρι την ημερομηνία εκείνη οφειλόμενο ποσό των διακοσίων οκτώ χιλιάδων εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (208.176,58 ευρώ) από ανεξόφλητα μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο τιμολόγια". Με το πέμπτο σκέλος του τέταρτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι` αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της περί αναγνωρίσεως χρέους παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της αναγγελίας. Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για διαγνωστικό σφάλμα, με την έννοια της λανθασμένης αναγνώσεως του κειμένου της εν λόγω επιστολής, το κείμενο της οποίας αυτούσιο κατά τούτο παρατίθεται στις αιτολογίες της αποφάσεως, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου αυτής για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που εθωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με βάση τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αιτιολογίες της, κατ` ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 462, 873 ΑΚ δέχθηκε αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του οφειλόμενου προς την εκχωρήτρια Ζ μέχρι την αναγγελία χρηματικού ποσού των 208.176,58 ευρώ, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με το τέταρτο σκέλος του τέταρτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να αξιολογείται ως αβάσιμη. IV. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ. 1, 262 παρ. 1) που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 448, 463 παρ. 2 ΑΚ παρέχεται η δυνατότητα προτάσεως από τον οφειλέτη κατά του εκδοχέα σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεώς του που στρέφεται κατά του εκχωρητή, κατ` εξαίρεση της αρχής της αμοιβαιότητας των απαιτήσεων (ο οφειλέτης καθεμιάς απαιτήσεως είναι συγχρόνως και δανειστής της άλλης ΑΚ 440) και εκείνης της σχετικότητας, εφόσον ο εκδοχέας δεν συμμετέχει στην έννομη σχέση εκχωρητή - οφειλέτη. Βασική νομοθετική σκέψη είναι η προστασία του οφειλέτη, η θέση του οποίου δεν πρέπει να χειροτερεύσει μετά την εκχώρηση, στην οποία μάλιστα αυτός δεν μετέχει (ΑΚ 455). Κατά τους ορισμούς και την έννοια των εν λόγω διατάξεων (α) η ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του εκχωρητή πρέπει να έχει γεννηθεί κατά την εκχώρηση (εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από το άρθρο 448 ΑΚ). Επί πρωτότυπης κτήσεως αρκεί κατά τον χρόνο της αναγγελίας να υπήρχε ο νομικός λόγος, η νομική βάση, από την οποία προέρχεται η ανταπαίτηση, έστω και αν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την πραγματοποίησή της, επήλθαν μεταγενέστερα. Αντίθετα, αν ο οφειλέτης αποκτά την ανταπαίτηση με παράγωγο τρόπο πρέπει να έχει γεννηθεί πριν από την αναγγελία της εκχωρήσεως και (β) η πριν από την αναγγελία γεννηθείσα ανταπαίτηση του οφειλέτη κατά του εκχωρητή πρέπει να γίνει ληξιπρόθεσμη είτε ήδη κατά την αναγγελία (ΑΚ 448), είτε με την αναγγελία, το αργότερο όμως ταυτόχρονα με την εκχωρηθείσα κύρια απαίτηση (ΑΚ 463 παρ. 2). Άμεσα εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές και στις λεγόμενες μελλοντικές απαιτήσεις υπό ευρεία έννοια ή περιορισμένα, των οποίων η νομική βάση υπάρχει κατά τον χρόνο εκχωρήσεως, αλλά τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη γέννησή της επέρχονται μεταγενέστερα. Αντικείμενο όμως εκχωρήσεως μπορούν όμως να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις υπό στενή έννοια ή πλήρως μελλοντικές απαιτήσεις, των οποίων ούτε ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την εκχώρηση, όπως τούτο συμβαίνει επί συμβάσεως πρακτορείας επιχειρήσεων μελλοντικών ανταπαιτήσεων. Κατά την ακολουθούμενη ως ορθότερη άποψη στην περίπτωση αυτή η αναγγελία της εκχωρήσεως πρέπει να εξισωθεί με την αναγγελία της προεκχωρήσεως. Και στις δύο περιπτώσεις η εμπιστοσύνη του οφειλέτη στη δυνατότητα συμψηφισμού έναντι του εκχωρητή είναι, ανεξάρτητα από τον χρόνο ενεργοποιήσεώς της εκχωρήσεως, δικαιολογημένη μόνον όταν αυτός αποκτά την ανταπαίτησή του πριν από την αναγγελία της προεκχωρήσεως αν ο οφειλέτης γνωρίζει την προεκχώρηση, όταν θεμελιώνει την ανταπαίτησή του, δεν μπορεί να προσδοκά την απόσβεση της εκχωρηθείσης απαιτήσεως διά συμψηφισμού με την ανταπαίτησή του. Όποιος γνωρίζει την προεκχώρηση γνωρίζει και την εξέλιξή της, ότι δηλαδή η απαίτηση με τη γέννησή της θα μεταβιβασθεί στον εκδοχέα. Γνωρίζει επομένως ότι, όταν γίνει θεωρητικά δυνατός ο συμψηφισμός κατά της απαιτήσεως αυτής, θα έχει ήδη εκλείψει η αμοιβαιότητα. Η υιοθέτηση της αντίθετης απόψεως, με την οποία υποστηρίζεται ότι δεν πρέπει να εξισωθεί η αναγγελία της προεκχωρήσεως με την αναγγελία της εκχωρήσεως, με την αιτιολογία ότι ο εκδοχέας αποκτά την κύρια απαίτηση κατά τη γέννησή της "επιβαρυμένη" με τυχόν ήδη θεμελιωμένες ανταπαιτήσεις του οφειλέτη, παρέχει την δυνατότητα στον οφειλέτη να θεμελιώνει κακόπιστα ανταπαιτήσεις κατά του εκχωρητή προκειμένου να τις συμψηφίσει κατά του εκδοχέα, καταστάσεις στην αποτροπή των οποίων ακριβώς αποσκοπεί η ρύθμιση του άρθρου 448 ΑΚ. Επομένως και στην προεκχώρηση ο οφειλέτης μπορεί να συμψηφίσει μόνο με ανταπαιτήσεις, που γεννήθηκαν πριν από την αναγγελία. Η ήδη αναιρεσείουσα προέτεινε ως εναγομένη προς συμψηφισμό ανταπαίτησή της κατά της εκχωρήτριας Ζ, για την οποία εκδόθηκαν οι 6355/2004 και 7341/2004 διαταγές πληρωμές του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με συνολικό επιτασσόμενο δι` αυτών προς πληρωμής συνολικό ποσό 144.110,00 ευρώ. Η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη κατά τον έλεγχο της βασιμότητας του αντίστοιχου λόγου εφέσεως ως αόριστη, εφόσον δεν προσδιορίζεται ο χρόνος γεννήσεως της κατά της εκχωρήτριας αξιώσεως της αναιρεσείουσας, για την οποία εκδόθηκαν οι εν λόγω διαταγές πληρωμής, αναγκαίο στοιχείο προκειμένου να διακριβωθεί αν γεννήθηκε πριν από τον χρόνο αναγγελίας της προεκχωρήσεως, προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για το επιτρεπτό της ενστάσεως συμψηφισμού. Ανεπιτρέπτως το πρώτον με την έφεση (ΚΠολΔ 527, 269 παρ. 2) και αλυσιτελώς ως εφεσίβλητη, εφόσον η με στοιχ. (i) έφεση της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, διαλαμβάνει ότι η έκδοση των εν λόγω διαταγών πληρωμής στηρίχθηκε στις αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, που εκδόθηκαν από την εκχωρήτρια Ζ στις 18-9-2004, 22-9-2004, 25-9-2004, 27-10-2004, χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της αναγγελίας της εκχωρήσεως. Επομένως οι προβαλλόμενες κατά επικουρική σειρά με τον τρίτο λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 462, 463 ΑΚ και της μη λήψεως ισχυρισμών που δικαιολογούσαν τη νομική επάρκεια της ενστάσεως συμψηφισμού, ελέγχονται ως αβάσιμες. Η αναιρεσείουσα υποστήριξε παράλληλα (α) ότι η εκχωρηθείσα απαίτηση περιορίσθηκε κατά το ποσό των 362.495,22 ευρώ, που καλύπτει επιστροφές εμπορευμάτων και εκπτώσεις επί του οφειλομένου τιμήματος, αιτία για την οποία εκδόθηκαν τα αναφερόμενα πιστωτικά τιμολόγια με σημειούμενο χρόνο εκδόσεώς τους κατά το από 27-5-2003 έως 30-7-2004 χρονικό διάστημα, ποσό κατά το οποίο επικουρικώς προέβαλε ένσταση συμψηφισμού, ως και για εκείνο (β) των 20.170,56 ευρώ, που αφορά πωλήσεις εμπορευμάτων από την αναιρεσείουσα προς την εκχωρήτρια Ζ με αναφορά σε τιμολόγια εκδόσεως κατά το από 4-6-2003 έως 24-12-2003 χρονικό διάστημα. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ` ορθή εφαρμογή των άρθρων 462,463 ΚΠολΔ έγιναν δεκτές και ως κατ` ουσίαν βάσιμες οι εν λόγω και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζόμενες ενστάσεις κατά το τμήμα αυτών που αναφέρονται στο πριν από την αναγγελία της προεκχωρήσεως χρονικό διάστημα, απορρίφθηκαν δε κατά τα λοιπά ως μη νόμιμες, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι κατ` εκείνο τον χρόνο ήταν υπαρκτός και ενεργός ακόμα ο ενοχικός δεσμός μετά της αναιρεσείουσας και της εκχωρήτριας Ζ. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή συνάδει παράλληλα και προς τις κατά την έννοια των άρθρων 200, 288 ΑΚ αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, δοθέντος ότι η με νεότερη συμφωνία τροποποίηση των όρων της όλης συμβάσεως λειτουργούσα κατ` αποτέλεσμα με συμβατική αναστροφή της συμβάσεως, με επιπρόσθετη συμβατική μείωση του τιμήματος (με στοιχ. α` περίπτωση), συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ αυτών και μετά την αναγγελία της προεκχωρήσεως, δεν δικαιολογείται να αντιταχθούν κατά της εκδοχέως αναιρεσίβλητης, διαφοροποιώντας με τον τρόπο αυτό την εκχωρηθείσα προς εκείνη απαίτηση, την οποία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατά τον χρόνο της εκχωρήσεως κατά την διαμόρφωση των όρων της σχετικής συμβάσεως. Μετά την αναγγελία της προεκχωρήσεως ο οφειλέτης της εκχωρηθείσης απαιτήσεως, συμβαλλόμενος με τον εκχωρητή, αποβλέπει στο πρόσωπο αυτού, κατά του οποίου και μπορεί να προτείνει τις απορρέουσες από τα εν λόγω δικαιώματά του ενστάσεις. Επομένως η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου και δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 462, 463 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμη. Όμοια αρνητικά αξιολογείται η διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος των υπό την αυτή αρίθμηση λόγων αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν, με μερική παραδοχή τους. V. με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση επιδείξεως των αναφερομένων στις αιτιολογίες της εγγράφων, ως αόριστη για τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. (δ) και ως απαράδεκτη, ελλείψει του απαιτούμενου, ενώ προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, για τα λοιπά, κρίση της την οποία στήριξε, αφού έλαβε υπόψη τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων και της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Επομένως η απομένουσα προς έρευνα αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη των θεμελιωτικών της αιτήσεως επιδείξεως των εν λόγω εγγράφων πραγματικών ισχυρισμών, που διατυπώνεται με το πρώτο σκέλος του πέμπτου κατά σειρά λόγου, ελέγχεται ομοίως ως βάσιμη. (ii) Πρόσθετο δικόγραφο Ι. Με τους πέμπτο και έκτο κατά σειρά λόγους επαναδιατυπώνονται αντίστοιχα, οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο (α) 559 αρ. 8 και 1 ΚΠολΔ και (β) 559 αρ. 20 και 1 ΚΠολΔ (α) του έκτου σκέλους του τέταρτου λόγου και (β) του πέμπτου και τέταρτου σκέλους του τέταρτου λόγου του κυρίου δικογράφου, με την έννοια (α) της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν (αναδρομική κατάργηση της συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων και εκχωρήσεως) και της λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (καταβολές προς την εκχωρήτρια) κατά την απόρριψη, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και (β) της παραμορφώσεως του περιεχομένου του εγγράφου της αναγγελίας και της κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 462, 873 ΑΚ παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως για αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του οφειλόμενου προς την εκχωρήτρια Ζ μέχρι την αναγγελία χρηματικού ποσού των 208.176,58 ευρώ, οι οποίες ομοίως, με βάση τις με στοιχ. (α) ΙΙ και (β) ΙΙΙ αιτιολογίες της παρούσης, ελέγχονται ως αβάσιμες. Ομοια αρνητικά αξιολογείται ο τέταρτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο απέρριψε το αίτημα επιδείξεως των αναφερομένων στις αιτιολογίες της εγγράφων, ως αόριστη για τα με στοιχ. (δ) έγγραφα και ως απαράδεκτη, ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, για τα λοιπά, κρίση της η οποία δικαιολογείται από τις διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της ορθής εκτίμησης, περί μη προσδιορισμού των προς επίδειξη με στοιχ. (δ) εγγράφου και τις ουσιαστικές παραδοχές της ότι η αναιρεσείουσα γνωρίζει το περιεχόμενο των λοιπών. ΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (παρ. 1). Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2). Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας αυτής διατάξεως της λέξεως "ειδικές" αντί της λέξεως "ιδιάζουσες" οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσα". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διατάξεως που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διατάξει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή την απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος της αναιρεσείουσας για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, το οποίο διατύπωσε με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, με ειδική αναφορά στην σελ. (4) αυτών και με αριθμό ενδείξεως (8). Από την επιτρεπτή όμως κατά τούτο επισκόπησή τους προκύπτει ότι δεν προβάλλεται σχετικό αίτημα, χωρίς τούτο να καλύπτεται από τη γενική αναφορά στους διατυπούμενους με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρισμούς της, λόγο για τον οποίο και δεν διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της αποφάσεως ότι η διάγνωση των προς έρευνα θεμάτων της υποθέσεως απαιτούν ή όχι ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της αβασίμως διατυπουμένης αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης ποοσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ` όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις προϋποθέτουν παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου σε αντιδιαστολή προς τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο και ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον πρώτο λόγο και το πρώτο σκέλος του έβδομου και τελευταίου κατά σειρά λόγο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14, 1 και 19 ΚΠολΔ, που συνδέονται με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της Ζ σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων αναδρομικώς καταργήθηκε από της καταρτίσεως της και η εκχώρηση, κατά τις σχετικές διαβεβαιώσεις των τελευταίων. Ο ισχυρισμός αυτός ορθώς αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως άρνηση της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως παθητικής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας νομιμοποιήσεως και στην πραγματικότητα ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμος με την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση της, η οποία ασφαλώς στηρίζεται στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις, με την έννοια ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και κατ` εσφαλμένη εφαρμογή του ν. 1905/1990 παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, για έλλειψη παθητική στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας νομιμοποιήσεως, ελέγχονται ως αβάσιμες. Απομένει προς έρευνα η αυτή αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του έβδομου και τελευταίου κατά σειρά λόγου, που συνδέονται με την απόρριψη των ενστάσεων της αναιρεσείουσας (α) περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, (β) μερικής αποσβέσεως της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης λόγω αξιώσεων της αναιρεσείουσας κατά της εκχωρήτριας Ζ και επικουρικώς (8) προτάσεως συμψηφισμού αυτών. Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και με την έννοια αυτή δεν ιδρύεται, ελεγχόμενος ως αβάσιμος, στην περίπτωση απορρίψεως της με στοιχ. (α) ενστάσεως ως μη νόμιμης και των λοιπών, σε συνέπεια με την ορθή νομική παραδοχή ότι πρόκειται για αξιώσεις που δημιουργήθηκαν μετά τον χρόνο της αναγγελίας της προεκχωρήσεως, χωρίς η προτεινόμενη αναιρετική αυτή αιτίαση να συνδέεται με την περί πραγμάτων σχετική κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία με τους λόγους αναιρέσεως του κυρίου και προσθέτου δικογράφου απαραδέκτως προσβάλλεται παράλληλα στο σύνολό της. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 325/11-3-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 39/9-2-2010 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 6778/9-10-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.

ΠΗΓΗ: NOMOS

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.