Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Τριτεγγύηση Συναλλαγματικής - Έλλειψη σημειώσεως του προσώπου υπέρ του οποίου δίδεται (Εφετείο Θεσσαλονίκης, αριθμός απόφασης 518/2011)

Περίληψη: Συναλλαγματική. Τριτεγγύηση. Ελλειψη σημειώσεως του προσώπου υπέρ του οποίου δίδεται. Τεκμαίρεται ότι ισχύει υπέρ του εκδότου. Δικαιώματα του τριτεγγυητή σε περίπτωση που πληρώσει τη συν/κή. Αν η συν/κή είναι πληρωτέα στον εκδότη και περιέχει τη ρήτρα "ουχί εις διαταγή", η τριτεγγύηση θεωρείται ότι δόθηκε υπέρ του αποδέκτη.

[...] Με την από 18.7.2003 (υπ` αριθ. καταθ. 2302 ΠΤ 155/2003) αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η ενάγουσα ιστορούσε ότι κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα εκεί αναφερόμενα είδη ενδύσεως, όπως αυτά περιγράφονται στα επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια, αντί συνολικού τιμήματος 160.969,41 ευρώ. Ότι η άνω αγοράστρια δεν κατέβαλε το τίμημα παρά την αντίστοιχη υποχρέωση της και τις επανειλημμένες εκ μέρους της (ενάγουσας) οχλήσεις της. Ότι προς εξασφάλιση της εν λόγω απαιτήσεως της η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε χάριν καταβολής συναλλαγματικές, τις οποίες εξέδωσε αυτή (ενάγουσα) σε διαταγή της ιδίας. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος, σύζυγος της πρώτης και η τρίτη εναγομένη, θυγατέρα των δύο πρώτων εναγομένων, τριτεγγυήθηκαν σε πολλές από τις άνω συναλλαγματικές (οι οποίες αναλυτικά περιγράφονται) συνολικού ποσού 79.000 ευρώ και 68.955,20 ευρώ, αντίστοιχα, ευθυνόμενοι για την εξόφληση τους ως συνοφειλέτες με την αποδέκτρια και εις ολόκληρο με αυτήν. Ότι παρόλο που ρητά συμφωνήθηκε ότι οι ανωτέρω, δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, τριτεγγυώνται υπέρ της αποδέκτριας, ο όρος αυτός δεν αναγράφηκε επί των τίτλων των συναλλαγματικών, πλην όμως η βούληση αυτή των συμβληθέντων μερών συνάγεται από την άνω σχέση συγγενείας, καθώς και από το γεγονός ότι τα μέρη συμφώνησαν να μην τεθούν σε κυκλοφορία τα παραπάνω αξιόγραφα. Ότι επιπλέον η τρίτη εναγομένη αποδέχθηκε τις αναφερόμενες συναλλαγματικές, εκδόσεως της ενάγουσας, συνολικού ποσού 16.140,35 ευρώ. Ότι ουδεμία εκ των ανωτέρω συναλλαγματικών πληρώθηκε κατά τη λήξη της και κατά συνέπεια ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν τα προεκτεθέντα ποσά, για τα οποία ο καθένας από αυτούς ευθύνεται. Ότι άλλως, εφόσον κριθεί πως οι παραπάνω τριτεγγυήσεις είναι άκυρες ή ότι δεν δόθηκαν υπέρ της αποδέκτριας-πρώτης εναγομένης, να θεωρηθεί ότι συνήφθη σύμβαση εγγυήσεως για τα ανωτέρω ποσά, του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων ευθυνόμενων ως συνοφειλετών με την πρώτη, άλλως (να θεωρηθεί) ότι συνήφθη σύμβαση εγγυοδοσίας υπέρ της πρώτης εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την άνω εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι η αγωγή, στην οποία υφίσταται υποκειμενική σώρευση περισσοτέρων αγωγών, είναι νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί πωλήσεως (άρθρα 513, 346 ΑΚ), «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» (άρθρα 30, 31, 32, 47, 48 παρ. 2 Ν. 5325/1932), καθώς και σ` αυτές των άρθρων 159, 180, 182, 847 επ., 361 του ΑΚ. Στη συνέχεια, δέχθηκε την αγωγή κατά την περί πωλήσεως βάση της ως εν μέρει κατ` ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 149.550 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ως υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος. Περαιτέρω, απέρριψε καθ` ολοκληρίαν την αγωγή όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο, ενεχόμενο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ως τριτεγγυητή των συναλλαγματικών, άλλως ως εγγυητή ή συμβληθέντα σε εγγυοδοτική σύμβαση, ενώ όσον αφορά την τρίτη εναγομένη δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, ως ευθυνόμενη λόγω της αποδοχής συναλλαγματικών ποσού 16.140,85 ευρώ και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό αυτό νομιμοτόκως από της λήξεως κάθε μερικότερης συναλλαγματικής, απορρίπτοντας και για τη διάδικο αυτήν τις λοιπές βάσεις της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την έφεση η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα και με τους διαλαμβανόμενους σ` αυτήν λόγους, αναγόμενους στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί την εξαφάνιση της και την αποδοχή της αγωγής κατά τις απορριφθείσες αξιώσεις της που αφορούν τον δεύτερο και την τρίτη των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων. Σημειώνεται ότι, όσον αφορά την αγωγική αξίωση από το τίμημα των πωλήσεων της ενάγουσας-εκκαλούσας προς την πρώτη εναγομένη, η οποία δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, δεν πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση με λόγο εφέσεως από κανένα διάδικο. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 30 του νόμου 5325/1932 ορίζεται ότι «η πληρωμή συναλλαγματικής δύναται ν` ασφαλισθή, δι` ολόκληρον ή δια μέρος του ποσού αυτής, δια τριτεγγυήσεως. Η ασφάλεια αύτη παρέχεται παρά τρίτου ή και παρ` υπογραφέως της συναλλαγματικής». Εξάλλου στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στον τύπο της τριτεγγυήσεως, ορίζονται τα ακόλουθα: «Η τριτεγγύησις παρέχεται επί της συναλλαγματικής ή του προσθέματος. Εκφράζεται δια των λέξεων "δια τριτεγγύησιν" ή δια πάσης άλλης ισοδυνάμου φράσεως και υπογράφεται υπό του τριτεγγυητού ως προκύπτουσα εκ μόνης της υπογραφής του τριτεγγυητού τεθειμένης επί του εμπρόσθιου μέρος της συναλλαγματικής, εκτός αν πρόκειται περί της υπογραφής του πληρωτού ή της του εκδότου. Εν τη τριτεγγυήσει σημειούται δια λογαριασμόν τίνος δίδεται αύτη. Ελλείψει σημειώσεως θεωρείται δοθείσα υπέρ του εκδότου». Από δε τη διάταξη του άρθρου 32 του ίδιου άνω νόμου ορίζεται ότι «Ο τριτεγγυητής ενέχεται καθ` ον τρόπον και ο υπέρ ου η τριτεγγύησις.... Ο τριτεγγυητής πληρώνων την συναλλαγματικήν, αποκτά τα εκ της συναλλαγματική απορρέοντα δικαιώματα εναντίον του υπέρ ου η εγγύησις και εναντίον εκείνων οι οποίοι ενέχονται απέναντι του τελευταίου τούτου δυνάμει της συναλλαγματικής». Επομένως ο τριτεγγυητής ευθύνεται εις ολόκληρον παραλλήλως προς τον οφειλέτη υπέρ του οποίου έχει τριτεγγυηθεί (βλ. και άρθρο 47), όχι όμως έναντι αυτού. Υπέρ ου η τριτεγγύηση δύναται να είναι τόσο ο αποδέκτης όσο και ο εκδότης ή οπισθογράφος. Αν η τριτεγγύηση έχει δοθεί υπέρ του αποδέκτη, ο τριτεγγυητής ευθύνεται όπως και εκείνος, δηλαδή έναντι του εκδότη και των τυχόν οπισθογράφων. Αν η τριτεγγύηση έχει δοθεί υπέρ του εκδότη, ο τριτεγγυητής ευθύνεται, όπως και εκείνος έναντι των τυχόν κομιστών-οπισθογράφων, όχι όμως έναντι του αποδέκτη και του ίδιου του εκδότη. Η «σημείωση» του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η τριτεγγύηση πρέπει να αναγράφεται επί της συναλλαγματικής ή του προσθέματος, διότι η εξειδίκευση του προσώπου αυτού (υπέρ ου η τριτεγγύηση) είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της νομικής θέσεως και της ευθύνης του τριτεγγυητή έναντι των λοιπών υπογραφέων της συναλλαγματικής. Για τη σημείωση αυτή δεν προβλέπεται η χρήση τυπικών φράσεων ή λέξεων. Ο όρος «σημείωση» δεν αποκλείει και τη συναγωγή της βουλήσεως του τριτεγγυητή σχετικά με το πρόσωπο υπέρ του οποίου θα ισχύει, αρκεί η συναγωγή αυτή να στηρίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το κείμενο της συναλλαγματικής. Έτσι η διάταξη του ως άνω άρθρου 31 παρ. 4 εδ. β` δεν καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα ανεπίδεκτο ανατροπής σε κάθε περίπτωση, αλλά ειδικό συμπληρωματικό της βούλησης του τριτεγγυητή κανόνα, με την έννοια ότι, όταν η βούληση του σχετικά με το πρόσωπο του υπέρ ου η τριτεγγύηση δεν δηλώνεται ούτε συνάγεται από τον τίτλο, τότε μόνον θεωρείται ότι αυτή ισχύει υπέρ του εκδότη. Όταν επομένως η συναλλαγματική έχει εκδοθεί με τη ρήτρα «όχι εις διαταγήν» (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 5325/1932), οπότε δεν πρόκειται να κυκλοφορήσει ούτε μπορεί να μεταβιβασθεί κατά το νόμο σε άλλο πρόσωπο κατά τους κανόνες του δικαίου της συναλλαγματικής, ο εκδότης* θα είναι πάντοτε κομιστής, άρα η τριτεγγύηση δεν νοείται υπέρ αυτού και επομένως έχει κατ` ανάγκην δοθεί υπέρ του αποδέκτη (ΟλΑΠ 16/2001 ΕλλΔνη 43. 73, ΑΠ 1403/2007 ΤΝΠ Νόμος και Αρμ 2008 1693). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως τούτου (οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν μάρτυρες) και από όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στον Άγιο Ανδρέα Ν. Καβάλας, η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, είχε από ετών εμπορική συνεργασία με την πρώτη εναγομένη Φ.Ε. σύζ. Σ.Π. (που δεν είναι πλέον διάδικος), στην οποία πωλούσε διάφορα είδη γυναικείων ενδυμάτων για τις ανάγκες του καταστήματος που η τελευταία διατηρούσε στις Σέρρες. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής η εκκαλούσα πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη, με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, ενδύματα αντί συνολικού τιμήματος 160.969,41 ευρώ. Μετά την καταβολή μέρους του παραπάνω τιμήματος από την αγοράστρια, το υπόλοιπο της οφειλής της τελευταίας προς την εκκαλούσα διαμορφώθηκε στο ποσό των 149.550 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη, όπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση του η οποία δεν πλήττεται κατά το κεφάλαιο της αυτό, όπως έχει εκτεθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, προς εξασφάλιση της εκκαλούσας, αποδέχθηκε στην Αθήνα, στις 16.9.2002, συναλλαγματικές εκδόσεως της εκκαλούσας στην Αθήνα. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε χάριν καταβολής του τιμήματος των άνω πωληθέντων εμπορευμάτων τις εξής συναλλαγματικές, οι οποίες έφεραν όλες τη ρήτρα «ανέξοδος επιστροφή», ήτοι: [Ακολουθεί περιγραφή 10 συναλλαγματικών.] Για τον ίδιο λόγο η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε στην Αθήνα και τις παρακάτω συναλλαγματικές εκδόσεως της εκκαλούσας, ήτοι: [Ακολουθεί περιγραφή 20 συναλλαγματικών.] Από τις παραπάνω συναλλαγματικές, οι υπ` αριθ. 8 και 10 εκδόθηκαν και έγιναν αποδεκτές στις 16.5.2002, η υπ` αριθ. 9 στις 11.4.2002 και οι υπόλοιπες στις 27.2.2002. Την πληρωμή των ως άνω ένδεκα (11) πρώτων συναλλαγματικών συνολικού ποσού 79.000 ευρώ τριτεγγυήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος των εφεσίβλητων Σ.Π., σύζυγος της αποδέκτριας-πρώτης εναγομένης και των λοιπών είκοσι (20) συναλλαγματικών συνολικού ποσού 68.955,20 ευρώ τριτεγγυήθηκε η τρίτη εναγομένη και ήδη δεύτερη των εφεσίβλητων Φ.Π. του Σ., θυγατέρα της πρώτης εναγομένης και του πρώτου των εφεσίβλητων. Όλες οι παραπάνω συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους και επεστράφησαν απλήρωτες στην εκκαλούσα από το υποκατάστημα Σερρών της .................., στο οποίο τις είχε παραδώσει προς φύλαξη και πληρωμή. Περαιτέρω και όσον αφορά το επίμαχο ζήτημα του προσώπου υπέρ του οποίου δόθηκαν οι ως άνω τριτεγγυήσεις, αποδείχθηκε, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης λογίστριας της εκκαλούσας που είχε προσωπική αντίληψη των δοσοληψιών της (εκκαλούσας) με την πρώτη εναγομένη, ότι η τελευταία καθυστερούσε την καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων που αγόραζε (με πίστωση δύο ή τριών μηνών). Προκειμένου δε να συνεχιστεί η μεταξύ τους συνεργασία με την πώληση εμπορευμάτων από την εκκαλούσα προς την πρώτη εναγομένη και λόγω του ότι αυτή (αγοράστρια) δεν διέθετε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, που να την καθιστούν αξιόχρεη ως προς την καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος, η εκκαλούσα της ζήτησε να τριτεγγυηθούν τις άνω συναλλαγματικές αποδοχής της φερέγγυα πρόσωπα, ώστε να εξασφαλιστεί η πληρωμή τους. Έτσι, προ του κινδύνου στον οποίο περιήλθε η πρώτη εναγομένη να σταματήσει η παραπάνω εμπορική συνεργασία της με την εκκαλούσα, τριτεγγυήθηκαν τις επίδικες συναλλαγματικές οι εφεσίβλητοι υπέρ αυτής (αποδέκτριας-πρώτης εναγομένης). Βέβαια, επί των τίτλων δεν σημειώθηκε υπέρ ποίου προσώπου τριτεγγυήθηκαν οι εφεσίβλητοι. Όπως όμως αποδείχθηκε από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, η βούληση τους ήταν να τριτεγγυηθούν υπέρ της αποδέκτριας, συζύγου και μητέρας τους αντίστοιχα που τους το ζήτησε, η οποία είχε εύλογο συμφέρον προς τούτο για τους προεκτεθέντες λόγους και όχι υπέρ της εκδότριας-εκκαλούσας, την οποία ούτε καν γνώριζαν οι εφεσίβλητοι, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο και από το ότι, κατά τη ρητή συμφωνία μεταξύ της εκδότριας και της αποδέκτριας των συναλλαγματικών, αυτές θα ήταν πληρωτέες μόνο στην εκδότρια, ήτοι δεν θα κυκλοφορούσαν περαιτέρω, όπως και πράγματι συνέβη και δεν κυκλοφόρησαν οι συναλλαγματικές μέχρι τη λήξη τους..., ανεξαρτήτως της μη θέσεως επί του σώματος των συναλλαγματικών της ρήτρας «όχι εις διαταγήν», αφού η βούληση των απευθείας συναλλαχθέντων προσώπων των συναλλαγματικών ήταν να είναι πάντοτε η εκδότρια-εκκαλούσα κομίστρια αυτών (βλ. και ΕΑ 10395/1998 ΝοΒ 47. 794).... Τέλος, σημειώνεται ότι η δεύτερη των εφεσίβλητων (Φ.Π.) είχε αποδεχθεί στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 2001, τις αναφερόμενες στην αγωγή και στην εκκαλούμενη απόφαση ένδεκα (11) συναλλαγματικές ποσού εκάστης 1.467,35 ευρώ και συνολικού ποσού 16.140,85 ευρώ, εκδόσεως της εκκαλούσας και εις διαταγήν της, οι οποίες έληγαν εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 2002. Οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, η δε δεύτερη των εφεσίβλητων υποχρεώθηκε στην καταβολή του παραπάνω ποσού των συναλλαγματικών με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται κατά τούτο. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω και δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 του Ν. 5325/1932 δεν καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα, ανεπίδεκτο ανατροπής σε κάθε περίπτωση, αλλά ειδικό συμπληρωματικό της βούλησης του τριτεγγυητή κανόνα, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν (ΟλΑΠ 16/2001), εφόσον αποδείχθηκε ότι η τριτεγγύηση των εφεσίβλητων επί των επιδίκων συναλλαγματικών χορηγήθηκε υπέρ της αποδέκτριας, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή, ως προς τους εφεσιβλήτους-εναγομένους, κατά την περί τριτεγγυήσεως βάση αυτής. Κατόπιν αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε από ουσιαστική άποψη τη βάση αυτή της αγωγής έσφαλε. Γι` αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης ως βάσιμου κατ` ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της με το οποίο απορρίφθηκε η άνω βάση της αγωγής. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και δικασθεί η αγωγή κατ` ουσίαν κατά το κεφάλαιο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να γίνει δεκτή κατά την άνω βάση της. Οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, Σ.Π. και Φ.Π., ως συνυπόχρεοι με την αποδέκτρια για την πληρωμή των συναλλαγματικών, πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν στην ενάγουσα-εκκαλούσα, κομίστρια των επιδίκων συναλλαγματικών, τα ως άνω ποσά για τα οποία τριτεγγυήθηκαν υπέρ της πρώτης εναγομένης, ήτοι ο μεν πρώτος το ποσό των 79.000 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 68.955,20 ευρώ, νομιμοτόκως τα ποσά αυτά από την επομένη της λήξεως κάθε συναλλαγματικής. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων που ηττώνται, κατά το νόμιμο περί αυτών αίτημα της εκκαλούσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

πηγή: nomos

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.