Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Έγκλημα φοροδιαφυγής από αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων - Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων - Αιτιολογία (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 190/2012)

Περίληψη: Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για φοροδιαφυγή υπό τη μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων.

[...] Ι. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν 2523/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ 1 του άρθρου 40 του Ν 3220/2004, «όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών». Κατά δε την παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου άρθρου «εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικά, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Περαιτέρω, κατά το εδ. γ΄ του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 Ν 2753/1999, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται να έχει τελεσθεί η ένδικη πράξη φοροδιαφυγής, «Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του Ν 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (ΑΕΠ) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου». Τέλος, κατά την παρ. 10 του ανωτέρω άρθρου 21 του Ν 2523/1997, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν 2954/2001, «Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο».

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το είδος τους δέχθηκε τα ακόλουθα: «… Πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο. Ειδικότερα στις 28.5.2002 από το ΣΔΟΕ ΠΔ Αττικής διενεργήθηκε έλεγχος στα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης “…”. Η εταιρία αυτή εδρεύει επί της οδού … Αθήνα, έχει αντικείμενο το εμπόριο ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών και διαχειριστής της είναι ο κατηγορούμενος. Οι διενεργήσαντες τον έλεγχο υπάλληλοι του ΣΔΟΕ και εξετασθέντες μάρτυρες στο ακροατήριο διαπίστωσαν ότι υπήρχαν καταχωρημένα μεταξύ άλλων και τα κατωτέρω 21 Δελτία αποστολής-Τιμολόγια πώλησης διαφόρων ποσοτήτων κινητών τηλεφώνων, που φέρονταν να έχει πωλήσει η εταιρία “…” προς την ανωτέρω εταιρία του κατηγορουμένου, και δη τα: [...] δηλαδή συνολικού ποσού 6.422.850,92 ευρώ με ΦΠΑ εκ των οποίων η αξία των εμπορευμάτων ήταν 5.443.094 ευρώ και 979.756,92 ο ΦΠΑ. Τα ανωτέρω παραστατικά όμως ήταν εικονικά διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, καθόσον η φερόμενη σε αυτά ως πωλήτρια διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργούσε, είχε σαν έδρα της το επί της οδού … στην Αργυρούπολη κατάστημα, που ήταν μισθωμένο από τις 12.7.2001 και από τις 20.8.2001 τα μέλη της αφού πλήρωσαν ένα ακόμη μίσθωμα πήραν τα κλειδιά και εξαφανίστηκαν από το κατάστημα, το οποίο ήταν κενό εμπορευμάτων. Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι εταίροι της εταιρίας αυτής είναι ένας αλλοδαπός, ο A.M. και ο Γ.Α., ο οποίος ορίστηκε διαχειριστής, έναντι όμως αμοιβής του γιατί ήταν κατάχρεος, όπως ο ίδιος δήλωσε στους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, στους οποίους επίσης είπε ότι δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο και τη φερόμενη ως αγοράστρια εταιρία των εμπορευμάτων στα ανωτέρω παραστατικά. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι η εταιρία “…” ουδέποτε είχε αγοράσει τα κινητά τηλέφωνα που εφέρετο να έχει πωλήσει στην εταιρία του κατηγορουμένου, ούτε βρέθηκαν στις αποθήκες της τελευταίας τα αναφερόμενα ως αγορασθέντα από την ίδια κινητά τηλέφωνα. Ο κατηγορούμενος εν γνώσει του αποδέχθηκε και καταχώρησε τα ανωτέρω εικονικά φορολογικά στοιχεία στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησής του με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης διότι έτσι επηρεαζόταν το εισόδημά του, τα τηλέφωνα που εικονικά αγόραζε τα έκανε εξαγωγή προς χώρες της ΕΕ και ταυτόχρονα εισέπραττε από το Ελληνικό Δημόσιο και απαλλασσόταν από φόρο και στην προκειμένη περίπτωση είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να του επιστραφεί ο ΦΠΑ που αντιστοιχούσε από το Δημόσιο, πήρε ένα μικρό μέρος αλλά δεν προχώρησε γιατί μετά τον έλεγχο η υπόθεση «μπλόκαρε» στο Υπουργείο, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας του ΣΔΟΕ, ο ίδιος δε ο συνήγορός του δήλωσε ότι η ζημία του Δημοσίου είναι 100.000 ευρώ. Μεταγενέστερα όταν από την ίδια υπηρεσία του ΣΔΟΕ ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο εκ νέου τα βιβλία της επιχείρησής του, αυτός δεν συνεργάστηκε, αρνήθηκε να τα προσκομίσει και προκλητικά είπε ότι δεν θα προσκομίσει και θα δηλώσει απώλειά τους στην αστυνομία, όπως και έκανε. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης που του αποδίδεται, της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, για την οποία συντάχθηκε η από 10.2.2004 συνημμένη έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ ΠΔ Αττικής η οποία θεωρήθηκε στην Αθήνα στις 10.12.2004, ημερομηνία που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του εν λόγω αδικήματος …». Μετά τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο του ότι «στην Αθήνα στις 19.12.2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 10.2.2004 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΔΟΕ ΠΔ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ’ άρθρο 2 παρ. 8, 9 Ν 2954/2001, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 13.1.2002 έως 27.5.2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας «…» (εμπόριο ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών), ζήτησε και έλαβε και καταχώρισε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω: [...] και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων, τα οποία φέρονταν να έχουν εκδοθεί από ανύπαρκτη επιχείρηση, αναφέρονται τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας αρκεί ενδεχόμενος δόλος και ο οποίος προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης (μη λειτουργία της πωλήτριας εταιρίας, άρνηση του αναιρεσείοντα να συνεργασθεί κατά τον έλεγχο), οι οποίες σαφώς και πλήρως αναπτύσσονται. Περαιτέρω, με σαφήνεια καθορίζεται ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος, εκτίθεται δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο εμφανίστηκε η παράνομη δραστηριότητα της αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων (13.1.2002 έως 27.5.2002) και στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, καθώς και ο χρόνος έναρξης της παραγραφής, όπως ο χρόνος αυτός καθορίζεται στην παρ. 10 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την παρ. 8 του Ν 2954/2001, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 112 ΠΚ, και ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, και ο οποίος είναι 19.12.2004. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ είναι αβάσιμος. [...]

http://www.nb.org/blog

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.