Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Έφεση Εισαγγελέα κατά πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης (Άρειος Πάγος - Αριθμός απόφασης: 210/2011)

Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Ποινική Δικονομία. Αθωωτική πρωτόδικη απόφαση. Εφεση Εισαγγελέως κατά της ως άνω αθωωτικής αποφάσεως, με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος διαστρέβλωσε τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου ατυχήματος με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας για σωματική βλάβη εξ αμελείας. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Αιτίαση περί υπέρβασης εξουσίας, λόγω αποδοχής της αναιτιολόγητης εφέσεως του Εισαγγελέως. Απορριπτέα η αιτίαση, διότι η έφεση ήταν αιτιολογημένη, αφού δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται στην έκθεση εφέσεως αναλυτικά τα ψευδή γεγονότα που δήλωσε ο κατηγορούμενος και ποια ήταν τα αληθή. Απόλυτη ακυρότητα. Δόση του λόγου στον Εισαγγελέα. Προβολή αυτοτελούς ισχυρισμού πραγματικής πλάνης. Η πρόταση του Εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου εμπεριέχει και απορριπτική πρότασή του επί τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

[…] Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476§2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486§3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2§19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η` ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικώς την έφεση που άσκησε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά της υπ` αριθ. 47795/2009 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα σε βάρος της Π.Ρ., πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από την αρμόδια Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με αριθμό 4773/26.6.2009, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η` ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, αλλά και από το αριθμ. 3304/2004 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών καθώς και τις αριθμ. 3647/2004 και 4002/2005 αποφάσεις αντίστοιχα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αναφερόμενης ιδιαίτερα της τελευταίας στα σημεία πρόσκρουσης των δύο οχημάτων, στοιχείο που προέκυψε σαφώς και από την ακροαματική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος σε γνώση του διαστρέβλωσε πλήρως τα πραγματικά περιστατικά του τροχαίου ατυχήματος της 29 - 06 - 2002, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσας δικηγόρου Αθηνών για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατ` άρθρ. 314§1 α ΠΚ. Άλλωστε η θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των αποδιδομένων στον κατηγορούμενο κατηγοριών αποδείχθηκε πλήρως και από την ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου απολογία του, κατά την οποία επέμεινε στα ψευδή περιστατικά του ατυχήματος ως αυτά να μην είχαν κριθεί τελεσίδικα στο αστικό και ποινικό στάδιο. Επειδή συνεπώς αποδείχτηκε πλήρως από την ποινική διαδικασία η θεμελίωση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υποστάσεως των αποδιδομένων κατηγοριών, το πρωτοβάθμιο δικάσαν Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική απόφαση ...". Η έφεση αυτή, όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486§3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ` αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως ως προς τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, οι οποίες αποδίδονται στον κατηγορούμενο, και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα. Αλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο, ειδικότερα, να παρατίθενται στην έκθεση αυτή εφέσεως αναλυτικά τα ψευδή γεγονότα που δήλωσε ο κατηγορούμενος και ποια ήταν τα αληθή ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ενώ επαρκώς αιτιολογείται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά, τα οποία κατέθεσε περί των συνθηκών του τροχαίου ατυχήματος, ήταν ψευδή, αφού αυτός επέμενε σ` αυτά, παρά το ότι αυτά είχαν ήδη κριθεί τελεσιδίκως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ` ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η` ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 32§1 του ΚΠοινΔ, "καμιά απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 138§§2,3 του ΚΠοινΔ, "πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει, καθώς και οι παρόντες διάδικοι (§2). Η παράβαση της παρ.2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης (§3)". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369§1 του ΚΠοινΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ...". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να δίνεται ο λόγος στον εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας. Η πρόταση, όμως, του εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που έχει προβάλλει ο κατηγορούμενος και, κατά συνέπειαν, η παράλειψη του εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 170, 171 και 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προβάλει, στην αρχή της διαδικασίας, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής πραγματικής πλάνης στο πρόσωπό του, κατ` άρθρο 30§1 εδ. α` ΠΚ, η οποία συνίστατο στο ότι αυτός θεωρούσε πεπλανημένα ότι είχε ο ίδιος την προτεραιότητα. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του ισχυρισμού αυτού. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα της έδρας, η οποία "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος κατά το κατηγορητήριο". Η πρόταση αυτή της Εισαγγελέως της έδρας επί της ενοχής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, σιωπηρώς εμπεριέχει και πρόταση απορρίψεως του ως άνω προβληθέντος περί πραγματικής πλάνης αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α` ΚΠοινΔ, δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, χωρίς, προηγουμένως, να έχει προτείνει επ` αυτού η Εισαγγελέας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Ιουνίου 2010 (υπ` αριθ. πρωτ. 4927/2010) αίτηση του Β.Σ. του Τ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1053/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Π.Ρ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

πηγή: NOMOS

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.