Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο – Αιτιολογία - Βρασμός ψυχικής ορμής (Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 552/2011)

Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο σε βρασμό ψυχικής ορμής. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος βίωνε επί μακρό χρονικό διάστημα μία καταθλιπτική κατάσταση της θανούσας, με θεραπεία που δεν είχε αποτέλεσμα, με λήψη φαρμάκων και αλκοόλ, γεγονότα που του προκάλεσαν οδύνη, διότι ουδεμία βελτίωση επερχόταν παρά τις προσπάθειές του· η δε κατάσταση αυτή έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη και είχε βαθμιαία δημιουργήσει σε αυτόν μεγάλη υπερδιέγερση συναισθημάτων με αποτέλεσμα, όταν η παθούσα, λόγω της μεγάλης ποσότητας ψυχοφαρμάκων που έλαβε, περιήλθε σε κατάσταση παροξυσμού και παραληρήματος, αυτός δεν το αντιλήφθηκε και λόγω όλων των προηγηθέντων συναισθημάτων, περιήλθε σε κατάσταση πλήρους ψυχικής ταραχής, απώλεσε την ψυχραιμία του και σε βρασμό ψυχικής ορμής απέφραξε τις αεροφόρες οδούς του θύματος, προκειμένου να μη φωνάζει, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με συνέπεια το θάνατό του. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρεται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προκλήθηκε ο θάνατος της παθούσας από τον αναιρεσείοντα· αναφέρει δε ιδιαιτέρως τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο θάνατος δεν προκλήθηκε από υπερβολική λήψη από μέρους της παθούσας αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, αλλά από ασφυξία, αντικρούει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι οι ανευρεθείσες κακώσεις στα χείλη και στην έσω επιφάνεια αυτών οφείλονται στην προσπάθεια ανάνηψης που αυτός επιχείρησε και, τέλος, αιτιολογεί τον ενδεχόμενο δόλο του κατηγορουμένου από τον γνωστό σε αυτόν μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας της ενέργειάς του, από τις δηλώσεις του μετά την πράξη, καθώς και από τη μετέπειτα συμπεριφορά του.

[...] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1β΄ και 28 του ΠΚ, με ενδεχόμενο δόλο πράττει όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και το αποδέχεται, ενώ με ενσυνείδητη αμέλεια πράττει όποιος πρόβλεψε μεν ως δυνατό το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο στον ενδεχόμενο δόλο όσο και στην ενσυνείδητη αμέλεια είναι κοινό το γνωστικό στοιχείο του δράστη, δηλαδή η πιθανολόγηση της επελεύσεως του αποτελέσματος (η γνώση του ενδεχομένου της επελεύσεως που αναφέρει η διάταξη για τον ενδεχόμενο δόλο, είναι το ίδιο με την πρόβλεψη της δυνατότητας της επελεύσεως που αναφέρει η διάταξη για την ενσυνείδητη αμέλεια), διαφέρει όμως το βουλητικό στοιχείο, γιατί στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης αποδέχεται το ενδεχόμενο επέλευσης του αποτελέσματος, ενώ στην ενσυνείδητη αμέλεια δεν το αποδέχεται, αλλά πιστεύει ότι δεν θα επέλθει το αποτέλεσμα αυτό. Επειδή τόσο η αποδοχή του ενδεχομένου επελεύσεως του αποτέλεσματος, όσο και η πίστη αποφυγής αυτού ανάγονται κυρίως στον εσωτερικό κόσμο του δράστη, υπάρχει αποδεικτική δυσχέρεια για την κατάφαση της μιας ή της άλλης μορφής υπαιτιότητας. Γι’ αυτό λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένα κριτήρια διάκρισης, τέτοια δε κριτήρια που λειτουργούν προς την κατεύθυνση του ενδεχόμενου δόλου είναι, μεταξύ άλλων, το υψηλό αντικειμενικό ποσοστό επικινδυνότητας της πράξης, η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδίωκε ο δράστης με τη συμπεριφορά του, οι δηλώσεις του δράστη πριν κατά ή μετά την πράξη, οι προηγούμενες σχέσεις μεταξύ δράστη και θύματος, η λήψη μέτρων από το δράστη για την αυτοπροστασία του και η μετέπειτα συμπεριφορά του. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ’ αυτά χωριστά. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων και για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, πρέπει να αναφέρεται ιδιαιτέρως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, εκτός και αν αυτή αναφέρεται σε άλλο σημείο του σκεπτικού ή αναφέρεται το περιεχόμενό της. Αντίθετα, η έκθεση αυτοψίας που συντάσσεται από αστυνομικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια της προδικασίας δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλό έγγραφο, για το οποίο δεν απαιτείται ιδιαίτερη αναφορά. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 28/2010 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της μάρτυρα υπεράσπισης, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και από τις φωτογραφίες που συνόδευαν την ιατροδικαστική έκθεση, οι οποίες επιδείχθηκαν στο ακροατήριο και επισκοπήθηκαν από τους συνηγόρους υπερασπίσεως, τον κατηγορούμενο και όλους τους παράγοντες της δίκης, αποδείχτηκαν κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, τα παρακάτω περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Μ.Τ., καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης, ετών 44, διατηρούσε ήδη από το 1993, μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό, με την Γ.Δ. ετών 37, συνάδελφό του, με την οποία από το έτος 2000 συζούσαν σε διαμέρισμα του Γ΄ ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στο …, επί της οδού … Η Γ.Δ., από την αρχή της σχέσης τους, όπως καταθέτει ο μάρτυς Ε.Κ., ψυχίατρος που την παρακολουθούσε, έπασχε από διαταραχές πανικού και είχε μορφή κατάθλιψης. Την πρώτη φορά που την επισκέφθηκε ως ψυχίατρος στην οικία που συζούσε με τον κατηγορούμενο, διαπίστωσε ότι ζούσε σε περιβάλλον στο οποίο επικρατούσε χαώδης κατάσταση, χωρίς κρεβάτια και έπιπλα, με διάσπαρτα σπασμένα αντικείμενα που δήλωναν διαπληκτισμούς με το σύντροφό της, πράγμα που επιβεβαίωσε στον γιατρό της και η ίδια. Ο μάρτυς, προκειμένου να επέλθει κάποια ισορροπία και για να την βοηθήσει της συνταγογραφούσε αντίστοιχα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, μεταξύ των οποίων και το ΜΙΝΙΤΡΑΝ, στις αντίστοιχες θεραπευτικές δόσεις. Επίσης διαπίστωσε ότι αυτή έκανε κατάχρηση αλκοόλ, πράγμα που επιδείνωνε τις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο. Η κατάσταση της ήταν συνεχώς επιδεινούμενη, είτε διότι δεν επισκεπτόταν συχνά τον γιατρό της είτε γιατί κατανάλωνε καθημερινά αυξημένες ποσότητες αλκοόλ και ειδικά κρασί (ρετσίνα), το οποίο σε συνδυασμό με την αντικαταθλιπτική αγωγή επιβάρυνε ιδιαίτερα τη σωματική και ψυχική της υγεία. Αποτέλεσμα αυτών ήταν την 14.2.1998 να κάνει απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια (10 Stilngy Sil Cool) και να μεταφερθεί στον Γενικό Νοσοκομείο Βενιζέλειο όπου νοσηλεύτηκε επί διήμερο. Την 1.4.2001 νοσηλεύτηκε στο ίδιο νοσοκομείο με οξεία μέθη, ενώ επίσης στο ίδιο νοσοκομείο νοσηλεύτηκε την 10.6.2001 (βλ. σχετικές βεβαιώσεις). Ο μάρτυς ψυχίατρος της Γ.Δ., αποδίδει την παραπάνω απόπειρα, όχι σε πρόθεση πραγματικής αυτοκτονίας, αλλά σε χειριστικές πράξεις, που είχαν στόχο τον κατηγορούμενο, προκειμένου να προσελκύσουν την προσοχή του και όχι σε αληθή πρόθεση αυτοκτονίας, δεδομένης της ποσότητας των χαπιών που έλαβε, που δεν ήταν θανατηφόρα δόση. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω ήταν οι σχέσεις του κατηγορουμένου με την Γ.Δ. να επιδεινώνονται συνεχώς, οι γονείς και συγγενείς του κατηγορουμένου να μην επιθυμούν αυτό το δεσμό και να του ασκούν συνεχείς πιέσεις να τον διακόψει, ενώ αντίθετα ο κατηγορούμενος είχε αποξενωθεί από αυτούς προκειμένου να ζει με τη θανούσα, να την περιθάλπει, να φροντίζει ο ίδιος για την καθημερινή ζωή τους, για την καθαριότητα και διατροφή τους και για λόγους που ο ίδιος γνωρίζει να συνεχίζει τη ζωή μαζί της, την οποία περιγράφει ως πολύ δύσκολη. Τελικώς η θανούσα διορίστηκε ως μόνιμη καθηγήτρια για το σχολικό έτος 2002-2003 στην Α΄ Περιφέρεια Δωδεκανήσων και επρόκειτο να μεταβεί για εγκατάσταση στη Ρόδο. Αποφάσισε δε ν’ αναχωρήσει την 12.8.2002 κατ’ αρχήν για να μεταβεί στην ιδιαίτερη πατρίδα της στον Πύργο Ηλείας, προκειμένου να επισκεφθεί τους γονείς της και στη συνέχεια να εγκατασταθεί στη Ρόδο. Το γεγονός του αποχωρισμού της από τον κατηγορούμενο της δημιούργησε ισχυρό κλονισμό και χειροτέρευσε την κατάστασή της, που εκδηλώθηκε με μία αδράνεια. Ο κατηγορούμενος, το πρωί της 11.8.2002 και ενώ επικρατούσαν συνθήκες καύσωνα (βλ. σχετικά δημοσιεύματα εφημερίδων) πήγε προκειμένου να κάνει θαλάσσιο μπάνιο σε κοντινή παραλία, ενώ η Γ.Δ. παρέμεινε σπίτι, στο κρεβάτι της. Τις απογευματινές ώρες που επέστρεψε ο κατηγορούμενος, την βρήκε επίσης να κοιμάται. Της πρότεινε να πάνε κάπου για φαγητό, αυτή επίσης αρνήθηκε. Αυτός τελικώς βγήκε προκειμένου ν’ αγοράσει παγωτά να φάνε και όταν επέστρεψε τη βρήκε πάλι να κοιμάται διαρκώς. Όπως αποδείχθηκε από την τοξικολογική έκθεση της μονάδας τοξικολογίας του ΠΕΠΑΓΝΗ, η Γ.Δ., στο χρονικό διάστημα πριν από τα μεσάνυχτα της 11.8.2002 είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αμφιτρυπτιλίνης και νορτιπτυλίνης που περιλαμβάνονται στο φάρμακο ΜΙΝΙΤΡΑΝ που ελάμβανε ως θεραπευτική αγωγή, ενώ επίσης είχε καταναλώσει και αλκοόλ. Ειδικότερα από την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών δειγμάτων αίματος, χολής και ενδοφθάλμιου υγρού που λήφθηκαν την 13.8.2002, καθώς και ήπατος, νεφρού και εγκεφάλου που λήφθηκαν την 23.8.2002 προσδιορίστηκαν υψηλές συγκεντρώσεις των ουσιών αυτών σε όλα τα όργανα (βλ. σχετικά με αριθμ. πρωτ. 2047/2002 και από 7.10.2002 έγγραφα του Αναπλ. Καθηγητή της Μονάδας Τοξικολογίας ΠΕΠΑΓΝΗ Α.Τ.), οι οποίες στις τιμές που ανευρέθησαν, όπως αυτές προκύπτουν από τις αναγνωσθείσες τοξικολογικές εκθέσεις της Μονάδας Τοξικολογίας του ΠΕΠΕΑΓΝΗ, έχει διαπιστωθεί ότι είναι τοξικές για τον ανθρώπινο οργανισμό, δηλαδή προκαλούν οξεία δηλητηρίαση και μπορούν να επιφέρουν το θάνατο, αν δεν αντιμετωπιστούν αμέσως με τη μεταφορά σε νοσοκομείο. Ο κατηγορούμενος όπως αποδείχθηκε δεν γνώριζε ότι η Γ.Δ. είχε λάβει τα φάρμακα αυτά, ώστε να πράξει κάτι προς τούτο, ούτε ήταν δυνατόν να γνωρίζει τις παρενέργειες από τη λήψη τους. Οι παρενέργεις αυτές, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων ιατρών, αλλά και από το σύγγραμμα ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ του καθηγητή Α.Κ., είναι κατ’ αρχήν ανησυχία, παραλήρημα, διανοητική σύγχυση, διαταραχές του προσανατολισμού, αταξία, οπτικές και ακουστικές ψευδαισθήσεις, απώλεια μνήμης και μυοκλονικοί σπασμοί, τονικοκλονικοί σπασμοί ή δυστονία, συμπτώματα που ακολουθούνται από ταχεία εγκατάσταση κώματος, καθώς επίσης και δυσκολία στην αναπνοή. Τα συμπτώματα αυτά συνήθως εμφανίζονται περί 1 ώρα μετά τη λήψη των φαρμάκων, αλλά αυτό εξαρτάται από τον οργανισμό αυτού που τα λαμβάνει. Επίσης είναι δυνατόν να παρατηρηθούν και διαταραχές της θερμορύθμισης, ως αποτέλεσμα της άμεσης δράσης του φαρμάκου. Το άτομο μπορεί να εμφανίσει υπερθερμία ή υποθερμία. Από τις πιο πάνω τοξικολογικές εξετάσεις προκύπτει μετά βεβαιότητος ότι η Γ.Δ. είχε λάβει τις πιο πάνω υπερβολικές ποσότητες των άνω φαρμακευτικών ουσιών, σε χρόνο που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, οπωσδήποτε όμως τουλάχιστον μία ώρα πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων και τούτο δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος. Σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα. Η Γ.Δ., εμφάνισε υπερθερμία και προφανώς περιήλθε σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος και διανοητικής συγχύσεως και άρχισε να διαπληκτίζεται με τον κατηγορούμενο. Αυτός έκλεισε τα παντζούρια, τα παράθυρα και τράβηξε τις κουρτίνες του διαμερίσματος για να μην ακούγονται στη γειτονιά, παρότι επικρατούσαν συνθήκες καύσωνα και δεν υπήρχαν ανεμιστήρες, ούτε μηχάνημα ψυκτικό στο διαμέρισμα (βλ. κατάθεση των μαρτύρων διασωστών του ΕΚΑΒ, που καταθέτουν ότι όταν έφθασαν, βρήκαν όλα τα παράθυρα κλειστά και την ατμόσφαιρα αποπνικτική). Αποτέλεσμα των έντονων διαπληκτισμών ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο βρισκόταν σ’ αυτή τη κατάσταση η Γ.Δ., έχασε την ψυχραιμία του, διότι αυτή συνέχισε να φωνάζει και έχοντας πλέον αγανακτήσει από όλη την προηγούμενη κατάσταση, τη συνεχιζόμενη σοβαρή ψυχική της διαταραχή, το γεγονός ότι την φρόντιζε όλα αυτά τα χρόνια χωρίς αυτή να παρουσιάζει κάποια βελτίωση και αφενός μεν επιτέθηκε εναντίον της και της προκάλεσε σωματικές κακώσεις και συγκεκριμένα γραμμοειδή μικροδιάσχιση μήκους 2 εκατοστών περίπου στη δεξιά κροταφοβρεγματική χώρα της κεφαλής, μικρή εκδορά μήκους ενός εκατοστού στην οπίσθια δεξιά ινιακή χώρα, εκχύμωση αριστερού βραχίονα, πολλαπλές μικρές, επιμήκεις εκδορές αριστερού αντιβραχίου, εκχυμώσεις περί τη μεσότητα των άνω βλεφάρων αμφοτέρων των οφθαλμών, ημικυκλική εκδορά με εκχυμωτική βάση στην αριστερή υπερόφρυα χώρα, καθώς και εκδορά με εκχυμωτική βάση στην αριστερή ωμοπλάτη (βλ. 5106/22.8.2002 και 145/16.8.2002 ιατροδικαστικές εκθέσεις των ιατροδικαστών Μ.Μ. και Ε.Φ.), αφετέρου, εφόσον συνεχιζόταν το επεισόδιο παροξυσμού, με τα χέρια του απέφραξε με δύναμη το στόμα και τη μύτη της, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο αυτής από ασφυξία.Για το σκοπό αυτό με τα χέρια του απέφραξε με δύναμη το στόμα και τη μύτη της και το κράτησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 3 λεπτών, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο αυτής από ασφυξία. Τούτο δε έπραξε ενώ γνώριζε ότι με αυτήν την ενέργεια, λόγω της διάρκειάς της και της αυξημένης πίεσης που άσκησε με τις υπέρτερες δυνάμεις του, ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατός της, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο τούτο. Η πίεση προς τα μέσα που άσκησε ο κατηγορούμενος επί του στόματος και της μύτης της θανούσης προκύπτει εναργέστατα από τις σωματικές κακώσεις που προκάλεσε στα σημεία αυτά του σώματος της θανούσης και οι οποίες περιγράφονται και προκύπτουν από: α) όλες τις διενεργειθείσες ιατροδικαστικές εξετάσεις που αναγνώσθηκαν και οι οποίες συμφωνούν ως προς τις κακώσεις αυτές και β) τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη διενέργειά τους και επιδείχθηκαν στο δικαστήριο. Ειδικότερα παρατηρούνται πολλαπλές εκχυμώσεις και αιμορραγικές διηθήσεις στην περιοχή της ρινός, αιμορραγικές διηθήσεις του άνω και κάτω χείλους, εξωτερικά, αιμορραγικές διηθήσεις στην έσω επιφάνεια των χειλιών που αντιστοιχούν με αποτυπώματα κατά την πίεση αυτών πάνω στα δόντια και πλατειές εκδορές με εκχυμωτική βάση στα χείλη και τις γωνίες του στόματος και στη βάση της ρινός, ρήξη του χαλινού του στόματος. Όπως κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας ιατροί, οι κακώσεις αυτές, καθώς και οι προηγούμενες που αναφέρθηκαν δημιουργήθηκαν στο θύμα, πριν τον θάνατό του και σε αυτό συμφωνούν όλοι απολύτως. Από το είδος και την έκταση των κακώσεων στο πρόσωπο της θανούσας (αποτυπώματα δοντιών στα χείλη, ρήξη χαλινού, αιμορραγικές διηθήσεις στην έσω επιφάνεια χειλέων κ.λπ.) προκύπτει αβίαστα ότι αυτές έγιναν λόγω της ισχυρής πίεσης που άσκησε σ’ αυτήν ο κατηγορούμενος, προκειμένου ν’ αποφράξει τις αναπνευστικές οδούς και όχι από τις προσπάθειες ανάνηψης και τεχνητής αναπνοής που ισχυρίζεται ότι έκανε αυτός στο θύμα διότι αυτή είχε περιπέσει σε κώμα λόγω των χαπιών που είχε καταναλώσει. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καμία προσπάθεια ανάνηψης δεν έκανε στο θύμα, πριν αυτό εκπνεύσει, αποδεικνύεται και από το ότι, όταν κλήθηκαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ, όπως και οι δύο ρητά καταθέτουν, βρήκαν το θύμα στο πάτωμα, ημικαθισμένο, ανάμεσα στο κομοδίνο και το κρεβάτι και όχι σε ανάσκελα στο πάτωμα, όπως θα ήταν σε περίπτωση που είχε επιχειρηθεί ανάνηψη, ενώ γύρω της υπήρχαν νερά. Επίσης αυτός ισχυρίζεται ότι λόγω της κατανάλωσης χαπιών, το θύμα, ενώ βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, είχε ανεβάσει πυρετό και αυτός της έκανε κομπρέσες με κρύο νερό πριν αυτή πέσει σε κώμα. Όμως αυτός ο ισχυρισμός του αντικρούεται από το γεγονός ότι υπήρχαν νερά, όχι στο κρεβάτι αλλά στο πάτωμα, γύρω από το θύμα και μάλιστα πολλά (βλ. καταθέσεις διασωστών ΕΚΑΒ). Τούτο κατά την κρίση του δικαστηρίου σημαίνει ότι όταν αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος ότι το θύμα είχε εκπνεύσει και αντιλήφθηκε τις συνέπειες των πράξεών του, τότε προσπάθησε να τη συνεφέρει, με νερό, ελπίζοντας ότι δεν θα είχε επέλθει ο θάνατος. Επίσης οι διασώστες καταθέτουν ότι μόλις εισήλθαν στην οικία, όπου τους κάλεσε ο κατηγορούμενος, περί την 6η πρωινή, διαπίστωσαν ότι, παρά τον καύσωνα που επικρατούσε, όλα τα παράθυρα και οι πόρτες του διαμερίσματος ήταν κλειστές, επικρατούσε υπερβολική ζέστη και πνιγηρή ατμόσφαιρα και ζήτησαν ν’ ανοίξουν τα παράθυρα, προκειμένου να εργαστούν. Η διαπίστωσή τους αυτή ενισχύει το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί διαπληκτισμοί και ο κατηγορούμενος έκλεισε τα παράθυρα για να μην ακούγονται, ενώ, αντιθέτως, αν το θύμα είχε ανεβάσει 40 και 1 ή 2, πυρετό, από την κατανάλωση χαπιών που δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος, αυτός θα επιχειρούσε, εκτός από τις κομπρέσες που ισχυρίζεται ότι έκανε, ν’ αερίσει το δωμάτιο προκειμένου να δροσιστεί για να μην επιδεινωθεί η κατάστασή της. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, των τεχνικών συμβούλων μαρτύρων και των μαρτύρων υπεράσπισης ότι ο θάνατος της Γ.Δ. οφείλεται σε τοξική δηλητηρίαση συνεπεία της λήψεως αντικαταθλιπτικών φαρμάκων (ΜΙΝΙΤΡΑΝ), όπως διαπιστώθηκε από τις ως άνω τοξικολογικές εξετάσεις, καθώς και ο ισχυρισμός του ότι δεν άσκησε οποιαδήποτε βία κατά της θανούσης, αλλά οι κακώσεις που εμφανίστηκαν οφείλονται στις προσπάθειες ανάνηψης που έκανε δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος διότι αντικρούστηκε από: α) την από 3.9.2002 ιατροδικαστική έκθεση του Ε.Μ.Μ. στην οποία αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους ο θάνατος δεν οφείλεται σε τοξική δηλητηρίαση και τους οποίους επανέλαβε και κατά την εξέτασή του ενώπιον του ακροατηρίου επιμένοντας ότι ο συγκεκριμένος θάνατος οφείλεται σε μηχανική απόφραξη της αναπνοής και την από 30.8.2002 ιατροδικαστική έκθεση του Ε.Φ. κατά την οποία θεωρούνται ισοδύναμες αιτίες θανάτου (η μηχανική απόφραξη αεροφόρων οδών και η φαρμακευτική δηλητηρίαση), κατά δε την κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου, προσπάθησε να ανασκευάσει το πόρισμα της ιατροδικαστικής εκθέσεως ισχυριζόμενος ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία όμως ακριβώς συνεκτιμώμενα συνηγορούν στον ασφυκτικό θάνατο, λαμβανομένων υπόψη και των έντονων ασφυκτικών κηλίδων κυρίως στο πρόσωπο της θανούσας, β) της φύσεως των κακώσεων που προαναφέρθηκαν τόσο στη στοματική όσο και στη ρινική χώρα της θανούσας, οι οποίες δεν προσιδιάζουν σε προσπάθειες ανάνηψης, συνδυαζόμενες μάλιστα με τις λοιπές κακώσεις που είχε ήδη προξενήσει σ’ αυτήν ο κατηγορούμενος, γ) της μη ανευρέσεως άδειων συσκευασιών φαρμάκων, που φέρεται ότι έλαβε η θανούσα, της θέσεως του σώματος αυτής (ημικαθισμένη) όταν ήλθαν οι διασώστες του ΕΚΑΒ και των συνθηκών που επικρατούσαν στο διαμέρισμα (αποπνικτική ατμόσφαιρα, κλειστά παράθυρα) που δεν συνάδουν σε προσπάθεια επαναφοράς του θύματος με τεχνητή αναπνοή και δ) των καταθέσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα πρακτικά του οποίου αναγνώσθηκαν, των μαρτύρων Ι.Κ. και Σ., οι οποίοι ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος όταν μετέβη στον Κ.Σ., προκειμένου να ερευνηθεί αν έφερε αμυχές στο σώμα του, ομολόγησε στον τελευταίο ότι απέφραξε με τα χέρια του τις αεροφόρες οδούς του θύματος, μετά από καυγά που έγινε μεταξύ τους και ότι τα κράτησε λίγο παραπάνω και τέλος ε) από τη μετέπειτα συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος, αν είχε αντιληφθεί ότι αυτή είχε πράγματι υψηλό πυρετό και ότι σταδιακά έπεφτε σε κώμα, θα είχε ειδοποιήσει εγκαίρως το ΕΚΑΒ και θα τη μετέφερε σε νοσοκομείο, λαμβανομένου υπόψη του επικρατούντος καύσωνος και δεν θα τηλεφωνούσε απεγνωσμένα και επανειλημμένα στον ιατρό αδελφό του, όπως προκύπτει από τις αναλυτικές καταστάσεις τηλεφωνικών κλήσεων, προκειμένου να λάβει οδηγίες για το τι πρέπει να πράξει, αφού είχε ήδη επέλθει το αποτέλεσμα. Αυτός δεν συνόδευσε τη θανούσα με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, αφού υπέθεσαν ότι δεν είχε καταλήξει, ούτε έδωσε διευκρινίσεις στους διασώστες του ΕΚΑΒ για τις συνθήκες του θανάτου της, ούτε τη συνόδευσε στο νοσοκομείο (παρότι γνώριζε ότι ουδένα οικείο της είχε στην Κρήτη), ενώ αντιθέτως κλήθηκαν εσπευσμένα στην οικία του, τα αδέλφια του και οι συγγενείς του προκειμένου να τον βοηθήσουν και να χαράξουν την πορεία υπεράσπισής του.Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ο κατηγορούμενος βίωνε επί μακρό χρονικό διάστημα μία καταθλιπτική κατάσταση της θανούσας, με θεραπεία που δεν είχε αποτέλεσμα, με λήψη φαρμάκων και αλκοόλ, γεγονότα που του προκάλεσαν οδύνη διότι ουδεμία βελτίωση επέρχετο παρά τις προσπάθειές του, όπως αυτές περιγράφηκαν από τους συγγενείς του, η δε κατάσταση αυτή έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη και είχε βαθμιαία δημιουργήσει σ’ αυτόν μεγάλη υπερδιέγερση συναισθημάτων με αποτέλεσμα, όταν η Γ.Δ., λόγω της μεγάλης ποσότητας ψυχοφαρμάκων που έλαβε περιήλθε σε κατάσταση παροξυσμού και παραληρήματος, αυτός δεν το αντιλήφθηκε και λόγω όλων των προηγηθέντων συναισθημάτων, αυτός περιήλθε σε κατάσταση πλήρους ψυχικής ταραχής, απώλεσε την ψυχραιμία του και υπό το κράτος αυτής της καταστάσεως, δηλαδή σε βρασμό ψυχικής ορμής (299 παρ. 2 ΠΚ) απέφραξε τις αεροφόρες οδούς του θύματος, προκειμένου να μη φωνάζει, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με συνέπεια το θάνατό της. Τούτο δε έπραξε ενώ γνώριζε ότι με αυτήν την ενέργεια, λόγω της διάρκειάς της και της αυξημένης πίεσης που άσκησε με τις υπέρτερες δυνάμεις του, ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατός της, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο τούτο. Κατόπιν τούτων το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο κατά πλειοψηφίαν τον κατηγορούμενο ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε βρασμό ψυχικής ορμής και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.Με αυτά που δέχτηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ . και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε βρασμό ψυχικής ορμής, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 και 27 παρ. 1β΄ του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Δικαστήριο: α) αναφέρει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο της παθούσης και τον τρόπο που τον προκάλεσε, δεχόμενο ότι μετά από έντονο επεισόδιο που είχε με την παθούσα με την οποία συζούσε, την χτύπησε προκαλώντας της σωματικές κακώσεις και στη συνέχεια απέφραξε με τα χέρια του με δύναμη το στόμα και τη μύτη της για τρία τουλάχιστον λεπτά, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτής από ασφυξία, β) αναφέρει ιδιαιτέρως τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο θάνατος δεν προκλήθηκε από υπερβολική λήψη από μέρους της παθούσης αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, αλλά από ασφυξία, λόγω, κυρίως του ότι κατά την ιατροδικαστική εξέταση βρέθηκαν στο σώμα της ασφυκτικές κηλίδες, γ) αντικρούει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι οι ανευρεθείσες κακώσεις στα χείλη και στην έσω επιφάνεια αυτών οφείλονται στην προσπάθεια ανάνηψης που αυτός επιχείρησε, δεχόμενο αφενός ότι οι κακώσεις αυτές οφείλονται στην έντονη πίεση που άσκησε ο κατηγορούμενος για την απόφραξη των αναπνευστικών οδών και αφετέρου ότι οι διασώστες του ΕΚΑΒ, όταν ήλθαν με το ασθενοφόρο για να μεταφέρουν την παθούσα στο νοσοκομείο, τη βρήκαν ημικαθισμένη και όχι σε ύπτια θέση, όπως θα ήταν αν είχε επιχειρηθεί ανάνηψη, δ) αιτιολογεί τον ενδεχόμενο δόλο του κατηγορουμένου από τον γνωστό σ’ αυτόν μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας της ενέργειάς του, από τις δηλώσεις του μετά την πράξη και από τη μετέπειτα συμπεριφορά του. Συγκεκριμένα δέχτηκε ότι: 1) αποφράσσοντας με δύναμη το στόμα και τη μύτη της και κρατώντας τα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών λεπτών, γνώριζε ότι με αυτή την ενέργεια, λόγω της διάρκειάς της και της αυξημένης πίεσης που άσκησε με τις υπέρτερες δυνάμεις του, ήταν ενδεχόμενο να επέλθει ο θάνατός της, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό, 2) όταν αυτός μετέβη στον ιατροδικαστή Ι.Σ. προκειμένου να ερευνηθεί αν έφερε αμυχές στο σώμα του, ομολόγησε σ’ αυτόν ότι απέφραξε με τα χέρια του τις αεροφόρες οδούς του θύματος μετά από καυγά που έγινε μεταξύ τους και ότι τα κράτησε λίγο παραπάνω και 3) δεν ειδοποίησε εγκαίρως το ΕΚΑΒ για να μεταφερθεί η παθούσα στο νοσοκομείο, αλλά τηλεφωνούσε επανειλημμένα στον γιατρό αδελφό του, προκειμένου να λάβει οδηγίες για το τι πρέπει να πράξει, ούτε έδωσε διευκρινίσεις στους διασώστες του ΕΚΑΒ για τα γεγονότα που προηγήθηκαν, ούτε τη συνόδευσε με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, παρότι γνώριζε ότι αυτή δεν είχε κάποιον οικείο της στην Κρήτη, αλλά κάλεσε εσπευσμένα στην οικία του τα αδέλφια του και τους άλλους συγγενείς του, προκειμένου να τον βοηθήσουν και να χαράξουν τη γραμμή υπερασπίσεώς του. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογούνται οι γενόμενες δεκτές συνθήκες του θανάτου της παθούσης και ο ενδεχόμενος δόλος αυτού, είναι αβάσιμες.Περαιτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και: 1) τις ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες των Ε.Φ. και Α.Τ. και αυτό προκύπτει από το ότι δεν τις αναφέρει μεν ιδιαιτέρως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων στο προοίμιο του σκεπτικού του, τις αναφέρει όμως στη συνέχεια του σκεπτικού και αντικρούει το περιεχόμενό τους με βάση τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και οι δύο ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες του Ε.Μ., 2) την ιατροδικαστική έκθεση του Ι.Σ. και αυτό προκύπτει από την αναφορά στο σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στον ιατροδικαστή Σ. για να ερευνηθεί αν έφερε αμυχές στο σώμα του και προφανώς δεν την εξήρε ειδικώς, γιατί αφορούσε τον ίδιο τον κατηγορούμενο και δεν είχε σχέση με τον θάνατο της παθούσης, ούτε με την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, 3) τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων του κατηγορουμένου Π.Γ. και Ε.Ν., οι οποίες αποτελούν έγγραφα και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά αυτών, πέρα από το ότι και αυτές αναφέρονται στη συνέχεια του σκεπτικού και αντικρούονται από τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία, 4) τις διάφορες φωτογραφίες που αναφέρονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα με τον αριθμό 9, οι οποίες αποτελούν έγγραφα και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά αυτών, 5) τις τρεις εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης, οι οποίες αναφέρονται στη συνέχεια του σκεπτικού και αξιολογείται το περιεχόμενό τους, 6) τις εκθέσεις αυτοψίας που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της προδικασίας από αστυνομικούς υπαλλήλους, οι οποίες αποτελούν έγγραφα και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά αυτών, 7) το υπ’ αριθ. πρωτ. 282/25.1.2002 έγγραφο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Ηρακλείου και το υπ’ αριθ. πρωτ. 2/46/17808/25.9.2002 έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, τα οποία είναι έγγραφα και όχι πραγματογνωμοσύνες και έτσι δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά αυτών και τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών Α.Δ. και Μ.Δ. στην πρωτοβάθμια δίκη και αυτό προκύπτει από την αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης στα οποία αυτές περιέχονται. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος.Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1) η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι αυτός αισθανόταν οδύνη για την ψυχική κατάσταση της συντρόφου του με την οποία συζούσε επί εννιά έτη και της παραδοχής ότι αποδέχτηκε το ενδεχόμενο του θανάτου της, είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δέχτηκε ότι εκείνο το βράδυ, μετά από έντονο επεισόδιο, προκλήθηκε στον κατηγορούμενο αιφνίδια υπερδιέγερση και βρασμός ψυχικής ορμής, πράγμα που σημαίνει ότι εκείνη τη στιγμή αδρανούσαν τα λοιπά συναισθήματα και επιπλέον πριν της αποφράξει τις αεροφόρους οδούς, την είχε χτυπήσει, 2) η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η παθούσα είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και της παραδοχής ότι δεν βρέθηκαν άδειες συσκευασίες φαρμάκων που φέρεται να είχε καταναλώσει η παθούσα, είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο σαφώς δέχεται κατανάλωση μεγάλης ποσότητας φαρμάκων, 3) αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η παθούσα δεν είχε ανεβάσει πυρετό άνω των 40 βαθμών Κελσίου και της παραδοχής ότι αυτή εμφάνισε υπερθερμία, 4) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο γιατί τα στοιχεία που δέχτηκε ότι συντρέχουν, προσιδιάζουν στην ενσυνείδητη αμέλεια και όχι στον ενδεχόμενο δόλο που δέχτηκε, είναι αβάσιμη, γιατί οι προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου στοιχούν προς τον ενδεχόμενο δόλο, 5) η αιτίαση ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου γιατί το Δικαστήριο ταύτισε το γνωστικό με το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, είναι αβάσιμη, γιατί σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σχετικές παραδοχές, γίνεται διάκριση μεταξύ της γνώσεως του ενδεχομένου της επελεύσεως του αποτελέσματος του θανάτου και της αποδοχής του ενδεχομένου αυτού και 6) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και δέχτηκε βρασμό ψυχικής ορμής, ενώ τα περιστατικά που δέχτηκε ότι συντρέχουν οδηγούν στην άρση της ικανότητας για καταλογισμό κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, είναι αβάσιμη, γιατί τα περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο (αιφνίδια υπερδιέγερση, ψυχική ταραχή και απώλεια ψυχραιμίας), οδηγούν στην παραδοχή του βρασμού ψυχικής ορμής και δεν υπάρχει παραδοχή ότι αυτός περιήλθε σε κατάσταση διατάραξης της συνείδησης ώστε να μην έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Επομένως είναι αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ που στηρίζονται στις προαναφερθείσες αιτιάσεις.[…]

πηγή: nbonline.gr

Δημήτριος Χ. Καραγιάννης, δικηγόρος, Θεσσαλονίκη - Αθήνα

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.