Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Αναστολή παραγραφής - Παραγραφή αδικημάτων που διαπράττονται διά του Τύπου

Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αριθμός απόφασης 41483/2013.

Διατάξεις: άρθρα 47 ΑΝ 1092/1938, Ν 2243/1994, 113 [παρ. 3 εδ. β΄], 366 [παρ. 2] ΠΚ, 30 [παρ. 2], 59 [παρ. 1], 130 [παρ. 2] ΚΠΔ.

Περίληψη: Αναστολή παραγραφής. Παραγραφή αδικημάτων που διαπράττονται διά του Τύπου. Αναβολή ποινικής διαδικασίας. Συκοφαντική δυσφήμηση. Ο χρόνος της παραγραφής των αδικημάτων που διαπράττονται διά του Τύπου είναι 18 μήνες, ο δε χρόνος αναστολής (στις περιπτώσεις του άρθρου 113 ΠΚ) είναι δύο έτη και, συνεπώς, ο απώτατος χρόνος παραγραφής των εν λόγω αδικημάτων είναι 42 μήνες. Προκειμένου περί αδικήματος που έχει τελεστεί διά του Τύπου, σε περίπτωση που τυχόν χωρήσει αναβολή της δίκης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 113 παρ. 3 εδ. β΄ ΠΚ, που προβλέπει ότι δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής της παραγραφής, και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 47 ΑΝ 1092/1938 είναι απόρροια της βούλησης του νομοθέτη τα αδικήματα που τελούνται διά του Τύπου να εκδικάζονται άμεσα και συντομότερα σε σχέση με τα λοιπά (πλημμεληματικού χαρακτήρα) αδικήματα, για τα οποία ο απώτατος χρόνος παραγραφής ορίζεται σε 8 έτη, λόγω του μέσου τέλεσης αυτών (ήτοι του Τύπου), και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 47 ΑΝ 1092/1938 που προβλέπει συντομότερη παραγραφή κατισχύει ως ειδικότερη έναντι των προαναφερόμενων διατάξεων.

Κατά το άρθρο 47 του ΑΝ 1092/1938 «περί Τύπου», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν 1738/1987, του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το Ν 2243/1994, τα αδικήματα που πράττονται διά του Τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη του νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο χρόνος της παραγραφής των αδικημάτων που διαπράττονται διά του Τύπου είναι 18 μήνες, ο δε χρόνος αναστολής (στις περιπτώσεις του άρθρου 113 του ΠΚ) είναι δύο έτη και, συνεπώς ο απώτατος χρόνος παραγραφής των εν λόγω αδικημάτων είναι 42 μήνες. Ακόμη, κατά το άρθρο 59 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 Ν 3346/2005 και ισχύει, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Ενώ με το άρθρο 366 παρ. 2 του ΠΚ προβλέπεται ότι αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο που έχει δυσφημηθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη. Η δίκη αναστέλλεται μόνο εάν η άλλη δίκη αφορά το ίδιο γεγονός και δεν αρκεί απλή συνάφεια (Μ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας υπό άρθρο 366 αρ. 6). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 3 εδ. β΄ ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 Ν 3346/2005 και ισχύει, προβλέπεται ότι ο χρονικός περιορισμός της αναστολής δεν ισχύει οσάκις η αναβολή ή αναστολή της ποινικής δίωξης έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 παρ. 2 και 59 ΚΠΔ. Ωστόσο, προκειμένου περί αδικήματος που έχει τελεστεί διά του Τύπου, σε περίπτωση που τυχόν χωρήσει αναβολή της δίκης κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα προαναφερόμενα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 113 παρ. 3 εδ. β΄ ΠΚ, που προβλέπει ότι δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής της παραγραφής, και τούτο διότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 47 του ΑΝ 1092/1938 «περί Τύπου» είναι απόρροια της βούλησης του νομοθέτη τα αδικήματα που τελούνται διά του Τύπου να εκδικάζονται άμεσα και συντομότερα σε σχέση με τα λοιπά (πλημμεληματικού χαρακτήρα) αδικήματα, για τα οποία ο απώτατος χρόνος παραγραφής ορίζεται σε (5+3=) 8 έτη, λόγω του μέσου τέλεσης αυτών (ήτοι του Τύπου), και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 47 του ΑΝ 1092/1938 «περί Τύπου», που προβλέπει συντομότερη παραγραφή κατισχύει ως ειδικότερη έναντι των προαναφερόμενων διατάξεων.

Εν προκειμένω αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι έχει τελέσει την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και διά του Τύπου και ειδικότερα με την υπό στοιχείο Α΄ πράξη του κατηγορητηρίου αποδίδεται σ' αυτόν ότι τέλεσε τη μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του Τύπου στις 3.3.2010, με την υπό στοιχείο Β΄ πράξη του κατηγορητηρίου αποδίδεται σ' αυτόν ότι τέλεσε τις μερικότερες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης στις 7.3.2010 και στις 13.3.2010 μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή που προβλήθηκε σε τηλεοπτικό κανάλι και με την υπό στοιχείο Γ΄ πράξη του κατηγορητηρίου αποδίδεται σ' αυτόν ότι τέλεσε τις μερικότερες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά το χρονικό διάστημα από 22.4.2010 έως 25.5.2010 με την ανάρτηση κειμένων σε ηλεκτρονικές σελίδες του διαδικτύου. Πλέον ειδικότερα, όσον αφορά την υπό στοιχείο Α΄ του κατηγορητηρίου πράξη, αποδίδεται σ' αυτόν ότι ισχυρίστηκε σε συνέντευξή του, που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα, ότι ο εγκαλών σε συνομιλία τους τού ανέφερε όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, ότι του εγχείρησε μία επιστολή με το αναφερόμενο σ' αυτήν περιεχόμενο και ότι αυτός (κατηγορούμενος) θα παραδώσει στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου τις ημερομηνίες και ώρες των τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ του Προέδρου του Δικαστηρίου και τρίτου προσώπου (όχι του εγκαλούντος) ενώ στις υπό στοιχείο Β΄ και Γ΄ πράξεις, πέραν όσων ισχυρίζεται ότι του είπε ο εγκαλών, αναφέρει ότι έχουν λάβει χώρα και άλλα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα αναβολής της προκειμένης δίκης κατ' εφαρμογή του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 59 ΚΠΔ, ισχυριζόμενος ότι για τα γεγονότα που, κατά το κατηγορητήριο, αυτός ισχυρίστηκε ενώ γνώριζε ότι είναι ψευδή, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και συγκεκριμένα: α) ασκήθηκε ποινική δίωξη που εκκρεμεί προς περαιτέρω τακτική ανάκριση στον Ειδικό Εφέτη-Ανακριτή για τα εγκλήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, κατασκευής προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών και έκρηξης αναφορικά με τη βομβιστική επίθεση κατά του Β.Μ. και β) ασκήθηκε ποινική δίωξη και διενεργείται τακτική ανάκριση από τον Ειδικό Εφέτη-Ανακριτή, για το κακούργημα της δωροδοκίας δικαστή, για το οποίο ο εν προκειμένω εγκαλών εξετάστηκε ως ύποπτος κατά την προκαταρκτική εξέταση. Από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, και συγκεκριμένα: α) από το με αριθμ. πρωτ. .../3.7.2013 έγγραφο του Εφετείου Αθηνών/Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα, β) το με αριθμ. πρωτ. .../30.1.2013 έγγραφο του Ειδικού Ανακριτή προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, γ) το με αριθμ. πρωτ. .../3.7.2013 έγγραφο του Ειδικού Ανακριτή προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και δ) το με αριθ. πρωτ. .../2.2.2011 έγγραφο του Ειδικού Ανακριτή προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, τα οποία λήφθησαν υπηρεσιακώς κατόπιν της με αριθμό 33927/2013 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, προκύπτουν τα εξής: Κατά τον παρόντα χρόνο διενεργείται κυρία ανάκριση για τις αξιόποινες πράξεις, μεταξύ άλλων και της δωροδοκίας δικαστή, που εκκρεμεί στο στάδιο εξέτασης των μαρτύρων ενώ δεν προκύπτει ότι έχουν κληθεί προς απολογία κατηγορούμενοι. Και όσον αφορά τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, κατασκευής προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών και έκρηξης αναφορικά με τη βομβιστική επίθεση κατά του Β.Μ. ο Ειδικός Ανακριτής έχει διαβιβάσει τη σχετική δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών γνωρίζοντας σ' αυτόν ότι δεν έχουν προκύψει ενδείξεις για το πρόσωπο του δράστη ή των δραστών ώστε να μπορεί να αποδοθεί κατηγορία σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή πρόσωπα για τις πράξεις αυτές. Ενόψει των ανωτέρω, όσον αφορά τις υπό στοιχείο Β΄ και Γ΄ (μερικότερες εξακολουθητικές) πράξεις του κατηγορητηρίου συντρέχει νόμιμη περίπτωση για να εφαρμοστούν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 59 ΚΠΔ και 366 παρ. 2 ΠΚ, διότι κάποια από τα γεγονότα που αναφέρονται στις ως άνω πράξεις του κατηγορητηρίου, όπως ότι ο εγκαλών τον ήθελε (τον κατηγορούμενο) στη φυλακή για να τον σκοτώσει διότι υποθέτει ότι ξέρει λεπτομέρειες από την υπόθεση Μ. (υπό στοιχείο Β΄ πράξη του κατηγορητηρίου) και ότι ο εγκαλών «ταδωσε» στον Πρόεδρο Εφετών και στον Εφέτη για να τον αθωώσει μαζί με τις 2 «μωρές παρθένες» του γραφείου του (υπό στοιχείο Γ΄ πράξη του κατηγορητηρίου) αφορούν σε αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη, όπως προεκτέθηκε.

Αντιθέτως όμως, όσον αφορά την υπό στοιχείο Α΄ μερικότερη πράξη του κατηγορητηρίου, το φερόμενο κατά το κατηγορητήριο ως δυσφημιστικό γεγονός είναι ότι ο εγκαλών ανέφερε στον κατηγορούμενο όσα ισχυρίστηκε ο τελευταίος κατά τη συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, το αληθές ή το ψευδές όμως του οποίου δεν εξαρτάται από τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη, υπό την έννοια ότι κάποιος, έχοντας απώτερους σκοπούς (όπως το να επηρεάσει τον άλλο, να τον εκμεταλλευτεί, να τον αποπροσανατολίσει κ.λπ.) μπορεί να ισχυρίζεται για τον εαυτό του πράγματα ή να προσδίδει στον εαυτό του ιδιότητες, και δεν είναι το ζητούμενο εάν οι ισχυρισμοί αυτοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι αλλά εάν ειπώθηκαν. Επίσης, η χειρόγραφη επιστολή, στην οποία γίνεται μνεία δεν έχει σχέση και συνάφεια με τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη. Τέλος, η μνεία που γίνεται στο κατηγορητήριο ότι ο κατηγορούμενος θα παραδώσει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ημερομηνίες και ώρες τηλεφωνικών συνομιλιών τρίτου προσώπου (όχι του εγκαλούντος) με τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου γίνεται διηγηματικά, υπό την έννοια ότι στο κατηγορητήριο αναφέρονται εντός εισαγωγικών («…»), ήτοι αυτολεξεί αποσπάσματα της συνέντευξης του κατηγορούμενου, προκειμένου όμως περί συκοφαντικής δυσφήμησης η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν έγκλησης (άρθρο 368 ΠΚ) από τον άμεσα παθόντα ή τους νομίμους αντιπροσώπους του (άρθρο 118 ΠΚ) και κατά το κατηγορητήριο δεν υπάρχει σχέση μεταξύ του τρίτου αυτού προσώπου και του εγκαλούντος, κατά τρόπο ώστε από τη σχετική αναφορά να θίγεται ο εγκαλών και επομένως εάν ήθελε γίνει δεκτό όχι ότι τα ανωτέρω αναφέρονται στο κατηγορητήριο διηγηματικά, όπως δέχεται το παρόν Δικαστήριο, αλλά ότι έχει ασκηθεί και για τις αναφορές αυτές ποινική δίωξη, τότε η ποινική δίωξη θα έπρεπε να παύσει οριστικά αφού δεν έχει υποβληθεί σχετικά έγκληση από τα πρόσωπα στα οποία αφορούν οι αναφορές αυτές (άρθρα 117 παρ. 1 ΠΚ και 370 εδ. β΄ ΚΠΔ· πρβλ. και ΑΠ 510/1991 ΠοινΧρ 1991, 1016).

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, για την ως άνω (υπό στοιχείο Α΄) πράξη δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 59 ΚΠΔ και 366 παρ. 2 ΠΚ. Και επιπροσθέτως, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψης, όσον αφορά την υπό στοιχείο Α΄ πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του Τύπου, ο προβλεπόμενος από το νόμο χρόνο απώτατος παραγραφής είναι αυτός των 42 μηνών, ήτοι η 3.9.2013, δοθέντος ότι η πράξη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε στις 3.3.2010. Ενόψει επομένως του κινδύνου παραγραφής της πράξης αυτής, πρέπει κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 130 παρ. 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο να διατάξει το χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς αυτήν από τις λοιπές (υπό στοιχείο Β΄ και Γ΄) πράξεις του κατηγορητηρίου, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπό στοιχείο Α΄ πράξης του κατηγορητηρίου, της οποίας επίκειται άμεσα η παραγραφή, και να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις υπό στοιχείο Β΄ και Γ΄ πράξεις του κατηγορητηρίου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 59 ΚΠΔ και 366 παρ. 2 ΠΚ, μέχρι έως ότου να περαιωθεί αμετάκλητα η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά τα προαναφερόμενα.

Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα περί διακοπής της δίκης για άλλη μέρα, που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, προκύπτει μεν ότι κατά τη σημερινή ημεροχρονολογία (10.7.2013) αυτός υπερασπίζεται ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (Τριμελές Κακουργημάτων) εντολείς του για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς (κακουργηματικού χαρακτήρα) πράξεις, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι το κώλυμα αυτό του συνηγόρου μπορεί να αντιμετωπιστεί ευχερώς με τη διακοπή της συζήτησης της υπόθεσης για ώρα 14.30 κατά τη σημερινή δικάσιμο και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος για τη διακοπή της συζήτησης της υπόθεσης για άλλη δικάσιμο. [...]

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.