Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Επέλευση ευνοϊκού δεδικασμένου εφετειακής απόφασης υπέρ του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου

Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 31/2014.

Περίληψη: Τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απόφασης του Εφετείου καταλαμβάνουν καταρχήν και εκείνους από τους ομοδίκους που δεν προσέβαλαν αυτοτελώς με έφεση την πρωτόδικη απόφαση, αρκεί να μην έγινε αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από αυτούς. Το ευνοϊκό δεδικασμένο μπορεί να επέλθει και επ’ ευκαιρία άλλης δίκης, όπως είναι π.χ. η αναγνωριστική αγωγή, η ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης, με την οποία αξιώνεται από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο το ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα. Κατά της εκτέλεσης αυτής ο μη εκκαλέσας ομόδικος δύναται να προβάλει το υπέρ αυτού ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση άλλου ομοδίκου. Στην δίκη επί της ανακοπής θα ερευνηθούν από το δικαστήριο οι προϋποθέσεις επέκτασης ή μη του ευνοϊκού δεδικασμένου, οπότε αν η θέση του δικαστηρίου είναι θετική, θα κηρυχθεί ανενεργός ο τίτλος δηλαδή η πρωτόδικη απόφαση έναντι του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με συνέπεια να μη δύναται να γίνει εκτελεστή. Η πρωτόδικη απόφαση, τυπικά διατηρείται αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ’ αυτής από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο. Παρακωλύεται όμως η επέλευση ως προς αυτόν του εξ αυτής δεδικασμένου. Αντί αυτής επέρχεται το ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε την έφεση άλλου ομοδίκου. Ο μη εκκαλέσας ομόδικος, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά της δυσμενούς γι’ αυτόν πρωτόδικης απόφασης που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Διατάξεις: άρθρα 325-329, 537, 933 ΚΠολΔ

[...] Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ’αριθμόν .../29.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.9.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 821/27.9.2012 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία είχε αναβληθεί εκ του πινακίου η συζήτηση της υπόθεσης, ως και η από 22.7.2013 βεβαίωση της Γραμματείας του Αρείου Πάγου για την αμέσως προηγούμενη αναβολή, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη Π. Ζ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 537 ΚΠολΔ, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση εφόσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απόφασης του Εφετείου καταλαμβάνουν κατ’ αρχήν εκείνους από τους απλούς ομοδίκους που δεν προσέβαλαν αυτοτελώς με έφεση την πρωτόδικη απόφαση. Η παραπάνω διάταξη, κατ’ απόκλιση από την αρχή ότι η ενέργεια της εφετειακής απόφασης ωφελεί και βλάπτει κατ’ αρχήν μόνο τους διαδίκους της έκκλητης δίκης καθώς και όσους τρίτους υπόκεινται στο δεδικασμένο (άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ) ή την εκτελεστότητα (άρθρα 919 - 920 ΚΠολΔ), εισάγει μια διεύρυνση της υποκειμενικής ενέργειας από την εφετειακή απόφαση, που δέχεται την έφεση ενός ή και περισσοτέρων από τους ομοδίκους, που ηττήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους. Για την εφαρμογή του άρθρου 537 ΚΠολΔ, το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους. Στην ΚΠολΔ 537 πρόκειται περί επεκτάσεως των ορίων του δεδικασμένου και όχι περί πλασματικής αναγνώρισης της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ, η αποδοχή απόφασης, πριν ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης του, για την οποία παραίτηση δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με τη τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση αυτή. Αποδοχή της απόφασης, κατά την κρατούσα άποψη, δεν συνάγεται από την παραμέληση άσκησης έφεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Η λειτουργία της ΚΠολΔ 537 συνίσταται στην καθ’ υποκείμενα επέκταση από την εφετειακή απόφαση του ουσιαστικού δεδικασμένου και σε πρόσωπα που δεν ήσαν διάδικοι στην κατ’ έφεση δίκη. Η επέκταση αυτή επέρχεται ευθέως εκ του νόμου με τη συνδρομή των οριζόμενων διατυπώσεων. Δεν προκύπτει από το άρθρο 537 ΚΠολΔ ότι στην απόφαση του Εφετείου πρέπει να διαλαμβάνεται σχετική διάταξη υπέρ του μη εκκαλέσαντος αλλά ωφελούμενου ομοδίκου. Ούτε από τη διάταξη προκύπτει ανάγκη ενεργού συμμετοχής στην κατ’ έφεση δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου. Η καθ’ οιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο συμμετοχή στην εφετειακή δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου δεν αποτελεί αποκλειστικό τρόπο εισόδου στη δίκη αυτή για τη διαπίστωση του αυτοδικαίως και υπέρ αυτού επεκτεινόμενου ευνοϊκού δεδικασμένου. Τούτο δύναται να επέλθει και επ’ ευκαιρία άλλης δίκης όπως είναι π.χ. η αναγνωριστική αγωγή που ανοίγεται απ’ αυτόν προς διαπίστωση της επέκτασης αυτής, η ανακοπή (αρθρ. 933 ΚΠολΔ) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης, στα πλαίσια της οποίας αξιώνεται από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο το υψηλότερο ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα σε βάρος του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με την πρωτόδικη απόφαση. Κατά της εκτέλεσης αυτής ο μη εκκαλέσας ομόδικος δύναται να προβάλει το υπέρ αυτού προκύψαν ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση άλλου ομοδίκου. Στην ανοιγόμενη αυτή δίκη επί της ανακοπής θα ερευνηθούν από το δικαστήριο οι προϋποθέσεις επέκτασης ή μη του ευνοϊκού δεδικασμένου. Αν η θέση του δικαστηρίου αυτού είναι θετική, θα πρέπει να κηρυχθεί απλώς ανενεργός ο τίτλος δηλαδή η πρωτόδικη απόφαση έναντι του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με συνέπεια να μη δύναται να γίνει εκτελεστή. Η πρωτόδικη απόφαση, τυπικά διατηρείται και δεν εξαφανίζεται αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ’ αυτής από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο. Παρόλο ότι δεν εξαφανίζεται ως προς τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο παρακωλύεται η επέλευση ως προς αυτόν του εξ αυτής δεδικασμένου. Αντί αυτής επέρχεται το ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε την έφεση άλλου ομοδίκου. Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι ο μη εκκαλέσας ομόδικος, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά της δυσμενούς γι’ αυτόν πρωτόδικης απόφασης που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Τέτοια νομιμοποιητική εξουσία για άσκηση αναίρεσης δεν μπορεί κατά νόμο να προσδώσει στον μη εκκαλέσαντα ομόδικο η σκέψη της εφετειακής απόφασης ως προς τον τελευταίο που παρέστη στο Εφετείο μόνο με την ιδιότητα του εφεσίβλητου ότι η ευνοϊκή απόφαση του Εφετείου που δέχεται την έφεση του εκκαλέσαντος ομοδίκου ωφελεί μόνο αυτόν και όχι άλλο ομόδικο και τούτο γιατί τέτοια σκέψη του εφετείου είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο του άρθρου 537 ΚΠολΔ, όπως αυτό αναλύθηκε παραπάνω (ΑΠ 187/2007 ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (2487/2012), συνεκδίκασε εφέσεις κατά της υπ’αριθμ. 2884/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δικάσει κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α’ ΚΠολΔ (Διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του) επί αγωγής της Π. Ζ. και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του Γ. Θ. και ήδη αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Π.». Ειδικότερα, το Εφετείο συνεκδίκασε α)έφεση της ως άνω ενάγουσας (Π.Ζ.) κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος (Γ.Θ.) και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, και β) έφεση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΕΚ), μόνο κατά της προαναφερόμενης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ ο ίδιος δεν ήταν διάδικος στην εφετειακή δίκη, όσον αφορά τη συνεκδικαζόμενη παραπάνω και με στοιχείο β’αυτοτελή έφεση της προαναφερόμενης απλής ομοδίκου του ασφαλιστικής εταιρίας («Ε. Π.»), στη θέση της οποίας υπεισήλθε το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ». Το Εφετείο Αθηνών με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του και όσον αφορά την αμέσως προηγούμενη (με στοιχείο β’) συνεκδικαζόμενη έφεση, αφού δέχθηκε κατ’ουσίαν τους 4ο - 5ο και 6ο λόγους αυτής, κατέληξε στην κρίση ότι η ενάγουσα (εφεσίβλητη της β’ έφεσης και ήδη αναιρεσίβλητη) δικαιούται αποζημιώσεως, εξαιτίας του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, εκτός των άλλων, και τα εξής ποσά, δηλαδή: 1)το ποσό των 6.640 ευρώ για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου - βοηθού, 2)το ποσό των 900 ευρώ για βελτιωμένη διατροφή και 3)το ποσό των 180 ευρώ για την καταστροφή των προσωπικών ειδών της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την ως άνω (2884/2008) οριστική απόφασή του είχε δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδικαιούτο για τις ίδιες παραπάνω αιτίες τα ποσά των 21.600, 5.400 και 728 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή επί πλέον ποσό [(21.600 μείον 6.640 ίσον) 14.960 ευρώ συν (5.400 μείον 900 ίσον) = 4.500 ευρώ συν (728 μείον 180 ίσον) 548 = ευρώ ίσον] 20.008 ευρώ. Περαιτέρω, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη (2487/2012) απόφασή του, αφού εξαφάνισε την προαναφερόμενη πρωτόδικη οριστική απόφαση, αναγνώρισε εκτός των άλλων ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) οφείλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) το ως άνω επί πλέον ποσό (20.008 ευρώ), πέραν της αναφερομένης σ’αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) αποζημιώσεως που οφείλει στην ίδια (αναιρεσίβλητη) εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο δεχόμενη ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 537 ΚΠολΔ για τον αναιρεσείοντα. Με βάση τα όσα πιο πάνω προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στη νομική σκέψη της πρώτης (με στοιχ.Ι) παραγράφου της παρούσας, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη που συνεκδίκασε την πιο πάνω αυτοτελή β’έφεση της δεύτερης εναγομένης και απλής ομοδίκου του, (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), δεν νομιμοποιείται εκείνος να ασκήσει την κρινόμενη αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (2487/2012) του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δυσμενή γι’αυτόν πρωτόδικη απόφαση, που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης από τον ίδιο και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αφορά την αναγνώριση της επί πλέον οφειλής του (πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ποσού 20.008 ευρώ.

IV. Έπειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω πρέπει α)να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η ένδικη αναίρεση, και β)να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για το οποίο κατατέθηκε το υπ’αριθμόν ΣΕΙΡΑ VI-8868908 διπλότυπο της ΚΑ’ΔΟΥ Αθηνών, στο Δημόσιο Ταμείο. [...]

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.