Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα και ευθύνη σε περίπτωση απόδοσης της κατάθεσης σε τρίτον-μη δικαιούχο

Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 353/2013.

Περίληψη: Χρηματικές καταθέσεις σε τράπεζα. Σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης.

Εφαρμοστέες διατάξεις. Ιδιοποίηση από τρίτον του ποσού της κατάθεσης. Η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου. Η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, και αν ακόμη αυτό έχει αφαιρεθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία. Χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου. Αποτελέσματα. Με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό οι δικαιούχοι του λογαριασμού, γίνονται συγκύριοι των χρημάτων του λογαριασμού. Η ανάληψη των χρημάτων από οποιονδήποτε εκ των δικαιούχων δεν συνιστά υπεξαίρεση έναντι των λοιπών. Ενεργοποίηση κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες και συγγενικό πρόσωπο ενός εξ αυτών διευθυντή υποκαταστήματος της εναγόμενης - αναιρεσίβλητης τράπεζας, ο οποίος και υπεξαίρεσε τα κατατεθειμένα χρήματα αυτών. Έκδοση από τον υπεξαιρούντα πλαστογραφημένης «απόδειξης κατάθεσης επί προθεσμία» της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Πολιτική δικονομία. Ένδικα μέσα. Αναίρεση. Ο αναιρετικός λόγος κατ’ αρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο αναιρεί την υπ’ αριθμ. 74/20-1-2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

[...] Με την κρινόμενη 21/2-12-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 74/20-1-2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 191/27-12-2007 δικόγραφο αγωγών εφέρετο προς διάγνωση αξίωση των δι` αυτών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, απορρέουσα από τις συνομολογηθείσες μετά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας συμβάσεις χρηματικών καταθέσεων στα καταστήματα της τελευταίας στο … και στο … . Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74 περ.1) εκδόθηκε η 426/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία αξιολογήθηκαν βάσιμες από νομική άποψη, με έρεισμά τους τις διατάξεις των άρθρων 830, 822, 827, 806 ΑΚ, και απορρίφθηκαν στη συνέχεια ως κατ` ουσίαν αβάσιμες, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 25/30-4-2009 έφεση των εναγόντων, η 74/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ` αυτής κατ` ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ` ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η πρώτη των εναγόντων και ο σύζυγός της Γ. Π., πατέρας του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, είναι εγκατεστημένοι από το έτος 1964 στη Σουηδία, όπου και εργαζόταν. Αυτοί, προκειμένου να αποταμιεύσουν τα χρήματα τους, ήρθαν σε επαφή με τον αδελφό του Γ. Π., Κ. Π., ο οποίος ήταν υπάλληλος και στη συνέχεια διευθυντής στα καταστήματα της εναγόμενης στο … και στο … . Έτσι, με προτροπή αυτού, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα της εναγόμενης, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες, ανοίχθηκαν σε όλο το δίκτυο των καταστημάτων της, στα ονόματα της πρώτης των εναγόντων και του παραπάνω συζύγου της, ο οποίος απεβίωσε στις 6-7-1998, οι παρακάτω λογαριασμοί: 1] ο με αριθμ. ... λογαριασμός ταμιευτηρίου, 2] ο με αριθμ. ... προθεσμιακός λογαριασμός, 3] ο με αριθμ. ... προθεσμιακός λογαριασμός, 4] ο με αριθμ. ... προθεσμιακός λογαριασμός, 5] ο με αριθμ. ... προθεσμιακός λογαριασμός, 6]ο με αριθμ. ... προθεσμιακός λογαριασμός, 7]ο με αριθμ. ... προθεσμιακός λογαριασμός, 8] ο με αριθμ. ... λογαριασμός ταμιευτηρίου και 9] ο με αριθμ. ... λογαριασμός ταμιευτηρίου. Οι λογαριασμοί αυτοί ανοίχθηκαν στο κατάστημα της εναγόμενης στο … . Στο κατάστημα της εναγόμενης στο ... ανοίχθηκαν οι με αριθμ. ... και ... λογαριασμοί ταμιευτηρίου. Ο πρώτος των παραπάνω λογαριασμών, με αριθμ.... [κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου σε σουηδικές. κορώνες, ανοίχθηκε στις 5-6-1979, με κατάθεση, αρχικά, 24.000 σουηδικών κορωνών. Από το λογαριασμό αυτόν, στις 16-1-1980 μεταφέρθηκε συμψηφιστικά ποσό 38.000 σουηδικών κορωνών και ανοίχθηκε ο δεύτερος των παραπάνω λογαριασμών, με αριθμ. ... [κοινός προθεσμιακός λογαριασμός]. Στις 2-10-1980 έγινε ανάληψη ποσού 5.000 σουηδικών κορωνών και στις 29-10-1980, στον παραπάνω λογαριασμό [...], μεταφέρθηκε συμψηφιστικά επιπλέον ποσό 14.678,35 σουηδικών κορωνών, ενώ στις 13-11-1981 μεταφέρθηκε συμψηφιστικά ποσό 35.343,75 σουηδικών κορωνών από τον πρώτο ... στον δεύτερο ... κοινό προθεσμιακό λογαριασμό. Στις 14-9-1982 και 22-11-1984 έγινε ανάληψη ποσού 1.400 και 50.000 σουηδικών κορωνών αντίστοιχα και ανοίχθηκε [21-11-1984] ο τρίτος των παραπάνω, με αριθμ. ... κοινός προθεσμιακός λογαριασμός.

Από τον Γ. Π., στις 7-1-1985, έγινε ανάληψη ποσού 5.000 σουηδικών κορωνών, στις 22-7-1986 έγινε ανάληψη ποσού 35.000 σουηδικών κορωνών και στις 27-8-1986 έγινε ανάληψη ποσού 8.000 σουηδικών κορωνών, όπως εμφαίνεται στα με αριθμ. .../22-7-1986 και .../27-8-1986 εντάλματα πληρωμής. Στις 20-7-1992 ο παραπάνω [Γ. Π.] ανέλαβε ποσό 40.000 σουηδικών κορωνών από τον με αριθμ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου και άνοιξε τον με αριθμ. ... κοινό προθεσμιακό λογαριασμό και στη συνέχεια ακολούθησαν, από τον ίδιο, αναλήψεις στις 20-12-1993, ποσού 11.000 σουηδικών κορωνών, στις 4-7-1994, ποσού 5.000 σουηδικών κορωνών, στις 11-7-1994, ποσού 10.000 σουηδικών κορωνών, στις 19-7-1994, ποσού 10.000 σουηδικών κορωνών, στις 1-8-1994, ποσού 5.000 σουηδικών κορωνών, στις 8-8-1994, ποσών 8.000 και 5.000 σουηδικών κορωνών και στις 12-8-1994, ποσού 1.000 σουηδικών κορωνών, όπως εμφαίνεται στα με αριθμ. .../20-7-1992, .../20-12-1999, .../4-7-1994, .../11-7-1994, .../19-7- 1994, .../1-8-1994, .../8-8-1994, .../8-8-1994 και .../12-8-1994 εντάλματα πληρωμής της εναγόμενης. Στις 21-2-1995, ποσό 310.000 σουηδικών κορωνών, μετατράπηκε σε δραχμές και μεταφέρθηκε συμψηφιστικά στον με αριθμ. ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ο οποίος ανοίχθηκε στο κατάστημα της εναγόμενης στο ..., στο όνομα της πρώτης των εναγόντων, του συζύγου της [Γ. Π.] και του Κ. Π. [αδελφό του προηγούμενου]. Από τον λογαριασμό αυτόν έγιναν, από τον Γ. Π., αναλήψεις, στις 12-7-1995 ποσών 4.000 και 102 σουηδικών κορωνών, όπως εμφαίνεται στα με αριθμ. ... και .../12-7-1995 εντάλματα πληρωμής και έτσι, στις 12-7-1995, έκλεισε ο πρώτος των παραπάνω [...] λογαριασμός. Ο δεύτερος των παραπάνω λογαριασμών [...], που ανοίχθηκε στις 16-1-1980 και προήλθε από τον προηγούμενο λογαριασμό, είχε αρχικό ποσό 38.000 σουηδικών κορωνών. Στις 22-9-1982 αναλήφθηκε από αυτόν ποσό 30.000 σουηδικών κορωνών και εκδόθηκε η με αριθμ. ... τραπεζική επιταγή σε διαταγή του Γ. Π. για λογαριασμό της σουηδικής τράπεζας ..................... , ενώ στις 12-6-1990 το μέχρι τότε υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού που ανέρχονταν στο ποσό των 184.108 σουηδικών κορωνών μεταφέρθηκε συμψηφιστικά στον με αριθμ. ... προθεσμιακό λογαριασμό [πέμπτο των παραπάνω λογαριασμών], όπως εμφαίνεται στο από 22-9- 1982 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης και στα αντίγραφα των εν λόγω λογαριασμών. Η κίνηση του τελευταίου αυτού λογαριασμού ..., συνδικαιούχοι του οποίου ήταν η πρώτη ενάγουσα και ο σύζυγος της, εμφάνιζε πίστωση 184.108 σουηδικών κορωνών, πίστωση τόκων και συμψηφιστική μεταφορά, στις 16-2-1995, του ποσού των 296.432,77 σουηδικών κορωνών στον ..., όπως εμφαίνεται στο με αριθμ. …/16-2-1995 γραμμάτιο είσπραξης και το σχετικό ένταλμα πληρωμής καθώς και στα αντίγραφα κίνησης των εν λόγω λογαριασμών [... και ...]. Με τον τρόπο αυτό έκλεισε και ο λογαριασμός αυτός. Ο τρίτος των παραπάνω λογαριασμών [...], ανοίχθηκε στις 21-11-1984, στα ονόματα της πρώτης ενάγουσας και του Γ. Π., με αρχικό ποσό κατάθεσης 50.000 σουηδικών κορωνών, το οποίο, μεταφέρθηκε, όπως προαναφέρθηκε, από τον με αριθμ. ... λογαριασμό. Στις 12-6-1990 το μέχρι τότε υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού, το οποίο ανέρχονταν σε 52.773 σουηδικές κορώνες, μεταφέρθηκε στον με αριθμ. ... προθεσμιακό λογαριασμό [τέταρτο των παραπάνω λογαριασμών]. Οι μοναδικές κινήσεις του τελευταίου αυτού λογαριασμού, είναι η αρχική κατάθεση, η πίστωση των τόκων και η ανάληψη, στις 30-9-1994, από τον Γ. Π., του ποσού των 86.172,40 σουηδικών κορωνών, οπότε έκλεισε και ο λογαριασμός αυτός, όπως εμφαίνεται στο με αριθμ. .../30-9-1994 ένταλμα πληρωμής. Στις 20-7-1992, με συνδικαιούχους τον Γ. Π. και τον τρίτο ενάγοντα, ανοίχθηκε ο με αριθμ. ..., έκτος των παραπάνω, κοινός προθεσμιακός λογαριασμός, με αρχική κατάθεση αυτή του ποσού των 40.000 σουηδικών κορωνών που προήλθε, από ανάληψη, όπως προαναφέρθηκε, από τον με αριθμ. ... λογαριασμό. Οι μοναδικές κινήσεις του λογαριασμού αυτού είναι η αρχική κατάθεση, η πίστωση των τόκων και η ανάληψη, στις 13-9-1994, του ποσού των 48.209,43 σουηδικών κορωνών, όπως εμφαίνεται στο με αριθμ. .../13-9-1994 ένταλμα πληρωμής, οπότε έκλεισε και αυτός ο λογαριασμός. Στις 20-7-1992, ανοίχθηκε, με συνδικαιούχους τον Γ. Π. και τον δεύτερο ενάγοντα, ο με αριθμ. ..., έβδομος των παραπάνω, κοινός προθεσμιακός λογαριασμός, με κατάθεση 40.000 σουηδικών κορωνών που προήλθε, από ανάληψη από τον με αριθμ. ... λογαριασμό, όπως εμφαίνεται στο με αριθμ. .../20-7-1992 ένταλμα πληρωμής. Η κίνηση του λογαριασμού αυτού είναι η αρχική κατάθεση, η πίστωση των τόκων και η ανάληψη, στις 13-9- 1994, του ποσού των 48.209,43 σουηδικών κορωνών, όπως εμφαίνεται στο με αριθμ. .../13-9- 1994 ένταλμα πληρωμής, οπότε έκλεισε και ο λογαριασμός αυτός.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι όλοι οι παραπάνω λογαριασμοί [κοινοί προθεσμιακοί ταμιευτηρίου], οι οποίοι έχουν κλείσει, κινούνταν με καταθέσεις και αναλήψεις, σε αντίθεση με όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην αγωγή τους ότι οι εν λόγω λογαριασμοί είχαν μόνο αποταμιευτικό χαρακτήρα και ουδέποτε προέβησαν σε αναλήψεις από αυτούς. Στις 21-2-1995, στο κατάστημα της εναγόμενης στο ... ανοίχθηκε ο με αριθμ. ... κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου σε δραχμές, με συνδικαιούχους την πρώτη ενάγουσα, τον Γ. Π. και τον αδελφό του Κ. Π. και με αρχική κατάθεση αυτή του ποσού των 9.854.900 δρχ., που προήλθε από την δραχμοποίηση 310.000 σουηδικών κορωνών από τον με αριθμ. παραπάνω ... λογαριασμό. Όπως εμφαίνεται από την κίνηση του λογαριασμού αυτού, αλλά και από το βιβλιάριο καταθέσεων, έγιναν καταθέσεις στις 27-2-1995, ποσού 850.000 δρχ., στις 30-6-1997, ποσού 200.00 δρχ., στις 5-8-1997, ποσού 250.000 δρχ., στις 27-10-1997, ποσού 900.000 δρχ., στις 30-10-1997, ποσού 750.000 δρχ. και στις 27-11-1997, ποσού 500.000 δρχ., οι οποίες έγιναν με την προσκόμιση του βιβλιαρίου καταθέσεων, αφού σε αυτό εμφαίνεται η ένδειξη κατάθεσης ΚΤΘ, ενώ οι υπόλοιπες καταθέσεις έγιναν χωρίς να προσκομισθεί το βιβλιάριο καταθέσεων, όπως εμφαίνεται από την ένδειξη ΚΑΒ [κατάθεση άνευ βιβλιαρίου]. Επομένως η πρώτη των εναγόντων και ο σύζυγος της ενημερωνόταν από το βιβλιάριο καταθέσεων για την κίνηση του λογαριασμού τους και γνώριζαν τις καταθέσεις και αναλήψεις που προηγήθηκαν, όπως και ότι συνδικαιούχος στον λογαριασμό αυτόν ήταν ο Κ. Π., σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται με το αγωγικό δικόγραφο. Στον λογαριασμό αυτόν στις 15-9-1997 κατατέθηκε ποσό 9.000.079 δρχ., χρήματα που είχε κερδίσει ο παραπάνω συνδικαιούχος του λογαριασμού ταμιευτηρίου Κ. Π. από λαϊκό λαχείο, ενώ στις 6-10-1997 κατατέθηκε ποσό 800.000 δρχ. το οποίο είχε επίσης κερδίσει ο ίδιος από λαϊκό λαχείο, όπως εμφαίνεται στα με αριθμ. .../15-9-1997 και .../6-10-1997 εντάλματα πληρωμής. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι όλες οι καταθέσεις στον λογαριασμό αυτόν έγιναν από την πρώτη από αυτούς και το σύζυγο της, οι δε αναλήψεις, από τον λογαριασμό, έγιναν μόνο από τον συνδικαιούχο Κ. Π., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του. Περαιτέρω, από το αποδεικτικό υλικό που εισφέρθηκε στη δίκη, αποδεικνύεται ότι στις 27-7-1999, ο Κ. Π. παρέδωσε στους ενάγοντες μια "απόδειξη κατάθεσης επί προθεσμία", στην οποία αναγράφονται ως συνδικαιούχοι του με αριθμ. ... λογαριασμού οι ενάγοντες, [με αριθμ. προθεμ. κατάθεσης ...], διάρκειας 12 μηνών, από 27-7-1999 μέχρι 27-7-2000, ενώ ως ποσό κατάθεσης φέρεται αυτό του 1.202.189,49 σουηδικών κορωνών. Η εν λόγω όμως "απόδειξη κατάθεσης επί προθεσμία", την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν παράγει έννομες συνέπειες για την εναγόμενη, γιατί ουδέποτε εκδόθηκε από αυτήν η σχετική απόδειξη, ούτε υπήρξε προθεσμιακή κατάθεση με τον παραπάνω λογαριασμό και ποσό, ενώ η φερόμενη ως δεύτερη υπογραφή του υπαλλήλου της Χ. Ζ. δεν είναι δική του, αλλά πλαστογραφήθηκε από τον Κ. Π. [πρώτο υπογράφοντα], ο οποίος εξέδωσε την παραπάνω απόδειξη, ως διευθυντής του καταστήματος της εναγόμενης στο ..., εν αγνοία αυτής, προκειμένου να συγκαλύψει την ιδιοποίηση του συνόλου της παραπάνω κατάθεσης των εναγόντων, έχει γραφεί δε αυτή σε γραφομηχανή και όχι κατά το ηλεκτρονικό σύστημα της εναγόμενης κατά το οποίο εκδίδονται όλες οι αποδείξεις της [βλ. το από 31-8-2006 έγγραφο της εναγόμενης και την από 1-2-2006 ένορκη εξέταση του επιθεωρητή της Γ. Α., ο οποίος διενήργησε σχετικό έλεγχο].

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στο τέλος του καλοκαιριού με αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2002 πληροφορήθηκαν, μετά από πιέσεις, από τον Κ. Π., ότι αυτός ιδιοποιήθηκε τα χρήματα τους, υποσχόμενος να τους τα αποδώσει. Όμως τα ποσά των προθεσμιακών καταθέσεων που αναφέρονται παραπάνω δεν αντιστοιχούν στο αιτούμενο, από τους ενάγοντες, συνολικό ποσό των 130.672,71ευρώ [1.202.180,49 σουηδικών κορωνών], το οποίο αναγράφεται μόνο στην παραπάνω, από 27-7-1999 "απόδειξη κατάθεσης επί προθεσμία" και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι` αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ` όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830§1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξη τους. Επομένως αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ` αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακατάθεσης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της κατά το άρθρο 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", η οποία βάσιμα υποστηρίζεται ότι καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των άρθρων 332 παρ.2 και 334 παρ.2 ΑΚ με το άρθρο 2 παρ. 1, 2 του ν. 3043/2002. Ενόψει δε και της φύσεως του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία αποδόσεως αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαιρέσεως, είναι αδύνατη η συνδρομή αξιώσεως εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας και η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική ακόμα και όταν, κατ` εφαρμογή του άρθρου 3 του ως άνω ν.δ., τελεί υπό τον πρόσθετο όρο ότι η απόδοση του οφειλόμενου ποσού σε μη δικαιούχο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των οργάνων της. Συνακόλουθα των ανωτέρω η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, και αν ακόμη αυτό έχει αφαιρεθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η αδικοπραξία γίνεται σε βάρος της από τρίτο και όχι από αυτήν κατά του παρακαταθέτη. Περαιτέρω, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό παράγεται ανεξαρτήτως του εάν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκουν σε όλους ή μερικούς από εκείνους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ενεργητική σε ολόκληρο ενοχή μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης [ολικώς ή μερικώς] από ένα από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης καθ` ολοκληρία έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλο, δηλ. τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος εκ του νόμου αποκτά απαίτηση, έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού.

Με την κατάθεση δε σε κοινό λογαριασμό οι δικαιούχοι του λογαριασμού, ακόμη και αν δεν κατατέθηκαν δικά τους χρήματα, γίνονται συγκύριοι των χρημάτων του λογαριασμού, ανεξάρτητα από το σκοπό της κατάθεσης, γι` αυτό και η ανάληψη των χρημάτων από οποιονδήποτε των δικαιούχων δεν συνιστά υπεξαίρεση και κατ` επέκταση αδικοπραξία (ΑΚ 914, ΠΚ 375) έναντι των λοιπών. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι όλοι οι αναλυτικώς αναφερόμενοι στις αιτιολογίες της λογαριασμοί, κοινοί προθεσμιακοί-ταμιευτηρίου έχουν κλείσει και κινήθηκαν με καταθέσεις και αναλήψεις, οι οποίες κύρια πραγματοποιήθηκαν από τον συνδικαιούχο αυτών και σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών αναιρεσειόντων Γ. Π., χωρίς να συνδέονται με ενέργειες του αδελφού του τελευταίου και υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Κ. Π., (β) ότι ειδικά στον ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου συνδικαιούχος αυτού ήταν ο Κ. Π., τούτου δε τελούσαν σε γνώση οι λοιποί συνδικαιούχοι πρώτη των αναιρεσειόντων και ο σύζυγος αυτής Γ. Π. (γ) ότι στις 27-7-1999 ο Κ. Π. παρέδωσε στους αναιρεσείοντες μια "απόδειξη κατάθεσης επί προθεσμία", στην οποία αναγράφονται ως δικαιούχοι του ... λογαριασμού, με ποσό καταθέσεως 1.202.189,49 σουηδικών κορωνών (130.672,71 €), του οποίου και διώκουν την καταψήφιση, πλην τούτο δεν αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό καταθέσεων των λοιπών λογαριασμών τους, αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση την απορριπτική της κρίση επί της αγωγής, και παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, (δ) ότι η από 27-7-1999 επίμαχη απόδειξη είναι πλαστή και εκδόθηκε από τον Κ. Π. προκειμένου να συγκαλύψει την ιδιοποίηση του συνόλου της αναφερομένης προθεσμιακής καταθέσεως, ποσού 1202.189,49 σ.κ., κατά την βάσιμα περί τούτου προβαλλόμενη με δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της πληττομένης δι` αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλομένων λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη δι` αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της ενώπιον του αυτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν. 4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι` αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 74/20-1-2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.