Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
& ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ | ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Δικαστική επιδίωξη αναδρομικών αποδοχών υπαλλήλου προς συμμόρφωση με δικαστική απόφαση

Συμβούλιο της Επικρατείας, αριθμός απόφασης 3043/2013.

Περίληψη: Ευθύνη των νπδδ σε αποζημίωση. Ακύρωσης της άρνησης της Διοίκησης να προαγάγει υποψήφιο. Αν η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, προβεί στην προαγωγή του υποψηφίου αναδρομικώς, αυτός δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη εκ του ότι δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει αν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από τότε που ανατρέχει ή πρέπει να ανατρέξει η αναδρομική προαγωγή του. Δεν απαιτείται προς τούτο ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Παραγραφή των σχετικών αξιώσεων και έναρξη αυτής. Δεν προέκυψε η τυχόν συνυπολογιστέα ωφέλεια του αναιρεσιβλήτου από τη μη αναδρομική προαγωγή του και τη δυνατότητα παράλληλης απασχόλησής του. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την υπ΄αριθμ. 1877/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).

[...] 1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά τον νόμον καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 1877/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Τ.Ε.Ι. κατά της υπ’ αρ. 1610/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Δια της πρωτοδίκου αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υπεχρεώθη το αναιρεσείον να του καταβάλει ποσό ύψους 7.474,31 ευρώ νομιμοτόκως, ως διαφορά αποδοχών λόγω αναδρομικής εξελίξεώς του στην βαθμίδα του Επικούρου Καθηγητού, για το χρονικό διάστημα από 6-1-1995 έως 30-4-1998 και 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

3. Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8), συνάγεται ότι η Διοίκηση, συμμορφουμένη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου διοικητικού δικαστηρίου, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφισταμένη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως, η οποία προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη αυτή, ανακαλούσα ή τροποποιούσα τις σχετικές εν τω μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδουσα άλλες με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στην θέση στην οποίαν θα ευρίσκοντο, εάν εξ αρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη (ΣτΕ 100/2011, 3854/2011, 3606/2012).

4. Επειδή, περαιτέρω, κατ’ άρθρον 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος (π.δ. 456/1984 - Φ.Ε.Κ. Α΄ 164) : «για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση....», ενώ κατ’ άρθρον 106 του ιδίου Νόμου : «οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Στην εν λόγω αποζημίωση περιλαμβάνεται τόσο η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη η υπάρχουσα πριν από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου περιουσία του ζημιωθέντος, όσο και η αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη αυτός με την στέρηση, εξ αιτίας της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως, παροχών τις οποίες πιθανώς, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, θα απεκόμιζε, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράνομη αυτή πράξη ή παράλειψη. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ειδικώτερον ότι, εάν το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αρνηθεί να προαγάγει υποψήφιο και η άρνηση αυτή ακυρωθεί, εν συνεχεία, δι’ αποφάσεως του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, ακολούθως δε η Διοίκηση, εις συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, προβεί στην προαγωγή του υποψηφίου αναδρομικώς στην ως άνω θέση ή υπέχει υποχρέωση τοιαύτης αναδρομικής προαγωγής του, ο εν λόγω υποψήφιος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εκ του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από της ημερομηνίας της αναδρομικής προαγωγής του έως την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία, δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει αν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από της ημερομηνίας στην οποία ανατρέχει ή πρέπει να ανατρέξει η αναδρομική προαγωγή του.

5. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος διορίσθηκε, δια της υπ’ αρ. Ε5/376/22-1-1985 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σε κενή οργανική θέση της προσωρινής βαθμίδος επιμελητών της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Προνοίας του αναιρεσείοντος και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Οπτικής της Σχολής αυτής. Εν συνεχεία, δια της υπ’ αρ. Ε5/1285/10-4-1989 αποφάσεως του ιδίου Υπουργού ενετάχθη από 23-11-1988 στην βαθμίδα του Καθηγητού Εφαρμογών του ως άνω Τμήματος. Περαιτέρω, δια της υπ’ αρ. Φ3/Ε5/549/30-2-2000 ομοίας αποφάσεως, εκδοθείσης εις συμμόρφωσιν προς την υπ’ αρ. 1758/1999 ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εξελίχθηκε από την βαθμίδα του Καθηγητού Εφαρμογών σε εκείνη του Επικούρου Καθηγητού από 30-4-1998 με δικαίωμα λήψεως αναδρομικών αποδοχών. Κατά της τελευταίας αυτής υπουργικής αποφάσεως άσκησε αίτηση ακυρώσεως, η οποία έγινε δεκτή δια της υπ’ αρ. 1654/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ακυρώθηκε η προαναφερθείσα απόφαση, καθ’ ό μέρος δι’ αυτής είχε ορισθεί η ως άνω ημερομηνία ως χρονολογία εξελίξεως του αναιρεσιβλήτου, εκρίθη δε ότι η ημερομηνία της εξελίξεως είναι η 6-1-1995 και ανεπέμφθη η υπόθεση στην Διοίκηση, προκειμένου να ενεργήσει τα νόμιμα. Εις συμμόρφωση προς την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση, εξεδόθη η υπ’ αρ. Φ3/Ε5/2875/6-12-2001 υπουργική απόφαση, δια της οποίας ορίσθηκε ως ημερομηνία αναδρομικής εξελίξεως αυτού η 6-1-1995, αντί της 30-4-1998. Ωστόσο, το αναιρεσείον δεν του κατέβαλε την διαφορά αποδοχών η οποία προέκυπτε μεταξύ των αποδοχών που του είχαν καταβληθεί και εκείνων που αντιστοιχούσαν στην ανωτέρα βαθμίδα για το χρονικό διάστημα από 6-1-1995 έως 30-4-1998. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 27-08-2002 αγωγή του, δια της οποίας ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Τ.Ε.Ι. να του καταβάλει ως αναδρομικές αποδοχές το ποσό των 9.082 ευρώ και ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης 14.674 ευρώ. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή δια της πρωτοδίκου αποφάσεως και υπεχρεώθη το αναιρεσείον να του καταβάλει ποσό ύψους 7.474,31 ευρώ νομιμοτόκως, ως διαφορά αποδοχών λόγω αναδρομικής εξελίξεώς του στην βαθμίδα του Επικούρου Καθηγητού, για το χρονικό διάστημα από 6-1-1995 έως 30-4-1998 και 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έφεση του αναιρεσείοντος απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικώτερον το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι, μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 1654/2001 ακυρωτικής αποφάσεως αυτού, η Διοίκηση όφειλε, συμμορφουμένη προς αυτήν, να προβεί με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε εν τω μεταξύ βάσει της ακυρωθείσης πράξεως και, πλην της εκδόσεως της υπ’ αρ. Φ3/Ε5/2875/6-12-2001 υπουργικής αποφάσεως, να του καταβάλει και την διαφορά αποδοχών που προέκυψε μεταξύ των αποδοχών που θα είχε λάβει αυτός, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παρανομία της αναφορικά με τον χρόνο της αναδρομικής του εξελίξεως και εκείνων που έλαβε ως καθηγητής εφαρμογών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Επίσης, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, βάσει του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, με το επιχείρημα ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι αξιώσεις αυτού κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες κατά τον χρόνον εκδόσεως της υπ’ αρ. Φ3/Ε5/549/30-2-2000 υπουργικής αποφάσεως και όχι της υπ’ αρ. Φ3/Ε5/2875/6-12-2001 αποφάσεως, και πάλιν δεν ετίθετο θέμα παραγραφής, αφού η εν λόγω διάταξη ήταν αντίθετη στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, απερρίφθη λόγος εφέσεως του Τ.Ε.Ι. περί συνυπολογισμού των απολαβών που αυτός ενδεχομένως απέκτησε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, με την αιτιολογία ότι η ωφέλεια αυτή, ακόμη και αν υπάρχει, δεν προέρχεται από την ζημιογόνο παράλειψη των οργάνων του Ιδρύματος, αλλά από διαφορετική αιτία.

6. Επειδή, προβάλλεται ότι το αναιρεσείον Τ.Ε.Ι. δεν διέπραξε παρανομία, αφού, για να χορηγήσει αναδρομικές αποδοχές στον ήδη αναιρεσίβλητο, έπρεπε να υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ως προεξετέθη στις σκέψεις 3-4, εφ’ όσον η άρνηση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο αναδρομικώς από 6-1- 1995 είχε ακυρωθεί δια της υπ’ αρ. 1654/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις εκτέλεσιν δε της αποφάσεως αυτής εξεδόθη η υπ’ αρ. Φ3/Ε5/2875/6-12-2001 υπουργική απόφαση περί αναδρομικής προαγωγής του από 6-1-1995, αντί της 30-4-1998, το αναιρεσείον υπεχρεούτο να του καταβάλει και τις αναλογούσες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 6-1-1995 έως 30-4- 1998, χωρίς να είναι προς τούτο αναγκαία ειδική νομοθετική πρόβλεψη.

7. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι, κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 204), δια των οποίων προβλέπεται διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων ν.π.δ.δ. κατ’ αυτών, εκρίθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι επίμαχες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου δεν ήσαν παραγεγραμμένες, αφού από της εκδόσεως της υπ’ αρ. Φ3/Ε5/549/30-2-2000 υπουργικής αποφάσεως έως την 5-9-2002, ημέρα κοινοποιήσεως της αγωγής στο αναιρεσείον, είχαν παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των δύο ετών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προαναφερομένη υπουργική απόφαση αφορά σε αναδρομικό διορισμό του αναιρεσιβλήτου στην βαθμίδα του Επικούρου Καθηγητού από 30-4-1998 και όχι από 6-1-1995, ενώ οι από 6-1-1995 αξιώσεις του κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες από της εκδόσεως της υπ’ αρ. Φ3/Ε5/2875/6-12-2001 υπουργικής αποφάσεως περί αναδρομικής προαγωγής του στην εν λόγω βαθμίδα από 6-1-1995 και, ως εκ τούτου, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής του (27-08-2002) δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, παρέλθει το μνημονευόμενο στην αίτηση αναιρέσεως χρονικό διάστημα.

8. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι παρά τον νόμον απερρίφθη από το δικάσαν Εφετείο η επικουρική ένσταση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος περί συνυπολογισμού όλων των ποσών που έλαβε ο αναιρεσίβλητος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, διότι προ της εντάξεώς του στην κατηγορία των καθηγητών πλήρους απασχολήσεως (30-9-1997), είχε την δυνατότητα παραλλήλου απασχολήσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός είχε προβληθεί ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου κατά τρόπον υποθετικόν, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, εκ των οποίων θα προέκυπτε η τυχόν συνυπολογιστέα ωφέλεια του αναιρεσιβλήτου από τον μη αναδρομικό διορισμό του.

Διά ταύτα Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.