Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο - Ποινική ευθύνη οφειλέτη

Άρειος Πάγος, αριθμός απόφασης 1048/2013.

Περίληψη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη και δη Διευθύνοντος Συμβούλου και Προέδρου Α.Ε. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Εσφαλμένη ερμηνεία. Ιδιότητα κατηγορουμένου ως Διευθύνοντος Συμβούλου και Προέδρου της Α.Ε. κατά το χρόνο στον οποίο ανάγονται τα χρέη. Αδιάφορο αν αργότερα απώλεσε την ιδιότητα αυτή ή ανακλήθηκε η άδεια της Α.Ε. Κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα. Αθώωση για μερικές πράξεις. Νόμος 3220/2004, ο οποίος αφορά στη μη καταβολή του συνολικού χρέους, ήτοι πρόκειται για μία πράξη. Καίτοι το Δικαστήριο εφάρμοσε το ν. 3220/2004, εν συνεχεία αθώωσε τον κατηγορούμενο για μερικότερες πράξεις ενός κατ΄ εξακολούθηση εγκλήματος. Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 6003/2012 απόφαση του Τριμ. Πλημμ. Θεσ/κης για τον ως άνω λόγο.

[...] Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς να υπάρχει νόμος πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης" ενώ κατά το άρθρο 1 του ποινικού κώδικα "ποινή δεν επιβάλλεται παρά μόνο για τις πράξεις εκείνες, για τις οποίες ο νόμος την είχε ρητά ορίσει πριν από την τέλεσή τους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος των ποινικών νόμων είναι απόλυτη ως προς τη θεμελίωση του αξιοποίνου και ως προς την επιβολή βαρύτερης ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 του Ν. 1882/1990 " Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρ.1, επιβάλλονται προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, στους προέδρους των ΔΣ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσο από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη ..." ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου νόμου "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένο κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 25 παρ.2 και 3 του Ν. 1882/1990 δεν προκύπτει ότι θεμελιώνεται αδίκημα που δεν υπήρχε κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν ή γεννήθηκαν τα χρέη, αλλά προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου των ανωνύμων εταιρειών που υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν κατά το χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή. Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος της φοροδιαφυγής που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα των εταιρειών αυτών και δεν αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 7 του Συντάγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "............." το έτος 1995, που δημιουργήθηκαν τα χρέη, για την αξιόποινη πράξη της μη εμπρόθεσμης καταβολής προς το Δημόσιο βεβαιωμένων χρεών ήτοι για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2,3 του ν. 1882/1990, διότι δεν πρόκειται περί αναδρομικής εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αφού ο ανωτέρω νόμος ίσχυε το έτος 1995, κατά το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργήθηκαν τα χρέη της ως άνω εταιρείας και ο αναιρεσείων είχε, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλιου της εταιρείας αυτής. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 πα.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 παρ.2 του ν. 1882/1990 ως αντικειμένου στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητά της προς εκτέλεση αποφάσεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1Ε`του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, με την υπ` αριθμ. 6003/2012 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Φ. Β., ήταν κατά το έτος 1995, κρίσιμο δηλαδή χρόνο, καθώς σ` αυτόν ανάγονται τα χρέη που αφορούν την προκείμενη υπόθεση Διευθύνων Σύμβουλος, αλλά και Πρόεδρος της εταιρίας με την επωνυμία ".................".

Με την παραπάνω ιδιότητα του, ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος για την καταβολή των χρεών της παραπάνω εταιρίας προς το Δημόσιο, χωρίς να αναιρείται η ποινική του ευθύνη αν μεταγενέστερα απώλεσε αυτήν ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ανωνύμου εταιρίας, απορριπτόμενων των σχετικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου (υπό στοιχείο 1β και 5), ότι ο τελευταίος δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης από το έτος 1996 και εντεύθεν ενόψει του διορισμού με την υπ` αριθμ 11854/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία) προσωρινής διοίκησης της εν λόγω εταιρίας, ο οποίος δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, αφού τα χρέη για τα οποία κατηγορείται ανάγονται, σε χρόνο που είχε τη ιδιότητα που προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ότι για την μη καταβολή του αναγραφόμενου στον πίνακα χρεών με αριθμ. 4 χρέους συνολικού ύψους 473.938,35 ευρώ το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 30-12-2005 και προέρχεται από μη απόδοση Φ.Π.Α, έχει καταδικασθεί αμετακλήτως δυνάμει της υπ` αριθμ 19052/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών από την οποία απορρέει δεδικασμένο και καθιστά απαράδεκτη την ήδη ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ίδιο χρέος, δεν αποδεικνύεται βάσιμος και αληθής. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της παραπάνω υπ` αριθμ. 9075/2011 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση που ασκήθηκε επί της υπ` αριθμ. 26886/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε αμετάκλητα με την παραπάνω αναφερόμενη απόφασης για παραβίαση προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένου στο Δημόσιο κατά την 25-7-2001 χρέους, ποσού 215.643, 26 ευρώ για Φ.Π.Α και πρόστιμο Φ.Π.Α. το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ, διάφορο του αναγραφόμενου στο πίνακα χρεών με αριθμό χρέους που αναφέρθηκε ανωτέρω. Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την σαφή και πειστική κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ, η οποία μαρτυρία άλλωστε κρίθηκε αναγκαία, από το Δικαστήριο και ανέβαλε την συζήτηση και την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπόθεσης, διατάσσοντας κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσέλθει η παραπάνω μάρτυρας και οι οποίες και διεξήχθησαν χωρίς να παρίσταται εκ νέου ανάγκη, αναβολής της συζήτησης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσαχθούν τα τιμολόγια επί των οποίων βεβαιώθηκε το χρέος όπως αιτείται ο κατηγορούμενος.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος εξόφλησε τα με στοιχεία 1 και 2 χρέη του πίνακα χρεών ήτοι α) ποσό 74,62 ευρώ που αφορά έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, καταβλητέος εφάπαξ στις 31-12-2004 και β) ποσό 74, 64 ευρώ, που αφορά έξοδα διοικητικής εκτέλεσης καταβλητέο εφάπαξ στις 31-12-2004, για τα οποία και πρέπει να κηρυχθεί αθώος ενώ αντιθέτως αν και ήταν υπόχρεος για την καταβολή των με στοιχείο, 3 και 4 χρεών που αναγράφονται στον κατωτέρω αναφερόμενο πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της προαναφερθείσας Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσ/νίκης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5- 2005 έως 1-5-2006 δεν κατέβαλλε αυτά μέσα στην νόμιμη προθεσμία, και ειδικότερα παραβίασε την προθεσμία καταβολής του με στοιχείο 3 χρέους ποσό 269,11 ευρώ, που αφορά πρόστιμο καταβλητέο εφάπαξ στις 31-12-2005 καθώς και του με στοιχείο 4 χρέους ποσού 473.938, 35 ευρώ, το οποίο αφορά Φ.Π.Α και ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 31-12-2005 και τα οποία συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 474.207,46 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος των αναγραφομένων στον πίνακα χρεών με στοιχείο 1 και 2 και ένοχος των με στοιχείο 3 και 4 χρεών τα οποία απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ΑΘΩΟ για τις υπ` αριθμ. 1 και 2 του πίνακα χρεών και ΕΝΟΧΟ των λοιπών, του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό, διάστημα από 1-5- 2005 έως 1-5-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησαν να καταβάλουν βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και ειδικότερα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθυστέρησαν να καταβάλουν χρέη προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού 474.207,46 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την 17-7-2008 (ημερομηνία σύνταξης του συνημμένου πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα χρεών, ενώ ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία ".................".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο έσφαλε ως προς την εφαρμογή του άρθρου 98 του ΠΚ αναφορικά με την κρίση του για την κατ` εξακολούθηση τέλεση της πράξης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, ενώ για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου δέχθηκε την εφαρμογή του ν. 3220/2004, που αφορά την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στο ενσωματωμένο στο διατακτικό της απόφασης πίνακα χρεών και κατά τις παραδοχές της απόφασης πρόκειται για χρέη από ΦΠΑ και πρόστιμο ΦΠΑ, συνολικού ύψους 474.207,46 ευρώ, του οποίου τα επί μέρους ποσά, ύψους 269,11 ευρώ, και 473.938,35 ευρώ, αντίστοιχα, βεβαιώθηκαν την ίδια χρονολογία (3-11-2005) και ήσαν καταβλητέα εφάπαξ τον ίδιο χρόνο (30- 12-2005) ήτοι επρόκειτο για μία πράξη, αυτή της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και όχι για περισσότερες πράξεις, εκάστη εκ των οποίων να αντιστοιχεί στην μη καταβολή των επί μέρους χρεών που μνημονεύονται στον ενιαίο πίνακα χρεών, τούτο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξης της μη καταβολής των βεβαιωμένων ως άνω χρεών ως κατ` εξακολούθηση τελεσθείσης και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έντεκα (11) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίας. Με το να δεχθεί όμως το δικάσαν δικαστήριο ότι συντρέχει περίπτωση κατ` εξακολούθηση τέλεσης της πράξεως, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του άρθρου 98 ΠΚ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 98 ΠΚ πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά μόνον ως προς τη διάταξή της περί της κατ` εξακολούθηση τελέσεως της πράξεως για την οποία εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος καθώς και ως προς την επιβολή της ποινής, καθόσον η παραδοχή της κατ` εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος επηρεάζει δυσμενώς την κρίση του δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, αφού κατά την επιμέτρηση αυτής, ο δικαστής λαμβάνει υπόψη υποχρεωτικώς το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού, είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Αναιρεί την υπ` αριθμ. 6003/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και παραπέμπει κατά το αναιρούμενο στο σκεπτικό μέρος την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.