Καραγιάννης & Συνεργάτες - Δικηγορικό Γραφείο

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ - ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ

ΑΘΗΝΑ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επικοινωνήστε μαζί μας
2103810723 (Αθήνα) | 2310525720 (Θεσσαλονίκη) | info@karagiannislawfirm.gr

Άρση φορολογικού απορρήτου μεταξύ συζύγων για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής

Περίληψη: Παραβίαση φορολογικού απορρήτου. Άρση απορρήτου μεταξύ συζύγων για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής.

Εισαγγελική αρμοδιότητα. Προϋποθέσεις. Χορήγηση πληροφοριών και όχι αντιγράφων από το φάκελο. Απορρίπτει έγκληση κατά προϊσταμένου ΔΟΥ και του εναγομένου σε δίκη διατροφής υπαλλήλου του ΣΔΟΕ βρέθηκε να έχει στην κατοχή του και προσκόμισε αντίγραφα των εντύπων Ε2, Ε3 και Ε9 της φορολογικής δήλωσης της εν διαστάσει συζύγου του διότι δεν αποδείχθηκε ότι τα προμηθεύτηκε από την ΔΟΥ.

44/2004 ΔΙΑΤ ΕΙΣ ΠΡ ΘΕΣΣΑΛ

[...] Α. Σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1,2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν 3160/2003, ο Εισαγγελέας εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο Εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο. Προφανώς αβάσιμη στην ουσία της είναι μια έγκληση όταν το περιεχόμενό της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με την έννοια ότι δεν καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία για το ότι δεν -τελέσθηκε η καταγγελλόμενη πράξη (βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 257, Λ. Μαργαρίτη, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, σελ. 2, Α. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, έκδ. 2004, σελ. 254). Εξάλλου το πνεύμα της τροποποίησης του άρθρου 47 (και του άρθρου 43) ΚΠΔ συνδέεται με την αντίληψη ότι καμιά ποινική δίωξη δεν μπορεί να κινηθεί για σοβαρές αξιόποινες πράξεις (: κακουργήματα, πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου) αν δεν προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, "αστυνομική" προανάκριση ή ένορκη διοικητική εξέταση. Είναι φανερό ότι στην περίπτωση των πράξεων αυτών ο Εισαγγελέας ελέγχει πέρα από τη βασική νομιμότητα και τον βαθμό επαρκών ενδείξεων της ουσιαστικής βασιμότητας ενώ στα λοιπά πλημμελήματα η επί της ουσίας κρίση του περιορίζεται στο προφανώς ψευδές της εγκλήσεως, μηνύσεως ή αναφοράς (βλ. Α. Τζαννετή, Η προκαταρκτική εξέταση στο Σχέδιο του νέου ΚΠΔ: Ουσιαστική αναβάθμιση του θεσμού ή νομοθετικός ελιγμός; ΠοινΧρ 1995,1070).

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 85 του Ν 2238/1994 οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται το φορολογικό απόρρητο που αποβλέπει πρωταρχικά στην εδραίωση της πεποίθησης μεταξύ των φορολογουμένων ότι οι φορολογικές δηλώσεις, οι εκθέσεις, τα φύλλα ελέγχου και γενικά τα στοιχεία της οικονομικής δραστηριότητάς τους δεν θα περιέλθουν σε γνώση οποιουδήποτε τρίτου με συνέπεια βλάβη των συμφερόντων τους. Αντίθετα αν ο φορολογούμενος δεν διασφαλιζόταν απόλυτα ότι αυτά που αποκαλύπτει θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς, τότε είναι βέβαιο ότι θα υπέβαλε ανειλικρινείς δηλώσεις με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν και οι ορθές φορολογικές βάσεις για την επιβολή, τη διάγνωση και τον προσδιορισμό του φόρου. Εδώ ακριβώς θα πρέπει να αναζητηθεί και ο άλλος λόγος για τον οποίο θεσπίσθηκε το φορολογικό απόρρητο δηλ. προκειμένου να διασφαλισθεί και να κατοχυρωθεί το δημόσιο συμφέρον της ανίχνευσης και εξακρίβωσης της φορολογητέας ύλης (βλ. ΓνωμΕισΑΠ 36/1959 ΠοινΧρ θ`,585, Α. Κωνσταντινίδη, Το φορολογικό απόρρητο, ΠοινΧρ Λθ`,3 επ.).

Με αυτή την έννοια το φορολογικό απόρρητο αναφέρεται στην άσκηση και την εξασφάλιση της κρατικής εξουσίας. Η σπουδαιότητα της προστασίας του φορολογικού απορρήτου αποδεικνύει το γεγονός ότι τούτο ισχύει έναντι οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και κάθε δημόσιας αρχής κ.λπ. (βλ. ΓνωμΕισΑΠ 182/1959 ΕΕΝ1959,65). Η παραβίαση του φορολογικού απορρήτου του άρθρου αυτού συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου και ποινικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικος για παράβαση καθήκοντος. Ωστόσο όμως υπάρχουν περιπτώσεις που το φορολογικό απόρρητο κάμπτεται (85 παρ. 5 Ν 2238/1994). Έτσι Π.Χ. κατά το εδ. α` της παρ. 5 του παραπάνω άρθρου 85 του παραπάνω νόμου, επιτρέπεται η χορήγηση στοιχείων στις περιπτώσεις του άρθρου 1445 του Αστικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι καθένας από τους πρώην συζύγους είναι υποχρεωμένος να δίνει στον άλλο ακριβείς πληροφορίες για την περιουσία και τα εισοδήματά του, εφόσον είναι χρήσιμες για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής.

Με αίτηση ενός από τους πρώην συζύγους, που διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάστασή του άλλου συζύγου και προπάντων για τα εισοδήματά του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται προς διευκόλυνση του διατροφικού δικαιώματος και του καθορισμού της έκτασής του, αξίωση παροχής υπηρεσιών τόσο υπέρ του δικαιούχου όσο και του υποχρέου διατροφής, αφού και του δικαιούχου η οικονομική κατάσταση πρέπει να είναι γνωστή στον υπόχρεο για την αποτελεσματική άμυνά του έναντι της διατροφής αξίωσης του δικαιούχου, η οποία αφορά την περιουσία και τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Η υποχρέωση αυτή βαραίνει μόνο τους πρώην συζύγους και τα άλλα πρόσωπα ή τις αρχές που είναι σε θέση να κατέχουν έγκυρα στοιχεία για το θέμα αυτό. Η οριζόμενη υποχρέωση παροχής πληροφοριών είναι πλήρης νομική υποχρέωση η οποία είναι θεμελιωτική αντίστοιχης αγώγιμης και εκτελεστής αξίωσης κατ` άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ. Οι πληροφορίες κατά ρητή διατύπωση της διάταξης, περιορίζονται μόνο στην περιουσιακή και εισοδηματική κατάσταση του άλλου συζύγου, που είναι χρήσιμες για τη θεμελίωση ή τον καθορισμό του ύψους της διατροφής και δεν εκτείνεται σε άλλα περιστατικά που συνάπτονται με την ύπαρξη του δικαιώματος ή της υποχρέωσης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, τόμος Ε, Οικογενειακό Δίκαιο, έκδ. 2004, σελ. 560 επ.). Η διάταξη αυτή είναι βέβαια ενδιαφέρουσα από πρακτική άποψη αλλά δημιουργεί προβλήματα λόγω ελλιπούς διατυπώσεως. Πράγματι το άρθρο αυτό ομιλεί "περί πρώην συζύγων". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου είναι να έχει λυθεί αμετάκλητα ο γάμος και συνεπώς αποκλείεται η εφαρμογή του στους εν διαστάσει συζύγους. Είναι όμως γνωστό ότι τα δικαστήρια ασχολούνται καθημερινώς με υποθέσεις προσωρινής διατροφής, οι οποίες αποτελούν και τον κανόνα. Επίσης το πρόβλημα εμφανίζεται και στις περιπτώσεις των άρθρων 681 Β και 728 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν και ισχύουν σήμερα (καθορισμός, μείωση ή αύξηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, των δαπανών και της διατροφής της άγαμης μητέρας κ.λπ. Παρά τη διατύπωση όμως της διάταξης αυτή πρέπει να τύχει (και τυγχάνει) ανάλογης εφαρμογής και επί των ανωτέρω περιπτώσεων, οι οποίες είναι πλέον συνηθισμένες στην πρακτική (βλ. Ε. Καμενοπούλο, Υποχρέωσις παροχής πληροφοριών περί της περιουσιακής καταστάσεως των συζύγων εις δίκας διατροφής, ΕλΔ 24,1170).

Περαιτέρω με την 710/1993 γνωμοδότηση του ΝΣΚ (η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών) κρίθηκε ότι ο Εισαγγελέας που δεν συνιστά δικαστήριο (ποινικό ή αστικό) και μη έχοντας από τις κείμενες διατάξεις εξουσία να επιλύει κατ` αρχάς αστικές ιδιωτικές διαφορές ή ν` αναγνωρίζει αστικό δικαίωμα ή να διατάσσει περί του τρόπου και χρόνου ικανοποίησης αστικού δικαιώματος, στερείται εξουσίας ή αρμοδιότητας από το Σύνταγμα και τις κείμενες άλλες διατάξεις, να διατάξει τη φορολογούσα αρχή, όπως χορηγήσει σε τρίτον αντίγραφα από τα έγγραφα που βρίσκονται στον οικείο φάκελο φορολογουμένου εφόσον στη χορήγηση αυτή απαγορεύει ρητά ο νόμος. Αντιθέτως εάν η χορήγηση των αντιγράφων, σε δεδομένη περίπτωση δεν απαγορεύεται από τις κείμενες διατάξεις, η διάταξη του Εισαγγελέα είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση. Ενόψει των παραπάνω τα έντυπα Ε2, Ε3 και Ε9 που συνοδεύουν την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος του υπόχρεου και αποτελούν αδιαίρετη ενότητα με αυτή ως αποτελούντα φορολογικά στοιχεία καλύπτονται από το φορολογικό απόρρητο και δεν επιτρέπεται η χορήγηση φωτοαντιγράφου τους, εκτός φυσικά από τις περιπτώσεις που κάμπτεται το φορολογικό απόρρητο (βλ. τη γνωμοδότηση αυτή στη δικογραφία). Τέλος έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η άρση του φορολογικού απορρήτου επιτρέπεται κατά νόμο όταν πρόκειται για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής μόνον υπέρ του ενός εκ των συζύγων (πρώην και νυν) και όχι υπέρ άλλων προσώπων (βλ. την αριθ. 9/1994 ΔιάτΕισΠρωτΒόλου Υπερ 1994,946).

Β. Στην προκειμένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό που συγκέντρωσε η προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε, κατόπιν της αριθ. ΣΤ2004εγχ./53/3.2.2004 παραγγελίας μας, από τον Πταισματοδίκη του ενταύθα ΙΒ` Τμήματος και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα σε συνδυασμό με τις ανωμοτί καταθέσεις των εγκαλουμένων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Β.Χ. και ο πρώτος εγκαλούμενος Κ.Κ. είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά ήτοι την Ε., ηλικίας σήμερα 21 ετών, φοιτήτρια στα ΤΕΙ Σ. και τον Σ., ηλικίας σήμερα 16 ετών, μαθητή λυκείου. Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης έλαβε χώρα την 4η Απριλίου 1996. Την 18η Νοεμβρίου 2002 τόσο η εγκαλούσα που ενεργούσε ατομικά και με την ιδιότητά της ως έχουσας την γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Σ. όσο και ενήλικη Ε.Κ. κατέθεσαν σε βάρος του εν διαστάσει συζύγου και πατέρα τους (εγκαλουμένου) τις αριθ. 40650 και 40649/2002 αγωγές γονικής μέριμνας-διατροφής και διατροφής αντιστοίχως, δικάσιμος των οποίων ορίσθηκε η 3η Μαρτίου 2003. Οπως είναι συνηθισμένο σε τέτοιες περιπτώσεις η εγκαλούσα (ενάγουσα) όσο και τα παιδιά της στις αγωγές τους εμφάνισαν μειωμένη την περιουσιακή κατάστασή της για να πετύχουν μεγαλύτερο ποσό διατροφής από τον εναγόμενο (εγκαλούμενο) πρώην σύζυγο και πατέρα τους, ο οποίος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τυγχάνει υπάλληλος του ΣΔΟΕ Κ.Μ. Συγκεκριμένα τόσο στην αγωγή της εγκαλούσας (και του υιού της) όσο και στην αγωγή της θυγατέρας των διαδίκων αναγραφόταν αναληθώς ότι η ίδια (ενάγουσα-εγκαλούσα) στερούνταν των αναγκαίων πόρων για τη διαβίωση της ίδιας και των τέκνων τους και ότι τα μοναδικά έσοδα της εγκαλούσας ανέρχονταν στο ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαίως που ελάμβανε από τον ΟΑΣΘ ως μέτοχος ποσοστού 33/100 μιας μετοχής και ότι κανένα άλλο εισόδημα δεν διαθέτει (βλ. τις αγωγές στη δικογραφία). Όταν λοιπόν ο εγκαλούμενος ανέγνωσε τα κείμενα των αγωγών φυσικό ήταν να θέλησε να αμυνθεί αφού με βάση τους ισχυρισμούς του η εγκαλούσα ζητούσε στην ουσία από το Δικαστήριο να επιβαρυνθεί μόνον αυτός της διατροφής των τέκνων τους. Κατά την εκδίκαση των παραπάνω αγωγών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ο εγκαλούμεvος (τότε εναγόμενος) υπέβαλε την ένσταση συνεισφοράς της εγκαλούσας στη διατροφή των τέκνων και για να τη στηρίξει ζήτησε με την από 5 Μαρτίου 2003 αίτησή του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης να δώσει εντολή στην Α ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να του παραδώσει επικυρωμένα αντίγραφα των εντύπων Ε1 και Ε2 της φορολογικής δήλωσης οικονομικού έτους 2002 της εν διαστάσει συζύγου του.

Η αντεισαγγελέας υπηρεσίας έκανε δεκτή την αίτησή του και έδωσε τη σχετική εντολή. Η αρμοδία υπάλληλος, προϊσταμένη του Τμήματος Εισοδήματος της A ΔΟΥ Σ. Δ.-Σ. (γ εγκαλούμενη)στην οποία ο β` εγκαλούμενος Ε.Χ., προϊστάμενος της Α ΔΟΥ χρέωσε τη σχετική αίτηση αντί για επικυρωμένα αντίγραφα των εντύπων Ε1 και Ε2, όπως παραγγέλλονταν από την αρμόδια (αντ) εισαγγελέα χορήγησε το αριθ. πρωτ. 581775-3-2003 πιστοποιητικό στο οποίο αναγραφόταν ότι η εγκαλούσα είχε εισόδημα Δ` Πηγής (εμπορικές επιχειρήσεις) 2.711.534 δρχ., εισόδημα A Πηγής (ακίνητα) 855.454 δρχ. και τεκμαρτό εισόδημα 180.000 δρχ. από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας. Η τεκμαρτή δαπάνη ήταν 1.615.200 δρχ. από ΙΧΕ αυτοκίνητο (βλ. το πιστοποιητικό αυτό στη δικογραφία). Η χορήγηση του πιστοποιητικού εκ μέρους της παραπάνω υπαλλήλου ήταν απολύτως σύμφωνη με την αριθ. Ε13421/ΠΟΛ 161/20.10.2003 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών. Από απλή ανάγνωση του πιστοποιητικού αυτού προκύπτει ότι η εγκαλούσα (και τα τέκνα των διαδίκων)είχαν δηλώσει ανακριβώς τα εισοδήματά της αφού η εγκαλούσα είχε εισόδημα 663,13 ευρώ μηνιαίως και επιπλέον εισόδημα 209,20 ευρώ μηνιαίως από μισθώματα ακινήτων. Στις σχετικές προτάσεις του όμως ο εγκαλούμενος δεν αρκέσθηκε στην προσκομιδή του πιστοποιητικού αλλά προσκόμισε και φωτοαντίγραφο των εντύπων Ε1 και Ε2 της φορολογικής δήλωσης οικονομικού έτους 2002 της εγκαλούσας εν διαστάσει συζύγου, τα οποία βρέθηκαν στα χέρια του κατ` άγνωστο τρόπο. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι του τα έδωσε η ίδια η εν διαστάσει σύζυγός του για να τα χρησιμοποιήσει για την μεταβίβαση κοινού τους αυτοκινήτου και να μεταβιβάσουν στα παιδιά τους ακίνητο που είχε αγορασθεί με χρήματα αμφοτέρων είχε γραφεί όμως μόνο στο όνομα της συζύγου του. Ο ισχυρισμός αυτός του πρώτου εγκαλουμένου δεν φαίνεται πειστικός. Τελικά το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την αριθ.18657/2003 απόφασή του έκανε μερικά δεκτή την αγωγή και συγκεκριμένα αφού δέχθηκε ότι η εγκαλούσα είχε εισοδήματα της τάξεως των 1030,00 ευρώ μηνιαίως, αφενός μεν ανέθεσε σ` αυτήν την αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων Σ., αφετέρου δε υποχρέωσε τον εγκαλούμενο να πληρώσει σ` αυτή για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου ως διατροφή το ποσό των 200,00 ευρώ μηνιαίως (αντί του αιτουμένου με την αγωγή 350,00 ευρώ μηνιαίως) επί μία τριετία. Ακόμη το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την αριθ. 18998/2003 απόφασή του δέχθηκε μερικά την αγωγή της Ε.Κ. κατά του εναγομένου και ήδη α` εγκαλουμένου πατέρας της και τον υποχρέωσε να της καταβάλει ως διατροφή για χρονικό διάστημα 3 ετών από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 265,00 ευρώ μηνιαίως (αντί του αιτουμένου με την αγωγή 755,00 ευρώ μηνιαίως). Κατά της παραπάνω απόφασης η Ε.Κ. άσκησε έφεση η οποία προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί την 16η Ιανουαρίου 2004. Τόσο στην έφεση όσο και στις προτάσεις της η παραπάνω ισχυρίσθηκε ότι η μητέρα της δεν είχε εισοδήματα 1030,00 ευρώ μηνιαίως, όπως δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά 822,60 ευρώ μηνιαίως, επικαλούμενη μάλιστα το εκκαθαριστικό σημείωμα της μητέρας της του έτους 2002 (δηλ. στην ουσία των ίδιων στοιχείων που είχε προσκομίσει ο εναγόμενος πατέρας της στη σχετική δίκη διατροφής) και ερχόμενη σε αντίθεση με όσα ανέγραφε στην αγωγή της (εκεί ανέγραφε ότι τα εισοδήματα της μητέρας της ανέρχονται στο ποσό των 500,00 ευρώ).

Κατά την ημέρα της δικασίμου ο πρώτος εγκαλούμενος κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες, πέραν των άλλων, ανέγραφε: "... Αυτοδιαψεύδεται όμως η αντίδικος αφού από μια απλή ματιά στη φορολογική δήλωση της μητέρας της και ειδικότερα στον Πιν. Γ3 αναγράφει η ίδια η μητέρα της ρητά ότι το καθαρό κέρδος της από τη μετοχή της στον ΟΑΣΘ ανέρχεται στο ποσό των 2.711.534 δρχ. ή 7.957,55 ευρώ)}. Πράγματι ο πρώτος εγκαλούμενος είχε προσκομίσει ως σχετικά έγγραφα στη δίκη στο Εφετείο ανεπικύρωτο αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης της συζύγου του οικονομικού έτους 2002 μαζί με αναλυτική κατάσταση ακινήτων δηλ. το Ε2. Η προσκομιδή αυτών των εγγράφων δεν αμφισβητείται από τον παραπάνω και έγινε για άμυνά του, αφού τα αντίγραφα αυτά τα είχε προσκομίσει και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς τότε η εγκαλούσα να αντιδράσει και χωρίς να γίνει μνεία στην απόφαση του Δικαστηρίου ότι αυτά αποτελούσαν άκυρα έγγραφα διότι ελήφθησαν κατά παράβαση του φορολογικού απορρήτου. Τελικά το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αριθ. 591/2004 απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη 18998/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υποχρέωσε τον εναγόμενο-α` εγκαλούμενο να καταβάλει στη θυγατέρα του το ποσό των 450,00 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα 3 ετών από την επίδοση της αγωγής (βλ. την απόφαση αυτή στη δικογραφία). Ισχυρίζεται λοιπόν η εγκαλούσα ότι ο πρώτος εγκαλούμενος τέλεσε το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε παραβίαση του υπηρεσιακού απορρήτου. Φυσικοί αυτουργοί, κατά την εγκαλούσα, είναι ο προϊστάμενος της A ΔΟΥ καθώς και κάθε άλλος υπεύθυνος υπάλληλος της ΔΟΥ αυτής (...). Οι ισχυρισμοί αυτοί της εγκαλούσας δεν ευσταθούν. Πράγματι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ευθύνη του προϊσταμένου της Α` ΔΟΥ, ο οποίος χρέωσε, όπως είχε υποχρέωση την σχετική εισαγγελική παραγγελία στην αρμοδία προϊσταμένη του Τμήματος Εισοδήματος (...). Χαρακτηριστικό του πως αντιλαμβάνονται την ποινική ευθύνη του παραπάνω είναι οι καταθέσεις της εγκαλούσας και της μάρτυρος θυγατέρας της. Πράγματι η πρώτη εξεταζόμενη ενόρκως την παραπάνω ημερομηνία ενώπιον της προαναφερομένης πταισματοδίκου κατέθεσε: "... Εγκαλώ τον προϊστάμενο της Α` ΔΟΥ γιατί είναι υπεύθυνος της ΔΟΥ (!!!)...", η δε δεύτερη εξεταζόμενη την ίδια επίσης ημέρα στην ίδια πταισματοδίκη κατέθεσε: «... Ευθύνεται ο προϊστάμενος της ΔΟΥ γιατί είναι υπεύθυνος για ότι γίνεται στη ΔΟΥ ..." (!!). Όπως βέβαια μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί στον χώρο του Ποινικού Δικαίου στο οποίο υπάρχει πάντα υποκειμενική και όχι αντικειμενική ευθύνη. Ωστε λοιπόν ο δεύτερος εγκαλούμενος είναι παντελώς αμέτοχος της αποδιδομένης σ` αυτόν πράξεως και δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του. Αλλά και οι λοιποί υπάλληλοι της Α` ΔΟΥ που υπηρετούν στο Τμήμα Εισοδήματος είναι παντελώς αμέτοχοι της αποδιδομένης σ` αυτούς πράξεως.

Πράγματι η γ` εγκαλούμενη, ενεργούσα απολύτως σύννομα χορήγησε σχετικό πιστοποιητικό σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ μάλιστα είχε παραγγελία εισαγγελικού λειτουργού να χορηγήσει επικυρωτέα αντίγραφα των εντύπων Ε1 και Ε2 της φορολογικής δήλωσης της εγκαλούσας του οικονομικού έτους 2002. Αν εκτελούσε κατά γράμμα την εισαγγελική παραγγελία έπρεπε να χορηγήσει αντίγραφα επικυρωμένα των αιτούμενων φορολογικών εντύπων. Ισως μάλιστα αυτό να είναι και το ορθότερο διότι από την πολύ μεταγενέστερη εγκύκλιο Πολ1260/2000 του Υπουργείου των Οικονομικών προκύπτει ότι μπορούν να χορηγηθούν και αντίγραφα των σχετικών δηλώσεων στις περιπτώσεις του άρθρου 1445 του ΑΚ στις οποίες κάμπτεται το φορολογικό απόρρητο. Η άποψη αυτή μάλιστα είναι και σύμφωνη με την κοινή λογική αφού είναι βέβαιο ότι ο δικαστής μπορεί να αντλήσει περισσότερα στοιχεία για να καθορίσει το ύψος της διατροφής. Αλλο είναι να διαβάζει ο δικαστής το πιστοποιητικό της εκάστοτε ΔΟΥ και άλλο να διαβάζει το περιεχόμενο των εντύπων Ε1 και Ε2 όπου περιέρχονται αναλυτικότερα στοιχεία για να μπορεί έτσι να σχηματίσει πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του Τμήματος Εισοδήματος (3 έως 7 των εγκαλουμένων) χορήγησαν απλά φωτοαντίγραφα των προαναφερομένων εντύπων. Αν οι παραπάνω υπάλληλοι χορηγούσαν στον α` εγκαλούμενο αντίγραφα των εντύπων Ε1 και Ε2 ασφαλώς θα του χορηγούσαν επικυρωμένα, όπως παραγγέλλονταν άλλωστε από την (αντ)εισαγγελέα, ενώ αυτά που προσκόμισε ο παραπάνω στη σχετική δίκη ήταν ανεπικύρωτα, Σε μια τέτοια περίπτωση κανένας δεν θα μπορούσε να τους κατηγορήσει διότι θα ενεργούσαν σύμφωνα με την εισαγγελική παραγγελία. Χαρακτηριστικές είναι στο σημείο αυτό οι καταθέσεις της εγκαλούσας και της μάρτυρος θυγατέρας της. Η πρώτη εξεταζόμενη και μάλιστα ενόρκως την 2 Μαρτίου 2004 στην πταισματοδίκη, πέραν των άλλων, κατέθεσε: «.... δεν έμαθα τίποτε περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο πήρε τα αντίγραφα των δηλώσεων. Σαν υπάλληλος του ΣΔΟΕ πιθανότατα είχε τη δυνατότητα να μπει στα αρχεία της Α` ΔΟΥ και να πάρει ο ίδιος τα αντίγραφα...". Η Ε.Κ. εξεταζόμενη και αυτή ενόρκως την ίδια ημερομηνία στην ίδια πταισματοδίκη κατέθεσε, πέραν των άλλων, τα εξής: Πώς προμηθεύτηκε ο πατέρας μου τα αντίγραφα αυτά δεν γνωρίζω, υποθέτω από κάποιον υπάλληλο της Α` ΔΟΥ...". Η ίδια εξεταζόμενη την 29η Μαρτίου 2003 κατέθεσε, πέραν των άλλων και τα εξής: "... Αν ο πατέρας μου μπήκε μόνος του στα αρχεία της Εφορίας δεν το γνωρίζω, απλά είναι μόνο πιθανότητα, τότε υπάρχει αμέλεια των υπαλλήλων της Α` ΔΟΥ ...". Με τα στοιχεία αυτά ολοφάνερο είναι ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης για παραβίαση του φορολογικού απορρήτου και κατά των εγκαλουμένων αυτών, υπαλλήλων του Τμήματος Εισοδήματος της παραπάνω Α` ΔΟΥ. Οι ισχυρισμοί τους ότι πρόσβαση στο αρχείο όπου φυλάσσονται οι φορολογικές δηλώσεις έχουν πρόσβαση και διάφοροι άλλοι υπάλληλοι (ΣΔΟΕ, ΠΕΚ, ΤΕΚ), οι οποίοι μπαίνουν μόνοι τους χωρίς επιτήρηση ελέγχονται ως εν μέρει ανακριβείς διότι όπως ορθά καταθέτει ο επιθεωρητής Ε.Κ. στην από 2 Απριλίου 2004 κατάθεσή του στην παραπάνω πταισματοδίκη: "... Την ευθύνη διαφύλαξης των φακέλων κάθε τμήματος της ΔΟΥ έχει ο προϊστάμενος του τμήματος. Ειδικοί αρχειοφύλακες δεν υπάρχουν. Οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ μόνον κατόπιν εγγράφου εντολής του προϊσταμένου τους επισκέπτονται τις ΔΟΥ και παραλαμβάνουν φακέλους ή στοιχεία για συγκεκριμένο φορολογούμενο, πάντοτε όμως παρουσία και υπό την επίβλεψη του προϊσταμένου του αρμοδίου τμήματος...". Είναι ζήτημα βέβαια αν τηρούνται αυτά στην πράξη. Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις κατά των προσώπων αυτών δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και κατά του πρώτου κατηγορουμένου για ηθική αυτουργία στην παραπάνω πράξη. Πράγματι τόσο η ηθική αυτουργία όσο και η συνέργεια είναι εξαρτημένες από την αυτουργία μορφές συμμετοχής. Γιατί χωρίς πράξη αυτουργίας στερούνται σημείου αναφοράς και δεν μπορούν να υπάρξουν.

Η ηθική αυτουργία και η συνέργεια είναι επομένως νοητή μόνο με αναφορά με την πράξη ενός άλλου, του αυτουργού. Η εξάρτηση αυτή σημαίνει ότι η ηθική αυτουργία και η συνέργεια είναι ως μορφές συμμετοxής, από την ίδια τη λογική φύση τους, παρακολουθηματικού χαρακτήρα, προϋποθέτουν δηλαδή πάντα την ύπαρξη της πράξης ενός άλλου, του αυτουργού, την οποία συνοδεύουν και συγκεκριμένα την οποία μ` έναν ορισμένο τρόπο προκαλούν ή βοηθούν. Γι` αυτό το λόγο άλλωστε, εξαιτίας δηλαδή του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους η ηθική αυτουργία και η συνέργεια συνιστούν τη "συμμετοχή με τη στενή του όρου έννοια". Eνα ακόμη στοιχείο από το οποίο προκύπτει ότι ο πρώτος εγκαλούμενος δεν τέλεσε καμιά αξιόποινη πράξη τον Ιανουάριο του 2004 ενόψει της δίκης στο Εφετείο, είναι και το γεγονός ότι η ίδια η εκκαλούσα θυγατέρα του επικαλέσθηκε το εκκαθαριστικό σημείωμα της μητέρας της εγκαλούσας, από το οποίο προέκυπταν όλα τα στοιχεία των εντύπων Ε1 και Ε2. Ορθά δε αναρωτιέται ο πρώτος εγκαλούμενος στο "απολογητικό υπόμνημά του" (έτσι το ονομάζει): "... Γιατί όμως η εγκαλούσα δεν κατέθεσε έγκληση εναντίον μου και κατά παντός υπευθύνου τον Μάρτιο του 2003 όταν είδε πως με τις προτάσεις μου προσκομίζω στο Δικαστήριο τα αντίγραφα των παραπάνω εντύπων της; Γιατί το έκανε δέκα μήνες αργότερα; Πότε υπέπεσα στο αδίκημα για το οποίο με κατηγορεί τον Μάρτιο του 2003 ή τον Ιανουάριο του 2004;...". Περαιτέρω από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι κάποιος άλλος υπάλληλος της Α` ΔΟΥ προμήθευσε τα έντυπα αυτά στον πρώτο εγκαλούμενο, αφού και αυτή η εγκαλούσα και η μάρτυράς της μόνο υποθέσεις μπορούν να κάνουν. Ο ισχυρισμός επίσης της εγκαλούσας ότι ο πρώτος εγκαλούμενος με αίτησή του στον Εισαγγελέα την 12η Ιανουαρίου 2004 ζήτησε να δοθεί βεβαίωση των αποδοχών από ιδιωτική επιχείρηση αποσιωπώντας το γεγονός ότι στη δίκη στο Εφετείο δεν ήταν αυτή διάδικος και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνταν να λάβει εισαγγελική παραγγελία ελέγχεται ως εν μέρει ανακριβnς. Πράγματι ενόψει της δίκης στο Εφετείο ο πρώτος εγκαλούμενος με την από 12.1.2004 αίτησή του ζήτησε από τον Εισαγγελέα θεσσαλονίκης να δοθεί εντολή στην εταιρία "Τ. ΑΕ" να του Χορηγήσει βεβαίωση αποδοχών της συζύγου του προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει στη δίκη που είχε ανοιχθεί στο Εφετείο μεταξύ αυτού και της θυγατέρας του.

Συνεπώς δεν απέκρυψε ότι δεν ήταν διάδικος στη δίκη η εγκαλούσα, όπως αυτή ανακριβώς ισχυρίζεται Ο Εισαγγελέας αρχικά έδωσε την εντολή. Όμως η εντολή αυτή του Εισαγγελέα ανακλήθηκε από τον ίδιο μετά από αίτηση της εγκαλούσας ότι δεν ήταν αυτή διάδικος στη δίκη στο Εφετείο αλλά η θυγατέρα τους. Ετσι ισχυρίζεται η εγκαλούσα ο πρώτος των εγκαλουμένων χολώθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο την φορολογική της δήλωση μαζί με το Ε2. Ο ισχυρισμός βέβαια αυτός δεν ευσταθεί διότι ο πρώτος εγκαλούμενος προσκόμισε ότι είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη και για άμυνά του στους ισχυρισμούς της θυγατέρας του, που τουλάχιστον στην αγωγή της αποδείχθηκαν αναληθείς. Κατά την προσωπική μας γνώμη ορθότερο θα ήταν να μπορεί να λαμβάνει ο σύζυγος βεβαίωση για τα εισοδήματα του άλλου συζύγου όταν είναι εναγόμενος από τέκνο για να μπορεί έτσι το δικαστήριο να εκτιμά επακριβώς τα εισοδήματα του κάθε συζύγου, ενόψει μάλιστα και της προβολής της σχετικής ένστασης συνεισφοράς. Πράγματι σε περίπτωση εναγωγής του ενός γονέα ο τελευταίος δικαιούται να επικαλεσθεί με ένστασή του την ύπαρξη και του άλλου γονέα και την οικονομική δυνατότητά του σε συσχέτιση με τη δική του να καλύψει εν όλω ή εν μέρει τη διατροφή του τέκνου του. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει αυτεπαγγέλτως την παραπάνω ένσταση αλλά μόνο μετά από ένσταση του εναγομένου. Για το ορισμένο της ένστασης πρέπει να προσδιορίζονται και οι πρόσφορες για την παροχή διατροφής δυνάμεις του γονέα αυτού (βλ. σχετικώς την ΑΠ 2127/1994 ΝοΒ 1985,1169). Ετσι αν τελεσφορήσει η ένστασή του αυτή τότε θα περιορισθεί η υποχρέωσή του για διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα. Την ένσταση της συνεισφοράς είχε προβάλει ο εναγόμενος, όπως αυτό προκύπτει κυρίως από την ανάγνωση της απόφασης του Εφετείου. Ενόψει των προαναφερομένων η κρινόμενη έγκληση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί με διάταξή μας, η οποία θα επιδοθεί στην εγκαλούσα. Τα δικαστικά έξοδα να μην επιβληθούν σε βάρος της εγκαλούσας διότι δεν προέκυψε ότι η έγκλησή της ήταν εντελώς ψευδής και έγινε από δόλο (585 παρ. 4 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 55 παρ. 2 Ν 3160/2003). [...]

Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Αργύριος Χ. Δημόπουλος

Επικοινωνία

Θεσσαλονίκη

Πολυτεχνείου 21 (6ος Όροφος), 54626

2310525720

Αθήνα

Σολωμού 58 και Πατησίων (6ος Όροφος), 10682

2103810723

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη online εμπειρία, χρησιμοποιούμε cookies.